Supreme Court overturns appeal court ruling on limitation period for damages caused by a dam construction defect.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece overturned the Second Instance Court's decision regarding a claim for damages caused by a defective dam. The appellant argued that the lower court incorrectly applied the five-year limitation period to future agricultural losses stemming from a 1995 construction defect. The court found the lower court erred in treating future damages as subject to a limitation period starting from the initial act rather than the time of knowledge, thus violating substantive law provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 90(1) and 91 of Law 2362/1995; Article 937 of the Civil Code; The limitation period for claiming damages for future losses caused by a past unlawful act begins from the time the victim acquires knowledge of the act, the damage, and the responsible party, not from the date of the act itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 832 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 832/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος:.........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μιχαλόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Προοδευτική ΑΤΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος ΑΕ (ΟΣΕ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν η πρώτη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Βασιλείου και η δεύτερη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Κουτζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3903/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3958/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-7-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 3-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Κατά το άρθρο 559 αρ.8 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες από τον διάδικο αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένσταση κλπ, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν αυτά προτείνονται ως λόγοι έφεσης .
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον κατά την άνω έννοια ισχυρισμό του διαδίκου και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ. 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προταθέντα από τον αναιρεσείοντα προς απόκρουση της έφεσης των αναιρεσιβλήτων ισχυρισμό περί αοριστίας της προταθείσας πρωτοδίκως και επαναφερθείσας με λόγο έφεσης από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους ένστασης, περί παραγραφής της ασκηθείσας από τον αναιρεσείοντα αξίωσης για αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό δεχόμενο ως νόμιμη και βάσιμη κατ'ουσίαν την άνω περί παραγραφής ένσταση των εναγομένων και ακολούθως απορρίπτοντας την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη τον περί αοριστίας της ένστασης αυτής ισχυρισμό του ενάγοντος και τον απέρριψε ως αβάσιμο.
ΙΙ. Η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν.δ. της 4.9.1935 "Περί διοικήσεως των ΣΕΚ" ορίζει ότι "οι ΣΕΚ απολαμβάνουν όλων των προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, ως και το Δημόσιον, ως προς τας αστικάς αυτού σχέσεις, εφόσον δια του παρόντος ή άλλων νόμων δεν ορίζεται άλλως". Η διάταξη αυτή διατηρήθηκε, σε ισχύ με το άρθρο 10 παρ. 11 του ν.δ. 4246/62 "Περί ενοποιήσεως των σιδηροδρομικών δικτύων του κράτους και τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ττ|ς περί διοικήσεως των ΣΕΚ νομοθεσίας" καθώς και με το άρθρο 4 του ν.δ. 674/70 "Περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος", όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1116/72.
Βάσει αυτών προνομιούχος είναι ο ΟΣΕ και το προνόμιο του συνίσταται σε περιορισμό υποχρεώσεων που πηγάζουν από άλλες διατάξεις, του κοινού δικαίου (Ολ.ΑΠ 25/2000) Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1,3 και 91 του ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού κλπ", που εφαρμόζονται ως άνω και για τον Ο.Σ.Ε., και με τις οποίες ορίζεται ότι "1.Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής", "3.
Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις....παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της" ,"Άρθρο 90. Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής...", προκύπτει ότι η εξ αδικοπραξίας αξίωση του ζημιωθέντος εις βάρος του Ο.Σ.Ε.
από παράνομες πράξεις των προστηθέντων από αυτόν, παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας, που αρχίζει από το τέλος του έτους, μέσα στο οποίο έλαβε χώρα το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός και ο ζημιωθείς έλαβε γνώση του υπαιτίου και της προκληθείσας ζημίας, με την έννοια ότι αυτή ήταν έκτοτε δυνατό να προβλεφθεί ως συνέπεια του ζημιογόνου γεγονότος.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 247,251,298,914 και 937 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας , που έλαβε χώρα με πράξη ή παράλειψη άπαξ τελεσθείσα, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός (πράξη ή παράλειψη) γεννιέται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη θετική και αποθετική ζημία, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (Ολ.ΑΠ 24/2003).
Διαφορετικά όμως έχουν τα πράγματα όταν η γενεσιουργός της ζημίας παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπόχρεου δεν έλαβε χώρα άπαξ, αλλά συνεχίζεται, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο δράστης υπαιτίως παραλείπει να άρει δημιουργηθείσα από αυτόν επιζήμια κατάσταση, από τη διατήρηση της οποίας προκαλείται ζημία σε άλλον.
Στην περίπτωση αυτή ζημία που προκαλείται σε άλλον από την υπαίτια παράλειψη του δράστη να άρει τη γενεσιουργό της ζημίας κατάσταση, δεν είναι άμεση συνέπεια της άπαξ τελεσθείσας και ολοκληρωθείσας πράξης του δράστη, με την οποία δημιουργήθηκε η κατάσταση, αλλά της διατήρησης και μη άρσης της ζημιογόνου αυτής κατάστασης και γεννιέται όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση αυτή και δεν γεννήθηκε άπαξ με την τέλεση της πράξης που η κατάσταση αυτή δημιουργήθηκε.
Επομένως τόσο η κατά το άρθρο 90 παρ.1 ν. 2362/95 πενταετής ως άνω παραγραφή, όσο και η κατά το άρθρο 937 ΑΚ ισόχρονη παραγραφή της προς αποζημίωση αξίωσης του ζημιωθέντος, για τη ζημία που υφίσταται από τη διατήρηση της κατάστασης αυτής και την παράλειψη του δράστη να ενεργήσει προς άρση της, δεν αρχίζει από το χρόνο που αυτός έλαβε γνώση της αρχικήςζημιογόνου συμπεριφοράς του δράστη με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση, αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά σημεία που εξακολουθεί να υφίσταται η κατάσταση αυτή, και να προκαλεί ζημία σε άλλον.
Τέλος με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό Ι του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 13.12.2001 αγωγή του ο αναιρεσείων εκθέτει ότι είναι κύριος του περιγραφομένου, σ' αυτή κατά θέση όρια και έκταση αγρού στον οποίο καλλιεργούσε σιτάρι, καλαμπόκι, τριφύλλι, βιομηχανική ντομάτα και άλλες καλλιέργειες. Ότι κατά το μήνα Οκτώβριο 1995, κατά την κατασκευή από τη δεύτερη εναγομένη ως εργολάβου αναδόχου προστηθέντος από τον εναγόμενο Ο.Σ.Ε., του.
έργου της νέας σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης-Αλεξανδρούπολης , η άνω εργολάβος ύψωσε ανάχωμα στο όριο του αγρού του αυτού, χωρίς να τοποθετηθούν κατάλληλοι αποχετευτικοί αγωγοί και χωρίς να κατασκευασθούν τα απαιτούμενα αντιπλημμυρικά έργα, με αποτέλεσμα τα όμβρια ύδατα να εγκλωβίζονται εντός του αγρού του, συγχρόνως δε πέταξε εντός αυτού πέτρες και άλλα οικοδομικά υλικά.
Ότι συνεπεία των πράξεων αυτών της προστηθείσας από τον Ο.Σ.Ε. εργολάβου, κατέστη αδύνατη η καλλιέργεια του αγρού του, και με προγενέστερη αγωγή του κατά των εναγομένων, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ.3.206/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επιδικάστηκε σ' αυτόν αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη,(διαφυγόν κέρδος) λόγω μη καλλιέργειας του αγρού του, κατά τις καλλιεργητικές περιόδους των ετών 1996-1997.
Ότι οι εναγόμενοι, που δημιούργησαν την άνω ζημιογόνο κατάσταση, εξ αιτίας της οποίας είναι αδύνατη η καλλιέργεια του αγρού του, αρνούνται να υπαιτίως να άρουν αυτή, ήτοι να απομακρύνουν τα μπάζα που έχουν εγκαταλείψει εντός του αγρού του και να κατασκευάσουν τα αναγκαία για την απορροή των ομβρίων υδάτων έργα, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η καλλιέργεια του αγρού του και κατά τις επόμενες καλλιεργητικές περιόδους των ετών 1998 μέχρι και 2001,, συνεπεία της οποίας έχει υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 14.790,90 ευρώ, ζητεί δε με την αγωγή του να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρο το άνω ποσό αποζημίωσης.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δικάζοντας έφεση των ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων, δέχτηκε τον επαναφερθέντα με αυτή ισχυρισμό των εναγομένων, περί παραγραφής της προς αποζημίωση αξίωσης του ενάγοντος, δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Ότι με την υπ' αριθμ...... εργολαβική σύμβαση ο εναγόμενος ΟΣΕ ανέθεσε στην δεύτερη εναγομένη το έργο της κατασκευής χωματουργικών και λοιπών έργων, για τις παραλλαγές της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης-Αλεξανδρούπολης.
Ότι κατά την κατασκευή του έργου αυτού, η ανάδοχος εργοληπτική εταιρία, από αμέλεια του προστηθέντος από αυτή εργατοτεχνικού προσωπικού της, κατασκεύασε ανάχωμα εν επαφή με το νότιο όριο του αγρού του ενάγοντος, χωρίς να τοποθετήσει σωλήνες για την απορροή των ομβρίων υδάτων, τα οποία μη έχοντα πλέον διέξοδο απορροής πλημμύριζαν τον αγρό του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η καλλιέργεια του.
Ότι η κατάσταση αυτή, και η εξ αυτής αδυναμία καλλιέργειας του αγρού του από τον ενάγοντα, παρά τις επεμβάσεις που επιχείρησε την άνοιξη του έτους 1996 η εργολήπτρια εταιρία, συνεχίστηκε μέχρι και το έτος 2002 και ο ενάγων στερήθηκε της δυνατότητας καλλιέργειας του αγρού του από το έτος 1995 μέχρι και το έτος 2002, εξ αιτίας της οποίας ζημιώθηκε κατά το ποσό που με πιθανότητα και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα απεκόμισε από την καλλιέργεια του αγρού του.
Μολονότι δε το Εφετείο δέχεται ότι η ζημία του ενάγοντος για την οποία ζήτησε αποζημίωση με την άνω δεύτερη αγωγή του, προκλήθηκε από την υπαίτια διατήρηση και μη άρση της ζημιογόνου κατάστασης, (κατασκευής του αναχώματος και μη τοποθέτησης σωληνώσεων απορροής των ομβρίων υδάτων), δέχεται περαιτέρω ότι η προς αποζημίωση αξίωση του ενάγοντα και για τις καλλιεργηρικές περιόχους 1998 έως 2002, που ζητούσε με την ένδικη από 13.12.2001 αγωγή του, αποτελεί μέλλουσα προβλεπτή ζημία που προκλήθηκε από την αρχικώς τελεσθείσα και ολοκληρωθείσα το έτος 1995 παράνομη και υπαίτια κατασκευή του αναχώματος, ακολούθως δε δέχτηκε την περί πενταετούς παραγραφής ένσταση των εναγομένων, δεχόμενο ότι αφού από την άνω αρχική πράξη του έτους 1995 μέχρι και την άσκηση της αγωγής είχε παρέλθει πενταετία, συμπληρωθείσα πριν την άσκηση της αγωγής και δη όσον αφορά τον εναγόμενο Ο.Σ.Ε.
την 30.12.2000 , όσον δε αφορά την εναγομένη εργολάβο την 30.10.2000, απέρριψε την αγωγή για το λόγο αυτό. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 ν. 2362/1995 και άρθρου 937 ΑΚ, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεχόμενο εσφαλμένως ότι η προς αποζημίωση αξίωση του ενάγοντος , για ζημία που προκλήθηκε από την διατηρηθείσα και υπαιτίως μη αρθείσα, και κατά το μετά την τέλεση της αρχικώς τελεσθείσας και ολοκληρωθείσας ζημιογόνου πράξεως, διάστημα αποτελεί αποζημίωση για μέλλουσα ζημία που προκλήθηκε από την αρχική πράξη, υποκείμενη σε πενταετή παραγραφή, αρχομένη από του χρόνου που η πράξη εκείνη έλαβε χώρα και ο ενάγων έλαβε γνώση της ζημιογόνου εκείνης πράξεως και του υπαιτίου.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 551 αρ.1 ΚΠολΔ, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν αυτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ.3.958/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείντος από ευρώ χίλια πεντακόσια (1.500).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9-10-2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17-4-2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ