Legislator Case Law & Legislation
613/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for inadmissibility regarding non-appealable defendants.

Case Number 613/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Piraeus Court of Appeal's final judgment, ruling it inadmissible in part. The appellant argued procedural errors regarding bank secrecy and maritime customs, but the court found these claims unfounded. The decision rests on the principle that an appeal must only target defendants against whom the alleged errors are relevant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 558, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible against co-defendants if the alleged errors do not affect their legal position or if the appeal is directed at parties who were not opposing the appellant in the original trial.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal co-defendants relevant errors Code of Civil Procedure maritime customs bank secrecy legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 558, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 24 of Law 2915/2001
Articles 985 and 986 of the Code of Civil Procedure
Articles 919, 914, 281 of the Civil Code
Law 89/1967

Cited Case Law

AI generated
AP 309/2020
Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, upholding lower court's rejection of severance claim.
AP 2080/2019
AP 731/2005
AP 5/2015
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, finding arguments were merely negative responses rather than substantive legal matters.
AP 1711/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: και ήδη κρατουμένου στη δικαστική Φυλακή Χαλκίδας του Νομού Ευβοίας, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 6) Εδρεύουσας στον Πειραιά ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "ΧΕΛΛΕΝΙΚ ΣΗΓΟΥΕΪΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΉ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", (πρώην "ΕΛΛΑΣ ΦΛΑΪΓΚ ΝΤΟΛΦΙΝΣ Α.Ν.Ε", πρώην "ΜΙΝΩΑΝ ΦΛΑΪΓΚ ΝΤΟΛΦΙΝΣ Α.Ν.Ε." (ΜΙΝΩΑΝ FLYING DOLPHINS ANE), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με την ιδιότητά της ως πλοιοκτήτριας, του άνω πλοίου "GOLDEN VERGINA" από τις 23/12/1999 που μετονομάστηκε σε "ΕΞΠΡΕΣΣ ΣΑΜΙΝΑ" στις 20.1.2000, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Παπανδρεόπουλο.
AP 1521/2007
Supreme Court allows appeal against second defendant for failure to consider sworn witness certificates under Art. 559(11)(c) CPolD.
AP 125/2006
Appeal dismissed; co-accused's appeal time-barred and non-extendable due to personal defense grounds.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 613 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 613/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή, Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), που εδρεύει στo ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Παναγιώτη Βρυώνη και Κωνσταντίνο Πλιάτσικα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Γ. του Δ., 2) Γ. Γ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Ζαρόκωστα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "HSBC BANK PLC", που εδρεύει στο Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χαιρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2447/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/12/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της τρίτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 17-12-2018 (1444/155/17-12-2018) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 18/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 2 και 3Β περ. δ', 552, 553, 556, 564 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά, μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς, ως προς τους οποίους, με βάση τις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος αυτής, που στέφεται κατ` εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, στους οποίους δεν αφορά η αποδιδομένη μ` αυτή πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (Α.Π. 309/2020, Α.Π. 2080/2019, Α.Π. 731/2005, Α.Π. 5/2015, Α.Π. 1711/2008, Α.Π. 1521/2007, Α.Π. 125/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε απορρίψει την αγωγή της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, ως προς τους δύο πρώτους των εναγομένων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ορθώς μεν ως απαράδεκτη, πλην όμως, εν μέρει, με εσφαλμένο αιτιολογικό, το οποίο αντικατέστησε, κατ' άρθρο 534 του Κ.Πολ.Δ.

Από την επισκόπηση του αναιρετηρίου προκύπτει οι αναιρετικοί λόγοι, που παρατίθενται και πλήττουν την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, δεν προβάλλεται αιτίαση ως προς τους δύο πρώτους των αναιρεσιβλήτων για την ως άνω απόρριψη της αγωγής, ως προς αυτούς, ως απαράδεκτης. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που αυτή απευθύνεται κατά των πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, ενώ, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της τρίτης εξ αυτών είναι παραδεκτή (άρθρα 558, 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων και, συγχρόνως, είδος κατασχέσεως αποτελεί και η διαδικασία αναγκαστικής κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, η οποία ρυθμίζεται νομοθετικά στα άρθρα 982-991 Α του Κ.Πολ.Δ. Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου επιβάλλεται από το δανειστή, ο οποίος, ενώ έχει απαίτηση κατά του οφειλέτη του, δεν στρέφεται εναντίον του, αλλά εναντίον τρίτου, κατά του οποίου ο οφειλέτης του κατασχόντος έχει χρηματική απαίτηση.

Αντικείμενο της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου αποτελούν ενοχικές απαιτήσεις, των οποίων η παροχή συνίσταται σε χρήμα υπό στενή του όρου έννοια. Κατά τη διάταξη του άρθρου 982 παρ.1α του Κ.Πολ.Δ., προκειμένου να καταστεί η χρηματική απαίτηση αντικείμενο κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, πρέπει να μην εξαρτάται από αντιπαροχή του καθού η εκτέλεση οφειλέτη προς τον τρίτο.

Εάν η απαίτηση εξαρτάται από αντιπαροχή πρέπει να εφαρμοστεί η διαδικασία της κατάσχεσης ειδικών περιουσιακών στοιχείων. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 985 και 986 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι ο τρίτος, εις χείρας του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, οφείλει, μέσα σε προθεσμία οκτώ (8) ημερών, αφότου επιδόθηκε σ' αυτόν το κατασχετήριο έγγραφο, να δηλώσει, αρμοδίως, αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση.

Στην περίπτωση που ο τρίτος με την, κατά το άρθρο 985 § 1 του Κ.Πολ.Δ., δήλωσή του αποδεχθεί την ύπαρξη της απαίτησης, όπως προσδιορίζεται στο κατασχετήριο έγγραφο, η δήλωσή του αυτή είναι καταφατική, διαφορετικά, σε περίπτωση που αρνηθεί την ύπαρξή της, η δήλωση αυτή είναι αρνητική, ενώ, εάν εφησυχάσει και παρέλθει η υπό του ως άνω άρθρου προθεσμία, ο νόμος θεωρεί, κατά νομικό πλάσμα, την παράλειψη ως αρνητική δήλωση.

Επίσης, η ως άνω δήλωση του τρίτου πρέπει να είναι ακριβής (ειλικρινής). Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου, όταν αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, ως προς την κατασχεθείσα απαίτηση και γενικώς στις σχέσεις μεταξύ τούτου (τρίτου) και του καθ' ου η κατάσχεση. Γενικώς η ανακρίβεια μπορεί να συνίσταται είτε στην απόκρυψη της ύπαρξης της απαίτησης, είτε σε παράλειψη ή εσφαλμένη έκθεση ορισμένου περιστατικού.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 985 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση παραλείψεως εκ μέρους του τρίτου, στα χέρια του οποίου έγινε κατάσχεση, να δηλώσει, αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση ή, σε περίπτωση υποβολής ανακριβούς δηλώσεως, ο τρίτος ευθύνεται σε αποζημίωση αυτού, που επέβαλε την κατάσχεση.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι προϋποθέσεις της αποζημιώσεως συμπίπτουν επί παραλείψεως και επί υποβολής ανακριβούς δηλώσεως, ευθύνεται δε και νομιμοποιείται παθητικώς στη σχετική αγωγή του κατασχόντος δανειστή για την καταβολή της ως άνω αποζημίωσης, μόνον, ο υπόχρεος υποβολής της αντίστοιχης δήλωσης τρίτος, στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, ενώ, προϋποθέσεις της ανωτέρω ευθύνης του τρίτου είναι το ζημιογόνο γεγονός της παραλείψεως της δηλώσεως ή της ανακριβείας της δηλώσεως, που υποβλήθηκε, η ζημία του κατασχόντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου αυτού γεγονότος και της ζημίας (Α.Π. 279/2020, Α.Π. 1456/1999, Α.Π. 15/1993, Α.Π. 454/1990).

Ειδικότερα, η έκταση και το περιεχόμενο της αποζημίωσης, καθώς και η αιτιώδης συνάφεια θα κριθούν κατά το ουσιαστικό δίκαιο, περιλαμβάνει δε η αποζημίωση αυτή κάθε ζημία, που είναι απότοκος της συμπεριφοράς του τρίτου και, συνεπώς, μπορεί ο κατασχών να αναζητήσει ολόκληρη την απαίτησή του, προς ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, όταν επικαλείται και αποδεικνύει ότι η μη είσπραξη της οφειλής αυτής οφείλεται στη συμπεριφορά του τρίτου και να υποχρεωθεί ο τρίτος σε αποζημίωση, εάν απέκρυψε ή παρέλειψε ορισμένα περιστατικά και από την απόκρυψη αυτή ή παράλειψη αυτή ως αιτίου ζημιώθηκε ο κατασχών.

Η κατάσχεση στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης έχει ρυθμιστεί, ειδικότερα, με τα άρθρα 87-94 του ν.δ. της 17ης Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", του οποίου η ισχύς διατηρήθηκε με το άρθρο 52 αρ. 3 ΕισΝΚΠολΔ. Συμπληρωματικά, εφαρμόζονται οι γενικές ρυθμίσεις των άρθρων 982 επ.

που ισχύουν άμεσα, όπου υπάρχουν κενά, σύμφωνα με τα άρθρα 42 παρ. 3 και 53 παρ. 2 του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος. Όταν υποβάλλεται καταφατική δήλωση η τράπεζα αποκτά, δυνάμει του άρθρου 87 παρ. 1 του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος, το δικαίωμα είτε να παρακαταθέσει τα κατασχεθέντα, απαλλασσόμενη έτσι από κάθε ευθύνη τόσον έναντι του κατάσχοντας όσον και έναντι του δικαιούχου είτε να ζητήσει από τον πρόεδρο πρωτοδικών την άρση της κατασχέσεως, με ή και χωρίς εγγύηση.

Αν πρόκειται για την ΕΤΕ, η κατάθεση μπορεί να γίνει στην ίδια ή σε ειδικό λογαριασμό όψεως. Η ανάληψη από τον κατασχόντα του ποσού που κατασχέθηκε γίνεται, κατά το άρθρο 88 του ίδιου νομοθετικού διατάγματος, με άδεια του προέδρου πρωτοδικών. Οι διατάξεις των άρθρων 87 και 88 του πιο πάνω διατάγματος έχουν διατηρηθεί σε ισχύ και δεν καταργήθηκαν με την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ., παρότι είναι νεότερο νομοθέτημα, γιατί οι γενικές διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δεν μπορούν να καταργήσουν τις ειδικές του ανωτέρω νομοθετικού διατάγματος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 712 του Κ.Πολ.Δ., η συντηρητική κατάσχεση απαιτήσεων ή κινητών στα χέρια τρίτου γίνεται με την επίδοση στον τρίτο αντιγράφου της απόφασης, που τη διατάσσει, με επιταγή να μην εξοφλήσει την απαίτηση ή να μην παραδώσει τα κινητά, καθώς και με επίδοση μέσα σε οκτώ (8) ημέρες σε εκείνον, κατά του οποίου στρέφεται η (συντηρητική) κατάσχεση, εγγράφου, στο οποίο αναφέρεται η κατάσχεση που έχει επιβληθεί στα χέρια τρίτου, άλλως, η κατάσχεση είναι άκυρη.

Στην κατάσχεση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων ή κινητών στα χέρια τρίτου. Ο τρίτος, εκείνος που επέβαλε τη συντηρητική κατάσχεση και ο οφειλέτης έχουν όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα, που προβλέπουν οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων ή κινητών στα χέρια τρίτου και εφαρμόζεται η διαδικασία για την άσκηση ή την διαφύλαξή τους, που ορίζεται στις διατάξεις αυτές.

Εξάλλου, σύμφωνα με το αρ. 24 του ν. 2915/2001 "Το απόρρητο των κάθε μορφής καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και των άυλων μετοχών που καταχωρίζονται στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ) του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών (Κ.Α.Α.) δεν ισχύει έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσίας του δικαιούχου της κατάθεσης ή της μετοχής.

Το απόρρητο αίρεται μόνο για το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή". Με το παραπάνω άρθρο, η ισχύς του οποίου άρχισε, κατά το άρθρο 38 παρ 1 του ίδιου νόμου, από 29.5.2001, δεν αίρεται το απόρρητο των κάθε μορφής καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα καθώς και των άυλων μετοχών που καταχωρίζονται στο σύστημα Άυλων Τίτλων του Κεφαλαίου, αλλά, μόνο έναντι του δανειστή, που έχει δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσίας του δικαιούχου της κατάθεσης ή της μετοχής και μόνο για το χρηματικό ποσό, που απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή.

Συνεπώς, η άρση του απορρήτου αφορά σε κάθε μορφή κατάθεσης (ταμιευτηρίου, ή άλλης μορφής, υπό προθεσμία ή μη, ξένων νομισμάτων κ.λπ.) αλλά, μόνο, μέχρι του ύψους της απαίτησης του δανειστή, δηλαδή του κεφαλαίου, των κάθε μορφής παρεπόμενων παροχών, όπως π.χ. των τόκων και των εξόδων.

Συνεπώς, από 29.5.2001 είναι επιτρεπτή η κατάσχεση (αναγκαστική ή συντηρητική) στα χέρια οποιουδήποτε πιστωτικού ιδρύματος, οποιασδήποτε κατάθεσης οφειλέτη του δανειστή, η οποία πρέπει να γίνει, κατά τη διαγραφόμενη στα άρθρα 982 επ. διαδικασία. Σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 27/1995, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 28 του ν. 814/1978 και τροποποιηθεί με το άρθρο 77 παρ. 5 του ν. 1892/1990, το οποίο ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση, σχετικά με την εγκατάσταση στην Ελλάδα γραφείων ή υποκαταστημάτων αλλοδαπών ναυτιλιακών επιχειρήσεων, γραφεία και υποκαταστήματα αλλοδαπών επιχειρήσεων οποιουδήποτε τύπου και μορφής, ασχολούμενα αποκλειστικά με τη διαχείριση, εκμετάλλευση, ναύλωση, ασφάλιση, διακανονισμό αβαριών, μεσιτεία αγοραπωλησιών ή ναυπηγήσεων ή ναυλώσεων ή ασφαλίσεων πλοίων με ελληνική ή ξένη σημαία, πάνω από πεντακόσιους (500) κόρους ολικής χωρητικότητας, εξαιρουμένων των επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων και των εμπορικών πλοίων, που εκτελούν εσωτερικούς πλόες, καθώς και με την αντιπροσώπευση πλοιοκτητριών εταιρειών, ως και επιχειρήσεων που έχουν ως αντικείμενο εργασιών τις ίδιες με τις παραπάνω αναφερόμενες δραστηριότητες, δύνανται, υποβάλλοντας σχετική αίτηση στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, να εγκαθίστανται στην Ελλάδα, κατόπιν άδειας που χορηγείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας και η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Η ανωτέρω δυνατότητα παρέχεται κατ` εξαίρεση και σε ναυτιλιακές επιχειρήσεις, πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες, ναυαγοσωστικών ή ρυμουλκών πλοίων υπό ξένη σημαία οποιασδήποτε χωρητικότητας. Τα παραπάνω γραφεία ή υποκαταστήματα απολαμβάνουν των αναφερόμενων στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου διευκολύνσεων και απαλλαγών, εφόσον καλύπτουν με εισαγωγή συναλλάγματος μη υποχρεωτικά εκχωρητέου:

α. Τις ετήσιες δαπάνες λειτουργίας τους στην Ελλάδα με ισόποσο τουλάχιστον πενήντα χιλιάδων (50.000) δολαρίων Η.Π.Α. και β. Όλες γενικά τις πληρωμές στην Ελλάδα για λογαριασμό τους ή για λογαριασμό τρίτων. Αναφορικά, με την παρακολούθηση των συναλλαγματικών υποχρεώσεων των υποχρέων ναυτιλιακών επιχειρήσεων, εφόσον αυτές απέκτησαν νόμιμη άδεια εγκαταστάσεως γραφείου ή υποκαταστήματος στην Ελλάδα, εκδόθηκε, καταρχάς, η 493/11-8-1987 εγκύκλιος της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με την οποία, εκτός των άλλων, αυτές είχαν υποχρέωση να ανοίξουν σ' αυτήν (Τράπεζα της Ελλάδος) εξωλογιστικό λογαριασμό, για την κατάθεση σ' αυτόν των βεβαιώσεων εισαγωγής και εκχώρησης σ' αυτήν ίδιου ναυτιλιακού συναλλάγματος του πλοιοκτήτη καθώς και τα παραστατικά των εξόδων και πληρωμών.

Ακολούθως, με διαδοχικές εγκυκλίους της Τράπεζας της Ελλάδος καταργήθηκαν οι εξωλογιστικοί λογαριασμοί που τηρούντο σ' αυτήν, με συνέπεια να μην εκδίδει πλέον τη βεβαίωση, από την οποία να προκύπτει ότι τα αναγραφόμενα ποσά εισροών καλύφθηκαν με τα αντίστοιχα ποσά συναλλάγματος, αλλά οι εμπορικές τράπεζες, οι οποίες λειτουργούν και είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα και είναι εξουσιοδοτημένες για τη διενέργεια πράξεων επί συναλλάγματος, στις οποίες οι ως άνω ναυτιλιακές επιχειρήσεις οφείλουν να καταθέτουν σχετικά πιστωτικά στοιχεία.

Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται και όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 4/2018, Ολ. Α.Π. 6/2017, Ολ. Α.Π. 7/2006, Ολ. Α.Π. 27 και 28/1998, Α.Π. 677/2019, Α.Π. 349/2014, Α.Π. 382/2013).

Κατά τη διάταξη από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της και έτσι, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη νόμου.

Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες, αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 9/2016, Ολ.Α.Π. 9/2013 Ολ.Α.Π. 24/1992, Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 29/2020, Α.Π. 24/2020, Α.Π. 253/2013, Α.Π. 343/2012).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν αιτιολογία, ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 219/2020, Α.Π. 1261/2018, Α.Π. 651/2010).

Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει κύριες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της και πλεοναστικές, που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό, εφόσον οι πρώτες δεν πλήττονται τελεσφόρως και λυσιτελώς, με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατά τα άρθρα 566 παρ 1 και 577 παρ 3 του Κ.Πολ.Δ., κατά το μέρος που πλήττει τις πλεοναστικές αιτιολογίες, εφόσον η μη πληττόμενη ή μη πληττόμενη επιτυχώς κύρια αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης. Πλεοναστικές είναι οι αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή, αυτές που εκφέρθηκαν εκ περισσού και, ως εκ τούτου, στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ.) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (ολ Α.Π. 13/1995, ολ. Α.Π 25/1994, Α.Π. 238/2020, Α.Π. 175/2020, Α.Π. 997/2019, Α.Π. 755/2018, Α.Π. 1297/2017).

Κατά την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα... είναι διεθνής επενδυτικός χρηματο-οικονομικός οργανισμός με έδρα το ... των ...... Σκοπός της εταιρείας αυτής είναι η διαχείριση και επένδυση κεφαλαίων σε διάφορους τομείς επιχειρηματικής δραστηριότητας, μεταξύ των οποίων και η ναυτιλία.

Οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων είναι ναυτιλιακοί επιχειρηματίας, ασχολούμενοι με την πλοιοκτησία, τον εφοπλισμό και τη διαχείριση εμπορικών πλοίων, μεταξύ δε των εταιρειών που εκπροσωπούν, καθόσον αποτελούν μέλη του διοικητικού της συμβουλίου, είναι και η εταιρεία με την επωνυμία "...." H ως άνω εταιρεία, η οποία εδρεύει, κατά το καταστατικό της, στις νήσους ..., έχει εγκαταστήσει γραφείο στον ......, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...

κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών-Εμπορικής Ναυτιλίας... Με την εν λόγω υπουργική απόφαση εγκρίθηκε η υπαγωγή του γραφείου της ως άνω εταιρείας στις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 27/1975, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2294/1994, με το σκοπό όπως απασχολείται αποκλειστικά και μόνο με πράξεις που σχετίζονται με τη διαχείριση, εκμετάλλευση, ναύλωση, διακανονισμό αβαριών, μεσιτεία αγοραπωλησιών ή ναυπηγήσεων ή ναυλώσεων πλοίων με Ελληνική ξένη σημαία πάνω από 500 κόρους ολικής χωρητικότητας, με εξαίρεση τα επιβατηγά ακτοπλοϊκά πλοία και τα εμπορικά πλοία που εκτελούν εσωτερικούς πλόες.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2β της ανωτέρω εγκριτικής διυπουργικής απόφασης, η εταιρεία "...." είχε, μεταξύ άλλων, υποχρέωση να ενημερώνει μέσα στο μήνα Ιανουάριο κάθε χρόνο τα παραπάνω Υπουργεία σχετικά με τη διεύθυνση του γραφείου ή υποκαταστήματός της στην Ελλάδα, το αντικείμενο των εργασιών του... και το ποσό που εισάγεται κάθε χρόνο σε συνάλλαγμα και μετατρέπεται σε εθνικό νόμισμα.

Το ποσό του εισαγόμενου κάθε χρόνο συναλλάγματος θα πιστοποιείται με την προσκόμιση στα Υπουργεία Οικονομίας και Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας των ακόλουθων εγγράφων: α) Βεβαίωσης Τράπεζας ή Τραπεζών που λειτουργούν στην Ελλάδα, από τις οποίες θα προκύπτει το συνάλλαγμα που εισήχθη και μετετράπη σε εθνικό νόμισμα κατά το παρελθόν έτος που στο σύνολό του δεν είναι κατώτερο των 50.000 δολ.

ΗΠΑ. β) Υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 με την οποία ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας θα βεβαιώνει για το συνολικό συνάλλαγμα που εισήγαγε και μετέτρεψε σε εθνικό νόμισμα η εν λόγω εταιρεία κατά το παρελθόν έτος. Στην ίδια υπεύθυνη δήλωση θα αναφέρονται και (ι) το ποσό συναλλάγματος που χρησιμοποίησε για κάλυψη των πάσης φύσεως δαπανών λειτουργίας του γραφείου της στην Ελλάδα και το οποίο δεν δύναται να είναι κατώτερο των 50.000 δολ.

ΗΠΑ, (ιι) τα ποσά συναλλάγματος που μετέτρεψε σε εθνικό νόμισμα η εταιρεία για την κάλυψη άλλων πληρωμών για λογαριασμό της ή για λογαριασμό τρίτων... Η τρίτη εναγομένη είναι τράπεζα εδρεύουσα στο Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου, έχει δε εγκατασταθεί και λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα στην Ελλάδα... Μεταξύ των τομέων δραστηριότητάς της συγκαταλέγεται και η εξυπηρέτηση ναυτιλιακών επιχειρήσεων, η οποία κατά κύριο λόγο διενεργείται από το υποκατάστημά της στον ......

Περαιτέρω, η ενάγουσα διατηρεί κατά της ανωτέρω εταιρείας με την επωνυμία "...." χρηματική απαίτηση, ύψους 6.650.000 ευρώ, πλέον τόκων..., η οποία απορρέει από σύμβαση εγγυήσεως που κατήρτισε με την ως άνω εταιρεία, με αφορμή σύμβαση δανείου για την εκμετάλλευση του πλοίου S.I, νηολογία Μονρόβιας Λιβερίας, που καταρτίστηκε επίσης μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας "..."...

Παραλλήλως, η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., μεταξύ άλλων ενδίκων βοηθημάτων, την από 17.12.2009... αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά της ως άνω εταιρείας "....", με αίτημα την προς εξασφάλιση της από τη σύμβαση εγγυήσεως απορρέουσας απαιτήσεως της ενάγουσας κατ' αυτής, συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας αυτής (στα χέρια της ή στα χέρια τρίτων ευρισκομένης), μέχρι του ποσού των 3.325.000 ευρώ και ειδικότερα τη συντηρητική κατάσχεση του περιεχομένου κάθε επ' ονόματί της σε οποιαδήποτε τράπεζα στην Ελλάδα τηρουμένου τραπεζικού λογαριασμού, συμπεριλαμβανομένων και στην τράπεζα HSBC BANK LPC -τρίτη εναγομένη- τηρουμένων τραπεζικών λογαριασμών αυτής.

Κατά την κατάθεση της εν λόγω αιτήσεως και σε συνέχεια σχετικού αιτήματος, χορηγήθηκε η από 17-12-2009 και ακολούθως η από 17-12-2009 (νεότερη...) προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., δυνάμει της οποίας απαγορεύτηκε προσωρινά, μέχρι τη συζήτηση... της ως άνω αιτήσεως και με τον όρο να συζητηθεί αυτή την 15.1.2010, η κίνηση-ανάληψη κάθε τραπεζικού λογαριασμού, σε οποιοδήποτε νόμισμα που η καθής η αίτηση ("....") τηρούσε σε εγκατεστημένη ή εδρεύουσα στην Ελλάδα τράπεζα.

Η ως άνω προσωρινή διαταγή κοινοποιήθηκε στο υποκατάστημα της τρίτης εναγομένης την 12.30 ώρα της 18.12.2009. Η εν λόγω προσωρινή διαταγή διατηρήθηκε σε ισχύ μέχρις ότου εκδόθηκε επί της ως άνω αιτήσεως η με αριθμό 2867/2010 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία έγινε δεκτή η ως άνω αίτηση της ενάγουσας...

Στη συνέχεια, η ενάγουσα επέδωσε στην τρίτη εναγομένη και την εταιρεία με την επωνυμία "...." την ως άνω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων και κάλεσε την εδώ τρίτη εναγομένη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 712 ΚΠολΔ, να μην καταβάλει προς την οφειλέτιδά της, εταιρεία "...." οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό ανεξαιρέτως μέχρι του ποσού των 3.325.000 ευρώ, είτε είναι ληξιπρόθεσμο είτε όχι, είτε τελεί υπό αίρεση ή προθεσμία είτε όχι και να προβεί σε δημόσια κατάθεση του παραπάνω συντηρητικώς κατασχεμένου ποσού.

Ακολούθως, η τρίτη εναγομένη προέβη στη με αριθμό .../17.6.2010 δήλωση τρίτου..., δυνάμει της οποίας δήλωσε ότι '... υφίστανται σήμερα καταθέσεις μέχρι του συνολικού ποσού των δολαρίων ΗΠΑ... 10.267,25, εκ των οποίων, εκ των οποίων ποσό δολαρίων ΗΠΑ... 10.000, η HSBC BANK LPC έχει ήδη δεσμεύσει...'. Στη συνέχεια, η ενάγουσα, η οποία εν τω μεταξύ, στις 22-12-2010, μετά από διενέργεια αναγκαστικού πλειστηριασμού του ανωτέρω πλοίου, εισέπραξε ως αναγγελθείσα δανείστρια, μετ' αφαίρεση εξόδων, ποσό 5.427.873,04 δολ.

ΗΠΑ... , επέβαλε εκ νέου, με βάση την ως άνω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, την από 3.10.2011, συντηρητική κατάσχεση εις χείρας της τρίτης εναγομένης ως τρίτης δανείστριας... Σε συνέχεια της κατά τα ως άνω επιβληθείσης συντηρητικής κατασχέσεως εις χείρας της ως τρίτης, η τρίτη εναγόμενη προέβη... στη με αριθμό .../10.10.2011 δήλωση τρίτου..., δυνάμει της οποίας δήλωσε ότι '...Ι) στους λογαριασμούς που τηρούνται επ' ονόματι της καθ' ης η συντηρητική κατάσχεση υφίστανται σήμερα καταθέσεις μέχρι του συνολικού ποσού των δολαρίων ΗΠΑ... 10.290,77 εκ του οποίου:

α) ποσό δολαρίων ΗΠΑ... 10.000, η HSBC BANK LPC έχει ήδη δεσμεύσει, δυνάμει της από 23.3.2007 σύμβασης ενεχυράσεως/εκχωρήσεως απαιτήσεως... β) ποσό δολαρίων ΗΠΑ... 267,25 η HSBC BANK LPC έχει ήδη δεσμεύσει υπέρ της ίδια της ως άνω συντηρητικώς κατάσχουσας από την 9.6.2010 και γ) ποσό δολαρίων ΗΠΑ... 23,52 έχει ήδη δεσμεύσει υπέρ της ίδιας ως άνω συντηρητικώς κατάσχουσας από την 03.10.2011 και

ΙΙ) ότι για τη δέσμευση του ποσού των δολαρίων ΗΠΑ 10.267,25..., κατά τα ως άνω, η HSBC BANK LPC έχει ήδη καταθέσει νομίμως και εμπροθέσμως την υπ' αριθμόν .../2010 δήλωσή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών". Στη συνέχεια, η ενάγουσα, μετά από έρευνα στην οποία προέβη... περί τα μέσα του έτους 2012, στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, διαπίστωσε ότι η ως άνω οφειλέτιδά της, εταιρεία ....

είχε συντάξει και υποβάλει, προς το Υπουργείο Ναυτιλίας, τις από 29.1.2010, από 26.1.2011 και από 30.1.2012 βεβαιώσεις, δια των οποίων δήλωνε... ότι '... Κατά το έτος 2009 (1/1/2009-31/12/2009...Η εταιρεία εισήγαγε και ευρωποίησε για τις πάσης φύσεως δαπάνες του γραφείου της στην Ελλάδα μέσω της τραπέζης HSBC BANK LPC, το ποσό των δολ. ΗΠΑ 1.307.920, ότι '...

Κατά το έτος 2010 (1/1/2010-31/12/2010)... Η εταιρεία εισήγαγε και ευρωποίησε για τις πάσης φύσεως δαπάνες του γραφείου της στην Ελλάδα μέσω της τραπέζης HSBC BANK LPC, το ποσό των 1.553.400' και ότι '... κατά το έτος 2011 (1/1/2011-31/12/2011)... Η εταιρεία εισήγαγε και ευρωποίησε για τις πάσης φύσεως δαπάνες του γραφείου της στην Ελλάδα μέσω της τραπέζης...

το ποσό των δολ. ΗΠΑ 1.778.100'. Αντίστοιχα, η τρίτη εναγομένη είχε εκδώσει και χορηγήσει, μέσω του ναυτιλιακού υποκαταστήματός της στον ...... τις από 22.1.2010, από 21.1.2011 και από 24.1.2012 βεβαιώσεις... Οι ως άνω βεβαιώσεις αναφέρονται σε 'αριθμό εξωλογιστικού λογαριασμού: 51420'. Ακολούθως, η ενάγουσα απηύθυνε προς την τρίτη εναγομένη τις από 2-8-2012 και από 27-8-2012 εξώδικες προσκλήσεις-δηλώσεις δια των οποίων ζητούσε διευκρινίσεις αναφορικά με τα ανωτέρω και, ειδικότερα, αναφορικά με τη δυνατότητα τέλεσης πράξεων εισαγωγής στην Ελλάδα συναλλάγματος, μετατροπής αυτού σε ευρώ και διενέργειας πληρωμών, ενόψει του ότι οι τραπεζικοί λογαριασμοί της ως εταιρείας...

είτε είχαν δεσμευθεί βάσει προσωρινών διαταγών είτε είχαν κατασχεθεί συντηρητικώς. Σε απάντηση των ανωτέρω, η τρίτη εναγομένη απέστειλε προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας τις από 17-8-2012 επιστολές της, δια των οποίων γνωστοποίησε το μεν ότι '... οι ισχυρισμοί σας ότι η εταιρεία .... έχει χρησιμοποιήσει τους λογαριασμούς της στην Τράπεζα για εισαγωγή αλλοδαπού συναλλάγματος, ακολούθως μετατροπής των ποσών αυτών σε ευρώ και χρήση τους για πάγιες πληρωμές δαπανών της...

δεν επιβεβαιώνονται από τα στοιχεία κινήσεων λογαριασμών που τηρούνται στα αρχεία της Τράπεζας. Οι δε εγγραφές στα βιβλία της Τράπεζας σχετικά με τον ή τους τηρούμενους λογαριασμούς και τα αποσπάσματα που εκδίδονται αποτελούν πλήρη απόδειξη', το δε ότι '... Η καθ' ης τηρεί στην τράπεζά μας και εξωλογιστικό λογαριασμό, όπως προβλέπεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 86/1967 αναφορικά με τις δαπάνες λειτουργίας της εγκατάστασής της στην Ελλάδα.

Ο εξωλογιστικός λογαριασμός ωστόσο δεν είναι τραπεζικός λογαριασμός τηρούμενος στο σύστημα της τράπεζας, ενώ η παρακολούθησή του γίνεται εξωλογιστικά μέσω ειδικού προγράμματος, στο οποίο έχουν πρόσβαση συγκεκριμένοι υπάλληλο με κωδικό χρήστη. Καθίσταται σαφές ότι τέτοιου είδους λογαριασμός δεν αποτελεί περιουσιακό στοιχείο του πελάτη μας, για τον οποίο χορηγούνται πληροφορίες.

Για το λόγο αυτό δεν εκδίδονται αποσπάσματα κίνησης του λογαριασμού αυτού και ευλόγως δεν συμπεριλαμβάνεται στις δηλώσεις τρίτου... Ο εξωλογιστικός λογαριασμός πιστώνεται με τα ποσά των Βεβαιώσεων Αγοράς Συναλλάγματος (ΒΑΣ), τις οποίες προσκομίζει ο πελάτης/δικαιούχος του εξωλογιστικού λογαριασμού και οι οποίες δύνανται να προέρχονται από οποιαδήποτε τράπεζα στην οποία ο πελάτης τηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς.

Οι βεβαιώσεις αυτές, κατά την προσκόμισή τους, ακυρώνονται και αρχειοθετούνται από την Τράπεζα και ακολούθως δίνεται στον πελάτη συνολική βεβαίωση για τα ποσά συναλλάγματος που εισήγαγε σε όλες τις τράπεζες με βάση τις αντίστοιχες ΒΑΣ που προσκόμισε. Η διατύπωση των βεβαιώσεων, τις οποίες επισυνάπτετε στο εξώδικό σας, ήτοι '...

κατατέθηκε στην Υπηρεσία μας...' αντικατοπτρίζει μόνο την κατάθεση των ΒΑΣ, σε έγχαρτη μορφή, στις οποίες περιγράφονται τα ποσά συναλλάγματος. Η διατύπωση αυτή ουδόλως έχει νόημα ότι τα ποσά εισήχθησαν και διακινήθηκαν από λογαριασμό της ίδιας της εταιρείας τηρούμενο στην Τράπεζά μας. Περαιτέρω, σας ενημερώνω ότι αποτελεί συνήθη πρακτική να εισάγεται συνάλλαγμα από μια εταιρία για λογαριασμό άλλης, ιδίως δε αν οι λογαριασμοί της υπέρ ης η εισαγωγή συναλλάγματος εταιρίας τυγχάνουν δεσμευμένοι, δυνάμει δικαστικής απόφασης ή άλλης εντολής δέσμευσης επιδοθείσας εις χείρας της Τράπεζάς μας, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση της ....

Ομοίως, σε αυτήν την περίπτωση το συνάλλαγμα δεν διακινείται μέσω των λογαριασμών της καθ' ης εταιρίας, αλλά από λογαριασμούς άλλης εταιρίας και ως εκ τούτου ουδόλως παραβιάζεται η υποχρέωση της Τράπεζας να συμμορφωθεί με δικαστική απόφαση ή εντολή δέσμευσης των λογαριασμών της καθ' ης. Έχοντας εκθέσει τα ανωτέρω λοιπόν, επαναλαμβάνω ότι από 17/12/2009, ημερομηνία, κατά την οποία επιδόθηκε νομίμως στην Τράπεζα Προσωρινή Διαταγή του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δυνάμει της οποίας απαγορεύτηκε η κίνηση οποιουδήποτε ποσού από τους λογαριασμούς της καθ' ης εταιρείας ....

και εφεξής, ουδεμία κίνηση έχει πραγματοποιηθεί από τους λογαριασμούς τους οποίους η εν λόγω εταιρεία τηρεί στην Τράπεζα. Οι δε εγγραφές στα βιβλία της Τράπεζας σχετικές με τον ή τους τηρούμενους λογαριασμούς και τα αποσπάσματα που εκδίδονται, αποτελούν πλήρη απόδειξη'. Από τα προαναφερθέντα... αποδείχθηκε ότι στην τρίτη εναγομένη ετηρείτο ο υπ' αριθ. 51420 εξωλογιστικός λογαριασμός, στο όνομα της καθ' ης η εκτέλεση εταιρείας με την επωνυμία ...., ο οποίος χρησίμευε για να είναι δυνατή η παρακολούθηση από την Τράπεζα της Ελλάδος της τηρήσεως εκ μέρους της ανωτέρω εταιρείας των συναλλαγματικών της υποχρεώσεων που απορρέουν από το Ν. 27/1975...

και δεν αποτελεί αυτός λογαριασμό, στον οποίο υπάρχει κατάθεση χρημάτων ή άλλων κατασχετών πραγμάτων (όπως ομολογίες, μετοχές κλπ), αλλά αυτός λειτουργεί... με την 'κατάθεση' σε αυτόν αφενός βεβαιώσεων αγοράς συναλλάγματος αφετέρου εγγράφων που αποδεικνύουν την πληρωμή των εξόδων της εταιρείας από το συνάλλαγμα αυτό.

Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο των προσωρινών διαταγών... αλλά και από αυτό των επιβληθεισών συντηρητικών κατασχέσεων εις χείρας της Τράπεζας ως τρίτης... ασφαλώς και δεν δύναται να συναχθεί υποχρέωση της τρίτης εναγομένης α) περί απαγορεύσεως κινήσεως του εν λόγω εξωλογιστικού λογαριασμού, διότι αυτός δεν περιέχει καταθέσεις ούτε ενσωματώνει χρηματικές αξιώσεις έναντι της τράπεζας...

ή β) περί συντηρητικής κατασχέσεως ή παροχής πληροφοριών σε σχέση με τον εν λόγω λογαριασμό, καθόσον αυτός δεν διαλαμβάνει κατάθεση χρημάτων ή αξιογράφων ούτε ενσωματώνει απαίτηση, παρούσα ή μέλλουσα ή υπό αίρεση του δικαιούχου έναντι της Τράπεζας. Ο ανωτέρω 'εξωλογιστικός λογαριασμός' ετηρείτο 'απολογιστικά', με την προσκόμιση εγγράφων, στα πλαίσια παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα στην εταιρεία ....

προς έλεγχο της τηρήσεως των βάσει της προαναφερόμενης νομοθεσίας συναλλαγματικών της υποχρεώσεων. Αντίστοιχα,... οι προαναφερόμενες βεβαιώσεις της τρίτης εναγομένης, σύμφωνα με τις οποίες 'κατατέθηκαν', κατά τα αναφερόμενα σ' αυτές χρονικά διαστήματα, τα αναφερόμενα εκεί ποσά, δυνάμει Βεβαιώσεων Αγοράς Συναλλάγματος, συνιστά 'βεβαίωση συναλλαγματικής κάλυψης', χορηγούμενη από τράπεζα της επιλογής της ναυτιλιακής επιχείρησης (εν προκειμένω της τρίτης εναγομένης), βάσει πιστωτικών στοιχείων που η ενδιαφερόμενη εταιρεία κατέθεσε σε αυτήν..., χωρίς να ενσωματώνει χρηματική κατάθεση.

Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι οι προαναφερόμενες δηλώσεις της τρίτης εναγομένης ως τρίτης εις χείρας της οποίας επιβλήθηκε συντηρητική κατάσχεση, σύμφωνα με το άρθρο 985 σε συνδυασμό με 712 ΚΠολΔ ήταν αληθείς, η δε δηλούσα δεν είχε υποχρέωση να αναφέρει στις δηλώσεις της την ύπαρξη του ανωτέρω 'εξωλογιστικού λογαριασμού', αφού αυτός δεν ενσωματώνει χρηματική απαίτηση της καθής η εκτέλεση κατά της Τράπεζας, αλλά αντιθέτως περί αυτού του λογαριασμού είχε υποχρέωση τηρήσεως του τραπεζικού απορρήτου...

Ομοίως, αποδείχθηκε ότι η τρίτη εναγομένη δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 232 Α ΠΚ, καθόσον δεν παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις πράξεις και παραλείψεις που της επέβαλαν οι ανωτέρω αναφερόμενες από 17.12.2009 προσωρινές διαταγές του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ......, δεν παρέστησε δια των οργάνων της στην ενάγουσα ψευδή περιστατικά ούτε απέκρυψε αθεμίτως τα αληθή...

ουδόλως αποδείχθηκε η παραβίαση, εκ της συμπεριφοράς της τρίτης εναγομένης, των χρηστών ηθών, δεδομένου ότι, αφενός μεν αυτή δεν είχε νομική υποχρέωση πληροφορήσεως της ενάγουσας, ούτε εκ του νόμου, ούτε εκ της συμβάσεως, ούτε από προηγούμενη ενέργεια, αναφορικά με την τήρηση του επίδικου, με αριθμό 51420 'εξωλογιστικού λογαριασμού' και την έκδοση εκ μέρους της Βεβαιώσεων Συναλλαγματικής Κάλυψης, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, κάτι που, άλλωστε, ήταν ευχερές να πληροφορηθεί η ενάγουσα, υποβάλλοντας αντίστοιχη αίτηση προς τη Διεύθυνση Ναυτιλιακής Πολιτικής και Ανάπτυξης του Υπουργείου Οικονομίας Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, όπως έπραξε αυτή, κατά το έτος 2012, αφετέρου δε, η έκδοση των εν λόγω βεβαιώσεων έλαβε χώρα σύννομα, βάσει πιστωτικών στοιχείων (εν προκειμένω, βεβαιώσεων αγοράς συναλλάγματος) που προσκόμισε σε αυτή η εν λόγω εταιρεία, χωρίς να ασκεί, εν προκειμένω, έννομη επιρροή το γεγονός ότι δικαιούχος των βεβαιώσεων αγοράς συναλλάγματος ήταν, σε μερικές περιπτώσεις, άλλη εταιρεία ιδίων συμφερόντων με την καθ' ης η εκτέλεση (η ....), η οποία προέβη στη σχετική αγορά συναλλάγματος για λογαριασμό της ...., αφού κάτι τέτοιο αφενός μεν δεν απαγορεύεται από κάποια διάταξη νόμου, αφετέρου δε, συνιστά συνήθη πρακτική στη ναυτιλιακή αγορά...

Σημειώνεται ότι οι κινήσεις αγοράς συναλλάγματος επί των επίδικων βεβαιώσεων, ειδικά δε, επί της από 22.1.2010 βεβαιώσεως της τρίτης εναγομένης, έλαβαν χώρα από την 1.1.2009 έως 31.12.2009, ήτοι σε χρονικό διάστημα σχεδόν ενός έτους πριν από την υποβολή της πρώτης από 17.12.2009 προσωρινής διαταγής. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι οι εν λόγω κινήσεις δεν συνδέονται χρονικά με την επιβολή των αναγκαστικών μέτρων κατά της οφειλέτριας εταιρείας και ενισχύει έτι περαιτέρω την παραδοχή ότι αποτελούσαν συνήθεις συναλλαγές των εν λόγω εταιρειών.

Οι σχετικές δε τραπεζικές εργασίες γνωστοποιήθηκαν άμεσα στο Υπουργείο Ναυτιλίας και οποιοσδήποτε μπορούσε να πληροφορηθεί τη διενέργειά τους, όπως έπραξε, άλλωστε, η ενάγουσα, κατά το έτος 2012... Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, δεν θεμελιώνεται καμία αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων σε βάρος της ενάγουσας...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, καθόσον αφορά στην τρίτη των εναγομένων-εφεσιβλήτων, ήδη αναιρεσίβλητη, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, ως προς τις βάσεις της αγωγής από τα άρθρα 914 και 919 του Α.Κ., ενώ δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση, ως προς την κατ' άρθρο 985 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. βάση της αγωγής.

Στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, ως προς το κεφάλαιο αυτό, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή, ως προς τη βάση αυτή. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, το οποίο, με επάρκεια και σαφήνεια, χωρίς αντιφατικές κρίσεις ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, δέχθηκε: α) ότι η ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα διατηρεί κατά της ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "....", η οποία εδρεύει στην αλλοδαπή και διατηρεί νόμιμα γραφείο στην Ελλάδα, χρηματική απαίτηση, ύψους 6.650.000 ευρώ, πλέον τόκων.

β) ότι, δυνάμει της 2867/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διατάχθηκε, προς εξασφάλιση της ανωτέρω απαιτήσεως, η συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων της ως άνω οφειλέτιδας εταιρείας ("....") μέχρι του ποσού των 3.325.000 ευρώ, ήτοι του ημίσεος του οφειλόμενου κεφαλαίου, την οποία (απόφαση) η ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα επέδωσε τόσον στην οφειλέτιδα όσον και στην τρίτη των εναγομένων-εφεσιβλήτων, ήδη αναιρεσίβλητη, τραπεζική εταιρεία, την οποία κάλεσε, κατ' άρθρο 712 του Κ.Πολ.Δ., να μην καταβάλει προς την οφειλέτιδά της οποιοδήποτε οφειλόμενο σ' αυτήν ποσό μέχρι του ποσού των 3.325.000 ευρώ, είτε είναι ληξιπρόθεσμο είτε όχι, είτε τελεί υπό αίρεση ή προθεσμία και να προβεί στη δημόσια κατάθεση τούτου.

γ) ότι η ως άνω εναγομένη-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, τράπεζα, προέβη στη .../17-6-2010 δήλωση, ως τρίτη, εις χείρας της οποίας επιβλήθηκε συντηρητική κατάσχεση, με την οποία δήλωσε ότι υπήρχαν σ' αυτήν καταθέσεις της οφειλέτιδας εταιρείας, συνολικού ποσού 10.267,25 δολ. ΗΠΑ, με ήδη δεσμευμένο από την ίδια (τράπεζα) το ποσό των 10.000 ευρώ.

δ) ότι, στη συνέχεια, η ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία, μετά τη διενέργεια αναγκαστικού πλειστηριασμού, εισέπραξε το ποσό των 5.427.873,04 δολ. ΗΠΑ, επέβαλε εκ νέου, με βάση την ως άνω απόφαση, την από 3-10-2011 συντηρητική κατάσχεση εις χείρας της ίδιας ως άνω τράπεζας, ως τρίτης και αυτή, με τη σειρά της, προέβη στην .../10-10-2011 παρόμοιου περιεχομένου δήλωση τρίτου.

ε) ότι, μετά από έρευνα που διενήργησε στην αρμόδια διεύθυνση του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, η ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα διαπίστωσε ότι η οφειλέτιδα εταιρεία είχε συντάξει και υποβάλει στην ως άνω Υπηρεσία τις από 29-1-2010, 26-1-2011 και 30-1-2012 βεβαιώσεις, δυνάμει των οποίων δήλωσε ότι, κατά τα έτη 2009, 2010 και 2011, εισήγαγε και ευρωποίησε για τις πάσης φύσεως δαπάνες του γραφείου της στην Ελλάδα, μέσω της ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας, τα ποσά των 1.307.920, 1.553.400 και 1.778.100 δολ.

ΗΠΑ και ότι η τελευταία είχε εκδώσει και χορηγήσει, μέσω του ναυτιλιακού καταστήματός της στον ..., αντίστοιχες βεβαιώσεις, στις οποίες βεβαίωνε ότι η οφειλέτιδα εταιρεία ("....") κατέθεσε κατά τους ανωτέρω χρόνους τα αντίστοιχα ως άνω ποσά συναλλάγματος, στ) ότι η αναιρεσίβλητη τράπεζα, εγγράφως, ενημέρωσε την ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα σχετικά με την τήρηση σ' αυτήν, στο όνομα της οφειλέτιδας εταιρείας, του 51420 εξωλογιστικού λογαριασμού, ο οποίος δεν είναι τραπεζικός λογαριασμός, ήτοι περιουσιακό στοιχείο της εν λόγω εταιρείας, αλλά, πιστώνεται με τα ποσά των Βεβαιώσεων Αγοράς Συναλλάγματος, με βάση το εισαχθέν συνάλλαγμα από την οφειλέτιδα εταιρεία ή άλλη, ιδίων συμφερόντων, για λογαριασμό της, το οποίο, υποχρεωτικά, μετατρέπεται σε ευρώ και προέρχεται από οποιαδήποτε άλλη τράπεζα, στην οποία αυτή τηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς, καθώς και ότι με βάση τις ως άνω βεβαιώσεις, οι οποίες ακυρώνονται και αρχειοθετούνται από την τράπεζα, χορηγείται στην εταιρεία συνολική βεβαίωση για τα ποσά συναλλάγματος που εισήγαγε σε όλες τις τράπεζες και, εν συνεχεία, μετέτρεψε σε ευρώ, η οποία υποβάλλεται, ακολούθως, στην αρμόδια αρχή, προκειμένου να διενεργηθεί ο έλεγχος για τη συμμόρφωση της εταιρείας στις συναλλαγματικές της υποχρεώσεις, όπως αυτές απορρέουν από τον ν. 29/1975, ζ) ότι, ενόψει των ανωτέρω, ο ως άνω εξωλογιστικός λογαριασμός αντικατοπτρίζει, μόνο, την κατάθεση των βεβαιώσεων αυτών, σε έγχαρτη μορφή, στις οποίες περιγράφονται τα ποσά συναλλάγματος, ενώ το συνάλλαγμα δεν διακινείται μέσω του λογαριασμού αυτού, η) ότι, συνεπώς, η ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα δεν υποχρεούται να απαγορεύσει την κίνηση του ως άνω εξωλογιστικού λογαριασμού, ως μη υποκείμενου σε συντηρητική κατάσχεση ή να παράσχει πληροφορίες σε σχέση με αυτόν και θ) ότι, με τα δεδομένα αυτά, οι προαναφερόμενες δηλώσεις, στις οποίες προέβη η αναιρεσίβλητη τράπεζα, ως τρίτη, εις χείρας της οποίας επιβλήθηκε συντηρητική κατάσχεση, είναι ειλικρινείς και, εντεύθεν, δεν συντρέχει αδικοπρακτική αυτής συμπεριφορά σε βάρος της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τόσον τις διατάξεις των άρθρων 985 και 986 του Κ.Πολ.Δ.

όσον και αυτήν του άρθρου 24 του ν. 2915/2001 (περί τραπεζικού απορρήτου). Και τούτο διότι, όπως προεκτίθεται στις παραδοχές της προσβαλλομένης, βάσει των πραγματικών περιστατικών, που το Εφετείο, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ο επίμαχος εξωλογιστικός λογαριασμός δεν περιέχει υποκείμενες σε συντηρητική ή αναγκαστική εκτέλεση τραπεζικές καταθέσεις και αναλήψεις χρημάτων (σε ημεδαπό ή αλλοδαπό νόμισμα) ή διακινήσεις αξιών, αποτιμητών σε χρήμα, αξιογράφων ή χρηματικών απαιτήσεων της οφειλέτιδας εταιρείας "....", η οποία εδρεύει στην αλλοδαπή και διατηρεί νομίμως γραφεία στην Ελλάδα.

Ότι ο λογαριασμός αυτός αποτελεί μια ιδιόμορφη λογιστική κατάσταση του μετατραπέντος σε ευρώ εισαχθέντος κατ' έτος συναλλάγματος, απαραίτητη για τη λογιστική παρακολούθηση από την Τράπεζα της Ελλάδος των συναλλαγματικών της υποχρεώσεων και τηρείται, σε συμμόρφωση προς την υπουργική απόφαση, με την οποία επιτράπηκε στην άνω οφειλέτιδα εταιρεία, που εδρεύει στην αλλοδαπή, η εγκατάσταση γραφείου της στην Ελλάδα και τις σχετικές εγκυκλίους της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία έχει επωμιστεί με τον έλεγχο της ως άνω διαδικασίας, μέσω των σχετικών βεβαιώσεων που διαβιβάζει η αναιρεσίβλητη τράπεζα, στην οποία κατατίθενται στα σχετικά πιστωτικά στοιχεία, ήτοι της εισαγωγής συναλλάγματος, από την ίδια την εταιρεία ή άλλη, ιδίων συμφερόντων εταιρεία, για λογαριασμό της, ενέργεια, η οποία δεν απαγορεύεται από το νόμο και η, εντεύθεν, μετατροπή τούτου σε ημεδαπό νόμισμα, για την εξυπηρέτηση των αναγκών της και, συνεπώς, ο λογαριασμός αυτός δεν υπόκειται σε συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της αναιρεσείουσας ούτε αίρεται, ως προς αυτόν, το επιβεβλημένο από το νόμο τραπεζικό απόρρητο, κατά τα στην ανωτέρω νομική σκέψη εκτιθέμενα.

Συνακόλουθα, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, όπως διατυπώνονται στους πρώτο και δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, ήτοι η ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 985 και 986 του Κ.Πολ.Δ.

ως και του άρθρου 24 του ν. 2915/2001, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει ν' απορριφθούν. Περαιτέρω, σε συνέχεια των προεκτιθέμενων παραδοχών της προσβαλλομένης, το Εφετείο δέχθηκε ότι, εκτός των άλλων, ότι η έκδοση των βεβαιώσεων που είχε υποβάλει η οφειλέτιδα εταιρεία στο Υπουργείο Ναυτιλίας έλαβε χώρα σύννομα, βάσει πιστωτικών στοιχείων, ήτοι βάσει των ανωτέρω αναφερόμενων Βεβαιώσεων Αγοράς Συναλλάγματος, που προσκόμισε, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι δικαιούχος, σε μερικές περιπτώσεις, ήταν άλλη εταιρεία ιδίων συμφερόντων με την καθής η εκτέλεση, αφού κάτι τέτοιο δεν απαγορεύεται από κάποια διάταξη νόμου, πλεοναστικώς δε, περιέλαβε και την παραδοχή ότι "αφετέρου δε συνιστά συνήθη πρακτική στη ναυτιλιακή αγορά".

Πρόκειται δε για ως εκ περισσού παραδοχή του Εφετείου, καθόσον η ετέρα παραδοχή του, ότι "το γεγονός ότι δικαιούχος των βεβαιώσεων αγοράς συναλλάγματος ήταν, μερικές φορές, άλλη εταιρεία ιδίων συμφερόντων με την καθ' ης... δεν απαγορεύεται από κάποια διάταξη νόμου" στηρίζει πλήρως το διατακτικό της απόφασής του, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η ανωτέρω επάλληλη παραδοχή του.

Ενόψει του ότι η κύρια παραδοχή της προσβαλλομένης δεν πλήττεται με την υπό κρίση αίτηση αναίρεση, η αιτίαση, που περιέχεται στον τρίτο λόγο αυτής και αφορά στην ως άνω πλεοναστική παραδοχή, ήτοι ότι, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, εφάρμοσε ναυτιλιακή συνήθεια, η οποία δεν υπάρχει, προσάπτοντας τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλειες, δηλαδή ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 919, 914, 281 του Α.Κ. και ο ν. 89/1967, είναι αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β περ.δ' του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-12-2018 (1444/155/17-12-2018) αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 18/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ