Supreme Court dismisses appeal for failure to consider appeal reasons under Article 559(8) of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for leave to appeal against the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the Court of First Instance failed to consider specific appeal reasons regarding the termination of employment contracts, but the Court found no such reasons were presented. Consequently, the Court ruled that the appeal was inadmissible because the lower court had not overlooked any arguments that could have influenced the outcome.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559(8) of the Code of Civil Procedure; Article 522 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible only if the Court of First Instance failed to consider arguments that were actually presented and had a decisive impact on the judgment, excluding arguments that were not raised or were irrelevant to the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 610 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 610/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Χασιρτζόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μπούρα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ & ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΔΗΜΟΥ ΜΑΝΔΡΑΣ - ΕΙΔΥΛΛΙΑΣ" (Δ.Ο.Κ.Α.Π.Μ.Ε.), που εδρεύει στη Μάνδρα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δημόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1635/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 676/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-9-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 470/2018, 781/2017, ΑΠ 226/2016, 845/2011, 279/2010).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 520 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες, που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 248/2019, 1529/2001). Εάν η εκκαλούμενη απόφαση περιέχει δυο ή περισσότερες αιτιολογίες η καθεμία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό και με την έφεση δεν πλήττεται καθόλου ή πλήττεται αναποτελεσματικώς η μία από αυτές, ο λόγος έφεσης που αφορά στην άλλη αιτιολογία απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Δηλαδή σε περίπτωση διαδοχικής επάλληλης αιτιολογίας χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 138/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 12/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προέκυψαν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα άσκησε από κοινού με άλλη μη διάδικο στη δίκη αυτή αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στρεφόμενη κατά της υπό εκκαθάριση Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Μάνδρας-Ειδυλλίας και του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε αφενός να αναγνωριστεί ότι συνδεόταν με τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία καταγγέλθηκε ακύρως, και αφετέρου να υποχρεωθούν τα εναγόμενα να τής καταβάλουν τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1635/2017 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε με την ακόλουθη αιτιολογία: Κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της κοινωφελούς επιχείρησης που είχε μορφή νπιδ, ως απαράδεκτη επειδή αυτό είχε τεθεί σε εκκαθάριση με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Μάνδρας, η οποία είχε περατωθεί κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, χωρίς το νομικό πρόσωπο να αναβιώσει, το οποίο για το λόγο αυτό δεν ήταν πλέον φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων κατ' άρθρο 61 ΑΚ και είχε αποστερηθεί την ικανότητα να είναι διάδικος και να παρίσταται στο δικαστήριο (άρθρ. 63 κα 64 ΚΠολΔ).
Κατά το μέρος δε που στρεφόταν κατά του αναιρεσίβλητου νπδδ με την επωνυμία ΔΟΚΑΠΜΕ επειδή οι εργασιακές σχέσεις με το πρώτο εναγόμενο λύθηκαν ήδη την 31.8.2015, λόγω της λήξης της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου του προσωπικού, χωρίς να μεταβιβαστούν στο δεύτερο εναγόμενο, που δεν κατέστη εργοδότης του προσωπικού της κοινωφελούς επιχείρησης.
Περαιτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι με την 111/2015 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου αποφασίστηκε να αναλάβει το δεύτερο εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) τις δραστηριότητες του πρώτου, συστήνοντας δεκατέσσερις προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για το προσωπικό που απασχολούνταν στο πρώτο και οι συμβάσεις του έληξαν με την πλήρωση του χρόνου.
Ότι οι θέσεις αυτές συστήθηκαν αλλά όχι νομοτύπως, διότι δεν τηρήθηκαν οι αναγκαστικού δικαίου διατυπώσεις δημοσιότητας και ειδικότερα η κύρωση της σχετικής απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου με πράξη του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και δημοσίευση αυτής στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Ότι οι διατυπώσεις αυτές έλαβαν χώρα πολύ αργότερα και αφού είχαν λήξει οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας και μόνο για το προσωπικό που είχε απασχοληθεί στο πρώτο εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι το δεύτερο εναγόμενο- αναιρεσίβλητο με την 122/2015 απόφαση του διοικητικού του συμβουλίου προέβη στον καθορισμό των ειδικοτήτων πρόσληψης προσωπικού συμπεριλαμβανομένης και της ειδικότητας της ενάγουσας η οποία ουδέποτε υπέβαλε αίτημα συμμετοχής στην οικεία προκήρυξη.
Τέλος ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκαν την 8.1.2010 και 8.3.2012, αντίστοιχα, δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν, υπό το καθεστώς των διατάξεων του αναθεωρημένου άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και της διάταξης του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 καθώς και ότι ούτε το άρθρο 8 παρ. 3 το ν. 2112/1920 ούτε και η Οδηγία 1999/70/ΕΚ μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής.
Ακολούθως δε απέρριψε την αγωγή. Κατά της απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση με την οποία πλήττει την παραδοχή της εκκαλουμένης για τη μη δυνατότητα αναγνώρισης των συμβάσεων ορισμένου χρόνου ως μια ενιαία αορίστου χρόνου σύμβαση, η οποία τη συνέδεε με αμφότερα τα εναγόμενα, χωρίς όμως να πλήξει την ειδικότερη παραδοχή της εκκαλουμένης ότι το αναιρεσίβλητο ουδέποτε κατέστη εργοδότης της.
Η παραδοχή όμως αυτή μπορούσε να στηρίξει αυτοτελώς το διατακτικό της εκκαλουμένης, με το οποίο απέρριψε την αγωγή σε βάρος του αναιρεσιβλήτου και η αναιρεσιβαλλομένη η οποία έκρινε ομοίως και συνακολούθως απέρριψε το μοναδικό λόγο έφεσης ως αλυσιτελή δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και δεν υπέπεσε στην παράβαση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε όμως και του αριθμού 8 της ίδιας διάταξης, καθώς δεν υπήρξε άλλος λόγος έφεσης τον οποίον δεν έλαβε υπόψη.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, του οποίου η δικαστική εκπροσώπηση δεν έλαβε χώρα μέσω του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της 676/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ