Supreme Court allows insurance company to recover costs from absent policyholders via remittal request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the insurance company's request for remittal to the original court to recover costs paid by absent policyholders. The court found that the insurance company had legally paid these amounts to the policyholders prior to enforcement, satisfying the statutory requirements for such a claim. Consequently, the court ordered the absent policyholders to return the funds and bear the legal costs of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Article 83(2) of Law 4790/2021: The Supreme Court may examine ex officio the presence of absent parties and, upon proof that costs were previously paid by the appellant to the absent defendants, order their return via remittal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 866 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 866/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως μετονομάστηκε η εταιρεία "...", που έχει την έδρα της στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "...", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 45) …. Οι 1η, 6η, 9ος, 11η, 13ος, 17η, 23ος, 24ος, 26η, 28ος, 33η και 43ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μακρυγιάννη, οι 31η, 32ος, 35η, 37η, 42η, και 44η αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ άπαντες οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4565/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5701/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-07-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και οι αναιρεσίβλητοι που σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Ολ.ΑΠ 14/2015).
Περαιτέρω, στο άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, που περιλαμβάνει διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων μετά την αναστολή λειτουργίας τους προς αντιμετώπιση του ιού COVID-19, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου...
Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι σε περίπτωση που η συζήτηση αίτησης αναιρέσεως ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων εξαιτίας του ιού COVID-19, με πράξη του προέδρου του αντίστοιχου τμήματος του Αρείου Πάγου ορίζεται νέα σύντομη δικάσιμος, χωρίς όμως να απαιτείται να επιδοθεί κλήση από τον έναν διάδικο στον άλλο για τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο που γίνεται από τον γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατ` αναλογική δε εφαρμογή των όσων ισχύουν σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης με αίτημα των διαδίκων και εγγραφής της στο πινάκιο από τον γραμματέα (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' αυτού), προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω της εγγραφής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά την νέα δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε (ΑΠ 308/2019, ΑΠ 1038/2018, ΑΠ 1062/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 13-7-2020 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της με αριθ. 5701/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από την υπ` αριθ. 7439Β'/14-10-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ευανθίας Δημητρακοπούλου, την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, επιμελεία της οποίας προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για τη δικάσιμο της 22-3-2021 ενώπιον του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι αντίγραφο της άνω αίτησης της αναιρεσείουσας, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 22-3-2021, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Νικόλαο Μακρυγιάννη, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά τη συζήτηση στο ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεπώς είναι εκ του νόμου αντίκλητός τους.
Κατά την τελευταία ως άνω δικάσιμο η υπόθεση δεν εκφωνήθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων συνεπεία της πανδημίας COVID-19. Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021, εκδόθηκε η από 11-5-2021 Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε αυτεπαγγέλτως ως νέα ημέρα συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως στο ακροατήριο η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (8-11-2021) και με πρωτοβουλία του γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο οικείο πινάκιο, η εγγραφή δε αυτή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως (8.11.2021), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν οι 2ος, 3η, 4ος, 5ος, 7η, 8ος, 10ος, 12η, 14ος, 15ος, 16η, 18ος, 19η, 20η, 21ος, 22η, 25η, 27ος, 29ος, 30η, 34η, 36ος, 38η, 39η, 40η, 41η και 45η εκ των αναιρεσιβλήτων, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, ενόψει του ότι η δυνάμει του προαναφερόμενου αυτεπάγγελτου προσδιορισμού της συζήτησης εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και οι ως άνω απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν κλητευθεί νομίμως για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 22-3-2021, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ (ταυτόσημη με αυτή του άρθρου 559 αρ.1), όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 14/2015, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 8/2018, Ολ.ΑΠ 27/1998).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ. 1 και 27 παρ. 1 του ν. 2496/1997, που έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 4 και 34 του ίδιου νόμου, και επί ασφαλιστικών συμβάσεων που προϋπήρχαν αυτού και είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του, προκύπτει ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση).
Εξάλλου, ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικώς την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικώς στο άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2496/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, είναι η ασφάλιση με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι υπό τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.
Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει σε περίπτωση πραγματοποιήσεως του ασφαλισμένου κινδύνου ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο).
Στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, το δικαίωμα του οποίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της πλήρωσης των όρων της συμβάσεως (αρθρ. 201 επ. ΑΚ), έχει άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή (και όχι από τον αντισυμβαλλόμενο - δέκτη της υποσχέσεως), το συμφωνηθέν ασφάλισμα σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου (ασφαλιστική περίπτωση) και πληρώσεως των όρων της συμβάσεως.
Πρόκειται περί γνησίας ομαδικής ασφαλίσεως, που λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (αρθρ. 411 ΑΚ), κατά την οποία, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση, ο δικαιούχος τρίτος αποκτά το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και δικαιούται να ασκήσει απευθείας αγωγή κατά του υποσχεθέντος (ασφαλιστή) και να απαιτήσει την προς αυτόν καταβολή της υποσχεθείσης παροχής (ΑΠ 912/2021, ΑΠ 1021/2020, ΑΠ 678/2020).
Τέλος, η διαχειριστική ασφάλιση είναι μια επενδυτικής φύσεως εργασία, χωρίς να έχει σχέση με την κλασική μορφή ομαδικής ασφαλίσεως με την έννοια της αναλήψεως ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχειρήσεως. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 13 κεφ. VII παρ. 2α Ν.Δ. 400/1970 "Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως" επιτρέπεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να συμβάλλονται με άλλη επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού της.
Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού επιχειρήσεως ή και των μελών νομικού προσώπου (όπως συλλόγου), η ασφαλιστική επιχείρηση δημιουργεί Λογαριασμό Καταθέσεως ασφαλίστρων, στον οποίο καταθέτει χρήματα η επιχείρηση ή ο σύλλογος (λήπτης της ασφαλίσεως), εκείνη δε, έναντι προμηθείας, την οποία λαμβάνει από το λογαριασμό, αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί και ειδικότερα όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συνταξιοδοτήσεως και οι συμφωνηθέντες, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 361 και 713 επ.
ΑΚ, μεταξύ των συμβαλλομένων, όροι, να καταβάλλει στον οριζόμενο δικαιούχο (εργαζόμενο της επιχειρήσεως ή μέλος του συλλόγου) τη συνταξιοδοτική παροχή (ασφάλισμα), την οποία αφαιρεί από το λογαριασμό καταθέσεως ασφαλίστρων, που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις του εργοδότη, χωρίς να μετέχει η ίδια (ασφαλιστική εταιρεία), αφού η συμμετοχή της περιορίζεται στη διαχείριση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και υποχρεούται να προβεί στην καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχειρίσεως κεφαλαίων.
Υπό τις συνθήκες αυτές συνάπτεται γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπομένη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 410, 411 επ. Α.Κ., δηλαδή υπέρ του ασφαλισμένου (εργαζομένου ή μέλος του συλλόγου), καθόσον το δικαίωμα επί του ασφαλίσματος γεννάται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση απευθείας και αμέσως στο πρόσωπο του, χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτο πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενο, λήπτη της ασφαλίσεως και εν συνεχεία να μεταβιβασθεί από αυτόν στον τρίτο ασφαλισμένο (ΑΠ 912/2021, ΑΠ 1021/2020, ΑΠ 1477/2019, ΑΠ 1131/2017).
Επομένως, ο τρίτος που δεν είναι συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον ασφαλιστή εντολοδόχο την παροχή σε εκείνη την έκταση και ποσότητα την οποία, στο πλαίσιο της εντολής, καθόρισε δεσμευτικά για τον εντολοδόχο ασφαλιστή ο εντολέας σύλλογος ή εργοδότης. Και τούτο διότι κατά τα άρθρα 717 και 718 ΑΚ με τη σύμβαση της εντολής ενδέχεται να συνδέονται συγκεκριμένου περιεχομένου οδηγίες του εντολέα προς τον εντολοδόχο και εν προκειμένω του συλλόγου ή εργοδότη προς τον ασφαλιστή, σχετικές με την αποδοτέα στον τρίτο παροχή, οι οποίες αν έχουν επιτακτικό (και όχι ενδεικτικό) χαρακτήρα ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται σ' αυτές απαρεγκλίτως, μη έχοντας δικαίωμα να ελέγξει το περιεχόμενό τους, ευθυνόμενος άλλως για κακή εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 912/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι προσελήφθησαν από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος με συμβάσεις εργασίας εξαρτημένου χρόνου η 1η στις 21-9-1984 και αποχώρησε στις 28-7-2012 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', ο 2ος στις 4-6-1982 και αποχώρησε στις 28-7-2012 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 3η στις 20-7-1981 και αποχώρησε στις 287-2012 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', ο 4ος στις 23-5-1985 και αποχώρησε στις 1-7-2011 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', ο 5ος στις 17-61982 και αποχώρησε στις 27-11-2013 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 6η στις 12-3-1979 και αποχώρησε στις 15-5-2012 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 7η στις 28-3-1984 και αποχώρησε στις 30-4-2012 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', ο 8ος στις 18-1-1985 και αποχώρησε στις 26-11-2013 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', ο 9ος στις 15-3-1979 και αποχώρησε στις 1-1-2012 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', ο 10ος στις 5-6-1981 και αποχώρησε στις 25-11-2013 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 11η στις 9-4-1984 και αποχώρησε στις 28-7-2012 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 12η στις 25-7-1988 και αποχώρησε στις 28-7-2012 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', ο 13ος στις 19-9-1984 και αποχώρησε στις 27-11-2013 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', ο 14ος στις 31-1-1985 και αποχώρησε στις 28-11-2013 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', ο 15ος στις 15-11-1975 και αποχώρησε στις 31-10-2011 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 16η στις 6-3-1985 και αποχώρησε στις 22-11-2013 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 17η στις 2-6-1981 και αποχώρησε στις 25-11-2013 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', ο 18ος στις 20-5-1987 και αποχώρησε στις 30-9-2013 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 19η στις 22-12-1983 και αποχώρησε στις 30-9-2013 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 20η στις 241-1996 και αποχώρησε στις 28-7-2012 με το βαθμό του Τμηματάρχη B', ο 21ος στις 6-8-1984 και αποχώρησε στις 28-7-2012 με το βαθμό του Κλητήρα, η 22η στις 28-11-1983 και αποχώρησε στις 28-7-2012 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', ο 23ος στις 9-8-1996 και αποχώρησε στις 28-7-2012 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', ο 24ος στις 7-12-1983 και αποχώρησε στις 22-11-2013 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 25η στις 11-1-1984 και αποχώρησε στις 28-7-2012 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 26η στις 1-6-1981 και αποχώρησε σας 27-11-2013 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', ο 27ος στις 8-4-1985 και αποχώρησε στις 1-12-2013 με το βαθμό του Υποδιευθυντή, ο 28ος στις 22-6-1982 και αποχώρησε στις 30-11-2013 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', ο 29ος στις 11-11-1983 και αποχώρησε στις 8-6-2013 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 30η στις 16-7-1981 και αποχώρησε στις 30-11-2013 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 31η στις 25-11-1983 και αποχώρησε στις 1-11-2011 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', ο 32ος στις 2-12-1983 και αποχώρησε στις 30-11-2013 με το βαθμό του Υποδιευθυντή, η 33η στις 29-3-1984 και αποχώρησε στις 264-2012 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 34η στις 24-2-1984 και αποχώρησε στις 4-10-2013 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 35η στις 9-4-1984 και αποχώρησε στις 28-7-2012 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', ο 36ος στις 1-6-1981 και αποχώρησε στις 1-12-2013 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 37η στις 9-7-1981 και αποχώρησε στις 30-11-2013 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 38η στις 16-7-1984 και αποχώρησε στις 30-11-2013 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 39η στις 11-11-1983 και αποχώρησε στις 25-11-2013 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 40η στις 87-1981 και αποχώρησε στις 28-7-2012 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 41η στις 28-9-1984 και αποχώρησε στις 25-2-2014 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η 42η στις 22-11-1983 και αποχώρησε στις 28-7-2012 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', ο 43ος στις 25-8-1981 και αποχώρησε στις 30-11-2013 με το βαθμό του Υποδιευθυντή, η 44η στις 8-3-1984 και αποχώρησε στις 17-10-2013 με το βαθμό του Τμηματάρχη Α' και η 45 στις 23-12-1983 και αποχώρησε σας 27-7-2012 με το βαθμό του Υποδιευθυντή.
Άπαντες οι εφεσίβλητοι και δη καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας τους υπήρξαν μέλη του σωματείου εργαζομένων της ανωτέρω εργοδότριάς τους με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Σ.Ε.Π.Α.Τ.Ε.), που κατά το έτος 1999 ενοποιήθηκε με δύο έτερα συνδικαλιστικά σωματεία της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, το "ΣΥΛΛΟΓΟ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Σ.Υ.Α.Τ.Ε.) και το "ΣΥΛΛΟΓΟ ΓΕΩΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Σ.Γ.Ε.Α.Τ.Ε.), με αποτέλεσμα την ίδρυση και λειτουργία του επαγγελματικού σωματείου εργαζομένων με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Σ.Ε.Α.Τ.Ε.), που υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις απάντων των προεκτεθέντων σωματείων.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι μεταξύ του ανωτέρω σωματείου και της ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "...", ο κλάδος ζωής και υγείας της οποίας μεταφέρθηκε στην εταιρία με την επωνυμία "..." (...), καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη η αρχική εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση (ΦΕΚ 12998/31-12-2002, ΤΑE & ΕΠΕ), καταρτίσθηκε η υπ' αριθμ. 38553000053/1985 σύμβαση ομαδικής ασφαλίσεως, δυνάμει της οποία συμφωνήθηκε η καταβολή εφάπαξ παροχής στα μέλη του σωματείου των εφεσίβλητων κατά το χρόνο συνταξιοδότησής τους.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου τροφοδοτείται αποκλειστικά από τις εισφορές του συμβαλλομένου σωματείου, σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου και το Γενικό Κανονισμό του Προγράμματος Προνοίας, που ρυθμίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μεταξύ του συμβαλλομένου σωματείου και των ασφαλισμένων, ο δε Γενικός Κανονισμός αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ενδίκου ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
Ο συμβαλλόμενος σύλλογος δίνει στην αντισυμβαλλόμενή του ασφαλιστική εταιρία και αρχική εναγόμενη το δικαίωμα να αποσύρει από το Λογαριασμό όσα ποσά απαιτούνται για την καταβολή των προβλεπόμενων παροχών και δη στην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους (άρθρο 3.1 του ενδίκου συμβολαίου), για δε το λόγο αυτό ο σύλλογος διαβιβάζει στην εταιρία κατάσταση των εργαζομένων, που καλύπτονται από το πρόγραμμα με του αριθμό μητρώου ασφαλισμένου, τα στοιχεία της ταυτότητάς του, την ημερομηνία προσλήψεως και τις μηνιαίες αποδοχές, και με βάση τις πληροφορίες αυτές η εταιρία καθορίζει το ποσό της εισφοράς, την οποία οφείλει να καταβάλει ο σύλλογος εργαζομένων, ως συμβαλλόμενος, στην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους για την καλυπτόμενη ασφαλιστικά ομάδα.
Προβλέφθηκε επίσης, ότι κάθε έτος θα επανεξετάζονται οι υπολογισμοί για τη διαπίστωση της τεχνικής ισορροπίας του Κεφαλαίου και οι διαφορές που τυχόν διαπιστωθούν, μπορούν να εξισορροπηθούν είτε με εφάπαξ καταβολή είτε με αύξηση της εισφοράς, σύμφωνα με τις προτάσεις της εταιρίας. Περαιτέρω, δυνάμει του υπ' αριθμ. 3.3 όρου του ως άνω ενδίκου συμβολαίου προβλέφθηκε, ότι, εάν η εταιρία διαπιστώσει, ότι ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου είναι ή τείνει να γίνει ανεπαρκής, οφείλει να ενημερώσει σχετικά του συμβαλλόμενο σύλλογο και να εισηγηθεί σε αυτόν τις απαραίτητες αναπροσαρμογές των εισφορών, ώστε να διατηρηθεί η επάρκεια αυτού, ενώ στον υπ' αριθμ. 5 όρο αυτού υπό τον τίτλο "γνωστοποίηση δικαιώματος παροχής" προβλέφθηκε, ότι κατά τη διάρκεια ισχύος του ενδίκου ασφαλιστηρίου συμβολαίου ο συμβαλλόμενος σύλλογος εργαζομένων είναι υποχρεωμένος, σε διάστημα τουλάχιστον 15 ημερών προ της ημερομηνίας, κατά την οποία θεμελιώνεται το δικαίωμα παροχής εκάστου εργαζομένου σύμφωνα με τους όρους του Προγράμματος, να το γνωστοποιήσει στην εταιρία, η οποία διατηρεί το δικαίωμα να απαιτήσει τις αποδείξεις που θα κρίνει ως ικανοποιητικές, προκειμένου να επιβεβαιώσει την ακρίβεια πληροφοριών, οι οποίες περιέχονται στη γνωστοποίηση, ενώ δεν υποχρεούται σε οποιαδήποτε καταβολή παροχής, εάν δεν λάβει προηγουμένως την έγγραφη ως άνω γνωστοποίηση.
Εξάλλου, σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 6.1 όρο του ενδίκου συμβολαίου, με τη λήψη της συμπληρωμένης γνωστοποίησης και υπό την προϋπόθεση ότι ο Λογαριασμός είναι επαρκής για την καταβολή της απαιτούμενης παροχής, η εταιρία αναλαμβάνει από αυτόν το ποσό που απαιτείται για την καταβολή της παροχής σε κάθε δικαιούχο, που πληροί τις προϋποθέσεις κατά τους όρους του Προγράμματος και σύμφωνα με τα στοιχεία του δικαιούχου προσώπου, όπως αυτά καθορίζονται στη γνωστοποίηση.
Δυνάμει δε των υπ' αριθμ. 10.2 και 10.3 όρους του ενδίκου συμβολαίου, συμφωνήθηκε, ότι ο συμβαλλόμενος σύλλογος υποχρεούται να αποστέλλει έγγραφη δήλωση στην εταιρία, στην οποία (δήλωση) να περιέχονται όλες οι πληροφορίες που αφορούν στην καλυπτόμενη από το Πρόγραμμα ομάδα, κάθε δε πληροφορία σχετική με ασφαλισμένο εργαζόμενο, που κατά τη χρονική περίοδο της ασφάλισης ή της αποχώρησης προκύψει ανακριβής, θα διορθωθεί με σκοπό τον καθορισμό των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου και η εταιρία θα διορθώσει, αντιστοίχως, τον υπολογισμό της αξίας των παροχών σε βάρος του Κεφαλαίου.
Περαιτέρω, στο παράρτημα B' του ενδίκου ασφαλιστηρίου συμβολαίου καθορίσθηκε η τακτική μηνιαία εισφορά σε ποσοστό 0,40 % του συνολικού μηνιαίου ακαθαρίστου μισθού εκάστου ασφαλισμένου - εργαζομένου, καταβαλλόμενη από του συμβαλλόμενο σύλλογο, στο δε συνημμένο στο ένδικο συμβόλαιο Γενικό Κανονισμό Προγράμματος Πρόνοιας καθορίσθηκε η έννοια των όρων "ασφαλισμένοι" ως τα μέλη του ως άνω ΕΣΠΑΤΕ, "μηνιαίος μισθός" ως ο συνολικός μηνιαίος ακαθάριστος μισθός που δηλώνει κάθε φορά ο συμβαλλόμενος στην εταιρία, "συντάξιμος μηνιαίος μισθός" ως ο μέσος μηνιαίος μισθός του τελευταίου δωδεκαμήνου προ της συνταξιοδοτήσεως, "συντάξιμη υπηρεσία" ως ο συνολικός χρόνος παραμονής του ασφαλισμένου στο Πρόγραμμα από την ημερομηνία ασφαλίσεώς του μέχρι την ημερομηνία συνταξιοδοτήσεώς του από την … ή άλλον κύριο ασφαλιστικό φορέα, το ποσό της οποίας ισούται με το 15 % του μηνιαίου συντάξιμου μισθού επί τη συντάξιμη υπηρεσία, ποσό που δεν δύναται να είναι κατώτερο από το ποσό 2 συντάξιμων μισθών, υπό την προϋπόθεση ότι ο συνταξιοδοτούμενος θα έχει συμπληρώσει 25 έτη συνολικής παραμονής στο σύλλογο, για δε μικρότερο χρονικό διάστημα το ανωτέρω ποσό θα μειούται αναλογικά.
Σύμφωνα, συνεπώς, με τους ανωτέρω όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, προκύπτει ότι η ένδικη σύμβαση ομαδικής ασφαλίσεως φέρει το χαρακτήρα επενδυτικής - διαχειριστικής ασφαλίσεως και γνήσιας συμβάσεως υπέρ τρίτου, δυνάμει της οποίας έκαστο συνταξιοδοτούμενο μέλος (εργαζόμενος ως τρίτος) αποκτά άμεσο δικαίωμα έναντι του ασφαλιστή (αρχική εναγόμενη - υποσχεθείσα), από τη στιγμή κατά την οποία η τελευταία αναλαμβάνει από το Κεφάλαιο το αναγκαίο ποσό για το σχηματισμό του χρηματικού ποσού που χορηγείται στου εργαζόμενο - μέλος, σύμφωνα με όσα προοεκτέθηκαν.
Επομένως, από τη στιγμή, κατά την οποία οι εφεσίβλητοι αποχώρησαν οικειοθελώς από την υπηρεσία τους, έχοντας προηγουμένως θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης, δικαιούνται να στραφούν ευθέως κατά της αρχικής εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και να ζητήσουν την ικανοποίηση των αξιώσεών τους, οι οποίες απορρέουν από την ένδικη σύμβαση ομαδικής ασφαλίσεως και δη νομιμοποιούμενοι ενεργητικά, της δε εκκαλούσας νομιμοποιούμενης παθητικά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, που προηγήθηκε, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της τελευταίας, που συνιστούν και μερικότερο πρώτο λόγο εφέσεως, ως αβασίμων.
Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι δυνάμει των υπ' αριθμ. πρωτ. 31/31-1-1997 και 74/12-2-1997 εγγράφων του δέκτη της ανωτέρω υποσχέσεως συμβαλλομένου συλλόγου προς την υποσχεθείσα και αρχική εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, συνάγεται ότι ο σύλλογος γνωστοποίησε στην τελευταία ότι, δυνάμει σχετικών αποφάσεων των αρμοδίων οργάνων του, τέθηκε πλαφόν στο ύψος του μέσου μηνιαίου μισθού του τελευταίου δωδεκαμήνου, επί του οποίου υπολογίζεται η ενίσχυση των εξερχομένων μελών του (συλλόγου), το οποίο (πλαφόν) καθορίσθηκε στο ποσό των 540.000 δρχ, ήτοι στο ισόποσο των 1.584,73 ευρώ για τους εξερχομένους από 1-1-1996 μέχρι 31-12-1997, καθώς επίσης ορίσθηκε ότι όσα μέλη του συλλόγου δεν έχουν συμπληρώσει 5 έτη ταμειακής ενημερότητας δεν δικαιούνται ποσοστού ενίσχυσης, ότι όσα μέλη του συλλόγου συμπληρώνουν 5 - 15 έτη δικαιούνται ποσοστό ενίσχυσης ύψους 6,667 % για κάθε έτος ταμειακής ενημερότητας και ότι όσα μέλη συμπληρώνουν πάνω από 15 έτη ταμειακής ενημερότητας του συλλόγου δικαιούνται ποσοστό ενίσχυσης 8 % για κάθε έτος ενημερότητας.
Για το λόγο δε αυτό ο σύλλογος κάλεσε την αντισυμβαλλόμενή του αρχική εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία για τη σύνταξη σχετικής πρόσθετης πράξης του ενδίκου ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου προς τροποποίηση των αρχικών όρων αυτού. Προς τούτο, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../19-3-1997 προσθέτου πράξεως, που συνήφθη μεταξύ των αρχικών αντισυμβαλλομένων και η οποία συμφωνήθηκε να αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος του ενδίκου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, τροποποιήθηκε ο Γενικός Κανονισμός Προγράμματος Προνοίας από 1-11996 και εντεύθεν και δη ως προς τους ειδικότερους όρους του προγράμματος εφάπαξ παροχής κατά το χρόνο συνταξιοδότησης των μελών του συλλόγου και προβλέφθηκε, ότι ως "συντάξιμος μηνιαίος μισθός" λογίζεται ο μέσος μηνιαίος μισθός του τελευταίου δωδεκαμήνου προ της συνταξιοδότησης, επί του οποίου υπολογίζεται η ενίσχυση των εξερχομένων μελών του συλλόγου, ενώ για τα εξερχόμενα μέλη από 1-1-1996 έως 3112-1997 ορίσθηκε πλαφόν στο ύψος του μέσου μηνιαίου μισθού και δη το ποσό των 540.000 δρχ, ήτοι το ισόποσο των 1.584,73 ευρώ.
Με την ίδια ως άνω πρόσθετη πράξη ορίσθηκε, ότι το ποσό της εφάπαξ παροχής, την οποία δικαιούται κάθε ασφαλισμένος κατά την ημερομηνία συνταξιοδότησής του από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα που τον καλύπτει, θα συνάγεται από του πολλαπλασιασμό του συντάξιμου μηνιαίου μισθού του με τη συντάξιμη υπηρεσία του και με το προβλεπόμενο ποσοστό ενίσχυσης ως ανωτέρω.
Ενόψει δε της συνταξιοδότησης των εφεσιβλήτων κατά τους ως άνω λεπτομερώς προεκτεθέντες χρόνους για έκαστο εξ αυτών, ο σύλλογος εργαζομένων …, μέλη του οποίου υπήρξαν αμφότεροι, γνωστοποίησε στην αρχική εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία όλα τα αναγκαία στοιχεία για την εκταμίευση της εφάπαξ παροχής, συμπεριλαμβανομένου και του ύψους του μηνιαίου μισθού, τον οποίο αυτοί ελάμβαναν κατά το τελευταίο προ της συνταξιοδότησής τους δωδεκάμηνο.
Ακολούθως η αρχική εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία ενέκρινε και κατέβαλε στην 1η κανένα ποσό, στον 2ο 3.803,38 ευρώ, στην 3η 3.930,16 ευρώ, στον 4ο 3.200 ευρώ, στον 5ο κανένα ποσό, στην 6η 4.183,71 ευρώ, στην 7η 3.800 ευρώ, στον 8ο κανένα ποσό, στον 9ο 4.141,88 ευρώ, στον 10ο κανένα ποσό, στην 11η 3.486,43 ευρώ, στη 12η 2.176 ευρώ, στον 13ο κανένα ποσό, στον 14ο κανένα ποσό, στον 15ο 3.500 ευρώ, στην 16η κανένα ποσό, στην 17η κανένα ποσό, στον 18ο κανένα ποσό, στην 19η κανένα ποσό, στην 20η κανένα ποσό, στον 21ο κανένα ποσό, στην 22η κανένα ποσό, στον 23ο κανένα ποσό, στον 24ο κανένα ποσό, στην 25η κανένα ποσό, στην 26η κανένα ποσό, στον 27ο κανένα ποσό, στον 28ο κανένα ποσό, στον 29ο κανένα ποσό, στην 30η κανένα ποσό, στην 31η 3.306,40 ευρώ, στον 32ο κανένα ποσό, στην 33η 3.464,99 ευρώ, στην 34η κανένα ποσό, στην 35η κανένα ποσό, στον 36ο κανένα ποσό, στην 37η κανένα ποσό, στην 38η κανένα ποσό, στην 39η κανένα ποσό, στην 40η κανένα ποσό, στην 41η κανένα ποσό, στην 42η κανένα ποσό, στον 43ο κανένα ποσό, στην 44η κανένα ποσό και στην 45η κανένα ποσό.
Πλην όμως, ο ανωτέρω υπολογισμός δεν ήταν ο προσήκων, δεδομένου ότι υπολογίσθηκε από την αρχική εναγόμενη με πλαφόν 1.584,73 ευρώ, που είχε προβλεφθεί στο Γενικό Κανονισμό Προνοίας, όπως προελέχθη, καίτοι είχε ρητώς προβλεφθεί, ότι το ανωτέρω πλαφόν αφορά στα μέλη της ομαδικής ασφαλιστικής συμβάσεως που εξέρχονταν κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως 31-12-1997, χρονική περίοδος που ουδόλως αφορά στους εφεσιβλήτους, οι οποίοι εξήλθαν πολύ αργότερα, αποριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εκκαλούσας, που συνιστά και μερικότερο λόγο του δευτέρου λόγου εφέσεως, ως αβασίμου.
Τόσο δε ο ισχυρισμός της αρχικής εναγομένης περί ανεπάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης την ημέρα συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και η ένστασή της περί περιορισμού της ευθύνης της στο υπόλοιπο του Λογαριασμού Διαχείρισης, το οποίο ανερχόταν στις 28-3-2017 στο ποσό των 228.847,85 ευρώ προβάλλονται αλυσιτελώς, καθώς η αρχική κατά τον κρίσιμο χρόνο γέννησης της ένδικης αξίωσης των εφεσιβλήτων εισέπραττε κανονικά τις εισφορές από τον αντισυμβαλλόμενο Σύλλογο, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο υπήρχε έλλειμμα στον Λογαριασμό Διαχείρισης της ένδικης σύμβασης ή ότι η αρχική εναγομένη είχε αποστείλει στον αντισυμβαλλόμενο της έγγραφο περί διαπίστωσης ανεπάρκειας του Λογαριασμού, με το οποίο να εισηγείται τις αναγκαίες αναπροσαρμογές στις εισφορές σύμφωνα με το άρθρο 3.3 της ένδικης σύμβασης.
Άλλωστε, το ότι κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος της απαίτησης προκύπτει και από την ίδια την ένδικη σύμβαση, στο άρθρο 3.3 της οποίας ορίζεται ότι "Δεν εκδίδεται ασφαλιστήριο σύνταξης και καμία καταβολή δεν γίνεται από την Εταιρεία, εφόσον το υπόλοιπο του λογαριασμού που υπάρχει τη στιγμή της απαίτησης δεν επαρκεί για την κάλυψη της παροχής αυτής".
H από 31-12-2009 αναλογιστική μελέτη του αναλογιστή Γ. Κ., βάσει της οποίας η αρχική εναγομένη εισηγήθηκε την καταβολή έκτακτης εισφοράς στου αντισυμβαλλόμενο Σύλλογο για την επάρκεια του κεφαλαίου του επίδικου Λογαριασμού που αφορά και την ένδικη σύμβαση, και απεστάλη, όμως, στον αντισυμβαλλόμενο Σύλλογο με το υπ' αριθμ.
πρωτ. .../10-2-2011 έγγραφο της αρχικής εναγομένης, ήτοι δύο χρόνια μετά του κρίσιμο χρόνο γέννησης της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο αντισυμβαλλόμενος σύλλογος κατέβαλε μέχρι την 1η-8-2Ο12 τις συμφωνημένες εισφορές του στο πλαίσιο της ένδικης σύμβασης, σύμφωνα με όσα η ίδια η αρχική εναγομένη αναφέρει στην προαναφερόμενη από 22-1-2013 καταγγελία της ένδικης σύμβασης, δεν αίρουν την υποχρέωση της αρχικής εναγομένης να καταβάλει στους εφεσίβλητους την αιτούμενη παροχή της, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εκκαλούσας, που επαναφέρονται με σχετικούς λόγους έφεσης, ως αβασίμων.
Συνεπώς, εφόσον ο Λογαριασμός Διαχείρισης της ένδικης σύμβασης ήταν επαρκής κατά του κρίσιμο χρόνο συνταξιοδότησης της ενάγουσας και ο αντισυμβαλλόμενος Σύλλογος κατέβαλε τις συμφωνημένες εισφορές, η αρχική εναγόμενη όφειλε να καταβάλει στους εφεσιβλήτους τη συμφωνημένη παροχή, απορριπτομένης της ένστασης εξοφλήσεως της εκκαλούσας, δοθέντος ότι εξακολουθεί να οφείλει στους εφεσιβλήτους τη διαφορά, όπως ανωτέρω προκύπτει και, επιπλέον, επαρκεί ο καταλογισμός της στον Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου του επίδικου ομαδικού ασφαλιστηρίου, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε στις 28-3-2017 εμφάνιζε υπόλοιπο ύψους 228.847,85 ευρώ.
Επιπλέον, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας περί μη ευθύνης της, καθώς ως εντολοδόχος κατέβαλε στους εφεσιβλήτους την παροχή βάσει των στοιχείων που της γνωστοποιήθηκαν από τον αντισυμβαλλόμενο Σύλλογο απορρίπτεται, ως ουσία αβάσιμος, καθώς, όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, ο Σύλλογος της γνωστοποίησε ανακριβή στοιχεία, ήτοι μικρότερο ποσό από το πραγματικά καταβαλλόμενο μέσο μηνιαίο μισθό του τελευταίου δωδεκαμήνου πριν την συνταξιοδότηση των εφεσιβλήτων, και επιπλέον σύμφωνα με το προεκτεθέν 10.3 άρθρο της ένδικης σύμβασης υπάρχει η δυνατότητα διόρθωσης κάθε ανακριβούς πληροφορίας σχετική με τον ασφαλισμένο, προκειμένου να γίνει ορθός καθορισμός των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου, ώστε η αρχική εναγομένη να διορθώσει, στη συνέχεια, του υπολογισμό της αξίας των παροχών σε βάρος του κεφαλαίου του Λογαριασμού.
Άλλωστε, σύμφωνα με το άρθρο 1 των Γενικών Όρων της ένδικης σύμβασης "οι υποχρεώσεις της Εταιρείας προς τον ασφαλισμένο (εργαζόμενο) αρχίζουν την ημερομηνία που το κατάλληλο ποσό αποσυρθεί από του Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου για την καταβολή της προβλεπόμενης παροχής" και, συνεπώς, οι εφεσίβλητοι έχουν άμεσο και ίδιο δικαίωμα να στραφούν κατά της αρχικής εναγομένης λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης της ένδικης σύμβασης εκ μέρους αυτής, δίχως αυτό να εξαρτάται από τη διαμεσολάβηση του συμβαλλόμενου Συλλόγου.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της αρχικής εναγομένης, που επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης, περί άτυπης τροποποίησης της ένδικης σύμβασης ως προς την καθιέρωση πλαφόν στο ύψος του μέσου μηνιαίου μισθού του τελευταίου δωδεκαμήνου πριν τη συνταξιοδότηση του ασφαλισμένου και για το χρονικό διάστημα μετά τις 31-12-1997, για τον λόγο ότι ο συμβαλλόμενος Σύλλογος της απέστειλε γραπτές γνωστοποιήσεις με το ανωτέρω πλαφόν και ότι, συνεπώς, ως προς το σημείο αυτό τροποποιήθηκε η ένδικη σύμβαση απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμος, καθώς δεν προβλεπόταν τέτοια δυνατότητα βάσει της σύμβασης.
Συνεπώς, με βάση το μηνιαίο μισθό του τελευταίου δωδεκαμήνου, τον οποίον ελάμβαναν οι εφεσίβλητοι, το χρόνο συντάξιμης υπηρεσίας τους και το ποσοστό ενίσχυσής τους, όπως αυτά καθορίζονται στον προεκτεθέντα Γενικό Κανονισμό Προνοίας, την επίδικη σύμβαση και την πρόσθετη πράξη αυτής, όπως προεκτέθηκε, οι εφεσίβλητοι δικαιούνται να λάβουν η 1η (3.385,38 Χ 29 Χ 8%) 7.854,08 ευρώ, ο 2ος (3.416,26 Χ 35 Χ 8%) 9.565,52 ευρώ, η 3η (3.438,63 Χ 30 Χ 8%) 4.322,55 ευρώ, o 4ος ((4.445,97 Χ 26 Χ 8%) 9.247,61 - 3.200] 6.047,61 ευρώ, ο 5ος (544,34 χ 31 χ 8%) 8.789,96 ευρώ, η 6η ((3.615,21 χ 33 χ 8%) 9.544, 15- 4.183,71] 5.360,44 ευρώ, η 7η ((3.653,29 Χ 28 Χ 8%) 8.183,36 - 3.800] 4.383,36 ευρώ, ο 8ος (3.525,48 Χ 28 Χ 8%) 7.897,07 ευρώ, ο 9ος (3.789,62 Χ 33 Χ 8%) 10.004,59 - 4.141,88) 5.862,71 ευρώ, o 10ος (4.327,65 Χ 32 Χ 8%) 11.078,78 ευρώ, η 11η ((3.139,98 Χ 28 Χ 8%) 7.033,50 - 3.486,43] 3.547,07 ευρώ, η 12η ((2.897,24 Χ 22 Χ 8%) 5.099,14 ευρώ, ο 13ος (4.285,68 Χ 29 Χ 8%) 9.942, 77 ευρώ, ο 14ος (3.449,86 X 28 Χ 8%) 7.727,68 ευρώ, ο 15ος ((4.999,04 X 34 Χ 8%) 13.597,38 - 3.500] 10.097,38 ευρώ, η 16η (4.671,93 Χ 28 Χ 8%) 10.465,12 ευρώ, η 17η (4.069,44 Χ 32 Χ 8%) 10.417,76 ευρώ, o 18ος (5.787,28 Χ 25 Χ 8%) 11.574,56 ευρώ, η 19η (3.404,86 Χ 30 Χ 8%) 8.171,66 ευρώ, η 20η (3.545,14 Χ 16 Χ 8%) 4.537,77 ευρώ, ο 21ος (2.171,21 Χ 28 Χ 8%) 4.863,51 ευρώ, η 22η (2.923,55 Χ 29 Χ 8%) 6.782,63 ευρώ, ο 23ος (2.919,32 Χ 16 Χ 8%) 3.736.72 ευρώ, ο 24ος (4.474,23 Χ 30 Χ 8%) 10.738,15 ευρώ, η 25η 4.654,64 Χ 28 Χ 8%) 10.426,39 ευρώ, η 26η (3.985,89 Χ 32 Χ 8%) 12.754,84 ευρώ, ο 27ος (6.187,63 Χ 28 Χ 8%)13.860,29 ευρώ, ο 28ος (3.014,04 Χ 31 Χ 8%) 7.474,81 ευρώ, ο 29ος (2.934,36 Χ 30 Χ 8%) 7.042,46 ευρώ, η 30η (3.844,80 Χ 31 Χ 8%) 9.535,10 ευρώ, η 31η (3.964,23 Χ 29 Χ 8%) ευρώ, ο 32ος (4.863,75 Χ 30 Χ 8%) 11.673 ευρώ, η 33η [(3.395,92 Χ 28 Χ 8%) 7.606,86 - 3.464,88] 4.191,98 ευρώ, η 34η (2.942,29 Χ 29 Χ 8%) 6.826,11 ευρώ, η 35η (3.616,67 Χ 28 Χ 8%) 8.103,58 ευρώ, ο 36ος (4.239,55 Χ 32 Χ 8%) 10.853,24 ευρώ, η 37η (3.847,22 Χ 32 Χ 8%) 9.848,88 ευρώ, η 38η (3.542,83 Χ 29 Χ 8%) 8.219,36 ευρώ, η 39η (4.195,35 Χ 30 Χ 8%) 10.068,84 ευρώ, η 40η (3.680,57 Χ 30 Χ 8%) 8.833,36 ευρώ, η 41η (3.487,79 Χ 30 Χ 8%) 8.370,69 ευρώ, η 42η (4.019,48 Χ 29 Χ 8%) 9.325,19 ευρώ, ο 43ος (4.973,54 Χ 32 Χ 8%) 12.732,26 ευρώ, η 44η (3.178,06 Χ 29 Χ 8%) 7.373,09 ευρώ και η 45η (4.820,60 Χ 29 Χ 8%) 11.183,79 ευρώ, απορριπτομένων των περί εξοφλήσεως και ανυπαίτιας αδυναμίας παροχής ισχυρισμών της εκκαλούσας, που συνιστούν και μερικότερους λόγους του δευτέρου λόγου εφέσεως, ως αβασίμων... ".
Με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που κρίνοντας ομοίως είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους τα προαναφερθέντα ποσά.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα όφειλε να υπολογίσει την ένδικη συνταξιοδοτική παροχή των αναιρεσιβλήτων με βάση τον πράγματι καταβαλλόμενο μέσο μηνιαίο μισθό και ότι οι αναιρεσίβλητοι από της συνταξιοδότησής τους απέκτησαν άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα προς καταβολή της κατ' αυτό τον τρόπο υπολογιζόμενης συνταξιοδοτικής παροχής, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις αφενός μεν των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1 και 5 του ν. 2496/1997, αφετέρου δε των άρθρων 201, 209, 361, 410 - 412, 414, 713 και 717 του ΑΚ, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 13 κεφ.
VII παρ. 2α Ν.Δ. 400/1970, καθόσον, υπό τις πιο πάνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ένδικη σύμβαση δεν φέρει το χαρακτήρα της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, υπό την έννοια της ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου, αλλά πρόκειται για Σύμβαση Διαχειριστικής Ασφάλισης Λογαριασμού, με βάση την οποία ο εκάστοτε εργαζόμενος, μέλος του Συλλόγου, με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία αυτή τελούσε, ήτοι από τη στιγμή της συνταξιοδότησής του, αποκτούσε άμεσο και ίδιο αποκλειστικό δικαίωμα κατά της αναιρεσείουσας, χωρίς δηλαδή τη μεσολάβηση του συμβαλλόμενου Συλλόγου (λήπτη της ασφάλισης), προς καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής αφαιρετέας από το λογαριασμό διαχείρισης κεφαλαίου, υπό τον όρο όμως της προηγούμενης γνωστοποίησης από τον Σύλλογο στην αναιρεσείουσα του δικαιώματος παροχής του ασφαλισμένου μαζί με τις απαιτούμενες για την καταβολή αυτής πληροφορίες, στις οποίες περιλαμβάνονται και ο μέσος μηνιαίος μισθός του δικαιούχου και από τις οποίες δεσμευόταν η αναιρεσείουσα από την εμπεριεχόμενη στη σύμβαση Διαχειριστικής Ασφάλισης σχετική εντολή του Συλλόγου προς αυτή (άρθρο 5).
Εν προκειμένω, σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω παραδοχές, συνδυαστικά λαμβανόμενες υπόψη, ο Σύλλογος γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα μικρότερο ποσό από το πραγματικά καταβαλλόμενο μέσο μηνιαίο μισθό του τελευταίου δωδεκαμήνου πριν την συνταξιοδότηση των εφεσιβλήτων, ήτοι το ποσό των 1.584,74 ευρώ (ή 540.000 δρχ), οπότε η τελευταία ως εντολοδόχος είχε συμβατική υποχρέωση να υπολογίσει τη συνταξιοδοτική παροχή του κάθε αναιρεσιβλήτου με βάση το ποσό αυτό και όχι με βάση το μεγαλύτερο μηνιαίο μισθό που ελάμβαναν, με αποτέλεσμα να μη δικαιούνται οι αναιρεσίβλητοι, ως μέλη του Συλλόγου, να αξιώσουν από την αναιρεσείουσα την καταβολή σ' αυτούς παροχής υπέρτερου ποσού από εκείνο που γνωστοποίησε ο Σύλλογος και, συνακόλουθα, όσοι μεν έλαβαν κάποιο ποσό την καταβολή της αιτούμενης με την ένδικη αγωγή διαφοράς της εν λόγω παροχής, όσοι δε δεν έλαβαν κανένα ποσό την καταβολή της αιτούμενης με την αγωγή παροχής.
Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι ναι μεν αρχικά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ενόψει της συνταξιοδότησης των εφεσιβλήτων, ο σύλλογος εργαζομένων ΑΤΕ γνωστοποίησε στην αρχική εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία όλα τα αναγκαία στοιχεία για την εκταμίευση της εφάπαξ παροχής, συμπεριλαμβανομένου και του ύψους του μηνιαίου μισθού, τον οποίο αυτοί ελάμβαναν κατά το τελευταίο προ της συνταξιοδότησής τους δωδεκάμηνο, υπονοουμένου όμως ως τέτοιου του πλαφόν των 1.584,74 ευρώ, αφού στη συνέχεια και κατά την έρευνα του σχετικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας γίνεται δεκτό ότι ο τρόπος υπολογισμού της καταβληθείσης παροχής δεν ήταν ο προσήκων, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο Σύλλογος της γνωστοποίησε ανακριβή στοιχεία, ήτοι μικρότερο ποσό από το πραγματικά καταβαλλόμενο μέσο μηνιαίο μισθό του τελευταίου δωδεκαμήνου πριν την συνταξιοδότηση των εφεσιβλήτων και ότι, σύμφωνα με το 10.3 άρθρο της ένδικης σύμβασης, υπήρχε η δυνατότητα διόρθωσης κάθε ανακριβούς πληροφορίας σχετικής με τους ασφαλισμένους, παραδοχή η οποία και στηρίζει τελικά το διατακτικό της για απόρριψη του άνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος, της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων εκείνων που ρυθμίζουν την, έχουσα χαρακτήρα εντολής, σύμβαση της ασφαλιστικής διαχείρισης, είναι βάσιμος.
Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 912/2021).
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 912/2021, ΑΠ 51/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, μολονότι διαπίστωσε την ύπαρξη κενού και ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών (ασφαλιστικής εταιρείας και Συλλόγου) ως προς τη σημασία και τις έννομες συνέπειες της γνωστοποίησης από το Σύλλογο των στοιχείων, και ιδιαίτερα του μηνιαίου μισθού, για τον προσδιορισμό της καταβλητέας παροχής προς τους αναιρεσίβλητους, εντούτοις δεν προσέφυγε στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την πλήρωση του κενού αυτού, η διαπίστωση του οποίου προκύπτει, κατά την αναιρεσείουσα, από το γεγονός ότι, ενώ, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα δεν ήταν υποχρεωμένη σύμφωνα με τη σύμβαση να καταβάλει την παροχή στα συνταξιοδοτούμενα μέλη χωρίς προηγούμενη γνωστοποίηση των στοιχείων υπολογισμού της από το Σύλλογο, παρ' όλα αυτά, το Εφετείο απέρριψε τον προβληθέντα από αυτή ισχυρισμό της, ότι η ευθύνη της περιοριζόταν αποκλειστικά στην καταβολή στους αναιρεσίβλητους της παροχής με βάση τη γνωστοποίηση του Συλλόγου, από τον οποίο και μόνον μπορούσε να γίνει διόρθωση αυτής και όχι από τα μέλη του, με την αιτιολογία ότι όφειλε να υπολογίσει την παροχή με βάση τον πραγματικό συντάξιμο μισθό, διορθώνοντας τη σχετική πληροφορία, κατ' άρθρο 10.3 της σύμβασης.
Όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: "... Επιπλέον, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας περί μη ευθύνης της, καθώς ως εντολοδόχος κατέβαλε στους εφεσιβλήτους την παροχή βάσει των στοιχείων που της γνωστοποιήθηκαν από του αντισυμβαλλόμενο Σύλλογο απορρίπτεται, ως ουσία αβάσιμος, καθώς, όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, ο Σύλλογος της γνωστοποίησε ανακριβή στοιχεία, ήτοι μικρότερο ποσό από το πραγματικά καταβαλλόμενο μέσο μηνιαίο μισθό του τελευταίου δωδεκαμήνου πριν την συνταξιοδότηση των εφεσιβλήτων, και επιπλέον σύμφωνα με το προεκτεθέν 10.3 άρθρο της ένδικης σύμβασης υπάρχει η δυνατότητα διόρθωσης κάθε ανακριβούς πληροφορίας σχετική με τον ασφαλισμένο, προκειμένου να γίνει ορθός καθορισμός των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου, ώστε η αρχική εναγομένη να διορθώσει, στη συνέχεια, του υπολογισμό της αξίας των παροχών σε βάρος του κεφαλαίου του Λογαριασμού.
Άλλωστε, σύμφωνα με το άρθρο 1 των Γενικών Όρων της ένδικης σύμβασης "οι υποχρεώσεις της Εταιρείας προς τον ασφαλισμένο (εργαζόμενο) αρχίζουν την ημερομηνία που το κατάλληλο ποσό αποσυρθεί από του Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου για την καταβολή της προβλεπόμενης παροχής" και, συνεπώς, οι εφεσίβλητοι έχουν άμεσο και ίδιο δικαίωμα να στραφούν κατά της αρχικής εναγομένης λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης της ένδικης σύμβασης εκ μέρους αυτής, δίχως αυτό να εξαρτάται από τη διαμεσολάβηση του συμβαλλόμενου Συλλόγου. ...".
Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δέχεται, έμμεσα, την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας σχετικά με την περιεχόμενη στο άρθρο 10.3 της ένδικης σύμβασης δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων σχετικά με τη διόρθωση τυχόν ανακριβούς πληροφορίας εκ μέρους του Συλλόγου, καθόσον, για να στηρίξει την κρίσιμη παραδοχή του, ότι η αναιρεσείουσα δεν δεσμευόταν ως προς το μέσο μηνιαίο μισθό από το αναγραφόμενο στη σχετική γνωστοποίηση του Συλλόγου ποσό, γιατί αυτό ήταν ανακριβές και, επομένως, μπορούσε να λάβει χώρα διόρθωση με βάση τις (μεγαλύτερες) μηνιαίες αποδοχές των αναιρεσιβλήτων, χωρίς και να προσδιορίζει από ποιον και πως θα μπορούσε να γίνει αυτή η διόρθωση, χρησιμοποιεί το επιχείρημα ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 των Γενικών Όρων της ένδικης σύμβασης, οι εφεσίβλητοι έχουν άμεσο και ίδιο δικαίωμα να στραφούν κατά της αρχικής εναγομένης λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης της ένδικης σύμβασης εκ μέρους αυτής, δίχως αυτό να εξαρτάται από τη διαμεσολάβηση του συμβαλλόμενου Συλλόγου, χωρίς, ωστόσο, να προσφύγει, όπως ήταν υποχρεωμένο, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους, ούτε αυτούς τους ίδιους ούτε τις ανωτέρω διατάξεις που τους περιέχουν, αναφέρει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ούτε και από το περιεχόμενο της απόφασης συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών.
Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως βάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των κριθέντων ως βασίμων, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".
Η επαναφορά ζητείται και όταν η εκτέλεση έγινε με βάση την πρωτόδικη απόφαση, που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του Εφετείου (ΑΠ 912/2021, ΑΠ 1453/2019). Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων, όμως, μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής ο αναιρεσίβλητος καθίσταται, κατ' άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερος (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 980/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (στις 25.10.2021) προτάσεις της επικαλείται ότι στα πλαίσια εκούσιας εκτέλεσης της αναιρούμενης απόφασης και της επικυρωθείσας με αυτήν πρωτόδικης απόφασης και μετά την έκδοση της υπ` αριθμ. 150/2020 απόφασης του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο),με την οποία διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης για το πέραν του ημίσεως του επιδικασθέντος σε κάθε αναιρεσίβλητο ποσού, μετά των αναλογούντων σ' αυτό νομίμων τόκων, κατέβαλε στους πιο κάτω αναιρεσίβλητους το ήμισυ της απαιτήσεώς τους με τους αναλογούντες τόκους, και δη κατέβαλε τα ακόλουθα ποσά για κεφάλαιο και τόκους:
Στην 1η (3.927,04 + 1.906,22) 5.833,26 ευρώ, στον 2ο (2.881,07 + 1.398,52) 4.279,59 ευρώ, στην 3η (2.161,28 + 1.049,11) 3.210,39 ευρώ, στην 6η (2.680,22 + 1.300,99) 3.981,21 ευρώ, στον 8ο (3.948,54 + 1.916,65) 5.865,19 ευρώ, στον 9ο (2.931,36 + 1.422,90) 4.354,26 ευρώ, στον 10ο (5.539,39 + 2.688,87) 8.228,26 ευρώ, στην 11η (1.773,54 + 860,87) 2.634,41 ευρώ, στην 12η (1.461,57 + 709,45) 2.171,02 ευρώ, στον 13ο (4.971,39 + 2.413,15) 7.384,54 ευρώ, στον 14ο (3.863,84 + 1.875,55) 5.739,39 ευρώ, στην 16η (5.232,56 + 2.539,94) 7.772,50 ευρώ, στην 17η (5.208,88 + 2.528,43) 7.737,31 ευρώ, στον 18ο (5.787,28 + 2.809,20) 8.596,48 ευρώ, στην 19η (4.085,83 + 1.983,31) 6.069,14 ευρώ, στην 20η (2.268,89 + 1.101,32) 3.370,21 ευρώ, στην 22η (3.391,32 + 1.646,17) 6.037,49 ευρώ, στον 23ο (1.868,36 + 906,64) 2.775,30 ευρώ, στον 24ο (5.369,08 + 2.606,19) 7.975,27 ευρώ, στην 25η (5.213,20 + 2.530,53) 7.743,73 ευρώ, στην 26η (6.377,42 + 3.095,66) 9.473,08 ευρώ, στον 27ο (6.930,15 + 3.363,96) 10.294,11 ευρώ, στον 28ο (3.737,41 + 1.814,15) 5.551,56 ευρώ, στην 30η (4.767,55 + 2.341,21) 7.081,76 ευρώ, στην 31η (2.945,31 + 1.429,67) 4.374,98 ευρώ, στον 32ο (5.836,50 + 2.833,10) 8.669,60 ευρώ, στην 33η (2.095,99 + 1.017,39) 3.113,38 ευρώ, στην 34η (3.413,06 + 2.054,31) 5.467,37 ευρώ, στην 35η (4.051,79 + 2.438,74) 6.490,53 ευρώ, στον 36ο (5.462,62 + 3.666,22) 8.692,84 ευρώ, στην 37η (4.924,44 + 2.963,99) 7.888,43 ευρώ, στην 38η (4.109,68 + 2.473,57) 6.583,25 ευρώ, στην 39η (5.034,42 + 3.030,18) 8.064,60 ευρώ, στην 41η (4.185,34 + 2.519,12) 6.704,46 ευρώ, στην 42η (4.662,60 + 1.899,51) 6.562,11 ευρώ, στον 43ο (6.366,13 + 2.593,50) 8.059,63 ευρώ, στην 44η (3.686,55 + 1.501,87) 5.188,42 ευρώ και στην 45η (5.591,90 + 2.278,09) 7.869,99 ευρώ.
Με βάση τα ανωτέρω, ζητεί να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να της καταβάλουν τα ανωτέρω ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης. Η αίτηση αυτή επαναφοράς των πραγμάτων, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις, εφόσον δε από τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα από την αναιρεσείουσα έγγραφα και δη τις σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις προαποδεικνύεται η καταβολή των άνω ποσών από την αναιρεσείουσα στους πιο πάνω αναιρεσίβλητους, πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθμ. 5701/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα. ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση. ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους πιο πάνω 1η, 2ο, 3η, 6η, 8ο, 9ο, 10ο, 11η, 12η, 13ο,14ο, 16η, 17η, 18ο, 19η, 20η, 22η, 23ο, 24ο, 25η, 26η, 27ο, 28ο, 30η, 31η, 32ο, 33η, 34η, 35η, 36ο, 37η, 38η, 39η, 41η, 42η, 43ο, 44η και 45η αναιρεσίβλητους, να αποδώσουν στην αναιρεσείουσα τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ