Legislator Case Law & Legislation
612/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax court decision regarding non-consideration of counterclaims.

Case Number 612/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a tax court decision that rejected a counterclaim. The State argued the lower court failed to consider specific counterclaims essential to the debt's formation, claiming this violated procedural rules. The court ruled that such arguments are not independent 'facts' but merely supporting or refuting the main claim, and thus cannot serve as grounds for an appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 8 and 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that arguments supporting or refuting the main claim, or legal interpretations, do not constitute independent 'facts' and cannot form the basis of an appeal if the lower court considered them.

Keywords

AI generated
independent facts counterclaim consideration appeal admissibility tax debt verification procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 52 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 612 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 612/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Λαλούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 217/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 93/2016 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10/6/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 10.6.2016 και με αριθ. κατάθ.13/13.6.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 93/4.4.2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του τότε εκκαλούντος-καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 217/28.9.2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανακοπή του τότε εφεσίβλητου-ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό …/….8.2009 βεβαίωση οφειλής επί της από 9.7.2009 τριπλότυπης περιληπτικής κατάστασης οφειλών, σε συνδυασμό με τον συνημμένο σε αυτή χρηματικό κατάλογο, δυνάμει των οποίων απεστάλη στον ανακόπτοντα η 173/2009 ατομική ειδοποίηση χρεών, έως το ύψος του ποσού των 29.211,56 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553, 556, 558, 564 παρ.1 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ.1 του ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (ΚΕΔΕ), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται (και) κατά του "νομίμου τίτλου", ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού Δημόσιο θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων της ανακοπής, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.

Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν: α) Η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του ν.δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ` ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.

Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ` ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ` όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:

α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως.

δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ο νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη".

Εξάλλου, το άρθρο 4 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 5 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, ορίζει: "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις".

Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ." "Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε). Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, κατά δε το άρθρο 61 του ιδίου π.δ/τος η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων", σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ` αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.

Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.

Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων.

Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.

Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαιώσεως στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσεως με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, -που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε.

η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη-, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε, η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε.

σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως, ιδίως ενόψει της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.

Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (ΟλΑΠ 5/2019).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 978/2017).Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο κρίνοντας τον προβαλλόμενο από τον ανακόπτοντα ήδη αναιρεσίβλητο, με την από 10.6.2010 ανακοπή του κατ' άρθρο 73 παρ.1 του ΚΕΔΕ, λόγο της αοριστίας του νόμιμου τίτλου, ήτοι της με αριθμό …/….8.2009 ταμειακής βεβαίωσης και αντίστοιχου χρηματικού καταλόγου της ΔΟΥ Πύλης Τρικάλων, βάσει των οποίων φέρεται να οφείλει στο καθού και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ποσό 29.211,56 ευρώ, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τη με αριθμό …/….1.2002 πρόσθετη δανειστική σύμβαση ρύθμισης οφειλών, που καταρτίστηκε μεταξύ της Αγροτικής Τράπεζας και του ανακόπτοντος και ήδη εφεσίβλητου, ρυθμίστηκαν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του τελευταίου προς την παραπάνω Τράπεζα, από πλήθος δανειακών συμβάσεων, που είχε συνάψει μ' αυτήν.

Συγκεκριμένα με την παραπάνω πρόσθετη πράξη, κατ' εφαρμογή της 4216/Β/269/7.2.2001 Απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας περί "Ρύθμισης οφειλών κτηνοτροφικών-πτηνοτροφικών επιχειρήσεων", συμφωνήθηκε ότι οι μέχρι 31.12.2000 συνολικές οφειλές του εφεσίβλητου ανέρχονταν στο ποσό των 81.874,23 ευρώ, το οποίο αποτελεί πλέον ένα νέο δάνειο, που διέπεται από τους ειδικότερα αναφερόμενους στην πράξη αυτή όρους, την τήρηση δε αυτής της σύμβασης εγγυήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο.

Στις 9.7.2009 η Προϊσταμένη της 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με το υπ' αριθμ. …/…/…/….7.2009 έγγραφό της με θέμα "Βεβαίωση οφειλών των Δανειοληπτών του συνημμένου χρηματικού καταλόγου" προς τη Δ.Ο.Υ. Πύλης Τρικάλων απέστειλε στην τελευταία "συνημμένα δικαιολογητικά που αφορούν την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου", σε βάρος των κατονομαζομένων στο έγγραφο αυτό δύο (2) δανειοληπτών, ο ένας εκ των οποίων είναι ο εφεσίβλητος, προκειμένου, όπως αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο, να βεβαιωθεί σε βάρος των δύο δανειοληπτών, το συνολικό αναφερόμενο ποσό των 51.585,10 ευρώ.

Τα δικαιολογητικά που απεστάλησαν στη ΔΟΥ Πύλης Τρικάλων, σχετικά με την κατάπτωση της εγγύησης του Δημοσίου, είναι ένας "χρηματικός κατάλογος οφειλών με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου", στον οποίο αναφέρονται τα ονόματα των οφειλετών, οι διευθύνσεις τους και το ΑΦΜ και παραπλεύρως αυτών ένα συνολικό χρηματικό ποσό, μεταξύ δε των αναγραφόμενων οφειλετών είναι και ο εφεσίβλητος, ο οποίος αναγράφεται δύο φορές, ως οφειλέτης και παραπλεύρως των στοιχείων του αναγράφονται μόνο τα συνολικά ποσά των 15.502,03 και 13.709,53 ευρώ.

Ακολούθως, ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Πύλης Τρικάλων με την προσβαλλόμενη …/….8.2009 ταμειακή βεβαίωση, βεβαίωσε σε βάρος των αναφερόμενων στο χρηματικό κατάλογο δανειοληπτών, το συνολικό ποσό των 51.585,10 ευρώ, κάτω από την "τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου οικ.

έτους 2009"στην οποία αναγράφεται "ονομασία εσόδου εκτός προϋπολογισμού-Νο 555(ΚΑΧΚΕΕΔ)" και στη συνέχεια το προαναφερόμενο ποσό των 51.585,10 ευρώ αναλύεται ως εξής: "κεφάλαιο 22.490,97, τόκοι συμβατικοί 22.746,95, τόκοι καθυστέρησης και υπερημερίας 5.462,88, τόκοι υπερημερίας υπέρ Δημοσίου 884,30". Η παραπάνω δε ταμειακή βεβαίωση έχει το εξής περιεχόμενο: "Βεβαιώνουμε την παραλαβή του ανωτέρω χρηματικού καταλόγου και τη βεβαίωσή του με την καταχώρησή του στο βιβλίο βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ.

με αριθμό 1106 και για ποσό 55.585,10 ευρώ" και σ' αυτήν επισυνάφθηκε ο παραπάνω χρηματικός κατάλογος, με το προαναφερόμενο, όσον αφορά τον ανακόπτοντα, περιεχόμενο. Άλλα έγγραφα, δημόσια ή ιδιωτικά, δεν προέκυψαν από κανένα στοιχείο ότι συνοδεύουν την προσβαλλόμενη πράξη, στην οποία δεν γίνεται καμία αναφορά σε άλλο έγγραφο, εκτός του παραπάνω χρηματικού καταλόγου.

Ακολούθως, εκδόθηκε από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Πύλης Τρικάλων σε βάρος του εφεσιβλήτου η υπ' αριθμ. …/2009 ατομική ειδοποίηση ληξιπρόθεσμων χρεών για 29.211,56 ευρώ με προσαύξηση 1% για κάθε μήνα καθυστέρησης, η εν λόγω δε ειδοποίηση επιδόθηκε στον εφεσίβλητο στις 5.5.2010, οπότε έλαβε αυτός γνώση της προαναφερόμενης συνολικής οφειλής του, την οποία κλήθηκε με την ίδια ειδοποίηση, να τακτοποιήσει στις 30.9.2009.

Από το παραπάνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης, με τη συνοδεύουσα αυτήν τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση, που αφορά όλους τους αναφερόμενους στον χρηματικό κατάλογο δανειολήπτες και τον χρηματικό κατάλογο, στον οποίο, όσον αφορά τον εφεσίβλητο, αναγράφονται μόνο τα συνολικά ποσά των 15.502,03 και 13.709,53 ευρώ, δεν προκύπτει η ακριβής αιτία της οφειλής των ποσών αυτών και ειδικότερα δεν προκύπτει από τα έγγραφα αυτά εάν προέρχονται από την προαναφερθείσα πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών, ούτε γίνεται κανένας ειδικότερος προσδιορισμός των δύο αυτών συνολικών ποσών, με συνέπεια, να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και το ύψος της οφειλής από τον εφεσίβλητο.

Ενόψει του περιεχομένου της προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης και των αντίθετων ισχυρισμών των διαδίκων, η ανωτέρω ταμειακή βεβαίωση και οι συνοδεύοντες αυτήν α)χρηματικός κατάλογος, στον οποίο αναφέρεται ως είδος χρέους "δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου" και β) "τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών από δάνεια με τη εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου-ονομασία εσόδου εκτός προϋπολογισμού-Νο 555(ΚΑΧΚΕΕΔ)", τυγχάνουν ατελείς, αόριστες και ανεπίδεκτες δικαστικής εκτιμήσεως, με συνέπεια να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής από τον εφεσίβλητο.

Συγκεκριμένα στην προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση και στις προαναφερόμενες χρηματικές καταστάσεις δεν γίνεται αναφορά για την αιτία της οφειλής του ανακόπτοντος, δεν αναφέρεται η σύμβαση ρύθμισης οφειλών από την οποία να προκύπτει το εκάστοτε βεβαιούμενο χρέος, δεν αναφέρεται αναλυτικά η κίνηση της σύμβασης ρύθμισης οφειλών, δεν προκύπτει το χρονικό σημείο ενάρξεως της τοκοδοσίας εκάστης δόσης, το εκάστοτε ποσοστό επιτοκίου, το χρονικό διάστημα στο οποίο αντιστοιχούν οι υπολογισθέντες τόκοι και εάν τυχόν εμπεριέχουν ανατοκισμό τόκων προσαυξήσεων ή τυχόν άλλων εξόδων.

Η ανωτέρω αοριστία αναφορικά με την αιτία και τον ακριβή καθορισμό του χρέους δεν θεραπεύεται είτε από την αναγραφή του ΚΑΕ ΚΑΧΚΕΕΔ, είτε με τους προαναφερόμενους τίτλους στις ως άνω χρηματικές καταστάσεις, ενώ από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι υπήρχαν συνημμένα έγγραφα σχετικά με τον υπολογισμό της οφειλής και ότι αυτά συνόδευαν την προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση, όπως είναι η υπ' αριθμ.

…/….7.2009 "κατάσταση υποβολής εγγυημένων δανείων προς το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών" της ΑΤΕ, που επικαλείται και προσκομίζει το εκκαλούν, ούτε εξάλλου προκύπτει, ούτε άλλωστε, το εκκαλούν επικαλείται ότι κοινοποιήθηκαν στον εφεσίβλητο, τα έγγραφα που "συγκροτούν" τον ένδικο νόμιμο τίτλο ή ότι γνωστοποιήθηκαν σ' αυτόν, με άλλο νόμιμο τρόπο, πριν από την άσκηση της ανακοπής του, τα επιμέρους στοιχεία του όλου χρέους του, που αναφέρεται στην προαναφερόμενη ατομική ειδοποίηση, η οποία είναι το μόνο έγγραφο που προκύπτει ότι επιδόθηκε στον εφεσίβλητο και στο οποίο αναφέρεται μόνο "ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΧΚΕΕΔ", τα ποσά 15.502,03 και 13.709,53, σύνολο 29.211,56 ευρώ, η ημερομηνία βεβαίωσης 7.8.2009 και ημερομηνία καταβολής 30.9.2009, χωρίς καμία άλλη ανάλυση και προσδιορισμό των οφειλών και τις αιτίες τους.

Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον από την προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση και το χρηματικό κατάλογο που συνοδεύει αυτήν, δεν προκύπτει η ακριβής αιτία της αναφερόμενης σ' αυτήν οφειλής του εφεσιβλήτου, όπως απαιτείται, κατά τα προαναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, ώστε να λάβει ο εφεσίβλητος-ανακόπτων πλήρη γνώση της οφειλής που βεβαιώθηκε δυνάμει αυτής και να παρέχεται σ' αυτόν η ευχέρεια να ελέγξει τη νομιμότητα και τη βασιμότητα των αναφερομένων στα έγγραφα αυτά κονδυλίων και να προβάλει τους σχετικούς ισχυρισμούς του, το δε Δικαστήριο, που επιλήφθηκε της ένδικης ανακοπής του, να μπορεί με ασφάλεια να διαγνώσει την αμφισβητούμενη από τον εφεσίβλητο οφειλή, η βεβαίωση αυτή δεν έχει την απαιτούμενη πληρότητα, ώστε να καθίσταται η οφειλή αντιληπτή από τον ίδιο(αλλά και από το Δικαστήριο), με αποτέλεσμα να προκαλείται βλάβη στον εφεσίβλητο-ανακόπτοντα, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί με άλλο τρόπο παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης ...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, και κατ` αποδοχή της ανακοπής του αναιρεσίβλητου είχε ακυρώσει για το λόγο αυτό την ταμειακή βεβαίωση. Με αυτά που δέχθηκε, και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) και 51-55 του π.δ. 16/1989,τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, εφόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ότι από τον προσβληθέντα με την ένδικη ανακοπή του αναιρεσιβλήτου "νόμιμο τίτλο", αποτελούμενο από την ταμειακή βεβαίωση και τα μοναδικά έγγραφα που την συνόδευαν, ήτοι την τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση και τον χρηματικό κατάλογο, δεν προέκυπτε η ακριβής αιτία της αναφερόμενης σ' αυτά οφειλής του, με αποτέλεσμα ο αναιρεσίβλητος να μην μπορεί να ελέγξει την νομιμότητα και βασιμότητά της, υφιστάμενος έτσι δικονομική βλάβη, δικαιολογούν την ακύρωση, λόγω αοριστίας, του προσβληθέντος νόμιμου τίτλου.

Τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ότι δηλαδή από τα έγγραφα, που προσκομίσθηκαν το πρώτον κατά τη συζήτηση της ανακοπής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτουν με σαφήνεια το είδος του εσόδου και η αιτία της οφειλής (πρόσθετη δανειστική σύμβαση ρύθμισης οφειλών του αναιρεσιβλήτου προς την Α.Τ.Ε.

με παροχή εγγύησης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου), ενώ αναφέρεται και το συνολικό ύψος της οφειλής, τα δε επιμέρους κονδύλια του χρέους (κεφάλαιο, χρεολύσιο, τόκοι υπερημερίας και λοιπές επιβαρύνσεις) προκύπτουν από το χρηματικό κατάλογο και τα συνοδευτικά αυτού έγγραφα, και συνεπώς ο μεν αναιρεσίβλητος - οφειλέτης είχε τη δυνατότητα αμφισβητήσεως της οφειλής του στη σχετική δίκη, το δε δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της, είναι αβάσιμα.

Το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης επικαλούμενο πλημμέλεια, επίσης, από το άρθρο 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2 παρ.3 του Κ.Ε.Δ.Ε. και εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 51 έως 55 του π.δ. 16/1989 και 32-35 του β.δ. 757/1969, οι οποίες προβλέπουν σχετικά με τη διαδικασία και το περιεχόμενο της ταμειακής βεβαίωσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι συγχέει την έννοια του νόμιμου τίτλου με αυτήν της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον μετά την αποστολή της σχετικής ατομικής ειδοποίησης ληξιπρόθεσμων χρεών του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

Πύλης Τρικάλων μπορούσε και όφειλε να λάβει ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος γνώση όλων των εγγράφων που συγκροτούν τον νόμιμο τίτλο και ότι, ανεξάρτητα με όσα δέχθηκε, ο συγκροτούμενος από τα διαβιβασθέντα από την Α.Τ.Ε. και συνοδεύοντα τους χρηματικούς καταλόγους έγγραφα, νόμιμος τίτλος, περιέχει όλα τα απαιτούμενα για το ορισμένο αυτού στοιχεία.

Ο λόγος αυτός, όμως, ως προς το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στο αυθαίρετο και μη στηριζόμενο στις ανωτέρω διατάξεις συμπέρασμα, ότι η δυνατότητα του αναιρεσίβλητου να πληροφορηθεί την αιτία της οφειλής του, αίρει την δική του δικονομική υποχρέωση συγκεκριμενοποίησης του νόμιμου τίτλου του οποίου επιδιώκει την εκτέλεση, ενώ ως προς το δεύτερο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, διότι με επίφαση την άνω αναιρετική πλημμέλεια πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας αντίθετη παραδοχή του Εφετείου.

Κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 2176/2009, ΑΠ 2166/ 2009, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 701/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, και τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα", δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του (ΑΠ 832/2008).

Ούτε αποτελούν "πράγματα" οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στη ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2008).Τέλος, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον κατά την άνω έννοια ισχυρισμό του διαδίκου και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στο Εφετείο την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν είχε ακυρώσει την επίδικη ταμειακή βεβαίωση ως αόριστη, αλλά για λόγους σχετικούς με το βάσιμο της βεβαιωθείσας απαίτησης, επειδή τότε έπρεπε να λάβει υπόψη του όλους τους προβληθέντες με τις προτάσεις του στα δικαστήρια της ουσίας ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και σχετικούς με τη γέννηση και τη διαμόρφωση της βεβαιωθείσας απαίτησης ισχυρισμούς του, με τους οποίους θεμελίωνε πλήρως την απαίτησή του κατά του αναιρεσιβλήτου, και οι οποίοι, τελικά δεν λήφθηκαν υπόψη, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η έφεσή του.

Ο αναιρετικός, όμως, αυτός λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης, καθώς βασίζεται στην υποθετική περίπτωση που το δικαστήριο προέβαινε στον έλεγχο των θεμελιωτικών της απαίτησης γεγονότων και δεν είχε κάνει δεκτό το σχετικό λόγο ανακοπής του αναιρεσίβλητου περί αοριστίας του νόμιμου τίτλου, και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί.

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος το αναιρεσείον πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 ΕισΝΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10.06.2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 93/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στη μερική δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ