Supreme Court dismisses appeal for violation of Rome Convention due to lack of specific grounds in the appeal petition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a tort claim. The appellant argued that the lower court violated the Rome Convention by applying Greek substantive law without specific justification, claiming bias against him. The court rejected this claim because the appeal petition failed to specify the exact legal errors or demonstrate how the lower court's reasoning violated the Convention's mandatory rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 6(1) of the Rome Convention; An appeal alleging violation of mandatory rules must specify the exact legal errors and demonstrate the violation, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 611 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 611/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Α. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Κούγια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5907/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4939/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-12-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ), δ) επέλευση ζημίας και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Παράνομη, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, ενώ ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε (ΑΠ 864/2014, ΑΠ 137/2005).
Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει, είτε από δικαιοπραξία, οπότε μάλιστα μπορεί να συρρέουν αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική ευθύνη, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, και που είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος (ΑΠ 292/2015).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 § 1 του Συντάγματος (ΑΠ1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις -εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.
Παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρ. 361-363 ΠΚ (ΑΠ 121/2012, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 882/2013, ΑΠ 1216/2014, ΑΠ 1230/2014, ΑΠ 1750/2014, ΑΠ 726/2015).
Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις αυτές εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης. Αντιθέτως, δεν συνιστά γεγονός η έκφραση γνώμης ή συγκεκριμένης αξιολογικής κρίσης ή άλλοι χαρακτηρισμοί, εκτός αν τα παραπάνω σχετίζονται και συνδέονται άμεσα με γεγονός που συνιστά το κρίσιμο του αδικήματος στοιχείο, έτσι ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητά του, πράγμα που δεν συμβαίνει ,όταν εκφράζονται ή εκδηλώνονται ανεξάρτητα και άσχετα με τον τρόπο αυτό (ΑΠ1735/2009).
Συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ` αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ` αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι πρόσφορο κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι` αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση κατ` άρθρο 362 ΠΚ, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.
Ωστόσο ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρ. 367 § 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρ. 361 - 367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 343/2016,ΑΠ 271/2012).
'Ετσι, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 366 παρ. 1, 3 του ΠΚ, προκύπτει ότι, αν το δυσφημιστικό γεγονός είναι αληθές, δεν στοιχειοθετείται ούτε το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 366 παρ. 1 Π.Κ.), αλλά είναι δυνατό να στοιχειοθετείται το από το άρθρο 361 ΠΚ προβλεπόμενο έγκλημα της εξύβρισης, αν ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγιναν κακόβουλα, ήτοι από τον τρόπο που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η δυσφήμηση, προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει, όταν ο συγκεκριμένος τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς εν γνώσει του επιλέχθηκε, για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου [ΑΠ (Ποιν.) 395/2013, ΑΠ (Ποιν.) 2680/2008].
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 229ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται πράξη, που αποδίδεται στον καταμηνυθέντα, να έιναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο μηνύων δε να γνώριζε την αναλήθειά της και να προέβη με σκοπό να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική δίωξη του μηνυομένου (ΑΠ72/2004, ΑΠ93/2004).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με το λόγο αυτό αναίρεσης, καθώς και εκείνο του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, εξασφαλίζεται ο αναιρετικός έλεγχος των αποφάσεων του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής τούτων στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την, εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύει κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως η διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτό, αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα:< Ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων) υπήρξε επί σειρά ετών πληρεξούσιος δικηγόρος του θείου της εναγομένης (και ήδη αναιρεσίβλητης) Κ.
Κ., στα πλαίσια της αντιδικίας που ανέκυψε μεταξύ τους (θείου και ανιψιάς) από τα τέλη του έτους 2010, λόγω της αμφισβήτησης εκ μέρους του Κ.,Κ. του δικαιώματος της ενάγουσας (ενν. εναγομένης) να σταθμεύει το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό της στον εξωτερικό χώρο της κάθετης ιδιοκτησίας του (όμορης της ανήκουσας στην ίδια κατά ψιλή κυριότητα), που χρησιμοποιεί ως εξοχική κατοικία και βρίσκεται στη θέση "..." εντός των ορίων του οικισμού της πρώην Κοινότητας ...
και ήδη Δήμου .... Κατά την έναρξη αυτής της αντιδικίας, αμέσως μετά την αμφισβήτηση του ως άνω δικαιώματος της και προς αντίκρουση αυτής, η εναγομένη απέστειλε στον θείο της την με ημερομηνία 10-10-2010 επιστολή της, με την οποία του γνωστοποίησε την πρόθεσή της να συνεχίσει να σταθμεύει το όχημά της στον ως άνω χώρο, όπως έπραττε τα προηγούμενα τριάντα έτη και τον κάλεσε έως 13-12-2010 να ανακαλέσει την ως άνω θέση του επί του θέματος αυτού, δηλώνοντάς του ότι σε διαφορετική περίπτωση θα κινούσε σε βάρος του όλες τις νόμιμες διαδικασίες για τη διασφάλιση του ως άνω δικαιώματος της.
Σε αντίκρουση της επιστολής αυτής Κ.Κ. έδωσε εντολή στον ενάγοντα να της αποστείλει μια εξώδικη απάντηση προς υποστήριξη της άρνησής του να κάνει χρήση η εναγομένη του ως άνω χώρου. Για το λόγο αυτό ο ενάγων συνέταξε το από 14-12-2010 εξώδικο, στο οποίο ανέπτυξε τις θέσεις του πελάτη του επί του ως άνω θέματος και, αφού το υπέγραψαν και οι δυο, το απέστειλε στην εναγομένη στις 15-12-2010.
Στο εξώδικο αυτό αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:
α) Στη σελίδα 1 παράγραφος 1η: "...Έλαβα την από 10-10-2010 επιστολή που μου απηύθυνες, και με έκπληξη διάβασα το περιεχόμενό της, το οποίο διακρίνεται από ιδιαίτερη προκλητικότητα, θρασύτητα και αναίδεια....δεν νομιμοποιείσαι να ισχυρίζεσαι, όσα κατά τρόπον ιταμό και απαράδεκτο αλλά και παράνομο, ισχυρίζεσαι και αξιώνεις",
β) Στην σελίδα 1 παράγραφος 2η: "Επειδή, προφανώς, αγνοείς στοιχειώδεις νομικές έννοιες, αλλά συγχρόνως επιχειρείς να κακοποιήσεις ενσυνείδητα πραγματικά περιστατικά και νομικές καταστάσεις, θα σου εκθέσω ορισμένα πράγματα προς ενημέρωσή σου και μόνον, χωρίς τούτο να έχει την έννοια της νομιμοποίησής σου και των διαλαμβανόμενων στην επιστολή σου παράνομων, αυθαίρετων και αφελών αξιώσεών σου...",
γ) Στην σελίδα 5 στη 2η παράγραφο: "Συνεπώς, ο ισχυρισμός που προβάλεις στην επιστολή σου, ότι δήθεν "γίνεται πολύ εύκολα αντιληπτό ότι, εν προκειμένω, σαφώς υφίσταται νόμιμο δικαίωμά σου για τη στάθμευση του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου σου στο χώρο που προαναφέρθηκε (δηλαδή στον χώρο έξω από το σπίτι μου), από το οποίο δεν προτίθεσαι να παραιτηθείς", είναι προεχόντως νομικά αστήρικτος και ουσιαστικά αβάσιμος και το μόνο που προκαλεί είναι ιλαρότητα και θυμηδία !!!",
δ) Στις σελίδες 5 παράγραφος 3η και 6 παράγραφος 1η: "Στην ίδια επιστολή σου με ιδιαίτερη προκλητικότητα, οίηση, θρασύτητα και αναίδεια αναφέρεις και τα εξής "χαριτωμένα", ότι τάχα "Εν όψει των προαναφερομένων, σου γνωρίζω ότι δικαίωμα στάθμευσης των Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτων των παραπάνω μελών της οικογένειάς μας υφίσταται και θα εξακολουθήσει να υφίσταται, στο χώρο που προαναφέρθηκε.
Κατά συνέπεια, σε ό, τι με αφορά, θέτω υπόψη σου, ότι οποτεδήποτε επισκέπτομαι το σπίτι μου, στον Άγιο Κωνσταντίνο, προτίθεμαι να σταθμεύω το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό μου εκεί που το στάθμευα πάντοτε, κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια και πλέον, δηλαδή στο χώρο έξω από το δικό σου σπίτι, εκεί που, όλα τα χρόνια, στάθμευαν τα Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητά τους όλα τα μέλη της οικογένειάς μας". Τα ανωτέρω, ασφαλώς, προδίδουν ανάγλυφα αήθη, αλαζονική και εριστική συμπεριφορά, η οποία μάλιστα προβάλλεται ανομιμοποίητα, νομικά και ουσιαστικά αστήρικτα και εντελώς απαράδεκτα. Επιπλέον, δηλώνουν εξόφθαλμη αχαριστία και αγνωμοσύνη για την παραχώρηση από μέρους μου προς εσένα στο παρελθόν του εξωτερικού χώρου της ιδιοκτησίας μου, για τη στάθμευση του αυτοκινήτου σου, όταν φιλοξενείσαι στην κατοικία της μητέρας σου, η οποία και μόνον ως επικαρπώτρια έχει το δικαίωμα της χρήσης και της κάρπωσης της ιδιοκτησίας της και όχι εσύ.
Αλλά, όπως είναι γνωστό, "Ουδείς ασφαλέστερος εχθρός του ευεργετηθέντος αχάριστου" (Αρίσταρχος ο Θετταλός 428 π.Χ.)!!!",
ε) Επίσης, στις σελίδες 6 παράγραφος 2η και 7 παράγραφοι 1η, 2η: "Προβάλλεις επίσης στην επιστολή σου και τις εξής ανεκδιήγητες, αυταρχικές και φαιδρές "απειλές σου" εναντίον μου, ότι δηλαδή "Προκειμένου, την ύστατη ώρα, να διαφυλάξουμε τις μέχρι τώρα ομαλές οικογενειακές σχέσεις μας, σε καλώ όπως, μέχρι τις 13 Δεκ 10, θέσεις υπόψη μου εγγράφως ότι ανακαλείς την παραπάνω αρνητική θέση σου και ότι δέχεσαι να επανέλθει το επί τρεις τουλάχιστον δεκαετίες υφιστάμενο καθεστώς.
Σε περίπτωση που το παραπάνω χρονικό περιθώριο παρέλθει άπρακτο σου γνωρίζω ότι θα κινήσω αμέσως, σε βάρος σου, όλες τις απαραίτητες νομικές διαδικασίες, προκειμένου να διασφαλίσω το παραπάνω νόμιμο δικαίωμά μου" !!! και ότι "Σου υπενθυμίζω, τέλος, τη σαφή νομική υποχρέωση σου να απέχεις από οποιαδήποτε τροποποίηση - μεταβολή χρήσης του χώρου στάθμευσης των Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτων της ευρύτερης οικογένειας μας, κατά το χρόνο που υφίσταται η παραπάνω εκκρεμότητα, καθόσον, σε αντίθετη περίπτωση, θα κληθείς να υποστείς και τις από το νόμο προβλεπόμενες σχετικές συνέπειες" !!! Επειδή στις παραπάνω αφελείς και πομπώδεις, αλλά και νομικά και ουσιαστικά ανέρειστες "απειλές σου" εναντίον μου καθώς και στα ανύπαρκτα και υποτιθέμενα "νόμιμα δικαιώματά σου", όπως τα θεωρείς, δεν είναι δυνατόν να δοθεί σοβαρή και ουσιαστική νομική απάντηση, για να ευθυμήσουμε και λίγο, αντί άλλης απαντήσεως, σου αφιερώνω το γνωστό ροκ νεανικό άσμα με τον τίτλο "Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ" !!!"., στ) Στην σελίδα 7 παράγραφος 3η: "Έχεις, βέβαια, το δικαίωμα να πραγματοποιήσεις τις εκτοξευθείσες εναντίον μου "απειλές σου", οπότε στην περίπτωση αυτή θα θυμηθούμε το γνωστό ποίημα του Κ.
Καρυωτάκη με τον τίτλο "ΑΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΕ Α ΜΕΙΖΟΝ", στο οποίο καταλήγει με τον στίχο "Α, κύριε κύριε Μαλακάση (στην προκειμένη περίπτωση κυρία Μ. Α.), ποιος τελευταίος θα γελάσει" !!!", ζ) Τέλος στις σελίδες 7 παράγραφος 5η και 8 παράγραφος 1η: "...σου ΔΗΛΩΝΩ ότι απαγορεύω πλέον σε οποιονδήποτε από τους κυρίους, νομείς, κατόχους και επικαρπωτές των άλλων δύο κάθετων ιδιοκτησιών (1 και 2) να εισέρχονται πλέον από την αρχική είσοδο του οικοπέδου, η οποία, όπως προανέφερα, ανήκει στη δική μου κάθετη ιδιοκτησία, και κατά μείζονα λόγο να σταθμεύουν τα αυτοκίνητά τους στον εξωτερικό χώρο της ιδιοκτησίας μου.
Τούτο, ασφαλώς, ισχύει πολύ περισσότερο για σένα, η οποία είσαι απλώς ψιλή κυρία προς το παρόν της υπ' αριθμό 2 κάθετης ιδιοκτησίας και συνεπώς, δεν υφίσταται νομιμοποίηση από μέρους σου για την οποιαδήποτε συζήτηση μαζί σου. Σε ΠΡΟΣΚΑΛΩ, λοιπόν, να μην εισέρχεσαι πλέον από την είσοδο της ιδιοκτησίας μου, όταν επισκέπτεσαι τη μητέρα σου και φιλοξενείσαι στην κατοικία της και επιπλέον να μη διανοηθείς να σταθμεύσεις το αυτοκίνητό σου στον εξωτερικό χώρο της ιδιοκτησίας μου.
Όπως λέει και η λαϊκή παροιμία "Το διάλειμμα τελείωσε...." Η εναγομένη θεώρησε ότι το ύφος που είχε γραφεί το ως άνω κείμενο και οι κρίσεις που διατυπώνονταν σε αυτό, όσον αφορά τις θέσεις που είχε εκφράσει με την παραπάνω επιστολή της, ήταν προσβλητικές για το πρόσωπό της, καθώς ο συντάκτης του κειμένου δεν περιορίστηκε να εκθέσει τις απόψεις του με κόσμιο τρόπο, όπως η ίδια είχε πράξει στην επιστολή της, αλλά προέβη σε σωρεία απαξιωτικών χαρακτηρισμών για τις θέσεις που είχε εκφράσει και σε ερμηνεία των κινήτρων της με ιδιαίτερα σκληρές εκφράσεις .
Πλην, όμως, και προκειμένου να μην δώσει και άλλες διαστάσεις στην αντιδικία που είχε με τον θείο της για την χρήση του παραπάνω χώρου, αποφάσισε να μην αντιδράσει στην προσβολή που θεώρησε ότι είχε υποστεί Όμως, στους επόμενους μήνες η αντιδικία αυτή κλιμακώθηκε, καθώς έλαβε και ποινικές διαστάσεις μετά την άσκηση εκ μέρους του Κ.Κ.
των από 20-4-2011 και 6-7-2011 μηνύσεων σε βάρος της μητέρας της εναγομένης -αδελφής του (επικαρπώτριας της όμορης της δικής του οικίας που ανήκε κατά ψιλή κυριότητα στην εναγομένη) και της από 7-7-2011 μηνύσεως της τελευταίας σε βάρος του αδελφού της . Ενόψει αυτής της εξέλιξης η εναγομένη αποφάσισε ότι ο μόνος τρόπος για να περιορίσει την επιθετική, κατά την άποψή της, συμπεριφορά του θείου της (υπαίτιο για την οποία θεωρούσε σε μεγάλο βαθμό τον ενάγοντα συνήγορό του), ήταν να ασκήσει και αυτή τα 'δικαιώματά της κατά αυτού και του συνηγόρου του.
Για το λόγο αυτό, μεταξύ άλλων, υπέβαλε σε βάρος του ενάγοντος ενώπιον του Δικηγορικού Συλλόγου …., του οποίου αυτός είναι μέλος, την από 12-7-2011 ένδικη αναφορά, που καταχωρήθηκε υπό στοιχεία ΒΔ 669/15-11- 2011, με το ακόλουθο περιεχόμενο : "1. Σας διαβιβάζω επικυρωμένο αντίγραφο του από 14-12-2010 εξωδίκου εγγράφου, το οποίο μου έστειλε ο δικηγόρος Α.
Κ., και παρακαλώ για την κίνηση, σε βάρος του, της απαραίτητης πειθαρχικής διαδικασίας. 2. Συναφώς σας γνωρίζω, ότι όπως θα διαπιστώσετε από το κείμενο του παραπάνω εξωδίκου, ο εγκαλούμενος έχει σαφώς υπερβεί την αναμενόμενη δεοντολογική συμπεριφορά από δικηγόρο, καθόσον με έχει αποκαλέσει, εγγράφως προκλητική, θρασεία, αναιδή, ιλαρή, αήθη, αλαζόνα, εριστική, αχάριστη, αγνώμονα, ανεκδιήγητη, αυταρχική, φαιδρή, και αφελή, ενώ τα αναφερόμενα στη σελίδα 7 του ίδιου εγγράφου "για τον κ.
Μαλακάση", προτιμώ να τα αφήσω ασχολίαστα. 3 Επιφυλασσόμενη των σχετικών νομίμων δικαιωμάτων μου κατά του προαναφερομένου και του πελάτη του Κ. Κ., παρακαλώ όπως με ενημερώσετε έγγραφα επί των ενεργειών σας". Με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων ισχυρίζεται ότι, με τα όσα εξέθεσε η εναγομένη στην αναφορά αυτή, τέλεσε σε βάρος του .
τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμισης, διότι ψευδώς αναφέρει σε αυτήν ότι την αποκάλεσε με τα παραπάνω επίθετα, ενώ η αλήθεια είναι ότι αυτά τα ανέφερε ως αξιολογικές κρίσεις των συμπεριφορών της και όχι προκειμένου να χαρακτηρίσει την ίδια ως άτομο. Από το κείμενο της ένδικης αναφοράς σαφώς προκύπτει ότι το καταμηνυόμενο περιστατικό είναι το περιεχόμενο του αναφερόμενου στην πρώτη παράγραφο αυτού από 14-12-2010 εξωδίκου εγγράφου, το οποίο η εναγομένη διαβίβαζε στον Δ.Σ.Α.
μαζί με την αναφορά, προκειμένου βάσει αυτού να κινηθεί σε βάρος του ενάγοντος η αιτούμενη με την αναφορά πειθαρχική διαδικασία. Τα όσα εκθέτει η εναγομένη στη δεύτερη παράγραφο της αναφοράς της αποτελούν τη δική της θέση ως προς το ποια σημεία του εξωδίκου θεμελιώνουν την κατ' αυτήν υπέρβαση εκ μέρους του ενάγοντος της αναμενόμενης από αυτόν δεοντολογικής συμπεριφοράς.
Συνεπώς, εφόσον δεν αποτελούν το καταγγελλόμενο περιστατικό, δεν μπορεί βάσει αυτών να θεμελιωθεί το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως. Ούτε όμως και το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως μπορεί να θεμελιωθεί, διότι είναι σαφές ότι η εναγομένη, με όσα εκθέτει στη δεύτερη παράγραφο της αναφοράς της, δεν ενημερώνει τον Δ.Σ.Α.
για το περιεχόμενο του εξωδίκου, δηλαδή δεν εκθέτει γεγονότα, αλλά μόνο τις αξιολογικές της κρίσεις για το περιεχόμενο αυτού, οι οποίες δεν μπορούν να θεωρηθούν ως γεγονότα, διότι δεν υποκρύπτουν αμέσως ή εμμέσως συμβάντα αφού ως προς αυτά γίνεται σαφής παραπομπή στο περιεχόμενο του επισυναπτόμενου στην αναφορά εξωδίκου και μόνο προς θεμελίωση των θέσεών της αναφέρεται σε ορισμένα σημεία από τα εκτιθέμενα σ'αυτό.
Το γεγονός δε ότι η εναγομένη στην δεύτερη παράγραφο της αναφοράς της εκθέτει ότι ο ενάγων την έχει αποκαλέσει με τα προαναφερόμενα επίθετα, καίτοι κατ' ακριβολογία τα επίθετα αυτά στο εξώδικο χρησιμοποιήθηκαν για να χαρακτηρίσουν την συγκεκριμένη συμπεριφορά της και όχι την ίδια (υπό την έννοια της απόδοσης σε αυτήν των χαρακτηρισμών αυτών ως μόνιμων χαρακτηριστικών της προσωπικότητάς της) και πάλι δεν μπορεί να οδηγήσει στη θεμελίωση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημίσεως.
Και τούτο διότι η εναγομένη, εύλογα, με βάση την κοινή αντίληψη που μέχρι τώρα επικρατεί και ταυτίζει την συμπεριφορά ενός ανθρώπου με αυτόν τον ίδιο, θεώρησε ότι οι χαρακτηρισμοί αυτοί αφορούσαν την ίδια ως προσωπικότητα, με το σκεπτικό ότι τα όσα ανέφερε στην παραπάνω επιστολή της αποτελούσαν συνειδητές επιλογές της και έκφραση της προσωπικότητάς της, με αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, να μην θεμελιώνεται στο πρόσωπό της το στοιχείο του δόλου, αφού θεωρούσε ότι τα όσα ανέφερε ήταν αληθή ως προς το νόημά τους.
Όσον αφορά δε τον ισχυρισμό του ενάγοντος (που κατατείνει στην αντίκρουση του ισχυρισμού της εναγομένης περί έλλειψης δόλου στο πρόσωπό της) ότι στράφηκε εναντίον του λόγω προσωπικού μένους που είχε κατ' αυτού, διότι δεν ενήργησε στην ένδικη περίπτωση προσωπικά αλλά ως πληρεξούσιος δικηγόρος του πελάτη του, με αποτέλεσμα να μην είναι νοητή η σύνταξη αναφοράς σε βάρος του, λεκτέα τα ακόλουθα:
Λόγω της συγγενικής σχέσης της εναγομένης με το θείο της Κ.Κ., που, μέχρι το έτος 2010 που ξεκίνησε η ως άνω αντιδικία τους, ήταν ομαλή, η εναγομένη ήταν σε θέση να γνωρίζει το χαρακτήρααυτού και την ποιότητα του εκφερόμενου λόγου του. Για το λόγο αυτό, όταν διάβασε τοένδικο εξώδικο, κατάλαβε ότι δεν είχε γραφεί από τον ίδιο, όσον αφορά το ύφος και τους χαρακτηρισμούς που αναφέρονταν σε αυτό για την ίδια, γεγονός που :1)επιβεβαίωσε ο θείος της στις από 22-12-2015 προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της με αριθ.
κατ. 291/2015 εφέσεώς της (νυν εναγομένης) στις οποίες (6η και 7η σελ.) αναφέρει : "Χωρίς αμφιβολία το ως άνω εξώδικο έγγραφο (το ένδικο) περιέχει κάποιους χαρακτηρισμούς και αξιολογικές κρίσεις σχετικά με τις ενέργειες και αξιώσεις της αντιδίκου και περαιτέρω είναι διανθισμένο με δανεισμένες από φιλολογικά κείμενα φράσεις σε εισαγωγικά, ώστε ευλόγως χαρακτηρίζεται από την εκκαλούμενη απόφαση ως "πνευματώδης γραφή", πράγμα όχι πολύ συνηθισμένο στα λιτά κατά κανόνα νομικά κείμενα.
Η καινοτόμος αυτή γραφή, αποτέλεσμα της μαχητικής διάθεσης και των λογοτεχνικών εντρυφήσεων του συντάκτη της δικηγόρου, παρανοήθηκε ως φαίνεται από την αντίδικό μου...> και 2) ομολόγησε και ο ίδιος ο ενάγων κατά τη συζήτηση ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου...<...το εξώδικο στο οποίο απάντησε ο κύριος Καραθανάσης το οποίο συνέταξα και συνυπέγραψα κι εγώ...>.
Αυτός ήταν ο λόγος που η εναγομένη στράφηκε προσωπικά σε βάρος του ενάγοντος, καίτοι είχε συντάξει το ένδικο εξώδικο για λογαριασμό του πελάτη του και φυσικά δεν απηχούσε προσωπικές του απόψεις ως προς την ουσία της ένδικης διαφοράς, καθώς η αντίδρασή της δεν αφορούσε τις θέσεις που διατυπώνονταν στο εξώδικο ως προς τα επιχειρήματα που αφορούσαν το εάν είχε ή όχι δικαίωμα στάθμευσης στον ένδικο χώρο, αλλά όλα τα ανωτέρω που αφορούσαν το ύφος γραφής του εξωδίκου και τους χαρακτηρισμούς που περιελάμβανε για τα όσα εξέθετε στην επιστολή της, τα οποία, κι αν ακόμη δεν ήταν επιλογή του ενάγοντος να εκτεθούν στο ένδικο εξώδικο, θεωρούσε ότι δεν άρμοζε σε έναν δικηγόρο να τα επικροτεί υπογράφοντας και ο ίδιος, παρότι δεν απαιτείτο, το κείμενο του εξωδίκου.
Επιπλέον, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν δεν στοιχειοθετούν ούτε το έγκλημα της απλής δυσφήμησης (362 Π.Κ.), καθόσον, όπως βάσιμα κατ' ένσταση προέβαλε η εναγομένη κατ' άρθρο 367 § 1 εδ.γ-Π.Κ. και αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις, αυτή δεν είχε πρόθεση να δυσφημήσει τον ενάγοντα, αλλά προέβη σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματός της (να της απευθύνονται με κόσμιο τρόπο, χωρίς απαξιωτικούς και ειρωνικούς χαρακτηρισμούς και να αμυνθεί κατά της προσβολής του δικαιώματός της αυτού), ισχυριζόμενη μάλιστα γεγονότα που, κατά την κρίση της, θεωρούσε αληθή, ενώ επιπλέον κατά την άσκηση του δικαιώματός της αυτού δεν υπερέβη το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο.
Τέλος, από το ίδιο πιο πάνω περιεχόμενο των όσων ισχυρίστηκε, δεν αποδείχθηκε ότι εκ μέρους της υπήρχε σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος, καθώς δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο στις εκφράσεις της. Όσον αφορά δε την ως άνω αναφορά της με την 509/2012 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α. κρίθηκε ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία σε βάρος του ενάγοντος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 57 και 914 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 363, 362, 361, 229 ΠΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Ειδικότερα, ορθά το Εφετείο έκρινε ότι τα αναφερόμενα στη δεύτερη παράγραφο της από 12-7-2011 επιστολής της αναιρεσίβλητης με συνημμένο το από 14-12-2010 εξώδικο έγγραφο που υπέγραφε εκτός του θείου της και ο αναιρεσείων δικηγόρος προς τον ΔΣΑ, προκειμένου να κινηθεί σε βάρος του τελευταίου πειθαρχική διαδικασία, δεν συνιστούν γεγονότα αλλά απλές αξιολογικές κρίσεις και ως εκ τούτου δεν διέπραξε αυτή το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, σε βάρος του και περαιτέρω ότι δεν διέπραξε η ίδια ούτε απλή δυσφήμηση ούτε εξύβριση, αλλά προέβη στην κατάθεση της άνω επιστολής προς ενάσκηση νομίμου δικαιώματός της και ότι δεν υπερέβη κατά την άσκησή του το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο, ενώ εξάλλου για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης ότι η αναιρεσίβλητη στην πρώτη παράγραφο της αναφοράς της, ουδέν ανέφερε ψευδώς σε βάρος του αναιρεσείοντος αλλά μόνο αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του από 14-12-2010 εξώδικου εγγράφου, έτσι ώστε να μην συντρέχει περαιτέρω έρευνα ύπαρξης τυχόν υπαιτιότητας στο πρόσωπό της.
Περαιτέρω, τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην επίδικη επιστολή η αναιρεσίβλητη εκθέτει ότι ο αναιρεσείων την έχει αποκαλέσει με τα προαναφερθέντα επίθετα, που χρησιμοποιήθηκαν για να εκφράσουν τη συμπεριφορά της και όχι την ίδια και ότι δεν μπορεί να οδηγήσει η άνω αναφορά στη θεμελίωση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, γιατί αυτή έκρινε εύλογα με βάση την κοινή αντίληψη που επικρατεί και ταυτίζει τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου με τον ίδιο και θεώρησε ότι οι χαρακτηρισμοί αυτοί αφορούσαν την ίδια ως προσωπικότητα, πίστευε δε ότι όσα ανάφερε ήταν αληθή ως προς το νόημά τους, έτσι ώστε να μην υπάρχει στο πρόσωπό της το στοιχείο του δόλου, αναφέρονται πλεοναστικά και δεν συνιστούν αντιφατική αιτιολογία, ούτε επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης.
Περαιτέρω δε, ορθώς έκρινε ότι δεν υπήρχε απλή δυσφήμηση, έστω και με την εσφαλμένη αιτιολογία της έλλειψης δόλου, αφού ως προελέχθη δέχθηκε ότι τα αναφερόμενα στην επίδικη αναφορά προς τον ΔΣΑ αποτελούν αξιολογικές κρίσεις και όχι γεγονότα και έγιναν προς ενάσκηση του νομίμου δικαιώματός της να μην απαξιώνεται με ειρωνικούς χαρακτηρισμούς.
Κατόπιν τούτων οι δύο πρώτοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση ευθέως και εκ πλαγίου (αρθ 559 αρ1 και 19 ΚΠολΔ) καθώς και των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς τις ως άνω διατάξεις είναι αβάσιμοι, ενώ δεν απαιτείτο εκ μέρους του δικαστηρίου η έρευνα για έλεγχο τυχόν αμελούς συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης εφόσον δεν αποτελούσε στοιχείο της αγωγής του αναιρεσείοντος.
Είναι δε αβάσιμοι οι άνω λόγοι και κατά το σκέλος που αφορούν το αδίκημα του άρθρου 229 ΠΚ, εφόσον ορθά δέχθηκε το Εφετείο ότι το καταμηνυόμενο περιστατικό είναι το περιεχόμενο του εξωδίκου εγγράφου που της είχε επιδώσει ο ίδιος ο αναιρεσείων. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.11 γ`ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008).
Εξ άλλου για την πληρότητα αυτού του λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού. (ΑΠ 181/2018, ΑΠ 793/2015).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11 γ ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την μη ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητάς του από αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε :
α) Την υπ' αριθμό 509/14-11-2012 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου …., με την οποία αποφασίστηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15-11-2011 αναφορά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης,
β) Την υπ' αριθμό 6894/2014 απόφαση (τακτικής διαδικασίας) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , η οποία απέρριψε καθ' ολοκληρίαν την από 1-9-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον του,
γ) Τήν υπ' αριθμό πρωτ. 113/14-8-2014 έκθεση προσφυγής της αναιρεσίβλητης προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, στην οποία εμπεριέχεται η από 14-8-2014 προσφυγή της αναιρεσίβλητης κατά του υπ' αριθμό πρωτ. Δ2012/537/18-7- 2014 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών,
δ) Την υπ' αριθμό 247/2014 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 14-8-2014 προσφυγή της εναγομένης κατά του ανωτέρω κλητηρίου θεσπίσματος,
ε) Την υπ' αριθμό 33.132/2016 απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσίβλητη σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12)μηνών για το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης και σε ποινή έξι(6)μηνών για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15)μηνών με τριετή αναστολή,
στ) Την υπ' αριθμό 2319/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 14-1-2015 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμό 6894/2014 απόφασης (τακτικής διαδικασίας) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,. Τα έγγραφα δε αυτά αποδεικνύουν άμεσα τη βάση της αγωγής του και ασκούν άμεση και ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι στην προσβαλλομένη απόφαση ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του, μεταξύ άλλων και< από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων>. Από τη βεβαίωση αυτή αλλά και από το σύνολο των προπαρατεθεισών αιτιολογιών της προσβαλλομένης προκύπτει, χωρίς να καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι λήφθηκαν υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τη μη λήψη των οποίων αποδίδει στην προσβαλλομένη ο αναιρεσείων καθενός από τα οποία δεν ήταν αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και ξεχωριστή αξιολόγηση. Το γεγονός δε, ότι οι παραδοχές του Εφετείου είναι αντίθετες από τις απόψεις του αναιρεσείοντος, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ 1 ΚποΛΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου .
Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ.53/1974 "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".
Με το ανωτέρω άρθρο καθ` ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι ορισμένος, αν στο αναιρετήριο προσδιορίζεται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση σφάλμα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου(ΟΛΑΠ2/2008) Στην προκείμενη περίπτωση, με το τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της σύμβασης της Ρώμης, επειδή ως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων το Εφετείο έθεσε με ανορθόδοξες, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες την αναιρεσίβλητη στο απυρόβλητο των διατάξεων των άρθρων 914, 920ΑΚ, 229παρ 1,362-363 ΠΚ, τις οποίες ως αναφέρεται στους δύο πρώτους λόγους της ένδικης αναίρεσης παραβίασε με την μη εφαρμογή τους ή με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους και προκειμένου να φθάσει στην απόρριψη της αγωγής του δεν έλαβε υπόψη, άλλως αγνόησε, τις διαμετρικά αντίθετες κρίσεις των προηγουμένων δικαστικών αποφάσεων διαφόρων δικαστικών σχηματισμών, διαπνεόμενο από πνεύμα συμπαθείας προς την αναιρεσίβλητη και μη συμπαθείας προς αυτόν έτσι ώστε ανεξάρτητα από την ευδοκίμηση των λόγων της ένδικης αναίρεσης να έχει παραβιαστεί η δίκαιη δίκη σε βάρος του.
Στο αναιρετήριο, όμως, δεν αναφέρονται συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους παραβιάσθηκε η διάταξη αυτή και ειδικότερα οι λόγοι για τους οποίους το Εφετείο δεν έκρινε αμερόληπτα και δίκαια, αλλά επέδειξε συμπάθεια προς την αναιρεσίβλητη και μη συμπάθεια προς τον αναιρεσείοντα. Αναφέρεται μόνο όλως αορίστως ότι το Εφετείο υπέπεσε σε νομικά σφάλματα, ότι έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914, 920ΑΚ, 229 362-363 ΠΚ και ως προς την αιτιολογία του πορίσματός των αποδείξεων, καταλήγοντας σε διαμετρικά αντίθετη κρίση από προηγούμενες δικαστικές κρίσεις άλλων δικαστικών σχηματισμών, καθώς και ότι το δικαστήριο επέδειξε συμπάθεια προς την αναιρεσίβλητη και μη συμπάθεια σ'αυτόν, Όμως ανεξάρτητα από την άνω αοριστία ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις άνω διατάξεις και πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες περιέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση, κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμά κρίνοντας δίκαια και αμερόληπτα την ένδικη υπόθεση, κατά την εκδίκαση της οποίας ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε το δικαίωμα ακροάσεως.
Απορριπτομένης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, θα πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ 495 ΚΠοΛΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ,λόγω της ήττας του (αρθ 176 ,183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-12-2017 αίτηση αναίρεσης του Α. Κ. κατά'της 4939/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2019. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ