Supreme Court annuls first-instance judgment for failure to verify insurer's contractual instructions before paying group insurance benefits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's decision ordering an insurer to pay group insurance benefits without verifying the union's specific instructions. The insurer argued that the union failed to provide necessary salary data for all beneficiaries, yet the lower court ruled the insurer must pay directly regardless of this gap. The court held that the insurer is bound by the contractual mandate to receive information from the union and cannot unilaterally determine payment amounts without such data.
Legislator headnote
AI generatedArticles 5 and 6 of the Group Insurance Contract; The insurer is strictly bound by the contractual mandate to receive necessary information from the union and cannot unilaterally determine and pay benefits without such data.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 612 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 612/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως μετονομάστηκε η εταιρεία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την με ημερομηνία κατάθεσης 24-1-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ... ... ... ... ... και 13) .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βικτωρία Παπαγεωργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2015 και με αριθμό κατάθεσης 7572/2015 αγωγή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4662/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3862/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-5-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ. 1 και 27 παρ. 1 του ν. ...6/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", που έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 4 και 34 του ίδιου νόμου, και επί ασφαλιστικών συμβάσεων που προϋπήρχαν αυτού και είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του, προκύπτει ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση) (ΑΠ 1335/2022, ΑΠ 866/2022, ΑΠ 361/2022, ΑΠ 912/2021).
Εξάλλου, ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικώς την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικώς στο άρθρο 29 παρ. 3 του ν. ...6/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, είναι η ασφάλιση με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι υπό τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.
Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει, σε περίπτωση πραγματοποιήσεως του ασφαλισμένου κινδύνου, ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο).
Στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, το δικαίωμα του οποίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της πλήρωσης των όρων της συμβάσεως (άρθρο 201 επ. ΑΚ), έχει άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή (και όχι από τον αντισυμβαλλόμενο - δέκτη της υποσχέσεως), το συμφωνηθέν ασφάλισμα σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου (ασφαλιστική περίπτωση) και πληρώσεως των όρων της συμβάσεως.
Πρόκειται περί γνησίας ομαδικής ασφαλίσεως, που λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άρθρο 411 ΑΚ), κατά την οποία, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση, ο δικαιούχος τρίτος αποκτά το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και δικαιούται να ασκήσει απευθείας αγωγή κατά του υποσχεθέντος (ασφαλιστή) και να απαιτήσει την προς αυτόν καταβολή της υποσχεθείσας παροχής (ΑΠ 866/2022, ΑΠ 867/2022, ΑΠ 912/2021, ΑΠ 678/2020).
Τέλος, η διαχειριστική ασφάλιση είναι μια επενδυτικής φύσεως εργασία, η οποία δεν έχει σχέση με την κλασική μορφή ομαδικής ασφαλίσεως, με την έννοια της αναλήψεως ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχειρήσεως. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 13 κεφ. VII παρ. 2α Ν.Δ. 400/1970 "Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως", (το οποίο Ν.Δ.
καταργήθηκε μεν με το άρθρο 278 παρ. 1 του Ν.4364/2016, ο οποίος όμως στο άρθρο 5 εδ. ζ' κλάδος VII παρ. 1 περιλαμβάνει αντίστοιχη ρύθμιση) επιτρέπεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, να συμβάλλονται με άλλη επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο και για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού της.
Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού επιχειρήσεως ή και των μελών νομικού προσώπου (όπως συλλόγου), η ασφαλιστική επιχείρηση δημιουργεί Λογαριασμό Καταθέσεως ασφαλίστρων, στον οποίο καταθέτει χρήματα η επιχείρηση ή ο σύλλογος (λήπτης της ασφαλίσεως), εκείνη δε, έναντι προμηθείας, την οποία λαμβάνει από το λογαριασμό, αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί και ειδικότερα όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συνταξιοδοτήσεως και οι συμφωνηθέντες, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 361 και 713 επ.
ΑΚ, μεταξύ των συμβαλλομένων, όροι, να καταβάλλει στον οριζόμενο δικαιούχο (εργαζόμενο της επιχειρήσεως ή μέλος του συλλόγου) τη συνταξιοδοτική παροχή (ασφάλισμα), την οποία αφαιρεί από το λογαριασμό καταθέσεως ασφαλίστρων, που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις του εργοδότη, χωρίς να μετέχει η ίδια (ασφαλιστική εταιρεία), αφού η συμμετοχή της περιορίζεται στη διαχείριση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και υποχρεούται να προβεί στην καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχειρίσεως κεφαλαίων.
Υπό τις συνθήκες αυτές συνάπτεται γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπομένη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 410, 411 επ. Α.Κ., δηλαδή υπέρ του ασφαλισμένου (εργαζομένου ή μέλους του συλλόγου), καθόσον το δικαίωμα επί του ασφαλίσματος γεννάται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση απευθείας και αμέσως στο πρόσωπο του, χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτο πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενο, λήπτη της ασφαλίσεως και εν συνεχεία να μεταβιβασθεί από αυτόν στον τρίτο ασφαλισμένο (ΑΠ 867/2022, ΑΠ 866/2022, ΑΠ 912/2021).
Επομένως, ο τρίτος που δεν είναι συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον ασφαλιστή-εντολοδόχο την παροχή σε εκείνη την έκταση και ποσότητα την οποία, στο πλαίσιο της εντολής, καθόρισε δεσμευτικά για τον εντολοδόχο ασφαλιστή ο εντολέας σύλλογος ή εργοδότης. Και τούτο διότι κατά τα άρθρα 717 και 718 ΑΚ με τη σύμβαση της εντολής ενδέχεται να συνδέονται συγκεκριμένου περιεχομένου οδηγίες του εντολέα προς τον εντολοδόχο, και εν προκειμένω του συλλόγου ή εργοδότη προς τον ασφαλιστή, σχετικές με την αποδοτέα στον τρίτο παροχή, οπότε, αν έχουν επιτακτικό (και όχι ενδεικτικό) χαρακτήρα, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται σ' αυτές απαρεγκλίτως, μη έχοντας δικαίωμα να ελέγξει το περιεχόμενό τους, ευθυνόμενος άλλως για κακή εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 1335/2022, ΑΠ 867/2022, ΑΠ 866/2022, ΑΠ 361/2022, ΑΠ 912/2021).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ , η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Στην Αθήνα, στις 20.6.1985, το σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος Επιστημονικού Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας Της Ελλάδος" (Σ.ΕΠ.ΑΤΕ), που αποτελούσε επαγγελματικό σωματείο των υπαλλήλων της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, κατήρτισε με την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" σύμβαση ομαδικής ασφάλισης υπέρ των μελών του, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, ήδη εφεσίβλητοι(ήδη αναιρεσίβλητοι), με έναρξη ισχύος την 1.1.1984.
Για τη σύμβαση αυτή συντάχθηκε το .../1985 ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, μετά των Παραρτημάτων Α' και Β' και του Γενικού Κανονισμού Προγράμματος Πρόνοιας, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτού. Στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης, η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία, στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως οιονεί καθολική διάδοχος, η εναγομένη, ήδη εκκαλούσα, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ήδη μετονομασθείσα σε "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη (αρ.
καταχ. ΓΕΜΗ 1295790), (ήδη αναιρεσείουσα) ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει ασφαλιστική παροχή σε κάθε ασφαλισμένο μέλος του σωματείου, που κατά το χρόνο της αποχώρησής του από την υπηρεσία του θα πληρούσε τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησής του από τον κύριο ασφαλιστικό του φορέα. Ειδικότερα, σύμφωνα με την επίδικη σύμβαση, η δικαιούμενη από κάθε ασφαλισμένο παροχή συνίστατο σε ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό (εφάπαξ συνταξιοδοτική παροχή), ανάλογο με το ύψος του μέσου μηνιαίου μισθού του τελευταίου δωδεκαμήνου πριν τη συνταξιοδότηση και με τη συντάξιμη υπηρεσία εκάστου ασφαλισμένου, το οποίο θα λάμβανε απευθείας από την ασφαλιστική εταιρεία ο κάθε ασφαλισμένος κατά την ημερομηνία της αποχώρησής του από την υπηρεσία, εφόσον κατά την ημερομηνία αυτή πληρούσε τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησής του από τον κύριο ασφαλιστικό του φορέα.
Πιο συγκεκριμένα, προβλέφθηκαν τα εξής: "Κάθε ασφαλισμένος δικαιούται παροχής εφάπαξ την ημερομηνία, κατά την οποία θα συνταξιοδοτηθεί από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα, που τον καλύπτει. Το ποσό της παροχής αυτής είναι ίσο με το 15% (δέκα πέντε τοις εκατό) του μηνιαίου συντάξιμου μισθού επί τη συντάξιμη υπηρεσία.
Το ποσό αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το ποσό των 2 (δύο) συντάξιμων μισθών, με την προϋπόθεση ότι ο συνταξιοδοτούμενος θα έχει συμπληρώσει 25 έτη συνολικής παραμονής στο Σύλλογο. Για μικρότερο χρονικό διάστημα το ποσό αυτό θα μειούται αναλογικά. Το ποσό αυτό καταβάλλεται εφάπαξ στον ασφαλισμένο κατά την ημερομηνία της συνταξιοδότησής του..." (βλ.
τον Γενικό Κανονισμό του Προγράμματος Πρόνοιας, που επισυνάπτεται στη σύμβαση και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής). Ως "μηνιαίος μισθός" ορίστηκε ο συνολικός μηνιαίος ακαθάριστος μισθός, που θα δηλώνει κάθε φορά το σωματείο στην ασφαλιστική εταιρεία, ως "συντάξιμος μηνιαίος μισθός" ο μέσος μηνιαίος μισθός του τελευταίου δωδεκάμηνου πριν από τη συνταξιοδότηση, ως "συντάξιμη υπηρεσία" ο συνολικός χρόνος σε έτη και μήνες παραμονής του ασφαλισμένου στο πρόγραμμα από την ημερομηνία συνταξιοδότησής του από την Α.Τ.Ε.
ή άλλον κύριο ασφαλιστικό φορέα που τον καλύπτει, ο οποίος (συνολικός χρόνος) δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από 35 έτη και ως "ηλικία συνταξιοδότησής" η ηλικία κατά την οποία ο ασφαλισμένος συνταξιοδοτείται από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα που τον καλύπτει (βλ. τον Γενικό Κανονισμό Προγράμματος Πρόνοιας της σύμβασης).
Από την πλευρά του το αντισυμβαλλόμενο σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος Επιστημονικού Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας Της Ελλάδος" (Σ.ΕΠ.ΑΤΕ), και στη συνέχεια το σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (Σ.Ε.ΑΤΕ)" [ήδη μετά την ενοποίηση των συλλόγων των τραπεζών Αγροτικής και Πειραιώς "Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Αγροτικής-Πειραιώς (ΣΕΤΑΠ)(αρχικό πρώτο εναγόμενο- ήδη μη διάδικο νομικό πρόσωπο)"], που, ως οιονεί καθολικός διάδοχος, υπεισήλθε στο δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πρώτου, μετά τη γενόμενη το έτος 1998 ενοποίηση όλων των επαγγελματικών σωματείων των εργαζομένων της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, είχε την υποχρέωση να καταβάλλει εισφορές (ασφάλιστρα) σε μηνιαία βάση, που παρακρατούνταν από τις μηνιαίες ακαθάριστες αποδοχές των ασφαλισμένων μελών του.
Το ύψος των εισφορών αυτών καθορίστηκε για το πρώτο ασφαλιστικό έτος (1.1.1984 μέχρι και 31.12.1985) σε ποσοστό 0,40% επί του μηνιαίου ακαθάριστου μισθού εκάστου ασφαλισμένου εργαζόμενου, ενώ για τα επόμενα ασφαλιστικά έτη, που συνέπιπταν με τα αντίστοιχα ημερολογιακά έτη, ο υπολογισμός των εισφορών θα γινόταν από την ασφαλιστική εταιρεία, βάσει των τεχνικών στοιχείων, που αναφέρονται στο Παράρτημα Α' της σύμβασης και αφού η ασφαλιστική εταιρεία λάμβανε υπόψη τις παρεχόμενες από το σωματείο πληροφορίες αναφορικά με την υπηρεσιακή κατάσταση και το ύψος των μηνιαίων αποδοχών εκάστου ασφαλισμένου (βλ.
άρθρα 3.1.1, 3.1.2 της σύμβασης και τα Παραρτήματα Α' και Β' αυτής). Οι εισφορές αυτές πιστώνονταν σε λογαριασμό διαχείρισης κεφαλαίου, τον οποίο διαχειριζόταν η ασφαλιστική εταιρεία, προκειμένου να εξασφαλιστούν τα κεφάλαια που απαιτούνταν για τη χορήγηση προς τους ασφαλισμένους της προβλεπόμενης ασφαλιστικής παροχής (βλ.
άρθρα 1 και 2.2 της σύμβασης). Στον ίδιο λογαριασμό συμφωνήθηκε ότι, εκτός από τις εισφορές, θα πιστώνονταν στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους τόκοι επί του εκάστοτε υπολοίπου του λογαριασμού, υπολογιζόμενοι με το επιτόκιο των τιμολογίων ζωής που εφαρμόζονται από την ασφαλιστική εταιρεία με βάση τη σχετική απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, ενώ θα χρεώνονταν τα ποσά που αναλήφθηκαν για την καταβολή των προβλεπόμενων ασφαλιστικών παροχών με τους επί των ποσών αυτών τόκους, τα έξοδα διαχείρισης της σύμβασης, οποιοδήποτε ποσό που καταλογίζεται σε βάρος του κεφαλαίου για φορολογικούς ή άλλους λόγους και οι καταβληθείσες προμήθειες (βλ.
άρθρ. 2.4 της σύμβασης). Επιπρόσθετα, στην παράγραφο 3 του άρθρου 3 της σύμβασης προβλεπόταν, μεταξύ άλλων, ότι η ασφαλιστική εταιρεία εγγυάται το υπόλοιπο του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου κάθε στιγμή και ειδικότερα την καταβολή της σύνταξης, εφόσον προβλέπεται από τον Κανονισμό Προνοίας του προγράμματος, αναλαμβάνοντας από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου το μεικτό ενιαίο ασφάλιστρο που απαιτείται, ενώ αν διαπιστώσει ότι ο ως άνω Λογαριασμός είναι ή τείνει να γίνει ανεπαρκής, οφείλει να ενημερώσει για αυτό τον συμβαλλόμενο σύλλογο και να του εισηγηθεί τις αναγκαίες αναπροσαρμογές που πρέπει να γίνουν στις εισφορές, ώστε να διατηρηθεί η επάρκεια του Λογαριασμού.
Για την καταβολή της ως άνω εφάπαξ παροχής στους δικαιούχους συμφωνήθηκε ότι η ασφαλιστική εταιρεία θα αναλάμβανε από το λογαριασμό διαχείρισης κεφαλαίου το απαιτούμενο ποσό, αφού προηγουμένως το σωματείο, ως όφειλε από τη μεταξύ τους σύμβαση, της γνωστοποιούσε με γραπτή δήλωση την επικείμενη αποχώρηση του ασφαλισμένου μέλους της και συγχρόνως όλες τις αναγκαίες για τον προσδιορισμό του καταβλητέου ποσού πληροφορίες (άρθρα 5 και 6 της σύμβασης).
Προβλέφθηκε ακόμη ότι σε περίπτωση που η σχετική με ασφαλισμένο πληροφορία αποκαλυφθεί ανακριβής, θα διορθωθεί για τον καθορισμό των δικαιωμάτων του και ότι η ασφαλιστική θα διορθώσει στη συνέχεια τον υπολογισμό της αξίας των παροχών σε βάρος του κεφαλαίου (άρθρα 10.2 και 10.3 της σύμβασης). Με την .../19.3.1997 πρόσθετη πράξη, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επίδικης σύμβασης, οι αντισυμβαλλόμενοι τροποποίησαν, μετά από σχετική αίτηση του σωματείου, τον Γενικό Κανονισμό Προγράμματος Προνοίας της σύμβασης από 1.1.1996, ορίζοντας ότι για τα εξερχόμενα μέλη από 1.1.1996 έως 31.12.1997 ισχύει πλαφόν ποσού 540.000 δραχμών στο ύψος του μέσου μηνιαίου μισθού του τελευταίου δωδεκαμήνου πριν τη συνταξιοδότηση, που κατά τα προαναφερθέντα αποτελούσε τη βάση υπολογισμού της ασφαλιστικής παροχής.
Με την ίδια, ως άνω, πρόσθετη πράξη διαφοροποιήθηκαν και τα ποσοστά ενίσχυσης που θα δικαιούνταν τα ασφαλισμένα μέλη ανάλογα με τα χρόνια ταμειακής ενημερότητάς τους και πιο συγκεκριμένα ορίστηκε ότι όσα μέλη δεν έχουν συμπληρώσει 5 χρόνια ταμειακής ενημερότητας στο Σ.Ε.Π.ΑΤΕ δεν δικαιούνται ενίσχυσης, ότι όσα μέλη έχουν συμπληρώσει από 5 μέχρι 15 χρόνια ταμειακής ενημερότητας στο Σ.Ε.ΠΑΤΕ δικαιούνται ποσοστό ενίσχυσης ύψους 6,667% για κάθε έτος ταμειακής ενημερότητας και ότι όσα μέλη έχουν συμπληρώσει πάνω από 15 χρόνια ταμειακής ενημερότητας στο Σ.Ε.Π.ΑΤΕ δικαιούνται ποσοστό ενίσχυσης 8% για κάθε έτος ταμειακής ενημερότητας.
Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το προαναφερόμενο περιεχόμενό της, αλλά και σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην πιο πάνω μείζονα σκέψη, αποτελεί διαχειριστική ασφαλιστική σύμβαση, η οποία, εφόσον πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία αυτή τελεί, εφόσον δηλαδή επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, θεμελιώνει ευθεία αξίωση του υπέρ τρίτου δικαιούχου- ασφαλισμένου ( εργαζόμενου της Αγροτικής Τράπεζας-μέλους του συλλόγου) εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας, με τη διεκδίκηση της δικαιούμενης ασφαλιστικής παροχής (εφάπαξ συνταξιοδοτική παροχή), χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτη πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενο σύλλογο (λήπτη της ασφάλισης) και ύστερα να μεταβιβασθεί από αυτόν στον τρίτο ασφαλισμένο.
Έτσι, στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής, ο ασφαλισμένος υπάλληλος της Αγροτικής Τράπεζας, με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, δηλαδή με την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, που εν προκειμένω συνίσταται στην αποχώρησή του από την υπηρεσία του με δικαίωμα συνταξιοδότησης από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα του, αποκτά άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από την ασφαλιστική εταιρεία, στρεφόμενος κατ' αυτής απευθείας, σύμφωνα με το άρθρο 411 ΑΚ, την εφάπαξ συνταξιοδοτική παροχή, η δε συμβατική υποχρέωση του συλλόγου να γνωστοποιήσει στην ασφαλιστική εταιρεία τα προσδιοριστικά της παροχής στοιχεία δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γέννηση του σχετικού δικαιώματος του ασφαλισμένου.
Η εκ μέρους του συλλόγου παραβίαση της σχετικής υποχρέωσής του συνιστά, όσον αφορά τις σχέσεις της ασφαλιστικής εταιρείας με τους ασφαλισμένους, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, λόγο άρσης της υπερημερίας της ασφαλιστικής εταιρείας ως προς την εκπλήρωση της υποχρέωσής της για καταβολή της συμφωνηθείσας εφάπαξ παροχής.
Ωστόσο, σύμφωνα με το προαναφερόμενο περιεχόμενο της σύμβασης, εάν κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης ο λογαριασμός διαχείρισης κεφαλαίων (λογαριασμός κατάθεσης ασφαλίστρων), από τον οποίο και μόνον αντλείται το εφάπαξ καταβαλλόμενο στον εκάστοτε συνταξιοδοτούμενο υπάλληλο της Αγροτικής ποσό, δεν έχει επαρκές υπόλοιπο, η ασφαλιστική εταιρεία απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής της προβλεπόμενης εφάπαξ παροχής.
Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, οι ενάγοντες, ήδη εκκαλούντες, ανήκαν στο μόνιμο προσωπικό της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος. Με την 4/27.07.2012 απόφαση της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος και σε συνέχεια σχετικής εντολής της ίδιας αρχής, που ελήφθη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007, μεταβιβάσθηκαν στην Τράπεζα Πειραιώς τα εκεί αναφερόμενα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της Αγροτικής Τράπεζας.
Παράλληλα, με την 46/27.07.2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της Αγροτικής Τράπεζας, τέθηκε αυτή σε καθεστώς εκκαθάρισης και ορίστηκε ειδικός εκκαθαριστής. Ο τελευταίος, λόγω της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της Αγροτικής Τράπεζας, προέβη στις 27.07.2012 σε καταγγελία των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εφεσιβλήτων- εναγόντων, οι οποίες, σύμφωνα με την προαναφερόμενη απόφαση της ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος, δεν μεταβιβάσθηκαν στην Τράπεζα Πειραιώς, πλην της σύμβασης εργασίας του δωδέκατου εφεσιβλήτου, Σ.
Π., ο οποίος, λόγω συνταξιοδότησης από τον κύριο ασφαλιστικό του φορέα, είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία του στις 24.10.2011. Ειδικότερα: 1)...(Ακολουθεί η παράθεση για κάθε αναιρεσίβλητο του χρόνου πρόσληψής του, του χρόνου λύσης της σύμβασης εργασίας του, του βαθμού που έφερε κατά τον χρόνο αυτό και του ποσού του τελευταίου μηνιαίου μισθού του).
Οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες υπήρξαν μέλη του ανωτέρω επαγγελματικού σωματείου, αρχικά του Σ.ΕΠ.ΑΤΕ, που κατά τα προαναφερθέντα κατήρτισε την επίδικη σύμβαση διαχειριστικής ασφάλισης, και στη συνέχεια από το έτος 1998 του Σ.Ε.ΑΤΕ, που κατά τα προαναφερθέντα υπεισήλθε, ως οιονεί καθολικός διάδοχος, στα απορρέοντα από την επίδικη σύμβαση δικαιώματα και υποχρεώσεις του Σ.ΕΠ.ΑΤΕ.
Καθ' όλη δε τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου στην Αγροτική Τράπεζα τους παρακρατούνταν από την τελευταία, απευθείας από τις ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές τους, ποσοστό 1% επ' αυτών, σε μηνιαία βάση, και αποδίδονταν αρχικά στο επαγγελματικό σωματείο Σ.ΕΠ.ΑΤΕ και στη συνέχεια στον οιονεί καθολικό διάδοχο αυτού, επαγγελματικό σωματείο Σ.Ε.ΑΤΕ, που με τη σειρά του μέρος του παρακρατούμενου αυτού ποσού, κατά τα οριζόμενα στην επίδικη σύμβαση διαχειριστικής ασφάλισης, το κατέβαλε στην ασφαλιστική εταιρεία, διά της πίστωσής του στον τηρούμενο και διαχειριζόμενο από την τελευταία λογαριασμό διαχείρισης κεφαλαίου.
Επομένως, ως ασφαλισμένα μέλη του σωματείου, δικαιούνται την ανωτέρω εφάπαξ παροχή, κατά τα οριζόμενα στην επίδικη σύμβαση, που κατά το χρόνο της αποχώρησής τους από την υπηρεσία τους στην Αγροτική Τράπεζα παρέμενε σε ισχύ, με δεδομένο και του ότι κατά το χρόνο αυτό επήλθε στο πρόσωπό τους η ασφαλιστική περίπτωση, πληρούσαν δηλαδή τις προϋποθέσεις της συνταξιοδότησής τους από τον κύριο ασφαλιστικό τους φορέα, αφού η εκκαλούσα-εναγομένη δεν αμφισβητεί ειδικώς το γεγονός αυτό.
Ο μέσος μηνιαίος μισθός τους κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν τη συνταξιοδότησή τους ανερχόταν, σύμφωνα με τις νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες μισθολογικές καταστάσεις, στα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1)...(Ακολουθεί για κάθε αναιρεσίβλητο η παράθεση του τελευταίου μηνιαίου μισθού του, ο οποίος πολαπλασιάζεται επί 14,5 μηνιαίους μισθούς και διαιρείται δια 12, καθώς και το προκύπτον από τις πράξεις αυτές αριθμητικό αποτέλεσμα, το οποίο είναι ο μέσος μηνιαίος μισθός τους κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν τη συνταξιοδότησή τους).
Λαμβάνοντας υπόψη το ύψος του μέσου μηνιαίου μισθού των εφεσιβλήτων-εναγόντων κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες πριν από τη συνταξιοδότησή τους και τα έτη ταμειακής ενημερότητάς τους, η προβλεπόμενη εφάπαξ παροχή διαμορφώθηκε για τον καθένα από αυτούς, σύμφωνα με τα συμβατικώς, ως άνω, οριζόμενα, στα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1) Για την πρώτη εφεσίβλητη, Α.
Δ., στο χρηματικό ποσό των [3.255,41 ευρώ (μέσος μηνιαίος μισθός κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν την αποχώρησή της) X 28,7 έτη υπηρεσίας και ταμειακής ενημερότητας X 8% (καθώς είχε συμπληρώσει πάνω από 15 έτη ταμειακής ενημερότητας) =] 7.474,42 ευρώ, 2) για τη δεύτερη εφεσίβλητη, Σ. Κ., στο χρηματικό ποσό των [3.370,13 ευρώ (μέσος μηνιαίος μισθός κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν την αποχώρησή της) X 31 έτη υπηρεσίας και ταμειακής ενημερότητας X 8% (καθώς είχε συμπληρώσει πάνω από 15 έτη ταμειακής ενημερότητας) =] 8.357,92 ευρώ, 3) για την τρίτη εφεσίβλητη, Α.
Κ., στο χρηματικό ποσό των [3.050,17 ευρώ (μέσος μηνιαίος μισθός κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν την αποχώρησή της) X 12 έτη υπηρεσίας και ταμειακής ενημερότητας X 6,667% (καθώς είχε συμπληρώσει από 5 έως 15 έτη ταμειακής ενημερότητας) =] 2.440,25 ευρώ, 4) για τον τέταρτο εφεσίβλητο, Χ. Λ., στο χρηματικό ποσό των [3.158,37 ευρώ (μέσος μηνιαίος μισθός κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν την αποχώρησή του) X 32,7 έτη υπηρεσίας και ταμειακής ενημερότητας X 8% (καθώς είχε συμπληρώσει 15 έτη ταμειακής ενημερότητας)=] 8.262,30 ευρώ, 5) για τον πέμπτο εφεσίβλητο, Δ.
Λ., στο χρηματικό ποσό των [3.300,61 ευρώ (μέσος μηνιαίος μισθός κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν την αποχώρησή του) X 25,6 έτη υπηρεσίας και ταμειακής ενημερότητας X 8% (καθώς είχε συμπληρώσει 15 έτη ταμειακής ενημερότητας) =] 6.759,65 ευρώ, 6) για την έκτη εφεσίβλητη, Μ. Π., στο χρηματικό ποσό των [3.455,75 ευρώ (μέσος μηνιαίος μισθός κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν την αποχώρησή της) X 29 έτη υπηρεσίας και ταμειακής ενημερότητας X 8% (καθώς είχε συμπληρώσει 15 έτη ταμειακής ενημερότητας) =] 8.017,34 ευρώ, 7) για την έβδομη εφεσίβλητη, Δ.
Π., στο χρηματικό ποσό των [3.045,18 ευρώ (μέσος μηνιαίος μισθός κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν την αποχώρησή της) X 29 έτη υπηρεσίας και ταμειακής ενημερότητας X 8% (καθώς είχε συμπληρώσει 15 έτη ταμειακής ενημερότητας) =] 7.064,82 ευρώ, 8) για τον όγδοο εφεσίβλητο, Κ.-Ν. Σ., στο χρηματικό ποσό των [1.912,97 ευρώ (μέσος μηνιαίος μισθός κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν την αποχώρησή του) X 10 έτη υπηρεσίας και ταμειακής ενημερότητας X 6,667% (καθώς είχε συμπληρώσει από 5 έως 15 έτη ταμειακής ενημερότητας) =] 1.275,33 ευρώ, 9) για την ένατη εφεσίβλητη, Μ.
Κ., στο χρηματικό ποσό των [3.214,31 ευρώ (μέσος μηνιαίος μισθός κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν την αποχώρησή της) X 31 έτη υπηρεσίας και ταμειακής ενημερότητας X 8% (καθώς είχε συμπληρώσει 15 έτη ταμειακής ενημερότητας) =] 7.971,49 ευρώ, 10) για τη δέκατη εφεσίβλητη, Α. Κ., στο χρηματικό ποσό των [2.076,21 ευρώ (μέσος μηνιαίος μισθός κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν την αποχώρησή της) Χ10 έτη υπηρεσίας και ταμειακής ενημερότητας X 6,667% (καθώς είχε συμπληρώσει από 5 έως 15 έτη ταμειακής ενημερότητας) =] 1.384,21 ευρώ, 11) για την ενδέκατη εφεσίβλητη, Γ.
Β., στο χρηματικό ποσό των [2.518,08 ευρώ (μέσος μηνιαίος μισθός κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν την αποχώρησή της) Χ29,02 έτη υπηρεσίας και ταμειακής ενημερότητας X 8% (καθώς είχε συμπληρώσει 15 έτη ταμειακής ενημερότητας) =] 5.882,23 ευρώ, 12) για τον δωδέκατο εφεσίβλητο, Σ. Π., στο χρηματικό ποσό των [2.411,90 ευρώ (μέσος μηνιαίος μισθός κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν την αποχώρησή του) XI6 έτη υπηρεσίας και ταμειακής ενημερότητας X 8% (καθώς είχε συμπληρώσει 15 έτη ταμειακής ενημερότητας) =] 3.087,23 ευρώ και 13) για τον δέκατο τρίτο εφεσίβλητο, Α.
Β., στο χρηματικό ποσό των [3.274,69 ευρώ (μέσος μηνιαίος μισθός κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν την αποχώρησή του) Χ28 έτη υπηρεσίας και ταμειακής ενημερότητας X 8% (καθώς είχε συμπληρώσει 15 έτη ταμειακής ενημερότητας) =] 7.335,36 ευρώ. Για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης στο πρόσωπο της δεύτερης εφεσίβλητης, Σ.
Κ., της έκτης εφεσίβλητης, Μ. Π., της έβδομης εφεσίβλητης, Δ. Π. και της ένατης εφεσίβλητης, Μ. Κ., δηλαδή για το γεγονός της αποχώρησής τους από την υπηρεσία με προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, ο σύλλογος (ΣΕΑΤΕ) ενημέρωσε την ασφαλιστική εταιρεία, με την οποία καταρτίστηκε η σύμβαση, στη θέση της οποίας υπεισήλθε η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, κατά τα προαναφερόμενα, με την αποστολή της με αρ.
πρωτ. .../13.11.2012 έγγραφης ειδοποίησης, στην οποία περιλαμβάνονταν οι πληροφορίες για τον προσδιορισμό της εφάπαξ ασφαλιστικής παροχής αυτών. Ειδικότερα, ο σύλλογος γνωστοποίησε στην ασφαλιστική εταιρεία, μεταξύ άλλων στοιχείων, ότι ο μέσος μηνιαίος μισθός των ανωτέρω εφεσιβλήτων κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν τη συνταξιοδότησή τους ανερχόταν στο ποσό των 1.584,74 ευρώ.
Το στοιχείο αυτό, όμως, ήταν ανακριβές, δεδομένου ότι ο μέσος μηνιαίος μισθός τους κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν τη συνταξιοδότησή τους ανερχόταν στα πιο πάνω αναφερόμενα χρηματικά ποσά, σύμφωνα με τις νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες μισθολογικές καταστάσεις. Η ανωτέρω ανακρίβεια αναφορικά με το μέσο μηνιαίο μισθό των εφεσιβλήτων- εναγόντων κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν τη συνταξιοδότησή τους οφείλεται στο ότι το σωματείο έλαβε υπόψη του, όπως και σε άλλες περιπτώσεις ασφαλισμένων, το πλαφόν του ποσού των 540.000 δραχμών (1.584,74 ευρώ), το οποίο, όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είχε προβλεφθεί με την .../19.3.1997 πρόσθετη πράξη μόνο για τα μέλη του σωματείου, που εξήλθαν κατά το χρονικό διάστημα από την 1.1.1996 μέχρι τις 31.12.1997.
Πρέπει δε να επισημανθεί το γεγονός ότι δεν έλαβε χώρα καμία άλλη τροποποίηση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ώστε να καταστεί όρος αυτού η εφαρμογή του εν λόγω πλαφόν για το σύνολο των εξερχομένων μελών του Συλλόγου, ανεξαρτήτως του χρόνου, κατά τον οποίο αποχωρούσαν και, συνακόλουθα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο ασφαλιστήριο μετά της ανωτέρω πρόσθετης πράξης αυτού, ο περιορισμός του ύψους του μέσου μηνιαίου μισθού κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν από την αποχώρηση κάθε ασφαλισμένου στο συγκεκριμένο ποσό των 1.584,74 ευρώ, αφορούσε μόνο στα μέλη που εξήλθαν κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1996 μέχρι 31.12.1997.
Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε από την εκτίμηση του ίδιου, ως άνω, αποδεικτικού υλικού, οι ανωτέρω εφεσίβλητες, βάσει του πιο πάνω ανακριβούς στοιχείου, έλαβαν από την εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, ως εφάπαξ συνταξιοδοτική παροχή, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1) Η δεύτερη εφεσίβλητη, Σ. Κ., εκ του οφειλόμενου χρηματικού ποσού των 8.357,92 ευρώ το χρηματικό ποσό των 3.737,62 ευρώ, 2) η έκτη εφεσίβλητη, Μ.
Π., εκ του οφειλόμενου χρηματικού ποσού των 8.017,34 ευρώ, το χρηματικό ποσό των 3.423,04 ευρώ, 3) η έβδομη εφεσίβλητη, Δ. Π., εκ του οφειλόμενου χρηματικού ποσού των 7.064,82 ευρώ, το χρηματικό ποσό των 3.496,57 ευρώ και 4) η ένατη εφεσίβλητη, Μ. Κ., εκ του οφειλόμενου χρηματικού ποσού των 7.971,49 ευρώ, το χρηματικό ποσό των 4.035,38 ευρώ.
Οι υπόλοιποι εφεσίβλητοι, για τους οποίους ο σύλλογος δεν προέβη στη γνωστοποίηση προς την ασφαλιστική εταιρεία του γεγονότος επέλευσης στο πρόσωπό τους της ασφαλιστικής περίπτωσης, δηλαδή του γεγονότος ότι αποχώρησαν από την υπηρεσία τους με προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, δεν έλαβαν από την ασφαλιστική εταιρεία κανένα χρηματικό ποσό.
Επομένως, η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να καταβάλει απευθείας στους εφεσιβλήτους - ενάγονιες, ως εφάπαξ συνταξιοδοτική παροχή, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1) Στην πρώτη εφεσίβλητη, Α. Δ., το χρηματικό ποσό των 7.474,42 ευρώ, 2) στη δεύτερη εφεσίβλητη, Σ. Κ., το χρηματικό ποσό των (8.357,92-3.737,62=) 4.620,30 ευρώ, 3) στην τρίτη εφεσίβλητη, Α.
Κ., το χρηματικό ποσό των 2.440,25 ευρώ, 4) στον τέταρτο εφεσίβλητο, Χ. Λ., το χρηματικό ποσό των 8.262,30 ευρώ, 5) στον πέμπτο εφεσίβλητο, Δ. Λ., το χρηματικό ποσό των 6.759,65 ευρώ, 6) στην έκτη εφεσίβλητη, Μ. Π., το χρηματικό ποσό των (8.017,34-3.423,04=) 4.594,30 ευρώ, 7) στην έβδομη εφεσίβλητη, Δ. Π., το χρηματικό ποσό των (7.064,82-3.496,57=) 3.568,25 ευρώ, 8) στον όγδοο εφεσίβλητο, Κ.-Ν.
Σ., το χρηματικό ποσό των 1.275,33 ευρώ, 9) στην ένατη εφεσίβλητη, Μ. Κ., το χρηματικό ποσό των (7.971,49-4.035,38=) 3.936,11 ευρώ, 10) στη δέκατη εφεσίβλητη, Α. Κ., το χρηματικό ποσό των 1.384,21ευρώ, 11) στην ενδέκατη εφεσίβλητη, Γ. Β., το χρηματικό ποσό των 5.882,23 ευρώ, 12) στον δωδέκατο εφεσίβλητο, Σ. Π., το χρηματικό ποσό των 3.087,23 ευρώ και 13) στον δέκατο τρίτο εφεσίβλητο, Α.
Β., το χρηματικό ποσό των 7.335,36 ευρώ. Περίπτωση απαλλαγής της εκκαλούσας -εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας από την υποχρέωσή της προς καταβολή των προαναφερόμενων χρηματικών ποσών στους εφεσιβλήτους-ενάγοντες δεν συντρέχει εν προκειμένω, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι, κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, δηλαδή κατά το χρόνο αποχώρησης των εφεσιβλήτων από την υπηρεσία τους στην Αγροτική Τράπεζα με προϋποθέσεις συνταξιοδότησης (28.07.2012 και όσον αφορά τον δωδέκατο εφεσίβλητο 24.10.2011), ο λογαριασμός διαχείρισης κεφαλαίων (λογαριασμός κατάθεσης ασφαλίστρων) δεν είχε επαρκές υπόλοιπο, ούτε, εξάλλου, η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία υποστηρίζει το αντίθετο.
Με τον πρώτο λόγο της έφεσής της η τελευταία υποστηρίζει ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά στην έγερση της εναντίον της αγωγής, διότι κατά το χρόνο συζήτησής της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (18.01.2018) η επίδικη σύμβαση δεν ήταν σε ισχύ, έχουσα λήξει ήδη από τις 25.04.2013 με την από 22.01.2013 εξώδικη δήλωσή της, που απηύθυνε προς τον αντισυμβαλλόμενο σύλλογο, με την οποία κατήγγειλε τη σύμβαση.
Με δεδομένο, όμως, ότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι εφεσίβλητοι- ενάγοντες αποχώρησαν από την υπηρεσία τους στην Αγροτική Τράπεζα με προϋποθέσεις συνταξιοδότησης πριν την καταγγελία της επίδικης σύμβασης, η εκκαλούσα-εναγομένη τυγχάνει υποκείμενο της επίδικης έννομης σχέσης και, ως εκ τούτου, νομιμοποιείται παθητικά στην έγερση της εναντίον της αγωγής, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι κατά το χρόνο συζήτησής της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε λήξει η συμβατική σχέση από την οποία απορρέουν οι επίδικες απαιτήσεις των εφεσιβλήτων-εναγόντων, αφού η εκ των υστέρων κατάργηση της συμβατικής αυτής σχέσης δεν συνεπάγεται την αναδρομική κατάργηση των γεννηθέντων κατά τη διάρκεια ισχύος της δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε το ίδιο δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, και ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Επιπλέον, με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής, διότι δεν επικαλούνται στο δικόγραφο αυτής ότι ο σύλλογος γνωστοποίησε προηγουμένως προς αυτήν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τον προσδιορισμό του οφειλόμενου, ως εφάπαξ παροχή, ποσού, με αποτέλεσμα αυτοί να μην δικαιούνται να αξιώνουν τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά.
Επίσης, με τον τρίτο λόγο έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι, ναι μεν η μεταξύ αυτής και του συλλόγου σύμβαση χορηγεί δικαίωμα στα μέλη του συλλόγου να αξιώσουν απευθείας από αυτήν τις συμφωνημένες παροχές, δηλαδή ενεργεί ως γνήσια υπέρ τρίτων σύμβαση, μέχρι του ποσού όμως που κάθε παροχή προσδιορίζεται από το σύλλογο με σχετική γνωστοποίηση προς αυτή, οπότε και υποχρεούται, συμμορφούμενη προς τη σχετική γνωστοποίηση (εντολή) του συλλόγου, να αναλάβει από το σχετικό λογαριασμό το αντίστοιχο ποσό (εφάπαξ παροχή) και να το καταβάλει στα δικαιούμενα μέλη του συλλόγου, διόρθωση δε τυχόν ανακριβούς γνωστοποίησης μπορεί να γίνει μόνο από το σύλλογο και όχι από τα μέλη του και, επομένως, οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες, αξιώνοντας ως μέλη του συλλόγου την καταβολή της εφάπαξ παροχής χωρίς να έχει προηγηθεί η σχετική γνωστοποίηση του συλλόγου ή αξιώνοντας την καταβολή παροχής υπέρτερου ποσού από αυτό που γνωστοποίησε ο σύλλογος προς τη δικαιοπάροχό της ασφαλιστική εταιρεία, ενεργούν χωρίς δικαίωμα και είναι απορριπτέα η αγωγή τους, αφού κατ' αυτόν τον τρόπο ζητούν διαφορετική ως προς το ποσό παροχή από αυτήν που συμφώνησαν τα συμβαλλόμενα μέρη.
Επιπρόσθετα, η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία με τον τρίτο λόγο της έφεσής της ισχυρίζεται ότι ο σύλλογος, γνωστοποιώντας προς τη δικαιοπάροχό της ασφαλιστική εταιρεία για τον προσδιορισμό της προς τη δεύτερη, έκτη, έβδομη και ένατη των εφεσιβλήτων παροχής ποσό μικρότερο των πραγματικών αποδοχών τους προέβη κατά την έννοια αυτή σε μερική ανάκληση του υπέρ αυτών δικαιώματος στην παροχή.
Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, η επίδικη σύμβαση αποτελεί διαχειριστική ασφαλιστική σύμβαση, η οποία θεμελιώνει ευθεία αξίωση των εφεσιβλήτων, ως υπέρ τρίτων δικαιούχων-ασφαλισμένων (εργαζόμενων της Αγροτικής Τράπεζας- μελών του συλλόγου) εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας, με τη διεκδίκηση της δικαιούμενης ασφαλιστικής παροχής (εφάπαξ συνταξιοδοτική παροχή), στο πλαίσιο της οποίας, με την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, που εν προκειμένω συνίσταται στην αποχώρηση των εφεσιβλήτων από την υπηρεσία τους στην Αγροτική Τράπεζα με δικαίωμα συνταξιοδότησης από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα τους, αυτοί απέκτησαν άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσουν από την ασφαλιστική εταιρεία, στρεφόμενοι κατ' αυτής απευθείας, σύμφωνα με το άρθρο 411 ΑΚ, την εφάπαξ συνταξιοδοτική παροχή, η δε συμβατική υποχρέωση του συλλόγου να γνωστοποιήσει στην ασφαλιστική εταιρεία τα αναγκαία για τον υπολογισμό της παροχής στοιχεία δεν αποτελούσε προϋπόθεση για τη γέννηση του σχετικού δικαιώματος των εφεσιβλήτων.
Διαφορετικό είναι το ζήτημα ότι η εκ μέρους του συλλόγου παραβίαση της σχετικής υποχρέωσής του, δηλαδή η μη γνωστοποίηση στην ασφαλιστική εταιρεία των στοιχείων αυτών, συνιστά λόγο που αίρει την υπερημερία της εκκαλούσας-εναγομένης ως προς την καταβολή της συμφωνηθείσας εφάπαξ παροχής προς τους εφεσιβλήτους-ενάγοντες.
Τα ανωτέρω σαφώς συνάγονται από το περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης, χωρίς εν προκειμένω να τίθεται ζήτημα ερμηνείας της, κατ' άρθρα 173 και 200 ΑΚ, αφού στις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων δεν διαπιστώνεται κενό ή ασάφεια. Περίπτωση, εξάλλου, αόριστης παροχής, κατ' άρθρο 371 ΑΚ, δεν υφίσταται εν προκειμένω, δεδομένου ότι τα συμβαλλόμενα μέρη προσδιόρισαν πλήρως στην επίδικη σύμβαση το περιεχόμενο της εφάπαξ παροχής προς τους ασφαλισμένους, κατ' έκταση, χρόνο και λοιπές περιστάσεις, θέτοντας για τον υπολογισμό του ύψους της παροχής συγκεκριμένα προσδιοριστικά στοιχεία (μέσο μηνιαίο μισθό του τελευταίου πριν τη συνταξιοδότηση δωδεκαμήνου και έτη ταμειακής ενημερότητας).
Το γεγονός ότι η σύμβαση τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, δηλαδή της αποχώρησης του ασφαλισμένου λόγω συνταξιοδότησης, που ανέλαβε την υποχρέωση να γνωστοποιήσει ο σύλλογος προς την ασφαλιστική εταιρεία, θέτοντας υπόψη της τα αναγκαία για τον υπολογισμό της παροχής στοιχεία που αφορούσαν έκαστο ασφαλισμένο, δεν συναρτάται με την παροχή αυτή καθ' εαυτή, ώστε να τίθεται ζήτημα αοριστίας της και συμφωνίας για μεταγενέστερο προσδιορισμό της από το σύλλογο.
Αντίθετα, συνεπάγεται την κατάρτιση της σύμβασης με εξάρτηση της παροχής από το παραπάνω μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός, δηλαδή της αποχώρησης του ασφαλισμένου από την υπηρεσία με προϋποθέσεις συνταξιοδότησης. Περαιτέρω, όσον αφορά τη δεύτερη, έκτη, έβδομη και ένατη των εφεσιβλήτων, η γνωστοποίηση του συλλόγου ποσών μικρότερων των πραγματικών τους αποδοχών δεν δύναται να εκληφθεί ως μερική ανάκληση του υπέρ αυτών δικαιώματος στην παροχή, διότι δεν πρόκειται για παροχή από χαριστική αιτία, ώστε το σχετικό δικαίωμα των ασφαλισμένων να υπόκειται σε μονομερή δήλωση μερικής ανάκλησης, αλλά για παροχή με αντάλλαγμα την καταβολή εισφορών παρακρατούμενων από τη μισθοδοσία των ασφαλισμένων.
Σε κάθε δε περίπτωση η σχετική γνωστοποίηση, γενόμενη μετά τη γέννηση της αξίωσης των ανωτέρω ασφαλισμένων να απαιτήσουν την εφάπαξ παροχή, δεν δύναται να εκληφθεί ως μερική ανάκληση δικαιώματος και να καταργήσει (εν μέρει) αναδρομικώς το δικαίωμά τους να λάβουν την παροχή αυτή. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε τα ίδια, έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και οι δεύτερος και τρίτος λόγος έφεσης είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.
Ακόμη, με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα- εναγομένη ισχυρίζεται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη, διότι, παρά το νόμο και κατά κακή εκτίμηση αποδείξεων, απέρριψε σιωπηρά την ένστασή της περί αδυναμίας της να εκπληρώσει την παροχή από υπαιτιότητα του δέκτη της υπόσχεσης-συλλόγου (άρθρα 381 και 414 ΑΚ), ο οποίος ενεργώντας αντισυμβατικά, κατά παράβαση του άρθρου 3 της επίδικης σύμβασης, αρνήθηκε να αποδεχθεί τις βασιζόμενες σε αναλογιστικές μελέτες εισηγήσεις και προτάσεις της για καταβολή εφάπαξ εισφοράς, ποσού 1.171.000 ευρώ, με συνέπεια να καταστεί υπαίτιος της ανεπάρκειας του αποθεματικού του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου και, κατ' επέκταση, της ανυπαίτιας αδυναμίας τους για καταβολή των παροχών.
Ωστόσο, η ανωτέρω ένσταση με το παραπάνω περιεχόμενο τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι για τη θεμελίωσή της η εκκαλούσα- εναγομένη δεν προσδιορίζει το χρόνο που ο λογαριασμός διαχείρισης κεφαλαίου κατέστη ανεπαρκής για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των εφεσιβλήτων- εναγόντων, παραθέτοντας τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία.
Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης, προϋπόθεση για την απαλλαγή της εκκαλούσας από την υποχρέωσή της να καταβάλει την εφάπαξ συνταξιοδοτική παροχή αποτελούσε η κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης ανεπάρκεια του υπολοίπου του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου, από τον οποίο και μόνον αντλείτο το εφάπαξ καταβαλλόμενο στον εκάστοτε συνταξιοδοτούμενο υπάλληλο της Αγροτικής ποσό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η εκκαλούσα δεν ισχυρίζεται ότι κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο (28.07.2012 και όσον αφορά τον δωδέκατο εφεσίβλητο 24.10.2011) δεν επαρκούσε το υπόλοιπο του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των εφεσιβλήτων, παραθέτοντας τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία, δηλαδή το υπόλοιπο του λογαριασμού και το ποσό όλων των γεννημένων κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες απαιτήσεων των ασφαλισμένων.
Αντίθετα, όπως προκύπτει από τη συνολική επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, η εκκαλούσα, κατά την ανάπτυξη του πέμπτου λόγου της έφεσής της, ισχυρίζεται ότι ο λογαριασμός αυτός ήταν ανεπαρκής σε μεταγενέστερο χρόνο και ειδικότερα κατά το χρόνο συζήτησης της κρινόμενης υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (18.01.2018), διότι κατά το χρόνο αυτό το υπόλοιπό του ανερχόταν στο ποσό των 218.425,44 ευρώ, ενώ το σύνολο των προβαλλόμενων από όλους τους ασφαλισμένους απαιτήσεων στο ποσό του 1.473.973,04 ευρώ.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε τη σχετική ένσταση σιωπηρώς, έστω και χωρίς αιτιολογίες, δεν έσφαλε και ο σχετικός (τέταρτος) λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Επιπλέον, με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη, παρά το νόμο και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε σιωπηρά των ισχυρισμό της ότι δεν έχει υποχρέωση να καταβάλει στους εφεσιβλήτους τα αιτούμενα ως εφάπαξ συνταξιοδοτική παροχή ποσά, διότι το υπόλοιπο του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου, ανερχόμενο κατά το χρόνο συζήτησης της κρινόμενης υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (18.01.2013) (ενν. 2018) στο ποσό των 218.425,44 ευρώ, δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του συνόλου των απαιτήσεων όλων των ασφαλισμένων, που ανέρχονται στο ποσό του 1.473.973,04 ευρώ, άλλως ότι η σχετική υποχρέωσή της πρέπει να περιοριστεί μέχρι του υπολοίπου του λογαριασμού (218.425,44 ευρώ), με σύμμετρη ικανοποίηση όλων των δικαιούχων.
Με το παραπάνω περιεχόμενο, ο σχετικός ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, αφού, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν, βάσει των συμβατικώς προβλεπόμενων, η εκκαλούσα απαλλάσσεται από την υποχρέωσή της να καταβάλει στους εφεσιβλήτους την εφάπαξ συνταξιοδοτική παροχή σε περίπτωση μη επάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης.
Τυχόν ανεπάρκεια του λογαριασμού σε μεταγενέστερο χρόνο και ειδικότερα κατά το χρόνο συζήτησης της αντίστοιχης αγωγής δεν ασκεί έννομη επιρροή και δεν απαλλάσσει την εκκαλούσα από την ανωτέρω υποχρέωσή της, ούτε αποτελεί λόγο περιορισμού της υποχρέωσής της αυτής μέχρι του υφιστάμενου σε μεταγενέστερο χρόνο υπολοίπου του λογαριασμού.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε τη σχετική ένσταση σιωπηρώς, έστω και χωρίς αιτιολογίες, δεν έσφαλε και ο σχετικός (πέμπτος) λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Εξάλλου, με τον έβδομο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα επαναφέρει τον πρωτοδίκως υποβληθέντα ισχυρισμό της περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος.
Τα συνιστώντα την κατάχρηση πραγματικά περιστατικά εντοπίζει ως ακολούθως: Ο λόγος που ο σύλλογος επέβαλε όριο-πλαφόν στο ύψος του μέσου μηνιαίου μισθού για τον υπολογισμό της παροχής των μελών του ήταν για να μπορέσουν όλα τα μέλη του να λάβουν την παροχή, διότι τα διαθέσιμα του λογαριασμού διαχείρισης ήταν ανεπαρκή, σύμφωνα με τις αναλογιστικές μελέτες της ιδίας, ότι, συνεπώς, κατά την καταβολή των παροχών ο σύλλογος έπρεπε να λαμβάνει υπόψη και τα συμφέροντα των μελών του που θα συνταξιοδοτούντο μελλοντικά, ότι οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες, όπως και όλα τα μέλη του συλλόγου, γνώριζαν ότι ο σύλλογος επέβαλε πλαφόν για να πάρουν τα μέλη του ισόποση παροχή, ότι οι λόγοι (ταμειακή ανεπάρκεια) που οδήγησαν τον συμβαλλόμενο σύλλογο στην επιβολή ορίου (πλαφόν) στο μέσο μηνιαίο μισθό του τελευταίου δωδεκαμήνου για τον υπολογισμό της παροχής των αποχωρούντων μελών του δεν εξέλιπαν μετά το έτος 1997, αλλά, αντιθέτως, επιτάθηκαν, ότι οι εφεσίβλητοι άσκησαν καταχρηστικά το δικαίωμά τους, διότι γνώριζαν πολύ καλά, ως μέλη του συλλόγου, την επιβολή ορίου (πλαφόν) στο μέσο μηνιαίο συντάξιμο μισθό και μετά το έτος 1997 και κατά την αποχώρησή τους, ότι τούτο δεν είχε θεσπισθεί μόνο για τα έτη 1996 και 1997, αλλά ότι είχε επιβληθεί πολύ νωρίτερα από το έτος 1993, τα δε έτη 1996 και 1997 αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 1.584,73 ευρώ και εξακολούθησε να ισχύει στο ίδιο ύψος και μετά το έτος 1997 και ότι (οι εφεσίβλητοι) προτάσσουν το στενό ατομικό τους συμφέρον σε βάρος των συναδέλφων τους, μελών του συλλόγου, με σκοπό να λάβουν ακέραιη την παροχή τους και οι συνάδελφοί τους μηδενική, με αποτέλεσμα η εν λόγω συμπεριφορά τους να υπερβαίνει τα όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Ωστόσο, τα ανωτέρω επικαλούμενα από την εκκαλούσα πραγματικά περιστατικά, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθούν αληθή, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος των εφεσιβλήτων-εναγόντων να διεκδικήσουν την επίδικη εφάπαξ συνταξιοδοτική παροχή. Και τούτο διότι από τα περιστατικά αυτά δεν δύναται να συναχθεί προηγηθείσα συμπεριφορά των δικαιούχων εφεσιβλήτων και της υπόχρεης εκκαλούσας ή πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τότε που οι δικαιούχοι εφεσίβλητοι μπορούσαν να ασκήσουν το δικαίωμά τους, μέχρι την άσκηση αυτού, ή άλλες περιστάσεις που δεν δικαιολογούν επαρκώς, αλλά καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως ανατιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Επομένως, η σχετική ένσταση τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του την απέρριψε σιωπηρώς, έστω και χωρίς αιτιολογίες, δεν έσφαλε και ο σχετικός (έβδομος) λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Τέλος, με τον έκτο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επεδίκασε ποσά πλέον των αιτηθέντων και ειδικότερα στη δεύτερη εφεσίβλητη το ποσό των 4.620,30 ευρώ και στην έκτη εφεσίβλητη το ποσό των 4.594,30 ευρώ, ενώ αυτές με την αγωγή ζητούσαν αντιστοίχως τα ποσά των 3.002,64 ευρώ και 3.488,46 ευρώ.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η δεύτερη και η έκτη των εφεσιβλήτων δικαιούνται ως εφάπαξ συνταξιοδοτική παροχή, μετά την αφαίρεση των χρηματικών ποσών που τους καταβλήθηκαν κατά τα ανωτέρω, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1) η δεύτερη εφεσίβλητη, Σ. Κ., το χρηματικό ποσό των [8.357,92(δικαιούμενη εφάπαξ παροχή)-3.737,62(καταβληθέν ποσό)=] 4.620,30 ευρώ και 2) η έκτη εφεσίβλητη, Μ.
Π., το χρηματικό ποσό των [8.017,34 (δικαιούμενη εφάπαξ παροχή) -3.423,04 (καταβληθέν ποσό)=] 4.594,30 ευρώ. Ωστόσο, με δεδομένο ότι οι ανωτέρω εφεσίβλητες με την αγωγή τους ζήτησαν την επιδίκαση μικρότερων χρηματικών ποσών και ειδικότερα η δεύτερη εφεσίβλητη το χρηματικό ποσό των 3.002,64 ευρώ και η έκτη εφεσίβλητη το χρηματικό ποσό των 3.488,46 ευρώ, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του επεδίκασε αντί του αιτηθέντος ποσού των 3.002,64 ευρώ το ποσό των 4.620,30 ευρώ και αντί του αιτηθέντος ποσού των 3.488,46 ευρώ το ποσό των 4.594,30 ευρώ, παραβίασε τη θεσπιζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ αρχή της διάθεσης, και, επομένως, ο σχετικός (έκτος) λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως εφετείο δικάσαν Πρωτοδικείο, αφού έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσείουσας όχι μόνο ως προς τις δεύτερη και έκτη των εφεσιβλήτων (ήδη δεύτερη και έκτη των αναιρεσιβλήτων), ως προς τις οποίες έγινε δεκτός λόγος έφεσης, αλλά, "για το ενιαίο του τίτλου εκτέλεσης", και ως προς του λοιπούς αναιρεσιβλήτους, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος της που αφορά στην αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας, (αφού κατά το μέρος που η αγωγή τους στρεφόταν κατά του ανωτέρω σωματείου εργαζομένων, του οποίου ήταν μέλη οι αναιρεσίβλητοι και το οποίο υπήρξε ο αντισυμβαλλόμενος της αναιρεσείουσας στην επίδικη σύμβαση, η αγωγή είχε απορριφθεί πρωτοδίκως και οι αναιρεσίβλητοι δεν άσκησαν έφεση) και, ακολούθως, δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει σε έκαστο των αναιρεσιβλήτων, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της απόφασης χρηματικά ποσά.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο επεδίκασε, με βάση τις πληροφορίες που έδωσαν στην αναιρεσείουσα με την αγωγή τους οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι, στις μεν δεύτερη, έκτη, έβδομη και ένατη των αναιρεσιβλήτων τη διαφορά μεταξύ του γνωστοποιηθέντος από το σωματείο μισθού και του πράγματι καταβληθέντος κατά το τελευταίο έτος μέσου μηνιαίου μισθού τους, στους δε λοιπούς αναιρεσιβλήτους ολόκληρη την παροχή, υπολογιζομένη με βάση τον πράγματι καταβληθέντα κατά το τελευταίο έτος μέσο μηνιαίο μισθό τους, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφενός μεν των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1 και 5 του ν. ...6/1997, αφετέρου δε των άρθρων 201, 209, 361, 410 - 412, 414, 713 και 717 του ΑΚ, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 13 κεφ.
VII παρ. 2α Ν.Δ. 400/1970. Και τούτο διότι, ενώ υπό τις πιο πάνω ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) η ένδικη σύμβαση δεν φέρει το χαρακτήρα σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, υπό την έννοια της ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου από την αναιρεσείουσα, αλλά πρόκειται για Σύμβαση Διαχειριστικής Ασφάλισης Λογαριασμού, β) με βάση τη σύμβαση αυτή ο εκάστοτε εργαζόμενος, μέλος του Συλλόγου, όπως είναι οι αναιρεσίβλητοι, με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία η ως άνω σύμβαση τελούσε, ήτοι από τη στιγμή της συνταξιοδότησής του, αποκτά μεν άμεσο και ίδιο αποκλειστικό δικαίωμα κατά της αναιρεσείουσας προς καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής αφαιρετέας από το λογαριασμό διαχείρισης κεφαλαίου, πλην όμως, υπό τον όρο της προηγούμενης γνωστοποίησης από το Σύλλογο στην αναιρεσείουσα του δικαιώματος παροχής του ασφαλισμένου μαζί με τις αναγκαίες για τον προσδιορισμό του καταβλητέου ποσού πληροφορίες, από τις οποίες δεσμευόταν η αναιρεσείουσα με βάση την εμπεριεχόμενη στη σύμβαση Διαχειριστικής Ασφάλισης σχετική εντολή του Συλλόγου προς αυτή, όπως ρητά είχε συμφωνηθεί, κατά τις παραδοχές της απόφασης, με τα άρθρα 5 και 6 της σύμβασης, και γ) το σωματείο ενημέρωσε γραπτώς την αναιρεσείουσα για την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, μόνο για τις δεύτερη, έκτη, έβδομη και ένατη των αναιρεσιβλήτων, δίδοντας, ωστόσο, ως πληροφορία μέσο μηνιαίο μισθό τους ποσού 1.584,74 ευρώ, για δε τους λοιπούς αναιρεσίβλητους δεν προέβη σε καμμία γνωστοποίηση για την πλήρωση της αίρεσης, παρ' όλα αυτά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να καταβάλει απευθείας στους αναιρεσιβλήτους την ένδικη εφάπαξ συνταξιοδοτική παροχή, έξω από τα όρια της εμπεριεχόμενης στην ένδικη σύμβαση εντολής αυτού και δη ανεξαρτήτως της γνωστοποίησης στην αναιρεσείουσα από το αντισυμβαλλόμενό της σωματείο μικρότερου ποσού μηνιαίου μισθού ως προς τις δεύτερη, έκτη, έβδομη και ένατη των αναιρεσιβλήτων και της μη γνωστοποίησης της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, με την αποχώρηση από την υπηρεσία τους και την παροχή των αναγκαίων πληροφοριών για τον προσδιορισμό και την καταβολή της παροχής, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, καίτοι, σύμφωνα με την σύμβαση και την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, μόνο ο εντολέας της αναιρεσείουσας, δηλαδή το αντισυμβαλλόμενο σωματείο, μπορούσε να δώσει στην αναιρεσείουσα με τη γνωστοποίηση τις απαραίτητες πληροφορίες, στα πλαίσια της σύμβασης που το συνέδεε με αυτήν, για τον προσδιορισμό της παροχής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω λόγου, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ. και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3862/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
-
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.
-Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. Και -
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2024..
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ