Legislator Case Law & Legislation
608/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank debt judgments as inadmissible due to lack of new grounds.

Case Number 608/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn final judgments against Eurobank and Piraeus Bank regarding their debt obligations. The appellants argued that the lower court failed to consider their health-related inability to pay, but the court ruled this constituted a re-litigation of already decided facts rather than a new ground for appeal. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under the Civil Procedure Code, and the costs were not awarded to the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 555, 559, 560, 561 of the Civil Procedure Code; An appeal is inadmissible if it merely re-litigates facts already decided by the lower court or challenges a judgment on grounds that do not constitute a new legal argument.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal re-litigation of facts Civil Procedure Code bank debt judgments finality of judgments

Cited Legislation

AI generated
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 555 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Law 3869/2010
Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 608 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 608/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Β. του Α. και 2) Χ. Π. του Σ., κατοίκων Νίκαιας Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ρήγα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS AE" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2015 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νίκαιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 341/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1825/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-1-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου συζητεί πρώτα για το παραδεκτό της αναιρέσεως και, αν διαπιστώσει ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, απορρίπτει αυτήν και αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, διακρίνονται σε θετικές και αρνητικές.

Θετικές προϋποθέσεις είναι α) η ύπαρξη αποφάσεως υποκείμενης σε αναίρεση (άρθρ. 552, 554 Κ.Πολ.Δ.), β) άσκηση αυτής από πρόσωπο νομιμοποιούμενο προς τούτο (άρθρ. 556, 558 Κ.Πολ.Δ.), γ) θεμελίωσή της σε ένα τουλάχιστον λόγο αναιρέσεως (άρθρ. 566 § 1 Κ.Πολ.Δ.), δ) η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον διάδικο που την ασκεί και ε) η τήρηση ορισμένου τύπου και προθεσμίας για την άσκησή της, ενώ αρνητικές προϋποθέσεις είναι α) η άσκηση αυτής για πρώτη φορά (άρθρ. 555 Κ.Πολ.Δ.), β) η μη αποδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως και γ) η μη παραίτηση του διαδίκου από την, τυχόν ασκηθείσα, αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 1486/2014).

Από το άρθρο δε 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη (ΑΠ 123/2017).

Η αναίρεση ασκείται, όπως όλα τα ένδικα μέσα, με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις, πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεση γίνεται, κατ' άρθρο 566 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά (ΑΠ 781/2021, ΑΠ 1656/2017, ΑΠ 617/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 3.1.2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 124/13/2022, αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλονται η υπ' αριθμ. 1825/2021 οριστική απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και η υπ' αριθμ. 341/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Νικαίας, που εκδόθηκαν με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ.

του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"). Με την πρώτη από τις ως άνω, υπ' αριθμ. 1825/2021, απόφαση, έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 21-12-2018 (αρ. κατ. 141/79/2019) έφεση των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της δεύτερης (πρωτόδικης), υπ' αριθμ. 341/2017, αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 16-12-2015 (αρ.κατ. 1366/2015) αίτησή τους, με αντικείμενο την, κατά το ν. 3869/2010, ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς τις καθ' ων η αίτηση πιστώτριες Τράπεζες.

Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με το οποίο προσβάλλονται οι αποφάσεις του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατατέθηκε, τόσο στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στις 10-1-2022 και 8-2-2022 αντιστοίχως.

Ενόψει όμως του ότι η έφεση που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην εφετειακή απόφαση και, συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της πρωτόδικης, υπ' αριθμ. 341/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Νικαίας, είναι απαράδεκτη (ως δικόγραφο) και πρέπει να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως.

Η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1825/2021 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδόθηκε ερήμην αμφοτέρων των εφεσιβλήτων, ήδη αναιρεσιβλήτων, τραπεζικών εταιρειών. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία τους, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά απευθύνεται κατ' αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 449/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 658/2022, Α.Π. 508/2020).

Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίστηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 17-11-2023.

Κατόπιν της από 6-9-2022 αιτήσεως των αναιρεσειόντων, περί προσδιορισμού, κατά προτίμηση, προγενέστερης δικασίμου, με την υπ' αριθμ. 284/14-9-2022 πράξη της Προέδρου του παρόντος Δ' Πολιτικού Τμήματος, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Μυρσίνης Παπαχίου, ορίστηκε δικάσιμος, για την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (13-1-2023).

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτήν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, παρέστησαν δε νομίμως και προσηκόντως οι αναιρεσείοντες και η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" και ήδη "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK Aνώνυμη Eταιρεία".

Από την υπ' αριθμ. 1519/23-9-2022 όμως έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ειρήνης Πανταζοπούλου, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο της 13-1-2023, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην προαναφερόμενη, δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση (ως εκ του χρόνου υποβολής της ένδικης αιτήσεως στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, στις 28-4-2017), μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο".

Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, είναι να έχει περιέλθει ο οφειλέτης, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει τον ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως αυτή γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη, διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.Α.Π. 4/2010, Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 77/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010).

Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά και η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία ο δράστης επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, ως ενδεχόμενο, το αποτέλεσμα και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, η αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη, για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω, απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος, σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά (Α.Π. 1352/2021).

Στην περίπτωση του ν. 3869/2010, η έννοια του δόλου συνδέεται με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και σε χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (Α.Π. 1504/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 183/2022, Α.Π. 59/2021).

Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε, από δική του υπαιτιότητα, βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 70/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης, ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση, υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία, αναλαμβάνει, και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος που θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων, σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 1035/2021).

Εξάλλου, από τη διάταξη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010 (όπως τούτο ισχύει, κατά τα προαναφερθέντα), που προβλέπει ότι την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, προκύπτει ότι το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.

άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1400/2019, Α.Π. 734/2019, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά, για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 183/2022, Α.Π. 83/2022, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 697/2020), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.

και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα. Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 758/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν, ισχύει δε και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 604/2021, Α.Π. 981/2020).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π. 75/2022, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 42/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 1559/2022, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 1106/2021, Α.Π. 123/2021).

Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 56/2022, Α.Π. 1127/2021, Α.Π. 123/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ., απέρριψε τον προταθέντα νομίμως εκ μέρους τους, με λόγο εφέσεως, ισχυρισμό, περί αοριστίας της προβληθείσας πρωτοδίκως, εκ μέρους των πρώτης και δεύτερης των καθ' ων, ενστάσεως δόλου και, μετ' απόρριψη της εφέσεώς τους, επικύρωσε την υπ' αριθμ. 341/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νικαίας, το οποίο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση του δόλου, απέρριψε την αίτησή τους, για τη δικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς τις καθ' ων η αίτηση πιστώτριες Τράπεζες.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της υπ' αριθμ. 341/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Νικαίας και της εκδοθείσας επ' αυτής, υπ' αριθμ. 1825/2021, προσβαλλομένης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, καθώς και από όσα διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως (ενόψει του ότι δεν προσκομίζονται στο παρόν Δικαστήριο οι πρωτόδικες προτάσεις των καθ' ων η αίτηση-ήδη αναιρεσιβλήτων, ώστε να διερευνηθεί το ακριβές περιεχόμενο της προβληθείσας πρωτοδίκως από αυτές ενστάσεως δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής), προκύπτει ότι οι καθ' ων τραπεζικές εταιρείες, προκειμένου να θεμελιώσουν τον ως άνω ισχυρισμό τους, υποστήριξαν ότι οι αιτούντες, παρότι, από το χρόνο καταρτίσεως των επίδικων δανειακών συμβάσεων, γνώριζαν ότι, με βάση τις οικονομικές τους δυνατότητες, δεν θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις που ανελάμβαναν, προέβησαν, εν γνώσει τους, σε υπέρμετρο δανεισμό, δυσανάλογα υψηλό, σε σχέση με τα εισοδήματά τους.

Η ένσταση αυτή των καθ' ων είναι, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με το 262 του Κ.Πολ.Δ., στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει, ότι οι αιτούντες συμφώνησαν με αυτές την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπαν, ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, θα τους οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.

Συνακόλουθα, το, ως άνω, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με το να κρίνει ορισμένη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 844/2022, Α.Π. 1493/2021, Α.Π. 148/2021, Α.Π. 314/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1825/2021 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες), γεννηθέντες τα έτη 1972 και 1970 αντίστοιχα, έχουν συνάψει μεταξύ τους γάμο το έτος 1992, εντός του οποίου έχουν αποκτήσει δύο, ενήλικα πια τέκνα, ο δε γάμος αυτός δεν έχει λυθεί.

Ο αιτών (ήδη πρώτος αναιρεσείων) διατηρούσε επί σειρά ετών ατομική επιχείρηση, παρέχοντας υπηρεσίες γενικού καθαρισμού επαγγελματικών χώρων και κτιρίων, ωστόσο την 31.12.18 έπαυσε τη δραστηριότητά του αυτή. Η αιτούσα (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) συνέδραμε περιστασιακά το σύζυγό της στην ως άνω επαγγελματική δραστηριότητά του, ενώ, όπως προκύπτει από την από 05.01.21 βεβαίωση του Ο.Α.Ε.Δ., είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο Ανέργων του Οργανισμού από 06.08.20 έως 05.01.21.

Το 2010 η αιτούσα διαγνώστηκε ότι πάσχει από συστηματικό ερυθηματώδη λύκο και έχοντας κριθεί ανάπηρη κατά ποσοστό 67% λαμβάνει μηνιαίο προνοιακό επίδομα ύψους 313 ευρώ, ο δε αιτών το 2012 υπέστη ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο στην παρεγκεφαλίδα, συνεπεία του οποίου νοσηλεύτηκε από 05.04.12 έως 12.04.12 στο Γενικό Νοσοκομείο "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ".

Τα ετήσια, φορολογητέα, εισοδήματά τους διαμορφώνονται ως ακολούθως: το οικονομικό έτος 2005, του αιτούντος στο ποσό των 15.655,37 ευρώ και της αιτούσας στο ποσό των 2.025 ευρώ, το οικονομικό έτος 2006, του αιτούντος στο ποσό των 16.410,91 ευρώ και της αιτούσας στο ποσό των 2.700 ευρώ, το οικονομικό έτος 2007, του αιτούντος στο ποσό των 13.026,89 ευρώ και της αιτούσας στο ποσό των 2.480,18 ευρώ, το οικονομικό έτος 2008, του αιτούντος στο ποσό των 18.870 ευρώ και της αιτούσας στο ποσό των 1.425 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012, του αιτούντος στο ποσό των 16.520 ευρώ και της αιτούσας στο ποσό των 2.793 ευρώ, το οικονομικό έτος 2014, του αιτούντος στο ποσό των 2.499,96 ευρώ και της αιτούσας στο ποσό των 6.675 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014, του αιτούντος στο ποσό των 5.333 ευρώ και της αιτούσας στο ποσό των 1.902,65 ευρώ, το φορολογικό έτος 2015, του αιτούντος στο ποσό των 1.805 ευρώ και της αιτούσας στο ποσό των 4.423,33 ευρώ, το φορολογικό έτος 2017, του αιτούντος στο ποσό των 1.395,92 ευρώ και της αιτούσας στο ποσό των 4.544,04 ευρώ και το φορολογικό έτος 2018, του αιτούντος στο ποσό των 1.000,82 ευρώ και της αιτούσας στο ποσό των 2.959,18 ευρώ.

Οι αιτούντες έχουν στην πλήρη κυριότητά τους, κατά ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου ο αιτών και 25% εξ αδιαιρέτου η αιτούσα, μία μεζονέτα του πρώτου και δευτέρου ορόφου συνολικού εμβαδού 190,00 τ.μ. και με ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί του όλου οικοπέδου επιφάνειας 172,40 τ.μ. 500/1000, η οποία βρίσκεται επί της οδού Πάργας αρ. 4, στη Νίκαια Αττικής, συνολικής αντικειμενικής αξίας 135.739,80 ευρώ (και δη 101.804,85 ευρώ το ποσοστό συγκυριότητας του αιτούντος και 33.934,95 της αιτούσας, βλ.

δήλωση ΕΝ.Φ.ΙΑ έτους 2020), το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία αμφοτέρων. Επιπλέον, ο αιτών έχει στην πλήρη κυριότητά του ένα ισόγειο διαμέρισμα εμβαδού 35 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο ως άνω οικόπεδο, με ποσοστό συγκυριότητας επί του όλου οικοπέδου 101/1000. Ο αιτών εκμισθώνει το εν λόγω διαμέρισμα, αντικειμενικής αξίας 22.680 ευρώ (βλ.

δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. έτους 2020), έναντι του ποσού των 250 ευρώ μηνιαίως. Επίσης, ο αιτών έχει στην πλήρη κυριότητά του α) ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας ΗUNDAΙ, τύπου ΑΤOS, με αριθμό κυκλοφορίας ΖΜΟ ... και έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2003 και β) ένα IX φορτηγό, μάρκας SUZUKI, με αριθμό κυκλοφορίας ΥΝΚ ... και έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2008.

Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι οι χρηματικές οφειλές, συμπεριλαμβανομένων των τόκων και εξόδων, των αιτούντων, που, με την κοινοποίηση της ένδικης αίτησης θεωρούνται ληξιπρόθεσμες, υπολογιζόμενες με την τρέχουσα αξία τους, με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια, των οποίων ο εντοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής, τις οποίες (οφειλές) είχαν αναλάβει σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης και οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στις εξαιρούμενες περιπτώσεις του ν. 3869/2010, είναι οι ακόλουθες :

Α) του αιτούντος προς την πρώτη των εφεσίβλητων (ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων): ποσό 34.376,17 ευρώ, προερχόμενο από την καταρτισθείσα την 27.06.11 με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου και ποσό 16,64 ευρώ, προερχόμενο από τη με αριθμό ... σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας και προς τη δεύτερη των εφεσίβλητων:

ποσό 14.155,24 ευρώ, προερχόμενο από τη με αριθμό ... σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, ποσό 49.884,96 ευρώ, προερχόμενο από την καταρτισθείσα την 31.05.07 με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσό 297.988,50 ευρώ, προερχόμενο από την καταρτισθείσα την 18.12.06 με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσό 78.587,92 ευρώ, προερχόμενο από την καταρτισθείσα την 09.10.09 με αριθμό ...

σύμβαση στεγαστικού δανείου και ποσό 10.107 ευρώ, προερχόμενο από την καταρτισθείσα την 12.03.10 με αριθμό ... σύμβαση χορήγησης καταναλωτικού δανείου και Β) της αιτούσας προς τη δεύτερη των εφεσίβλητων (ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων): ποσό 297.988,50 ευρώ, προερχόμενο από την καταρτισθείσα την 18.12.06 με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσό 78.587,92 ευρώ, προερχόμενο από την καταρτισθείσα την 09.10.09 με αριθμό ...

σύμβαση στεγαστικού δανείου και ποσό 10.107 ευρώ, προερχόμενο από την καταρτισθείσα την 12.03.10 με αριθμό ... σύμβαση χορήγησης καταναλωτικού δανείου. Συμπερασματικά, οι αιτούντες όφειλαν, κατά τον χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησής τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τα εξής ποσά: ο αιτών το συνολικό ποσό 485.116,43 ευρώ και η αιτούσα το συνολικό ποσό των 386.683,42 ευρώ, οι δε απαιτήσεις της δεύτερης των εφεσίβλητων, που προέρχονται από τις συμβάσεις στεγαστικού δανείου, είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες, καθώς έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης τόσο επί της κύριας κατοικίας των αιτούντων όσο και επί του ανωτέρω περιγραφόμενου ισογείου διαμερίσματος, αποκλειστικής κυριότητας του αιτούντος.

Αμφότερες οι καθ' ων η αίτηση -εφεσίβλητες είχαν προτείνει παραδεκτά και δη προφορικά κατά τη συζήτηση και εγγράφως με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν, την ένσταση δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών τους, ισχυριζόμενες ότι οι συγκεκριμένες δανειακές υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει οι αιτούντες (όπως αυτές ανωτέρω εκτέθηκαν), ήταν δυσανάλογα υψηλές σε σχέση με τα εισοδήματά τους, τα οποία ουδέποτε ήταν ικανά να τις εξυπηρετήσουν, εξ αρχής δε οι αιτούντες αν και γνώριζαν, βάσει των οικονομικών τους δυνατοτήτων, πως δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν τα ποσά των δανείων, εντούτοις προχώρησαν στην κατάρτισή τους.

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται πως η πρώτη των καθ' ων προέβαλε την εν λόγω ένσταση, με το ανωτέρω περιεχόμενο, μόνο κατά του αιτούντος. Η ένσταση αυτή προβλήθηκε από τις καθ'ων η αίτηση ορισμένα, καθώς αρκούσε για τη στοιχειοθέτηση του πραγματικού της (κατ' άρθρο 1 του Ν. 3869/2010) μόνο η επίκληση της εκ μέρους των οφειλετών ανάληψης, δια του δανεισμού τους, υπερβολικών οικονομικών υποχρεώσεων, έστω και εν γνώσει της αδυναμίας τους να τις αποπληρώσουν, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται ως πρόσθετα στοιχεία συγκεκριμένες ενέργειες των αιτούντων που να αποσκοπούσαν στην απόκρυψη από τις πιστώτριές τους της πραγματικής οικονομικής κατάστασης και των υποχρεώσεών τους, όπως οι εκκαλούντες με τον σχετικό λόγο έφεσής τους ισχυρίζονται [...].

Περαιτέρω, αποδείχθηκε πως, με βάση τα προαναφερόμενα οικονομικά δεδομένα, είναι προφανές ότι οι αιτούντες, δεδομένων και των δαπανών για τη διαβίωση τους, οι οποίες ανέρχονται, κατά δήλωσή τους, στο ποσό τουλάχιστον των 900 ευρώ, βρίσκονται σε γενική και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τις επίμαχες ληξιπρόθεσμες οφειλές τους.

Ταυτόχρονα, όμως, προέκυψε ότι αμφότεροι οι αιτούντες, ήδη κατά το έτος 2006, οπότε και κατήρτισαν με τη δεύτερη των καθ' ων τη σύμβαση στεγαστικού δανείου, από την οποία πηγάζει το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής οφειλής τους, ανέλαβαν χρέη αναντίστοιχα με το βιοτικό και εισοδηματικό τους επίπεδο, υπερβαίνοντας το όριο των οικονομικών τους δυνατοτήτων, με δεδομένο μάλιστα ότι μόνο ο ένας εκ των δύο εργαζόταν.

Κατά δε το χρόνο ανάληψης των επίδικων οφειλών, βελτίωση των εισοδημάτων τους, τα οποία σημειωτέον κατά τη διάρκεια των ετών 2005 έως 2013 δεν παρουσιάζουν ουσιώδεις αποκλίσεις, δεν αναμενόταν. Συνακόλουθα, αμφότεροι οι αιτούντες δεν επέδειξαν συμπεριφορά συνετού καταναλωτή και παρότι διέβλεψαν ως ενδεχόμενη την αδυναμία τους αποπληρωμής των υποχρεώσεών τους στο μέλλον, την αποδέχθηκαν.

Υπό τα περιστατικά αυτά, η υπαιτιότητα των αιτούντων έχει τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον οι τελευταίοι προέβλεψαν το αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους ως πιθανό και το αποδέχθηκαν. Δηλαδή γνώριζαν ότι η αδυναμία εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών τους αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορούσε ν' αποφευχθεί, γεγονός που ερμηνεύεται ως αποδοχή του.

Βάσει των προεκτεθέντων, η νόμιμη ένσταση που ορισμένα, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες - αιτούντες, και παραδεκτά πρότειναν οι παριστάμενες στην πρωτοβάθμια δίκη καθ' ων η αίτηση περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση μόνιμης και πλήρους αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, κρίνεται ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Τα δε προβλήματα υγείας, που αμφότεροι οι αιτούντες αντιμετώπισαν, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν ευθύνονται για την κατάστασή τους αυτή, ενώ η ύπαρξη, ενδεχομένως, συνυπαιτιότητας των τραπεζικών ιδρυμάτων, οι οποίες έκριναν τους αιτούντες πιστοληπτικά ικανούς και συνέβαλαν στην υπερχρέωσή τους, δεν αίρει τις συνέπειες της δόλιας συμπεριφοράς των τελευταίων (αιτούντων), που είναι η μη υπαγωγή τους στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση των αιτούντων- ήδη αναιρεσειόντων, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 341/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Νικαίας, που είχε κρίνει όμοια. Τα περιστατικά αυτά, που το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε, και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων ενδεχόμενος δόλος, κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, η αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων δεν οφείλεται σε σταδιακή μείωση των εισοδημάτων τους, αλλά στον υπερδανεισμό τους, οι ίδιοι δε γνώριζαν εξ αρχής, σε κάθε δε περίπτωση μπορούσαν να προβλέψουν, ότι ο υπερδανεισμός, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές τους δυνατότητες, θα τους οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών τους και εντούτοις αποδέχτηκαν και επιδοκίμασαν την συμπεριφορά αυτή.

Οι αναιρεσείοντες διατείνονται περαιτέρω ότι το ως άνω δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς καμία αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό τους ότι οι δανειακές τους υποχρεώσεις εξυπηρετούνταν κανονικά μέχρι το έτος 2012, οπότε σταμάτησαν πλέον να τις εξυπηρετούν, λόγω των απρόβλεπτων προβλημάτων υγείας που αμφότεροι αντιμετώπισαν.

Όπως, όμως, προκύπτει από της παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ως άνω ισχυρισμό αιτούντων-ήδη αναιρεσειόντων και, παρότι δέχτηκε ότι πράγματι υπήρξαν τα επικληθέντα από αυτούς προβλήματα υγείας, κατέληξε, ανέλεγκτα, στο, σαφώς διατυπούμενο, αποδεικτικό πόρισμα, ότι η περιέλευσή τους σε κατάσταση μόνιμης και πλήρους αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, δεν οφείλεται σ' αυτά, αλλά στο γεγονός ότι, ήδη από το έτος 2006, είχαν αναλάβει χρέη αναντίστοιχα προς το εισοδηματικό τους επίπεδο, υπερβαίνοντας το όριο των οικονομικών τους δυνατοτήτων.

Συνεπώς, το ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, απορριπτομένου του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, εκ του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., ως αβασίμου.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. και, αναλόγως, άρθρου 560 αριθμ. 5 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1015/2021, Α.Π. 781/2021, Α.Π. 159/2018).

Αντίθετα, δεν είναι "πράγματα" με την έννοια αυτή, η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί (Α.Π. 62/2021, Α.Π. 1064/2020, Α.Π. 790/2020, Α.Π. 365/2020).

Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αριθμ. 8 εδαφ. β' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π 1388/2021, Α.Π. 1281/2020, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 950/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδ. β' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το ως άνω Δικαστήριο, που καταλόγισε σε βάρος τους δόλια συμπεριφορά, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, ότι οι δανειακές τους υποχρεώσεις εξυπηρετούνταν κανονικά μέχρι το έτος 2012, οπότε σταμάτησαν πλέον να εξυπηρετούνται, λόγω των απρόβλεπτων προβλημάτων υγείας που αμφότεροι αντιμετώπισαν.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο ανωτέρω ισχυρισμός, που φέρεται ότι δεν ελήφθη υπόψη, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της, προβληθείσας από τις προαναφερθείσες τραπεζικές εταιρείες, ενστάσεως, περί περιέλευσης των αιτούντων- ήδη αναιρεσειόντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής από ενδεχόμενο δόλο, καθώς και επιχείρημα των τελευταίων, υπέρ της περί του αντιθέτου απόψεώς τους και, συνεπώς δεν είναι "πράγμα" με την έννοια του νόμου, επιπλέον δε διότι, με το λόγο αυτό, υπό την επίφαση της παραβάσεως του άρθρου 560 αρ. 5 β' του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 930/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ1400/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.1.2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 124/13/2022 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1825/2021 αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και της υπ' αριθμ. 341/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Νικαίας. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Απριλίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ