Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, finding arguments were merely negative responses rather than substantive legal matters.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Athens' decision of 39/2013. The appellants argued the lower court failed to consider specific claims regarding contract modifications and pricing agreements, but the court ruled these were merely negative responses to the appellee's claims rather than independent legal matters. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 11g; Art. 559 no. 8 KPolD: An appeal ground is inadmissible if the contested facts are merely negative responses to the opposing party's claims rather than independent substantive matters capable of forming the operative part of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 5 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 5/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "S-PETROL ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Π. Σ. του Ε., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Τεκνάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΑΕΕ", όπως μετονομάστηκε η εταιρεία "BP HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Τσίρκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/11/2008 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 280/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/2/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 13/3/2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Χαμηλοθώρη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 6-2-2013 (αριθ. καταθ. 156/2013) αίτηση αναίρεσης που στρέφεται κατά της υπ'αριθ. 39/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως εκ μέρους της αναιρεσιβλήτου (αρ. 564, 556, 566 ΚΠολΔ) είναι επομένως τυπικά παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι λόγοι αυτής.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός όμως απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 1763/2007, ΑΠ 1595/2006).
Στη προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεση των αναιρεσειόντων και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της εκδοθείσας σε βάρος τους, ύστερα από αίτηση της αναιρεσίβλητης, με αριθμό 9147/2008 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της κάτω από αντίγραφο απογράφου αυτής από 21-10-2008 επιταγής προς πληρωμή.
Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη τα μνημονευόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα (πίνακες χρεώσεων - τιμολογήσεων, τιμολόγια, από 14-10-2004 και 18-10-2005 συμβάσεις), τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης από τη μεταξύ αυτής και της πρώτης από τους αναιρεσείοντες, σύμβαση εμπορικής συνεργασίας για την προμήθεια πετρελαίου θέρμανσης, για την οποία απαίτηση εκδόθηκε η συναλλαγματική, στην οποία και στηρίχθηκε η επίμαχη διαταγή πληρωμής, παρίσταται μειωμένη κατά το ποσό των 413.336,58 ευρώ, το οποίο αντιπροσωπεύει πρόσθετη έκπτωση στην τιμή του πετρελαίου, λόγω επίτευξης του στόχου καταναλώσεων κατά τις χειμερινές περιόδους 2006-2007 και 2007-2008.
Από τη βεβαίωση όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, από τα οποία μάλιστα μνημονεύονται ειδικά οι πιο πάνω από 14-10-2004 και από 18-10-2005 συμβάσεις εμπορικής συνεργασίας, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη αναμφίβολα και εκτίμησε και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα.
Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 1217/2008).
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 502/2007).
Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 2068/2007, ΑΠ 1852/2007). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρέπει να περιλαμβάνει: α) τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελούς αιτιολογίας, β) τον ισχυρισμό και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, και ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του Δικαστηρίου.
Εν προκειμένω με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες με το να δεχθεί αρχικά ότι μετά την τροποποίηση της σύμβασης το κόστος του μεταφορικού μέσου για τη μεταφορά του πετρελαίου βάρυνε την καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία, όπως και η ίδια ισχυρίστηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο μάρτυράς της και στη συνέχεια αντιφατικά ότι το κόστος μεταφορικού μέσου θα το χρεωνόταν επιπλέον η πρώτη ανακόπτουσα και ήδη πρώτη από τους αναιρεσείοντες.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο η επίδραση της επικαλουμένης αντίφασης στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Περαιτέρω, με τη φερόμενη ως αντιφατική αιτιολογία, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία γίνεται δεκτό ότι "πέραν του ότι οι ανακόπτοντες δεν αμφισβήτησαν την οφειλή τους και οψίμως ισχυρίζονται ότι η οφειλή τους είναι μικρότερη κατά το ποσό των 413.336,58 ευρώ, σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται το προβαλλόμενο από αυτούς ποσό οφειλής ....
με δεδομένο ότι .... 5)... η μόνη διαφοροποίηση στους όρους ήταν η καθ'ης θα τιμολογούσε την πρώτη ανακόπτουσα με την τιμή ΔΕΠ του πετρελαίου θέρμανσης .... με το κόστος του μεταφορικού να βαρύνει πλέον της καθ'ης και όχι την πρώτη ανακόπτουσα, αναπτύσσεται επιχειρηματολογία του Εφετείου, με την οποία αυτό δικαιολογεί την πιο πάνω αρνητική παραδοχή του ότι δεν αποδείχθηκε ως αληθές το προβαλλόμενο από τους ανακόπτοντες ποσό οφειλής.
Η επιχειρηματολογία όμως αυτή δεν εμπίπτει, όπως προεκτέθηκε, στα ζητήματα που κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και συνακόλουθα είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο λόγος αυτός.
ΙV. Κατά το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προυποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 625/2008), Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή, ανακοπή κλπ κρίθηκε κατ'ουσίαν, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), θα πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και τα οποία θεμελίωσαν την κρίση του, ως προς το βάσιμο ή μη της αγωγής, ανακοπής κλπ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο αυτό δεν έλαβε υπόψη και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 1959/1991, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται στις εταιρίες εμπορίας πετρελαιοειδών να εισπράττουν με οποιοδήποτε τρόπο, είτε εμμέσως είτε αμέσως, κόμιστρο για τα προϊόντα που μεταφέρουν με τα βυτία τους.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι, δεν αναφέρονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο αυτό, υπό ... τα οποία συντελέστηκε η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και η έννομη συνέπεια που με βάση τις παραδοχές αυτές διαγνώστηκε.
V. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ολ ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008), δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήσαν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ολ.
ΑΠ 2/1998). Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμοί ως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2176/2009, ΑΠ 1299/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με την προσθήκη στις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ισχυρισμό ότι μέχρι τη λήξη της συνεργασίας τους με την καθής η ανακοπή εταιρία και ήδη αναιρεσίβλητη δεν επήλθε καμιά τροποποίηση στην από 18-10-2005 σύμβαση, η οποία εξακολούθησε να ισχύει και τον προταθέντα με τις προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ισχυρισμό ότι ουδέποτε προέβησαν σε προφορική συμφωνία με την τελευταία για διαφοροποίηση του σχετικού με την τιμή χρεώσεως του προμηθευόμενου πετρελαίου θέρμανσης όρου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι οι εν λόγω ισχυρισμοί, ανεξαρτήτως του ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκαν παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκαν νομίμως στο Εφετείο, εκφέρονται ως αρνητική απάντηση στους σχετικούς ισχυρισμούς της καθής η ανακοπή - αναιρεσίβλητης και δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε.
Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά της 39/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, επιβληθεί δε η δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου και για τις προτάσεις που κατέθεσε σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσειόντων (αρ. 176, 183 ΚΠολΔ) και τέλος διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (αρθ. 495§4 ΚΠολΔ, αρθ. 12 Ν. 4055/2012), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-2-2013 (αρ. καταθ. 156/2013) αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθμ. 39/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ