Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and absent party's failure to attend proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the husband and wife against a lower court's decision regarding building permits. The appellants argued that the respondent had insulted them, but the court found the appeal grounds vague and failed to specify the exact legal error or factual assumptions required for admissibility. Furthermore, the respondent did not appear at the hearing, and the court determined that the appeal could not be validly expedited without proper notice to the absent party.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the exact legal error and factual assumptions, or if the absent party was not properly notified of the expedited hearing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 614 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 614/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ζ. συζύγου Δ. Μ., το γένος Α. Γ., 2) Δ. Μ. του Σ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γιάκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Η. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/9/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1680/2018, ΑΠ 764/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ.3894Η/22-1-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Π. Γ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αναιρέσεως με την κάτω απ' αυτήν πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η αναφερομένη στην αρχή της παρούσης, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Παναγιώτη Γιάκα επισπεύδουν τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, στη διεύθυνση της κατοικίας του, με θυροκόλληση, παρουσία του μάρτυρα Ι.
Σ., καθόσον αν και αναζητήθηκε σ'αυτήν δεν βρέθηκε ο ίδιος ούτε άλλο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 128 παρ.1 ΚΠολΔ και την εν συνεχεία παράδοση την ίδια ημέρα αντιγράφου της αναιρέσεως στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του ΑΤ Παγκρατίου, στην περιφέρεια που βρίσκεται η κατοικία του αναιρεσιβλήτου, όπως βεβαιώνεται με την απόδειξη παραλαβής εγγράφου και αποστολή με το Ταχυδρομείο της ειδοποιήσεως για το έγγραφο που επιδόθηκε, όπως βεβαιώνεται στην από 22-1-2020 απόδειξη του υπαλλήλου του ταχυδρομικού γραφείου.
Όμως ο αναιρεσίβλητος δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αρθμ. 65/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, η οποία δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την υπ' αρθμ. 5/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος και απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, η οποία είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552 ,553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ.3 ΚΠολΔ).
Ο εκ του άρθρου 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008).
Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 1681/2018, 1632/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που πρόβαλαν με τις προτάσεις τους, θεμελιωτικό της επικαλούμενης στην αγωγή τους αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου, ότι ο τελευταίος κατά τη συνεδρίαση του ΣΥΠΟΘΑ ΠΕ ΕΥΒΟΙΑΣ υπέβαλε έγγραφο υπόμνημα, με το οποίο ισχυρίστηκε ψευδώς ενώπιον των μελών αυτού ότι οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν στις αρμόδιες Πολεοδομικές Υπηρεσίες ψευδή στοιχεία για την έκδοση και τις αναθεωρήσεις της άδειας της οικοδομής τους.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: ".....Κατά την συνεδρίαση του ανωτέρω Συμβουλίου, ο εκκαλών-εναγόμενος απέσχε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, πλην όμως όπως προέκυψε στην συνέχεια είχε καταθέσει στην Γραμματεία του Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α) το με αριθ.
Πρωτ. 103/1-4-2013 υπόμνημά του υπέρ της διατήρησης του επιβληθέντος προστίμου. Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πρακτικά συνεδρίασης του ανωτέρω διοικητικού οργάνου αλλά και από το υπ αριθμ.πρωτ.37Φ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α./10-2-2014 το εν λόγω υπόμνημα δεν ελήφθη υπόψη για την έκδοση της απόφασης.
Συνεπώς, βάσει και των όσων αναπτύχθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας περί των προϋποθέσεων διάπραξης του αδικήματος της απατηλής πρόκλησης βλάβη (389 Π Κ), προκύπτει ότι με τις ανωτέρω ενέργειες του ο εκκαλών δεν τέλεσε την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος ούτε υπό την μορφή της απόπειρας, διότι αφενός ο εκκαλώ-εναγόμενος δήλωσε ότι απέχει ένεκα κωλύματος από την συνεδρίαση του ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α, αφετέρου όπως προέκυψε το Συμβούλιο δεν έλαβε καν υπόψη του προκειμένου να σχηματίσει άποψη περί της υπόθεσης των εφεσιβλήτων-εναγόντων, του περιεχομένου του υπομνήματος που είχε κατατεθεί πριν την δήλωση αποχής του.
Ακολούθως, προέκυψε ότι στο εν λόγω υπόμνημα αναφερόταν τα κάτωθι: "Το Πολεοδομικό Γραφείο Ιστιαίας εξέδωσε τρεις οικοδομικές άδειες με αριθμούς …/03, …/05 και ../06 στην ιδιοκτησία των κ. Μ. Δ. και Ζ., με πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο (δρόμο) 4,50 μ. Μετά το με α.π. οικ.742/01- 03-07 έγγραφο - ερώτημα του Π.Γ. Ιστιαίας για το αν είναι οικοδομήσιμο το οικόπεδο στο οποίο εκδόθησαν οι παραπάνω άδειες οι απαντήσεις της Περιφέρειας Στερεός Ελλάδας και του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. (α.π.1215/11-7-07 και ΔΤΕ/β/οικ/ 39208/ 1224/ 18-09-07) ήταν σαφέστατες ότι το οικόπεδο δεν είναι οικοδομήσιμο.
Αναλυτικά στις απαντήσεις της Περιφέρειας Στερεός Ελλάδας και του ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. αναφερόταν ότι η συγκεκριμένη ιδιοκτησία δεν μπορεί να οικοδομηθεί με πρόσωπο 4,50 μ σε κοινόχρηστο χώρο με παράλληλη εφαρμογή του άρθρου 25 και του Ν.Δ. 690/48. - Με την με α.π. …/…-4-08 απόφαση ανάκλησης Προϊσταμένου ανακλήθηκαν οι οικοδομικές άδειες κατόπιν των προαναφερόμενων απαντήσεων της Περιφέρειας και του ΥΠΕΧΩΔΕ διότι η ιδιοκτησία των κ.κ.
Μ. δεν ήταν οικοδομήσιμη. Σχετικά με την ορθότητα της 756/7-4-08 απόφασης ανάκλησης των 275/06, 92/05 και 325/03 οικοδομικών αδειών έχουν αποφανθεί 1.Η περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας με την με α.π. 56993/11328/25-7- 08 απόφαση του Γενικού Γραμματέα η οποία αποφάσισε την απόρριψη της προσφυγής του Δ. Μ. και της Ζ. Μ. κατά της 756/7-4-2008 απόφασης του Πολεοδομικού Γραφείου ως αβάσιμη κατά το νόμο. 2Το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά με την με αριθμό απόφασης 153/2008 απορρίπτει την αίτηση των κ.
Μ. Δ. και Ζ. για αναστολή εκτέλεσης της …./…-4-2008 απόφασης ανάκλησης και 3. Το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά με την με αριθμό 1249/2010 που απορρίπτει την ένσταση των κ Μ. Δ. και Ζ. κατά της …/…-4-2008 απόφασης της αν. Προϊστάμενης του Πολεοδομικοί Γραφείου Ιστιαίας. -Κατά την έκδοση της με α.π. …/…-4-08 απόφαση ανάκλησης δεν ελήφθη υπόψη η παράγραφος 7 της εγκυκλίου 20/85 όσον αφορά την μη προσκόμιση αναληθών στοιχείων και τη μη ύπαρξη ανακριβών αποτυπώσεων της υπάρχουσας κατάστασης κατά την αίτηση τους για έκδοση των …/06, …./05 και …./03 οικοδομικών αδειών διότι είχαν προσκομισθεί αναληθή στοιχεία.
Τα αναληθή στοιχεία είναι: -δεν είναι δυνατόν ένα έτος μετά την έκδοση της πρώτης οικοδομικής αδείας να υποβάλλονται υπεύθυνες δηλώσεις που να αναφέρονται στον τρόπο έκδοσης οικοδομικής αδείας και πολύ δε περισσότερο με μια απλή αίτηση να τροποποιούν τις ισχύουσες διατάξεις βάσει των οποίων εκδόθηκε η …/03 οικοδομική άδεια.-Την 27-09-2004 ελέγχθηκε και υπογράφηκε από τον Υπάλληλο κ.
Ν. Κ. νέο τοπογραφικό διάγραμμα για το οποίο δεν υπάρχει αίτηση από τους ιδιοκτήτες. - Το συμβόλαιο με αριθμό …/…-07-2006 μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Ιστιαίας στις 20-07-2006 και προσκομίσθηκε κατά την έκδοση της …/06 οικοδομικής αδείας που εξεδόθη στις 25/07/2006. Σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό η ιδιοκτησία των κ.
Μ. Δ. και Ζ. είναι άρτια και οικοδομήσιμη κατά παρέκκλιση. -Στο τοπογραφικό διάγραμμα που προσκομίσθηκε κατά την έκδοση της …/06 οικοδομικής αδείας αλλάζουν οι διαστάσεις του οικοπέδου με νεότερη καταμέτρηση και το εμβαδό του Β ορόφου, το οποίο δηλώνεται 4 περίπου τετραγωνικά μικρότερο από αυτό που αποτυπώνεται στο τοπογραφικό που προσκομίσθηκε για την έκδοση της άδειας νομιμοποίησης Β ορόφου με αριθμό …/05.
Είναι προφανές -από τα παραπάνω ότι και αναληθή στοιχεία προσκομίστηκαν και ανακριβείς αποτυπώσεις της υπάρχουσας κατάστασης υπήρχαν κατά την έκδοση των οικοδομικών. Οι απόψεις αυτές εκφράζονται και στο με α.π…../…-04-2010 έγγραφο της Δ/νσης Χ.Ο. -Η από 27-05-09 έκθεση αυτοψίας και υπολογισμού προστίμου καλώς συντάχθηκε, τοιχοκολλήθηκε και διαβιβάστηκε σύμφωνα με την παράγραφο 3γ του άρθρου 22 του ΓΟΚ, Π.Δ, 267/98 και την ΚΥΑ S732/04 μετά την …/08 Απόφαση ανάκλησης των τριών οικοδομικών αδειών και την υπ' αριθμ …/08 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά με την οποία απορρίφτηκε η αίτηση των κ.
Μ. για αναστολή εκτέλεσης της …/08 Απόφασης Ανάκλησης. Στην από 29-10-09 τελεσίδικη απόφαση της Τετραμελούς Επιτροπής Εκδικάσεως Ενστάσεων απορρίπτεται η ένσταση των κ. Μ. κατά της από 27-05-09 έκθεσης αυτοψίας και επιβολής προστίμου. Τέλος όσον αφορά την επιβολή η όχι του προστίμου σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και συγκεκριμένα την παράγραφο 7 και 8 του άρθρου 8 της εγκυκλίου 20/85 η εξαίρεση από κατεδάφιση του Νομάρχη πρέπει να συνοδεύεται με εντολή για ρύθμιση του προστίμου σε εφάπαξ καταβολή.
Συνεπώς αφού στην απόφαση εξαίρεσης Νομάρχη δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο το πρόστιμο πρέπει να επιβληθεί". Κρίσιμο εν προκειμένω ως προς τους αγωγικούς ισχυρισμούς των εφεσιβλήτων-εναγόντων περί συκοφαντικής δυσφήμισής τους είναι εάν τα αναφερόμενα στο προαναφερόμενο υπόμνημα του εκκαλούντα-εναγομένου αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αληθή ή ψευδή. Όμως οι εφεσίβλητοι αφενός ουδόλως αμφισβητούν το περιεχόμενο των αναφερόμενων στο υπόμνημα δημόσιων έγγραφων -και μάλιστα επί σειρά ετών- και ότι αυτά εξεδόθησαν από τις αναφερόμενες υπηρεσίες και διοικητικά όργανα αφετέρου δεν αρνούνται ότι τα διαλαμβανόμενα σε αυτό είναι αναληθή. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου πέραν του γεγονότος ότι όσα αναφέρονται στο υπόμνημα αποτελούν απλές κρίσεις, οι οποίες ανεξαρτήτως της ορθότητας ή μη της διαδικασίας σχηματισμού τους ή του περιεχομένου τους, ουδόλως αποτελούν πραγματικά περιστατικά και επομένως δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί αντικειμενικά το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ή της απλής δυσφημήσεως".
Από τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό έλαβε υπόψη τον προαναφερόμενο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον έκρινε αβάσιμο κατ'ουσίαν, δεχόμενο ότι τα αναφερόμενα στο υπόμνημα του αναιρεσιβλήτου δεν αποτελούν πραγματικά περιστατικά, αλλά απλές κρίσεις, οι οποίες δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως ή της απλής δυσφημήσεως. Επομένως, ο παραπάνω λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι (ΑΠ 1982/2017).
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 514/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη α) την πρόσκληση σε συνεδρίαση των μελών του ΣΥΠΟΘΑ, με συνημμένο το αποδεικτικό ηλεκτρονικής ενημερώσεως του αναιρεσιβλήτου από 28-3-2013, κατά την οποία θα συζητείτο η αίτηση θεραπείας των αναιρεσειόντων, β) την από 4-4-2013 κοινοποίηση της αποφάσεως του ΣΥΠΟΘΑ περί διαγραφής προστίμων, γ) την υπ'αρθμ.971/2013 απόφαση της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Ιστιαίας - Αιδηψού περί ανακλήσεως του προστίμου, λόγω υποβολής, αντίθετα από ότι υποστηρίζει στο υπόμνημά του ο αναιρεσίβλητος, αληθών στοιχείων για την έκδοση και τις αναθεωρήσεις της οικοδομικής άδειας των αναιρεσειόντων και δ) την υπ'αρθμ…/2014 απόφαση της γενικής γραμματέως αποκεντρωμένης διοικήσεως Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας περί παύσεως του αναιρεσιβλήτου από το ΣΥΠΟΘΑ, αφού δεν γίνεται καμμία αναφορά γι'αυτά στην απόφαση.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή αναφορά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα από τους διαδίκους επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα, χωρίς να επιβάλλεται από κάποια διάταξη η ειδική μνεία και η χωριστή αξιολόγηση καθενός αποδεικτικού μέσου.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμον αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 2267/2013, ΑΠ 1438/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με την κρίση της ότι κατά τη συνεδρίαση του ΣΥΠΟΘΑ ο αναιρεσίβλητος απείχε από την εκδίκαση της υποθέσεως των αναιρεσειόντων, ότι τα διαλαμβανόμενα στο από 1-4-2013 υπόμνημα του αναιρεσιβλήτου προς το ΣΥΠΟΘΑ είναι αληθή, δηλ.
τα υποβληθέντα από τους αναιρεσείοντες στοιχεία για την έκδοση και ανανέωση της οικοδομικής άδειας υπήρξαν ψευδή και ότι όσα αναφέρονται στο υπόμνημα του αναιρεσιβλήτου αποτελούν απλές κρίσεις, οι οποίες ανεξαρτήτως της ορθότητας ή μη της διαδικασίας σχηματισμού τους ή του περιεχομένου τους ουδόλως αποτελούν πραγματικά περιστατικά, ενώ από τα έγγραφα προκύπτει ότι το ΣΥΠΟΘΑ αποφάσισε την εξαίρεση του αναιρεσιβλήτου από την επίμαχη συνεδρίαση, καθώς και ότι τα διαλαμβανόμενα στο υπόμνημα του αναιρεσιβλήτου πραγματικά γεγονότα είναι ψευδή, αφού τα υποβληθέντα από τους αναιρεσείοντες στοιχεία για την έκδοση και ανανέωση της οικοδομικής άδειας ήταν αληθή.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της παραβιάσεως της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 326/2018, ΑΠ 24/2015).
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, καθώς και οι παραδοχές της αποφάσεως, δηλ. τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου(ολΑΠ 20/2005,ΑΠ 325/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθμ.1 ΚΠολΔ της εσφαλμένης ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 57 του ΑΚ, 362 και 363 του ΠΚ, καθόσον, ενώ δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, αναφερόμενος στην έκδοση των οικοδομικών αδειών, αναφέρει ότι είχαν προσκομισθεί αναληθή στοιχεία, υπονοώντας πρόθεση των αναιρεσειόντων να παραπλανήσουν τις αρμόδιες πολεοδομικές υπηρεσίες, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες διατυπώθηκαν τα διαλαμβανόμενα στο υπόμνημα, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος εξύβρισε τους αναιρεσείοντες, πολλώ δε μάλλον από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει σκοπός του να προσβάλει την τιμή και την υπόληψή τους, δηλ.
σκοπός που να κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής και της υπολήψεως της προσωπικότητάς τους, με περιφρονητικούς ονειδισμούς και ουσιαστική αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας τους, ούτε τέλεσε και με την αστική μορφή αδικήματα σε βάρος τους, αφού δεν αποδείχθηκε ότι δεν επέδειξε επιμέλεια και προσοχή που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει.
Ο λόγος όμως αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στην πληττόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ούτε οι κρίσιμες παραδοχές της αποφάσεως, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, παρά μόνον ένα απόσπασμα αυτών, κατ'επιλογή των αναιρεσειόντων, ώστε να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος του απόντος αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-9-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ. 65/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ