Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment citing inadmissible arguments and failure to apply substantive law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two port companies against a lower court judgment regarding a labor dispute. The appellants argued that the court of first instance failed to consider specific claims regarding strike legality and corporate resolutions, but the court ruled these were merely denials of facts or unsupported arguments rather than new matters. Consequently, the court held that the lower court had correctly rejected the appellants' substantive claims and ordered the dismissal of the appeal with costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 and no. 8 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the non-application of substantive law is inadmissible if the contested claim is legally insufficient, and arguments denying the opponent's claims or relying on evidence to refute the main cause of action do not constitute new matters requiring reconsideration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 864 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 864/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς Α.Ε." και με δ.τ. "ΟΛΠ ΑΕ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Μαμαγκάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 2. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σταθμός Εμπορευματοκιβωτίων Πειραιώς Α.Ε" και με δ.τ. "ΣΕΠ ΑΕ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μυλωνογιάννη, με δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2, που δεν κατέθεσε προτάσεις
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΚΑΜΑΡΕ Ναυτικά Πρακτορεία ΕΠΕ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή αυτής Μ. Κ., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του την δικηγόρο Αθηνών Αρετή Σκανδάμη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Φεβρουαρίου 2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5420/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 717/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 23 Απριλίου 2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 2 Δεκεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο, ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ` αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει. (Ολ.
ΑΠ 7/2006). Η νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.Α.Π. 18/1998, ΑΠ 571/2004).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 AK, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.
Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/91). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.
Προκειμένου να κριθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας) συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής (Ολ.ΑΠ 398/75).
Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία.
Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτή την διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας.
Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς, αφενός, και ζημίας, αφετέρου, αιτιώδους, υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας, συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του ως άνω αιτιώδους συνδέσμου, αντιστοίχως, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ.
Αντιθέτως, η δικαστική κρίση περί του ότι ορισμένη συμπεριφορά αποτέλεσε αναγκαίο όρο ζημίας (με την έννοια ότι η ζημία χωρίς αυτήν τη συμπεριφορά δεν θα είχε επέλθει) είναι, ως αναφερόμενη σε πραγματικά περιστατικά, ανέλεγκτη ακυρωτικώς. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας που αποτελεί ένα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.
Τέτοια αγαθά είναι, εκτός των άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι` αυτόν. Από τις διατάξεις αυτές (των άρθρων 57 και 59 ΑΚ), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 932 του ΑΚ, προκύπτει, ότι επί προσβολής της προσωπικότητας η αξίωση ικανοποίησης για την ηθική βλάβη προϋποθέτει προσβολή των παραπάνω δικαιωμάτων, παράνομη και υπαίτια.
Εξάλλου και το νομικό πρόσωπο, εφόσον κηρύσσεται ικανό δικαίου και ικανό προς δικαιοπραξία (άρθρα 61 και 70 ΑΚ), έχει δικαίωμα επί της προσωπικότητας αυτού στην έκφανση της πίστης, της υπόληψης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος και των λοιπών αναγνωριζόμενων σ` αυτό άϋλων αγαθών.
Συνεπώς, σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας αυτού σε οποιαδήποτε των εκφάνσεων τούτων, δικαιούται να ζητήσει, κατά τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ προστασία, καθώς και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης (που υπέστη από την προσβολή) που μπορεί να συνίσταται και στην καταβολή χρηματικού ποσού. Επίσης, από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ συνάγεται, ότι, προς θεμελίωση αξίωσης προς προστασία της προσωπικότητας νομικού προσώπου, απαιτείται πράξη που επάγεται μειωτική διαταραχή αυτής σε κάποια των ανωτέρω εκφάνσεών της και που είναι παράνομη.
Η επιδίκαση της ικανοποιήσεως αυτής αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσό αυτής μετά από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη, καθώς την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, "προστηθείς" για την αδικοπραξία του οποίου ευθύνεται, κατά τους όρους της διάταξης αυτής, το πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του, είναι εκείνος που με τη βούληση του τελευταίου ως "προστήσαντος" απασχολείται διαρκώς ή παροδικώς με τη διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικά με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων αυτού κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές τούτου ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του.
Από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ προκύπτει ότι για την ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από την αδικοπραξία του προστηθέντος, πρέπει ο τελευταίος να τελεί υπό τις οδηγίες και τις εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, προς τις οποίες είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται.
Από το ίδιο ως άνω άρθρο συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτον όχι μόνο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ` αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ` αυτόν ή καθ` υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ` αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια (ΑΠ 926/2004).
Ετέρωθεν, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ.622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 16/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης από 01-02-2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης, η εκτίμηση του περιεχομένου του οποίου ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η τελευταία ιστορούσε τα εξής: Ότι είναι εταιρεία, η οποία μεσολαβεί για την μεταφορά φορτίων από όλο τον κόσμο, σε όλο τον κόσμο με containers κ.λ.π μεταφορικά μέσα, η δε πρώτη από τις εναγόμενες ασκεί κάθε πράξη διαχείρισης του λιμανιού του Πειραιά και από την 1η Νοεμβρίου 2009 υπομίσθωσε συγκεκριμένο χώρο του λιμανιού στη δεύτερη από τις εναγόμενες.
Ότι στα πλαίσια των υπηρεσιών που παρέχει, είχε αναλάβει να παραλάβει φορτία δημοσιογραφικού χάρτου των αναφερόμενων εταιρειών από το λιμάνι του Πειραιά κα να το παραδώσει εν συνεχεία στις αποθήκες των πελατών της, με δικά της έξοδα, πλην όμως τα συγκεκριμένα φορτία που ήταν δημοσιογραφικό χαρτί για περιοδικά και εφημερίδες, δεν μπορούσε να τα παραλάβει από την ημερομηνία αφίξεώς τους στο λιμάνι του Πειραιά, λόγω της απεργίας των λιμενεργατών κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, με αποτέλεσμα η πρώτη από τις εναγόμενες να εκδώσει τα αναφερόμενα τιμολόγιά της προς αυτήν (ενάγουσα) για τα άνω φορτία των πελατών της, στα οποία περιλαμβάνονται και αποθηκευτικά δικαιώματα συνολικού ποσού 10.765,97 ευρώ, με τα οποία την χρέωσε, αν και από δική της υπαιτιότητα, λόγω της απεργίας των προστηθέντων από αυτήν λιμενεργατών, δεν μπορούσε να παραλάβει τα φορτία της.
Ότι η πρώτη των εναγομένων την υποχρέωσε (ενάγουσα) για να παραλάβει τα φορτία να της καταβάλει το παραπάνω ποσό για αποθηκευτικά δικαιώματα, το οποίο τελικά εισέπραξε η δεύτερη εναγομένη, η ενέργεια δε αυτή των εναγομένων ήταν παράνομη, αφού από υπαιτιότητά τους δεν μπορούσε να παραλάβει τα άνω εμπορεύματα κατά την άφιξή τους, συνέπραξαν δε από κοινού στην παράνομη αυτή πράξη, γνωρίζοντας ότι κατ' αυτόν τον τρόπο της προκαλούν ζημία συνισταμένη στη δαπάνη του αποθηκευτικού κόστους των εμπορευμάτων, η συμπεριφορά τους δε αυτή συνιστά αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, αφού από δική τους υπαιτιότητα, και ειδικότερα των προστηθέντων απ' αυτές προσώπων (λιμενεργατών) δημιουργήθηκε η ανάγκη αποθήκευσης των άνω εμπορευμάτων και παρά ταύτα την χρέωσαν με το άνω ποσόν για την αποθήκευσή τους, προκαλώντας της έτσι ζημία κατά το αντίστοιχο ποσόν, παράλληλα δε και ηθική βλάβη, εξ αιτίας του κλονισμού που υπέστη η εμπορική της πίστη και η μελλοντική επαγγελματική της υπόσταση, καθόσον την εξέθεσαν με την συμπεριφορά τους αυτή απέναντι στους πελάτες της, οι οποίοι με την σειρά τους την θεώρησαν υπεύθυνη για την καθυστέρηση παράδοσης των εμπορευμάτων τους, που ήταν αναγκαία για την επαγγελματική τους δραστηριότητα (έκδοση περιοδικών και εφημερίδων).
Ζήτησε δε κατόπιν αυτών να υποχρεωθούν οι εναγόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον η κάθε μία να της καταβάλουν ως αποζημίωση νομιμοτόκως το ποσό των 10.765,97 ευρώ, επιπλέον δε αυτού και το ποσό των 30.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5420/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο απέρριψε αυτήν ως νομικά αόριστη.
Ακολούθως, επί της από 9-11-2010 εφέσεως που άσκησε κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 717/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή με το άνω περιεχόμενο και αίτημά της περιέχει όλα τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, που θεμελιώνουν τη νομική και ιστορική βάση της στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 297, 298, 299, 914, 919, 922, 926 και 932 του ΑΚ, και ότι ειδικότερα, σαφώς προσδιορίζονται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος, για το ορισμένο της αξίωσης αποζημίωσης με βάση τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ και συγκεκριμένα, την υπαιτιότητα των νομίμων εκπροσώπων-προστηθέντων των εναγομένων και τον αιτιώδη σύνδεσμο αυτής προς την επελθούσα ζημία της ενάγουσας, ενόψει της ως άνω αποδοκιμαζόμενης από την έννομη τάξη συμπεριφοράς των εναγομένων, που με τον προαναφερθέντα τρόπο εισέπραξαν φύλακτρα για τις ημέρες, που τα μεταφερόμενα από την ενάγουσα εμπορεύματα παρέμεναν στις αποθήκες των εναγομένων, αρνούμενες την απόδοσή τους απαιτώντας για την φύλαξη αυτών τα ως άνω ποσά, εν γνώσει τους ότι η συμπεριφορά τους θα έβλαπτε την ενάγουσα προξενώντας της οικονομική ζημία, ενώ η αδυναμία παράδοσης των φυλασσομένων εμπορευμάτων οφείλονταν στις ίδιες, λόγω απεργίας των προστηθέντων λιμενεργατών της πρώτης εναγομένης, τους οποίους χρησιμοποιούσε η δεύτερη εναγομένη, γεγονός που, πέρα από την ζημία της ενάγουσας, επέφερε και κλονισμό στην εμπορική πίστη της.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο, κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή, ως νομικά αόριστη, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 297, 298, 299, 914, 919, 922, 926 και 932 του ΑΚ, αφού, όπως από το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα της αγωγής προκύπτει, σε αυτήν εκτίθενται, κατά νομικά ορισμένο τρόπο και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα πιο πάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τη νομική βασιμότητά της στις προπαρατεθείσες διατάξεις, για το σχηματισμό δε της κρίσης του το Εφετείο, ως προς τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά προς τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκέσθηκε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι κανόνες αυτοί για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος της αναιρεσιβλήτης, ιδία σε ότι αφορά η διάταξη του άρθρου 919 του ΑΚ, ως προς την οποία περιέχονται στην ένδικη αγωγή όλα τα στοιχεία του πραγματικού της τελευταίας, για την θεμελίωση του δικαιώματος προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω το Εφετείο, κρίνοντας κατ' ουσίαν την αγωγή, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η επιχειρηματική δραστηριότητα της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) συνίσταται στη μεταφορά φορτίων από όλο τον κόσμο, σε όλο τον κόσμο με containers κ.λ.π μεταφορικά μέσα.
Η πρώτη από τις εναγόμενες (πρώτη αναιρεσείουσα) ασκεί κάθε πράξη διαχείρισης του λιμανιού του Πειραιά και από την 1η Νοεμβρίου 2009 υπομίσθωνε τον συγκεκριμένο χώρο του λιμανιού στη δεύτερη από τις εναγόμενες (δεύτερη αναιρεσείουσα). Σ' αυτά τα πλαίσια των υπηρεσιών, που παρείχε η ενάγουσα, είχε αναλάβει την υποχρέωση να παραλάβει φορτία (δημοσιογραφικό χαρτί) των εταιρειών "…." και "….", από το λιμάνι του Πειραιά και ακολούθως να τα παραδώσει στις αποθήκες των πελατών της με δικά της έξοδα.
Τα παραπάνω, όμως, φορτία, που είναι δημοσιογραφικό χαρτί για περιοδικά και εφημερίδες, δεν μπορούσε η ενάγουσα να παραλάβει από την ημερομηνία αφίξεώς τους στο λιμάνι του Πειραιά, λόγω της απεργίας των λιμενεργατών κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-10-2009 έως 18-10-2009 και από 2-11-2009 έως 10-11-2009, η δε πρώτη από τις εναγόμενες εξέδωσε τα κατωτέρω αναλυτικώς αναφερόμενα τιμολόγιά της στο όνομα της ενάγουσας για τα φορτία των ως άνω πελατών της, στα οποία περιλαμβάνονται και αποθηκευτικά δικαιώματα συνολικού ποσού 10.765,97 ευρώ, με τα οποία την χρέωσε, αν και από δική της υπαιτιότητα, λόγω απεργίας των προστηθέντων από αυτήν προσώπων (λιμενεργατών), η ενάγουσα δεν μπορούσε να παραλάβει τα φορτία της.
Και ενώ ουδέν ποσό έπρεπε να χρεωθεί η ενάγουσα για αποθήκευτρα, οι εκπρόσωποι της πρώτης εναγομένης, προκειμένου να επιτρέψουν σ' αυτή να παραλάβει τα αποθηκευμένα φορτία, χρέωσαν εις βάρος της τα κατωτέρω αναφερόμενα ποσά, υποχρεώνοντάς την να τα καταβάλει και δηλώνοντάς της ότι άλλως δεν θα της τα παρέδιδαν, γνωρίζοντας ότι θα τα εισέπρατταν, αφού η ενάγουσα δεν ήθελε να εκτεθεί έναντι των πελατών της.
Ενόψει του γεγονότος, ότι οι χώροι εκμετάλλευσης της πρώτης εναγομένης είχαν υπομισθωθεί από τη δεύτερη εναγομένη μόλις την 1-11-2009 και οι αρμοδιότητες της δεύτερης εναγομένης δεν είχαν πλήρως αποσαφηνισθεί στην πράξη, τα τιμολόγια εκδόθηκαν με συμφωνία μεταξύ πρώτης και δεύτερης από την πρώτη εναγομένη, η οποία είχε παραχωρήσει μάλιστα και τους υπαλλήλους της για την διεκπεραίωση των εργασιών μεταφοράς, ενώ το κατωτέρω εισπραχθέν ποσόν για αποθήκευτρα διαβιβάστηκε στη δεύτερη εναγομένη, της οποίας οι εκπρόσωποι, ενώ γνώριζαν ότι δεν εδικαιούντο να το λάβουν, αφού χρησιμοποιούσε το παραχωρηθέν από την εναγομένη εργατοϋπαλληλικό προσωπικό (που απεργούσε, καθώς, και ότι η ενάγουσα κατά τα ανωτέρω υποχρεώθηκε να καταβάλει και τα αποθήκευτρα), αρνήθηκαν να το επιστρέψουν στην ενάγουσα, με την αιτιολογία ότι δεν εγκρίθηκε η επιστροφή αυτή από το Δ.Σ.
της δεύτερης εναγομένης. Αυτή η υπαίτια συμπεριφορά των εκπροσώπων των εναγομένων έρχεται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη, δηλαδή με την αντίληψη του υγιώς σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού αυτοί τελούσαν σε γνώση περί του ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά τους, η απαίτηση δηλαδή της καταβολής αποθήκευτρων, προκειμένου να παραληφθούν τα εμπορεύματα, αντέκειτο στα χρηστά ήθη και ήταν δυνατό να προκαλέσει την οικονομική ζημία της ενάγουσας και παρόλα αυτά δεν απέσχον από την πράξη τους αυτή, από την οποία επήλθε η ζημία της ενάγουσας.
Πλην των ανωτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι εκπρόσωποι των εναγομένων παρόλο που γνώριζαν την δημοσίευση στην ΕτΚ, φύλλο 2336/13-11-2009, απόφαση του Δ.Σ. της πρώτης εναγομένης περί της μη καταβολής αποθηκευτικών δικαιωμάτων, κατά τις ημέρες των προαναφερθεισών κινητοποιήσεων του προσωπικού της πρώτης εναγομένης, εν τούτοις απαίτησαν το ως άνω ποσό για αποθήκευτρα, γεγονός που επιβεβαιώνει την αντίθεση της συμπεριφοράς των εκπροσώπων των εναγομένων προς τα χρηστά ήθη.
Τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από την πρώτη εναγομένη της οποίας η επωνυμία αναφέρεται με κεφαλαία γράμματα στο πάνω αριστερό μέρος του κάθε τιμολογίου, και στα οποία αναγράφονται αναλυτικά οι χρεώσεις εις βάρος της ενάγουσας για αποθήκευτρα και των οποίων αντίγραφα προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, έχουν ως εξής:
α) αριθ. τιμολ. 319604, ημερομ. έκδοσης 11-11-2009, ποσό 125,27 ευρώ, β) αριθ. τιμολ. 341226, ημερομ. έκδοσης 13-11-2009, ποσό 237,36 ευρώ, γ) αριθ. τιμολ. 319530, ημερομ. έκδοσης 11-11-2009, ποσό 2.584,26 ευρώ, δ) αριθ. τιμολ. 319608, ημερομ. έκδοσης 11-11-2009, ποσό 1.753,78 ευρώ, ε) αριθ. τιμολ. 319609, ημερομ. έκδοσης 11-11-2009, ποσό 876,79 ευρώ, στ) αριθ. τιμολ. 319610, ημερομ.
έκδοσης 11-11-2009, ποσό 876,79 ευρώ, ζ) αριθ. τιμολ. 319611, ημερομ. έκδοσης 11-11-2009, ποσό 250,54 ευρώ, η) αριθ. τιμολ. 319605, ημερομ. έκδοσης 11-11-2009, ποσό 2.584,26 ευρώ, θ) αριθ. τιμολ. 319606, ημερομ. έκδοσης 11-11-2009, ποσό 369,18 ευρώ και ι) αριθ. τιμολ. 319529, ημερομ. εκδοσης 11-11-2009, ποσό 1.107,54 ευρώ.
Συνεπώς, με την παραπάνω συμπεριφορά τους οι εκπρόσωποι των εναγομένων προκάλεσαν στην ενάγουσα συνολική ζημία ποσού 10.765,97 ευρώ (125,27 + 237,36 + 2,584,26 + 1.753,78 + 876,79 + 876,79 + 250,54 + 2.584,26 + 369,18 + 1.707,54 = 10.756,77) και κατά στρογγυλοποίηση 10.766 ευρώ. Πλην αυτού, η ενάγουσα υπέστη και ηθική βλάβη, γιατί ζημιώθηκε ως προς την επαγγελματική φήμη σχετικά με τη συνέπειά της και το ακριβόχρονο, ως τότε, της εκτέλεσης των συμβάσεών της έναντι των άλλων πελατών της, γιατί λόγω των χρονοβόρων συνεννοήσεών της με τους εκπροσώπους των εναγομένων καθυστέρησε την παράδοση των αποθηκευμένων φορτίων χάρτου, που ήσαν απαραίτητα για την έκδοση των εκδιδομένων από αυτούς καθημερινών εντύπων, λαμβάνοντας δε υπόψη την υπαιτιότητα των εκπροσώπων των εναγομένων, το είδος και το βαθμό αυτής, την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας της ενάγουσας και τις εν γένει συνθήκες υπό τις οποίες οι εναγόμενες εκδήλωσαν την ως άνω αντιβαίνουσα στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ συμπεριφορά και το ύψος της ζημίας της ενάγουσας, για την ως άνω αιτία, πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα το εύλογο ποσό των 1000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, και υποχρέωσε τις εναγόμενες να καταβάλουν στην ενάγουσα νομιμοτόκως, εις ολόκληρον κάθε μία, το συνολικό ποσό των 11.766 ευρώ, για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω η ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 297, 298, 299, 914, 919, 922, 926 και 932 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, ως προς την από υπαιτιότητα των εναγομένων τελεσθείσα από πρόθεση εις βάρος της ενάγουσας αδικοπραξίας τους με συμπεριφορά συνιστώσα αντίθεση προς τα χρηστά ήθη και του αιτιώδους συνδέσμου της συμπεριφοράς τους αυτής προς την επελθούσα περιουσιακή και ηθική ζημία της ενάγουσας.
Ειδικότερα, πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: 1) ότι από υπαιτιότητα των προστηθέντων από τις εναγόμενες προσώπων (λιμενεργατών), οι οποίοι απεργούσαν κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα, δεν μπορούσε η ενάγουσα μεταφορέας να παραλάβει τα εμπορεύματα (δημοσιογραφικό χαρτί) κατά την ημέρα αφίξεως τους στον λιμάνι του Πειραιά και να τα παραδώσει στους πελάτες της, με συνέπεια να παραμένουν αυτά εναποθηκευμένα στο συγκεκριμένο χώρο του λιμανιού που διαχειρίζεται η πρώτη εναγομένη και κατά την περίοδο εκείνη είχε εκμισθώσει στη δεύτερη εξ αυτών, 2) ότι παρά το γεγονός ότι οι εναγόμενες γνώριζαν ότι από υπαιτιότητά τους δεν μπορεί η ενάγουσα να παραλάβει τα εν λόγω εμπορεύματα, οι νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εναγομένης εξέδωσαν τιμολόγια, με τα οποία χρέωσαν την ενάγουσα με δικαιώματα αποθήκευσης, συνολικού ποσού 10.767,77 ευρώ, ακολούθως δε για να της παραδώσουν τα εμπορεύματα την υποχρέωσαν να καταβάλει το ποσό αυτό στη δεύτερη εναγομένη υπομισθώτρια, το οποίο αναγκάθηκε να καταβάλει, προκειμένου να αποφευχθεί η περαιτέρω καθυστέρηση παράδοσης αυτών στους πελάτες της, γνωρίζοντας ότι κατά τρόπο αυτό της προκαλούν περιουσιακή ζημία λόγω της ενέργειάς τους αυτής, η οποία ήταν αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ενόψει της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί και καθιστούσε αδύνατη την άμεση παραλαβή των εμπορευμάτων από αποκλειστική υπαιτιότητά τους και χωρίς καμιά δική της ευθύνη, 3) ότι μολονότι οι εκπρόσωποι των εναγομένων γνώριζαν την δημοσιευμένη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 2336/13-11-2009), απόφαση της πρώτης εναγομένης (ΟΛΠ) περί μη καταβολής αποθηκευτικών δικαιωμάτων κατά τις ημέρες των απεργιακών κινητοποιήσεων του προσωπικού της πρώτης εναγομένης (λιμενεργατών), το οποίο χρησιμοποιούσε η δεύτερη εξ αυτών, εν τούτοις προχώρησαν στην έκδοση των παραπάνω τιμολογίων και απαίτησαν το ως άνω ποσό ως αποθήκευτρα, αρνούμενης μάλιστα της δεύτερης των εναγομένων να τα επιστρέψει μετά την καταβολή του, με την αιτιολογία ότι δεν εγκρίθηκε επιστροφή από το Δ.Σ.
αυτής, γεγονός που επιβεβαιώνει την αντίθεση της συμπεριφορά των εκπροσώπων των εναγομένων προς τα χρηστά ήθη, με πρόθεση να της προκαλέσουν περιουσιακή ζημία με τη συμπεριφορά τους αυτή, από την οποία δεν απέστησαν και δ) ότι η ενάγουσα, από την ως άνω αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά των εναγομένων, υπέστη ηθική βλάβη, γιατί τρώθηκε η επαγγελματική της φήμη σχετικά με τη συνέπειά της και το ακριβόχρονο, ως τότε, της εκτέλεσης των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι άλλων πελατών της, γιατί λόγω των χρονοβόρων συνεννοήσεών της με τους εκπροσώπους των εναγομένων καθυστέρησε την παράδοση των αποθηκευθέντων φορτίων χάρτου, που ήταν απαραίτητα για την έκδοση των εκδιδόμενων απ' αυτούς καθημερινών εντύπων, για την οποία πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 1000 ευρώ, μετά από συνεκτίμηση των συνθηκών και περιστάσεων που τελέσθηκε η αδικοπραξία των εναγομένων.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το άλλο μέρος του, λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δή την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 297, 298, 299, 914, 919, 922, 926 και 932 του ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Είναι δε σαφείς και πλήρεις οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλομένης, τόσον ως προς την ηθική βλάβη που υπέστη η αναιρεσίβλητη από την αδικοπραξία των αναιρεσειουσών, συνισταμένη στο ότι τρώθηκε η επαγγελματική της φήμη σχετικά με τη συνέπειά της και το ακριβόχρονο, ως τότε, της εκτέλεσης των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι άλλων πελατών της, γιατί λόγω των χρονοβόρων συνεννοήσεών της με τους εκπροσώπους των εναγομένων καθυστέρησε την παράδοση των αποθηκευθέντων φορτίων χάρτου, που ήταν απαραίτητα για την έκδοση των εκδιδόμενων απ' αυτούς καθημερινών εντύπων, όσον και ως προς τον προσδιορισμό της εύλογης αποζημίωσης που δικαιούται, για τον οποίο έλαβε υπόψη την υπαιτιότητα των εκπροσώπων των εναγομένων, το είδος και το βαθμό αυτής, την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας της ενάγουσας και τις εν γένει συνθήκες υπό τις οποίες οι εναγόμενες εκδήλωσαν την αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά τους, όπως ειδικότερα περιγράφονται στις προεκτεθείσες παραδοχές της.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν, οι αναιρεσείουσες με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγους έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ1933/2006).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι, δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, τους οποίους πρότειναν παραδεκτώς πρωτοδικώς και επανέφεραν και ενώπιόν του, οι οποίοι έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:
α) περί της νομιμότητας της απεργίας του προσωπικού της πρώτης εξ αυτών από 1ης έως 18-10-2009 και από 02 έως 10-11-2009, β) περί μη σχετίσεως της δεύτερης εξ αυτών με την περιγραφόμενη στην αγωγή συμπεριφορά του απεργούντος προσωπικού της πρώτης εξ αυτών, γ) περί δεσμεύσεως της δεύτερης εξ αυτών από την υπ' αριθ. 220/27-10-2009 απόφαση του Δ.Σ.
της πρώτης εξ αυτών, σχετικά με την μη καταβολή αποθηκευτικών δικαιωμάτων ειλημμένη και δημοσιευμένη (ΦΕΚ Β'2336/13-11-2009) μετά την υπογραφή της από 25-11-2008 μεταξύ τους σύμβασης παραχωρήσεως κυρωθείσας με το άρθρο 1ο του ν. 3755/2009 (ΦΕΚ Α'52/30-03-2009), δ) περί απουσίας από τη συμπεριφορά τους στοιχείου της παρανομίας-αντιθέσεως στα χρηστά ήθη και ε) ελλείψεως υπαιτιότητάς τους.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι οι ανωτέρω "ισχυρισμοί" δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά οι μεν υπό στοιχ. δ'και ε' συνιστούν άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών, οι δε υπόλοιποι εξ αυτών προβλήθηκαν από τις αναιρεσείουσες ως επιχειρήματα συναγόμενα από τις αποδείξεις για την άρση ανταποδεικτικά του βασικού αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, που στήριξε και την αγωγή της κατά την εξ αδικοπραξίας βάση της, και ειδικότερα την υπαιτιότητά τους στην αδικοπραξία αυτή με συμπεριφορά που συνιστούσε αντίθεση προς τα χρηστά ήθη.
Ανεξάρτητα όμως από αυτά το Εφετείο, και εάν ακόμη τα πιο πάνω υπό στοιχ. α'έως γ' περιστατικά συγκροτούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμους, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τους ισχυρισμούς αυτούς, και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 23-04-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 717/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-04-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 717/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ