Legislator Case Law & Legislation
611/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as the appellant created the procedural defect themselves.

Case Number 611/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court decision that had rejected the appellant's own lawsuit as inadmissible. The appellant argued the lower court erred by rejecting the suit on substantive grounds rather than procedural ones. The court ruled that an appellant cannot challenge a procedural defect they themselves created, as such challenges are barred by law to prevent abuse of process.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562(3) and 160(2) of the Code of Civil Procedure; A party cannot raise an appeal based on a procedural defect they themselves created or caused.

Keywords

AI generated
procedural defect inadmissibility abuse of process appeal inadmissibility legal representation code of civil procedure self-created defect

Cited Legislation

AI generated
Article 562(3) of the Code of Civil Procedure
Article 160(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 611 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 611/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείοντος: Οικοδομικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΣΤΕΓΑΣΕΩΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΘΝΙΚΟΥ ΜΕΤΣΟΒΙΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ ΚΑΙ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ Συν.Πε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γεωργιάδη, που ανακάλεσε την από 7/10/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ (Ε.Υ.Δ.Α.Π.) Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ειρήνη Φωτιάδου και Παναγιώτη Τσουμάνη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στο Μαρκόπουλο Μεσογαίας Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Κριτσιώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια του δευτέρου ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4320/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3371/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/2/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 20.02.2018 και με αριθμό κατάθεσης 150/21.02.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 3371/ 2017 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην του δεύτερου εφεσίβλητου και ήδη δεύτερου των αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία απορρίφθηκε μεν η από 16.02.2015 έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 4320/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τον ερημοδικασθέντα διάδικο, ως απαράδεκτη, ενώ έγινε δεκτή ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, ως προς την εκκαλούσα-πρώτη εναγομένη, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 15.07.2011 αγωγή του ενάγοντος πρώτου εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της τελευταίας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης περί αναγνώρισης οφειλής του πρώτου προς τη δεύτερη από την προμήθεια νερού του οικισμού που είχε δημιουργηθεί από τα μέλη του, συνολικού ποσού 55.778,45 ευρώ, και στη συνέχεια απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να είναι προσβλητή με ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η κατ` άρθρο 503 αρ. 1 ΚΠολΔ 15νθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, καθόσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του αρθρ. 553 παρ. 1β' ΚΠολΔ (ΑΠ 1464/10, ΑΠ 1428/08, ΑΠ 839/08).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρ. 553 παρ. 1β' ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση, που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους.

Αντιθέτως, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους. Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα περί του εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη (ΟλΑΠ 15/2001 ΑΠ 241/2015, ΑΠ 1327/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση η ως άνω ένδικη αίτηση αναίρεσης, καθόσον αφορά μεν τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ" πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον στρέφεται κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 3371/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, από την οποία προκύπτει, ότι ως προς τον διάδικο αυτόν είναι μη οριστική, αφού γι' αυτόν απορρίφθηκε, ερήμην, ως απαράδεκτη η έφεση της απλής ομόδικής του πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ (Ε.Υ.Δ.Α.Π.) Α.Ε.", πλην όμως κατά το χρόνο κατάθεσης του αναιρετηρίου δεν προκύπτει ότι είχε καταστεί τελεσίδικη, αφού ο εν λόγω ερημοδικασθείς διάδικος εδικαιούτο να προσβάλλει την παραπάνω απόφαση με ανακοπή ερημοδικίας, αλλά από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, τελικά, αν έχει ασκήσει τέτοιο ένδικο μέσο, ή παραιτήθηκε του σχετικού του δικαιώματος. Αντίθετα, η ίδια αίτηση αναίρεσης, καθόσον αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ (Ε.Υ.Δ.Α.Π.) Α.Ε.", έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος (ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 2305/2009, ΑΠ 319/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, με το να κρίνει, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι αυτός όφειλε να αποδείξει την αιτία που δεν όφειλε στην πρώτη των εναγομένων-εκκαλούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ (Ε.Υ.Δ.Α.Π.) Α.Ε." το ποσό των 569.092 ευρώ από την κατανάλωση νερού του οικισμού που είχε δημιουργηθεί από τα μέλη του, εσφαλμένα κατένειμε το υποκειμενικό βάρος απόδειξης αναφορικά με τα θεμελιωτικά της αγωγής του πραγματικά περιστατικά, αφού αυτή (αγωγή) ασκήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 70 ΚΠολΔ και έχει χαρακτήρα αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής.

Από την παραδεκτή δε επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 15.07.2011 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος προκύπτει ότι αυτός, επικαλούμενος τη διαχείριση εκ μέρους του οικισμού παραθεριστικών κατοικιών στη ... και την κατανομή των κοινοχρήστων και των άλλων δαπανών μεταξύ των μελών του και έχοντας διαπιστώσει υπερβολικές χρεώσεις στην κατανάλωση νερού που καταγράφονταν από τον κεντρικό μετρητή της πρώτης των εναγομένων και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων ΕΥΔΑΠ, ζητούσε:

α)να αναγνωρισθεί ότι η κατανάλωση νερού στον οικισμό ... είναι ίση με την προκύπτουσα από το άθροισμα των καταγεγραμμένων ποσοτήτων των μετρητών του εσωτερικού δικτύου του οικισμού και ανερχόταν για το διάστημα από Ιανουαρίου 2003 έως Δεκεμβρίου 2009 σε 455.633 κυβικά μέτρα αποτιμώμενη σε 232.702 ευρώ, εκ των οποίων είχαν καταβληθεί προς την δικαιούχο πρώτη εναγομένη (ΕΥΔΑΠ) μέσω του δεύτερου εναγομένου (ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ) 200.193,75 ευρώ απομένοντος υπολοίπου προς εξόφληση ποσού 32.508,25 ευρώ και β)να αναγνωρισθεί ότι κάθε ποσό που τυχόν είχε καταλογισθεί σε βάρος τους για κατανάλωση νερού κατά το διάστημα από Ιανουαρίου 2003 έως Δεκεμβρίου 2009 πέραν του ανωτέρω ποσού των 232.702 ευρώ και ειδικώς το ποσό των 569.092 ευρώ, που προκύπτει από διαφορά της αποτίμησης κατανάλωσης μεταξύ μετρητού ΕΥΔΑΠ και μετρητών οικισμού είναι μη νόμιμο ως προερχόμενο από μη ακριβή μέτρηση, δεν οφείλεται προς τους εναγομένους και θα πρέπει να διαγραφεί από τους χρεωστικούς καταλόγους του Δήμου.

Δηλαδή ο αναιρεσείων ζητούσε από το δικαστήριο να μετρηθεί η κατανάλωση νερού στον οικισμό του με τρόπο διαφορετικό από αυτό που μετρούσε η ΕΥΔΑΠ, αμφισβητώντας κατ' ουσίαν το αποτέλεσμα των μετρητών της ΕΥΔΑΠ, στηριζόμενος στις μετρήσεις των μετρητών του δικού του εσωτερικού δικτύου, και θεμελιώνοντας το αίτημά του αυτό στον κρίσιμο αγωγικό ισχυρισμό ότι οι επικαλούμενες από αυτόν εσφαλμένες καταγραφές και οι εντεύθεν διαφορές στις μετρήσεις οφείλονταν στο ότι λόγω του σημείου τοποθέτησης του μετρητή της ΕΥΔΑΠ συγκεντρώνεται κατά μακρά χρονικά διαστήματα αέρας υπό πίεση, ο οποίος αναρροφάται μαζί με το νερό από το αντλιοστάσιο του οικισμού.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κρίνοντας επί της ανωτέρω αγωγής δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στη συνέχεια... ο ενάγων μετά από απόφαση του Δ.Σ. του συνέστησε εξαμελή επιτροπή γνωμοδότησης, η οποία συνέταξε την από 5-9-2006 έγγραφη γνωμοδότησή της. Πλην όμως, ο προπαρατεθείς κρίσιμος αγωγικός ισχυρισμός ότι οι επικαλούμενες εσφαλμένες καταγραφές και οι εντεύθεν διαφορές στις μετρήσεις οφείλονται στο ότι λόγω του σημείου τοποθέτησης του μετρητή της εναγόμενης συγκεντρώνεται κατά μακρά χρονικά διαστήματα αέρας υπό πίεση, ο οποίος αναρροφάται μαζί με το νερό από το αντλιοστάσιο του οικισμού δεν αποδεικνύονται από τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα.

Ειδικότερα... από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων δεν αποδείχθηκε ότι οι αναφερόμενες στην αγωγής εσφαλμένες καταγραφές καταναλωθέντος νερού του μετρητή της ΕΥΔΑΠ και οι διαφορές στις μετρήσεις με τις καταγραφές της πραγματικής κατανάλωσης των οικιακών μετρητών οφείλονται στην επικαλούμενη αιτία, ώστε να κριθεί ότι η πραγματική κατανάλωση και η αντίστοιχη χρέωση ανέρχεται στις αναφερόμενες στην αγωγή ποσότητες και τιμές.

Ως εκ τούτου, η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη...". Με τις παραδοχές του δε αυτές το Εφετείο δεν εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, αφού σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο ανωτέρω αγωγικός ισχυρισμός απορρίφθηκε, όχι εξαιτίας ανεπάρκειας των αποδείξεων που προσκομίστηκαν από τον ενάγοντα αναιρεσείοντα, αλλά επειδή το εφετείο, αφού έλαβε υπόψη του όλες τις αποδείξεις που εισφέρθησαν εκατέρωθεν, θεώρησε επαρκείς αυτές για την απόδειξη του αντιθέτου του αγωγικού ισχυρισμού και γι' αυτό τον απέρριψε.

Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση περί εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης, και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή.

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι μπορεί να αναγνωριστεί με αγωγή η ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσεως, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον. Ως έννομη σχέση θεωρείται η βιοτική σχέση που ρυθμίζεται από το δίκαιο και αναφέρεται σε πρόσωπο ή πράγμα, δημιουργεί δε δικαίωμα ή μπορεί με τη συνδρομή και άλλων όρων να καταλήξει σε δικαίωμα, για την έννομη προετοιμασία του οποίου παρέχεται με την ως άνω διάταξη η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής(ΑΠ 862/2011).Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία ¨ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΣΤΕΓΑΣΕΩΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΘΝΙΚΟΥ ΜΕΤΣΟΒΙΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ ΚΑΙ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ (ΣΥΝ.Π.Ε.)¨ και τα μέλη του, μέχρι το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, είχαν ανεγείρει οικισμό από 234 παραθεριστικές κατοικίες στη ...

στην περιοχή ... της περιφέρειας του Δήμου Μαρκοπούλου. Ο ενάγων διαχειρίζεται τη λειτουργία του ως άνω οικισμού και κατανέμει τα κοινόχρηστα και τις λοιπές δαπάνες μεταξύ των μελών του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό του. Ο τελευταίος, προκειμένου να υδροδοτηθεί από την πρώτη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ¨ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ (Ε.Υ.Δ.ΑΠ.) ΑΕ¨, κατασκεύασε δίκτυο ύδρευσης, το οποίο συνδέθηκε με τον κεντρικό αγωγό νερού (Φ600), που είχε εγκαταστήσει στην περιοχή η πρώτη εναγόμενη, και έκτοτε τροφοδοτείται από αυτόν.

Για τη μέτρηση των ποσοτήτων νερού, που κατανάλωνε ο εν λόγω οικισμός η εναγόμενη εγκατέστησε υδρομετρητή κοντά στο σημείο σύνδεσης των δύο δικτύων. Με βάση τις ενδείξεις αυτού του υδρομετρητή προσδιορίζεται η κατανάλωση του νερού κάθε μήνα από το Δήμο Μαρκοπούλου, ο οποίος εισπράττει την αντίστοιχη οφειλή και την αποδίδει στην εναγόμενη.

Πέραν, όμως, του υδρομετρητή της εναγόμενης, που καταγράφει τη συνολικά καταναλούμενη ποσότητα νερού του οικισμού, ο ενάγων έχει εγκαταστήσει ατομικούς μετρητές στις οικίες του οικισμού, ώστε αυτός να προσδιορίζει στη συνέχεια την επί μέρους οφειλή του κάθε ιδιοκτήτη. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι από το έτος 2003 και εντεύθεν διαπίστωσε ότι οι καταγραφές του κεντρικού μετρητή της εναγομένης δεν συνέπιπταν με το άθροισμα των καταγραφών των ατομικών μετρητών του οικισμού.

Συγκεκριμένα, διατείνεται ότι η καταγραφόμενη κατανάλωση και αντίστοιχη χρέωση του κεντρικού μετρητή ήταν τουλάχιστον τριπλάσια των επιμέρους ενδείξεων των προαναφερθέντων ατομικών μετρητών του ιδίου, όπως και ότι η εσφαλμένη καταγραφή οφείλεται στο ότι λόγω του σημείου τοποθέτησης του μετρητή της εναγόμενης συγκεντρώνεται κατά μακρά χρονικά διαστήματα αέρας υπό πίεση ο οποίος αναρροφάται μαζί με το νερό από το αντλιοστάσιο του οικισμού....", κατέληξε δε στο αποδεικτικό της πόρισμα ότι "...Συνοψίζοντας τα ως άνω από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων δεν αποδείχθηκε ότι οι αναφερόμενες στην αγωγής εσφαλμένες καταγραφές καταναλωθέντος νερού του μετρητή της ΕΥΔΑΠ και οι διαφορές στις μετρήσεις με τις καταγραφές της πραγματικής κατανάλωσης των οικιακών μετρητών οφείλονται στην επικαλούμενη αιτία, ώστε να κριθεί ότι η πραγματική κατανάλωση και η αντίστοιχη χρέωση ανέρχεται στις αναφερόμενες στην αγωγή ποσότητες και τιμές".

Στη συνέχεια, με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη από 15-7-2011 αγωγή, με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε να αναγνωριστεί, αφενός ότι η κατανάλωση νερού στον οικισμό ... ήταν ίση με την προκύπτουσα από το άθροισμα των καταγεγραμμένων ποσοτήτων των μετρητών του εσωτερικού δικτύου του οικισμού και ανερχόταν για το διάστημα από Ιανουαρίου 2003 έως Δεκεμβρίου 2009 σε 455.633 κυβικά μέτρα αποτιμώμενη σε 232.702 ευρώ, εκ των οποίων είχαν καταβληθεί προς την δικαιούχο πρώτη εναγομένη (ΕΥΔΑΠ) μέσω του δεύτερου εναγομένου (ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ) 200.193,75 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου προς εξόφληση ποσού 32.508,25 ευρώ, και, αφετέρου, ότι κάθε ποσό που τυχόν είχε καταλογισθεί σε βάρος τους για κατανάλωση νερού κατά το διάστημα από Ιανουαρίου 2003 έως Δεκεμβρίου 2009 πέραν του ανωτέρω ποσού των 232.702 ευρώ και ειδικώς το ποσό των 569.092 ευρώ, που προκύπτει από διαφορά της αποτίμησης κατανάλωσης μεταξύ μετρητού ΕΥΔΑΠ και μετρητών οικισμού είναι μη νόμιμο ως προερχόμενο από μη ακριβή μέτρηση και δεν οφείλετο προς τους εναγομένους, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και ακολούθως, αφού έκανε δεκτή την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 4320/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει τα αντίθετα, κάνοντας εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι η οφειλή του ενάγοντος προς την εναγομένη, από την προμήθεια νερού του οικισμού που είχε δημιουργηθεί από τα μέλη του, κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2003-Δεκεμβρίου 2009, μετά και τις καταβολές που είχαν γίνει (ποσού 200.193,75 ευρώ) ανερχόταν στο ποσό των 55.778,45 ευρώ, εξαφάνισε την τελευταία αυτή απόφαση και απέρριψε την αγωγή.

Με αυτά δε που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως (με την εφαρμογή τους), τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, εφόσον οι πιο πάνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προσκρούουν σε κάποιο από τους εν λόγω κανόνες δικαίου.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα. Περαιτέρω, το Εφετείο, κρίνοντας όπως πιο πάνω αναφέρεται και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή, με νομική θεμελίωσή της στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 513 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες).

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τους λόγους για τους οποίους δεν έγινε δεκτή η βασιμότητα του κρίσιμου αγωγικού ισχυρισμού της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής του ενάγοντος, ότι δηλαδή οι αναφερόμενες σ' αυτή (αγωγή) εσφαλμένες καταγραφές των καταναλωθεισών υπ' αυτού (μελών του) ποσοτήτων νερού του οικισμού, στον κεντρικό καταμετρητή της εναγομένης ΕΥΔΑΠ, και οι αντίστοιχες καταμετρήσεις και καταγραφές των ατομικών μετρητών του οικισμού, οφείλονταν στην επικαλούμενη από αυτόν αιτία της πλημμελούς λειτουργίας του κεντρικού μετρητή της ΕΥΔΑΠ.

Επομένως, ο ως άνω δεύτερος λόγος, και κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο αναιρεσείων, επίσης, με τον ίδιο λόγο, με το αντίστοιχο σκέλος του, προβάλλει αιτιάσεις για αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι απαράδεκτες, διότι στο σύνολό τους αφορούν τα επιχειρήματα του Εφετείου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, και δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον ανωτέρω λόγο για αντιφατικότητα (αιτιολογιών).

Κατά το άρθρο 562 παρ. 3 ΚΠολΔ κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις..., εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το με αυτή διατυπούμενο απαράδεκτο αποτελεί α) ειδικότερη εκδήλωση της από τη διάταξη του άρθρου 160 παρ. 2 ΚΠολΔ καθιερούμενης γενικότερης αρχής, κατά την οποία αποκλείεται η πρόταση της ακυρότητας ορισμένης διαδικαστικής πράξης από τον διάδικο, που την έχει ενεργήσει ή από τη συμπεριφορά του οποίου προκλήθηκε η ακυρότητα, β) αφορά διαδικαστικές πράξεις που κρίθηκαν έγκυρες με την προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση και γ) προϋποθέτει ότι οι πράξεις αυτές έχουν ενεργηθεί από τον αναιρεσείοντα ή τρίτα πρόσωπα, που όμως λειτουργούν στο όνομα αυτού. Ειδικότερα, στα πρόσωπα αυτά περιλαμβάνεται ο πληρεξούσιος δικηγόρος του και ο δικαστικός επιμελητής, όταν ενεργεί κατ` εντολή του διαδίκου αυτού, (αναιρεσείοντος), ή του πληρεξουσίου του (ΟλΑΠ 1548/1979, ΑΠ 1322/2018,ΑΠ 1678/2008, ΑΠ 1667/2006). Τέλος, από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η αοριστία της αγωγής ως λόγος αναιρέσεως δεν αναφέρεται στο πιο πάνω άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι λόγοι του οποίου λαμβάνονται υπόψη και χωρίς πρότασή του, γιατί δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 1/1987,ΟλΑΠ 1537/1981, ΑΠ 442/2008,ΑΠ 428/2008,ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1162/2004).

Συνεπώς ο αναιρεσείων δεν μπορεί να προβάλει ως λόγο αναίρεσης την αοριστία της δικής του αγωγής, την οποία ο ίδιος δημιούργησε(ΑΠ 116/2003). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή του , αλλά την απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης του αναιρεσείοντος, σύστοιχα με τις ανωτέρω νομικές σκέψεις, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί δημιουργήθηκε από πράξη του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ήτοι από δική του πράξη. Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20.02.2018 αίτηση του Οικοδομικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΣΤΕΓΑΣΕΩΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΘΝΙΚΟΥ ΜΕΤΣΟΒΙΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ ΚΑΙ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ Συν.Πε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3371/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα καθενός των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ