Legislator Case Law & Legislation
950/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding insufficient reasoning in labor dispute judgment.

Case Number 950/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a labor court judgment regarding unpaid annual leave and contract termination. The appellant argued the lower court lacked sufficient reasoning, but the court found the appeal grounds vague and abstract. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because it failed to specify the exact assumptions or contradictions in the contested decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 176 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on insufficient reasoning is inadmissible if the grounds are vague, failing to identify specific assumptions or contradictions in the contested decision.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning vague appeal grounds labor dispute contract termination annual leave compensation inadmissible appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 950 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 950/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Μερεκούλια, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρου Τεντζεράκη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/4/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 270/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1344/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/2/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 15.2.2017 και με αριθ. κατάθεσης 1402/119/28.2.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1344/28.2.2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσία, μετά από αντικατάσταση των αιτιολογιών, οι από 25.3.2012 και με αριθ.

κατάθ. 3075/2.4.2012 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και από 2.2.2012 και με αριθ. κατάθ. 1488/1.3.2012 αντίθετη έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, κατά της με αριθ. 270/1.2.2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατά μερική παραδοχή της από 26.4.2010 και με αριθ. κατάθ. 79983/2240/29.4.2010 αγωγής, επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 16.057,36 ευρώ ως αποζημίωση για τη μη παροχή σε αυτόν αυτούσιας της ετησίας αδείας του των ετών 2005 έως και 2009, ενώ απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη η αγωγή κατά τα λοιπά της κεφάλαια (αναγνώρισης ως άκυρης της από 29.1.2010 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού, επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας για το μετά την καταγγελία χρονικό διάστημα και επικουρικά επιδίκασης διαφοράς στην αποζημίωση καταγγελίας, επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του κατά τη διάρκεια της εργασίας του και κατά την απόλυσή του, επιδίκασης αμοιβής για την παροχή ιδιόρρυθμης υπερωρίας, υπερεργασιακής απασχόλησης, απασχόλησης κατά τα Σάββατα, απασχόλησης κατά τις Κυριακές, αμοιβή εργασίας για μη παροχή ημέρας αναπληρωματικής ανάπαυσης (ρεπό), αμοιβή για εκτός έδρας εργασία και αποδοχές μη ληφθείσας ετήσιας αδείας ανάπαυσης της περιόδου από 1.1.2005 έως 15.1.2010).

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). Ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που προβάλλεται με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες από 15.3.2019 προτάσεις της (άρθ. 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ότι η ασκηθείσα μετά την 1.1.2016 ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη και ως εκ τούτου απαράδεκτη, καθότι ασκήθηκε με την κατάθεση αυτής στις 28.2.2017 μετά την πάροδο της προβλεπομένης από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 564 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, προθεσμίας των δύο (2) ετών, είναι αβάσιμος.

Και τούτο διότι επί προσβαλλομένων αποφάσεων, των οποίων η δημοσίευση έλαβε χώρα πριν την 1.1.2016 χωρίς αυτές να έχουν επιδοθεί, όπως στην προκειμένη περίπτωση, όπου η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθ. 1344/2014 απόφαση δημοσιεύθηκε στις 28.2.2014 χωρίς να έχει επιδοθεί, αφού κανένας των διαδίκων δεν ισχυρίζεται το αντίθετο, εφαρμόζεται κατά το άρθρο 24 του ΕισΝΚΠολΔ το προηγούμενο δίκαιο που προέβλεπε (άρθ. 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε) τριετή καταχρηστική προθεσμία προσβολής αυτών με αναίρεση (ΟλΑΠ 10/2018).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" είναι και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 1765/2005, ΑΠ 759/2006, ΑΠ 148/2009). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όχι μόνο όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, συγκεκριμένου ισχυρισμού, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/1011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).

Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα και οι μάρτυρες), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 767/2011, ΑΠ 1690/2010, ΑΠ 1901/2009, ΑΠ 2178/2009).

Εξ άλλου με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008). Σύμφωνα δε με την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 566 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης ή μη διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου ( ΑΠ 772/2017, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010, ΑΠ 1573/2006).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όπου υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας της προσβαλλομένης απόφασης πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων και με αναφορά σε αυτά, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] προσελήφθη στις 1.11.1988 από την εναγομένη [ήδη αναιρεσίβλητη] με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε εγγράφως, ως υπάλληλος και ειδικότερα ως Προγραμματιστής Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, δεδομένου ότι είχε ειδικευθεί στην ανάπτυξη συστημάτων μικροεπεξεργαστών και στην ανάπτυξη λογισμικού, αντί μηνιαίων μικτών αποδοχών ανερχομένων κατά την πρόσληψή του στο ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών.

Συμφωνήθηκε πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία (Δευτέρα έως Παρασκευή) και οκτάωρο ημερήσιο ωράριο (9.00 έως 17.00). Με την πάροδο των ετών εξελίχθηκε σε Project Manager και Senior Project Manager, έχοντας την εποπτεία όλων των έργων Πληροφορικής που είχε αναλάβει η εναγομένη. Λόγω δε της θέσης που κατείχε στην εταιρία και των αυξημένων ευθυνών του, η εναγομένη του είχε παραχωρήσει τη χρήση αυτοκινήτου, κινητού τηλεφώνου και εταιρική πιστωτική κάρτα.

Με την πάροδο του χρόνου, οι μηνιαίες μικτές αποδοχές του ανήρχοντο περίπου στο διπλάσιο αυτών που καθόριζαν οι οικείες Σ.Σ.Ε., ενώ περιστασιακά έλαβε και πρόσθετες έκτακτες αποδοχές, ως αναγνώριση της εργασιακής προσφοράς του στην εναγομένη, όπως το έτος 2009 έλαβε ποσό 5.069 ευρώ. Τον Ιούλιο του 2009, η εναγομένη ενημέρωσε τους εργαζόμενους στο τμήμα που εργαζόταν και ο ενάγων "..." (...) ότι οι δραστηριότητες της λειτουργίας του τμήματος θα μεταφέρονταν στην ..., λόγω ελλείψεως έργων, αποφασίσθηκε δε οι δραστηριότητες του τμήματος στην Ελλάδα να περιορισθούν σε τρία έργα, τα οποία δεν είχαν ολοκληρωθεί και ειδικότερα στο έργο GSMR για την ERGOSE [ενν.

ΕΡΓΟΣΕ], τη συντήρηση του έργου CFI [ενν. C4I) στην …. και τη συντήρηση του έργου CFI [ενν. C4I] στο …, το οποίο όμως είχε αναλάβει τοπική ομάδα στο ….. Ενόψει του ότι η χρήση του έτους 2009 έκλεισε με ζημία, ύψους 151.200.192 ευρώ, αποφασίσθηκε από την εναγομένη η σταδιακή αποχώρηση μέρους των εργαζομένων, με την προσπάθεια να απορροφηθούν σε άλλες θέσεις.

Θέση ανάλογη με τα προσόντα του ενάγοντος δεν ανευρέθη και έτσι στις 29.1.2010, η εναγομένη κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος, εγγράφως, καταβάλλοντάς του ως νόμιμη αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 76.632 ευρώ, βάσει των ετών υπηρεσίας του και των μηνιαίων μικτών αποδοχών του, κατά τον τελευταίο μήνα, ύψους 3.479,22 ευρώ.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος έλαβε χώρα, κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, από λόγους εκδίκησης, επειδή διεκδικούσε πρόσθετες αμοιβές, αντίθετα αυτή έλαβε χώρα από οικονομοτεχνικούς λόγους, χωρίς να παραβιασθεί η αρχή της αναλογικότητας, ούτε εξ άλλου αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά ικανά να προκαλέσουν ηθική βλάβη και προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος.

Ο ενάγων, λόγω της ιδιαίτερης θέσης που κατείχε στο προσωπικό της εναγομένης διέθετε κάρτα εισόδου - εξόδου στα γραφεία της εταιρίας, όσες φορές δε, περιστασιακά εργάσθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου του, ενίοτε σε ημέρα Σαββάτου, Κυριακής ή αργίας και εκτός έδρας, έλαβε την αντίστοιχη αμοιβή από την εναγομένη.

Αποδείχθηκε τέλος, ότι για τα έτη 2005 έως 2009 έλαβε τις αποδοχές αδείας για τις ημέρες κανονικής αδείας που δικαιούτο, χωρίς όμως να λάβει αυτούσια την άδεια, αν και επανειλημμένως ζήτησε αυτή από την εναγομένη, η οποία δεν του την χορήγησε και κατά συνέπεια ο ενάγων δικαιούται τη προσαύξηση 100% για καθένα από τα έτη αυτά, ήτοι για το έτος 2005: 2.928,80 ευρώ, για το 2006: 3.069,78 ευρώ, για το 2007: 3.201,78 ευρώ, για το 2008: 3.377,78 ευρώ και για το 2009: 3.479,22 ευρώ και συνολικά 16.057,36 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως, ορθώς έκρινε κατ' αποτέλεσμα, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την αιτιολογία της παρούσας απόφασης, και οι λόγοι των εφέσεων τόσο του ενάγοντος, όσο και της εναγομένης, με τους οποίους υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι και μετά ταύτα και οι εφέσεις τυγχάνουν απορριπτέες ως αβάσιμες κατ' ουσία, ενώ, όπως προαναφέρθηκε αυτές ερευνήθηκαν μέσα στα όρια που καθορίστηκαν από αυτές".

Με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων, αφού εκθέτει σε αυτούς πραγματικά επιχειρήματα υπέρ των απόψεων του και επικαλούμενος μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων επί των οποίων στηρίζεται η βασιμότητα των ισχυρισμών του, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 10, 11 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, της λήψης υπόψη πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφων με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονταν στα έγγραφα αυτά, καθότι η προσβαλλομένη απόφαση:

α) δεν δέχθηκε το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάστασης της ηθικής του βλάβης, παρόλο που αυτός απολύθηκε άκυρα και καταχρηστικά διότι διεκδίκησε από την εναγομένη τις νόμιμες δεδουλευμένες αποδοχές του που δεν του κατέβαλλε, όπως αποδεικνυόταν από την αλληλογραφία του με τη διεύθυνση προσωπικού, αντιμετώπισε απειλητική και εκβιαστική συμπεριφορά εκ μέρους των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης που του χορήγησαν έντυπο οικειοθελούς αποχώρησης με απεμπόληση των δικαιωμάτων του και επί πλέον δυσφημίσθηκε μετά από 22 έτη άψογης εκτέλεσης των εργασιακών του καθηκόντων, ενώ ήταν δυσχερής η από αυτόν ανεύρεση νέας εργασίας (πρώτος λόγος αναίρεσης), β) δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η απόλυσή του έλαβε χώρα κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, ενώ από τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό αποδεικτικά στοιχεία (καταγγελία του αναιρεσείοντος στην Επιθεώρηση Εργασίας, επίδοση σε αυτόν εγγράφου από την εναγομένη προκειμένου ν' αποποιηθεί των δικαιωμάτων του, επιστολή του δικηγόρου της εναγομένης για την απόσυρση της πιο πάνω καταγγελίας στην Επιθεώρηση Εργασίας με την υπόσχεση ότι η εναγομένη θα επανεξετάσει το θέμα, οκτώ μαρτυρικές καταθέσεις, αλληλογραφία με σύλλογο εργαζομένων) προέκυπτε το αντίθετο (δεύτερος λόγος αναίρεσης), γ) δέχθηκε ότι έλαβε την αμοιβή του για υπερωριακή εργασία και εργασία τις ημέρες των Σαββάτων, Κυριακές και αργίες, καθώς και την αμοιβή του για εκτός έδρας εργασίας χωρίς απόδειξη, εφ' όσον δεν αξιολογήθηκαν προς τούτο η παράδοση εκ μέρους του καταλόγου με τις αξιώσεις του αυτές, η αλληλογραφία του με τη διεύθυνση προσωπικού της εναγομένης, οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης στο ακροατήριο και οι οκτώ καταθέσεις συναδέλφων του στις δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις, ενώ δεν συνεκτιμήθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι κατά ένδικη περίοδο δεν έλαβε την ετήσια άδεια του και ότι σε έγγραφό της προς την Επιθεώρηση Εργασίας η εναγομένη ισχυρίσθηκε αναληθώς ότι η υπερωριακή απασχόληση των εργαζομένων της ήταν μηδενική (τρίτος λόγος αναίρεσης) και δ) εσφαλμένως δέχθηκε ότι δεν υπήρχε ανάλογη θέση για τη συνέχιση της απασχόλησης του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη εταιρεία, καθότι υπήρχαν έργα σε εξέλιξη στην Ελλάδα, των οποίων η συντήρηση θα συνεχιζόταν για πολλά έτη, αλλά και θέσεις στο εξωτερικό, όπου η εναγομένη τοποθέτησε άλλους συναδέλφους του, έλαβαν χώρα νέες προσλήψεις την περίοδο της απόλυσής του από την εναγομένη εταιρεία και επί πλέον αρκετοί εργαζόμενοι απασχολούντο σε αυτήν με συμβάσεις δανεισμού από άλλες εταιρείες (τέταρτος λόγος αναίρεσης).

Όπως όμως προκύπτει από τις ανωτέρω αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το Εφετείο απέρριψε εκ του πράγματος τις βάσεις της αγωγής α) ως προς την συνδρομή περίπτωσης προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος κατά την απόλυσή του από την αναιρεσίβλητη εταιρεία με το να δεχθεί ότι δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά ικανά να προκαλέσουν προσβολή της προσωπικότητάς του και ηθική βλάβη, β) ως προς την μη συνδρομή περίπτωσης καταχρηστικότητας της από 29.1.2010 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού και παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, με το να δεχθεί ότι η καταγγελία έλαβε χώρα, για οικονομοτεχνικούς λόγους με τη μεταφορά των δραστηριοτήτων του τμήματος "...", όπου απασχολείτο ο αναιρεσείων στην ...

και του ύψους των ζημιών της αναιρεσίβλητης το έτος 2009 από 151.200.192 ευρώ και όχι εξ αιτίας του ότι ο αναιρεσείων διεκδίκησε πρόσθετες αμοιβές από την αναιρεσίβλητη εταιρεία και επί πλέον με το να δεχθεί ότι παρά τη γενομένη προσπάθεια απορρόφησης του προσωπικού σε άλλες θέσεις δεν βρέθηκε ανάλογη θέση με τα προσόντα του αναιρεσείοντος, και γ) ως προς τη μη συνδρομή αξιώσεων του αναιρεσείοντος για αμοιβές αυτού, λόγω υπέρβασης του νομίμου ωραρίου του, εργασίας κατά τη διάρκεια Σαββάτων, Κυριακών και αργιών και εκτός έδρας εργασία με το να δεχθεί ότι η εν λόγω απασχόληση αυτού υπήρξε όλως περιστασιακή και οσάκις λάμβανε χώρα, αυτός έλαβε την αντίστοιχη αμοιβή του από την αναιρεσίβλητη εταιρεία.

Επομένως με βάση το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τους εν λόγω θεμελιωτικούς της αγωγής ισχυρισμούς του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τους συγκροτούν.

Τα δε περί του αντιθέτου πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στους πιο πάνω αναιρετικούς λόγους δεν συνιστούν "πράγματα" και κατά συνέπεια δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Περαιτέρω, από τη διαλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση στις σελ. 9 - 10 αυτής ότι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον ενάγοντα υπ' αριθ. 7343, 7344, 7345, 7346/6.12.2011, 7434, 7435/ 8.12.2011, 7582, 7583/14.12.2011 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ληφθείσες με επιμέλεια του, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης (προ 24 ωρών) κλήτευσης της αντιδίκου του (βλ.

έκθεση επίδοσης …28 Β/2.12.2011 του Δικαστικού Επιμελητού Αθηνών Δ. Π. οι έξι πρώτες και γνωστοποίηση με δήλωση καταχωρισθείσα στα από 9.12.2011 πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για την έβδομη και την όγδοη) και από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την εναγομένη ένορκες βεβαιώσεις υπ' αριθ. …18, ….19/8.12.2011 ενώπιον του Συμβολαιογράφου Μ.

Μ. και ….96/29.3.2013 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θ. Α., ληφθείσες με επιμέλεια της, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου του (βλ. έκθεση επίδοσης ….30 /6.12.2011 της Δικαστικής Επιμελήτριας Α. Κ. και ….66/27.3.2013 του Δικαστικού Επιμελητού Πειραιώς Η. Α.) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ..." σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά ανωτέρω περιεχόμενο (αν και συνοπτικό) της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα ανωτέρω έγγραφα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης και τις προσκομισθείσες από τον ενάγοντα οκτώ (8) ένορκες βεβαιώσεις.

Κατά συνέπεια, οι διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αναίρεσης, ως και στον συναφή περί τούτου πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη και ότι ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη της τα αναφερόμενα στους λόγους αυτούς ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυπτε η βασιμότητα των ισχυρισμών αυτού, υποπίπτοντας έτσι στις από τους αριθμούς 10 και 11 περ.

γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμες. Εξ άλλου, ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ επικαλούμενος αναιρετικός λόγος της παραμόρφωσης εγγράφων είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι δεν συγκεκριμενοποιούνται στο αναιρετήριο τα έγγραφα από εκείνα που ανωτέρω αναγράφονται, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος παραμορφώθηκαν, ούτε το αληθινό περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν (κατά λέξη παρατιθέμενο), ούτε τέλος το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι είχαν τα έγγραφα αυτά και δεν γίνεται μνεία της επιρροής που είχε η παραμόρφωση στο συμπέρασμα της προσβαλλόμενης απόφασης.

Τέλος, οι ίδιοι αυτοί λόγοι με τους οποίους, κατά κύριο λόγο άλλωστε, ο αναιρεσείων, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττει την επί της ουσίας αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είναι κατά το μέρος αυτό απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθούν οι τέσσερις πρώτοι λόγοι αναίρεσης.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, ο προταθείς ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός και τα θεμελιούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά και επίσης να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Τυχόν ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, αφού διαλαμβάνει στο πρώτο μέρος του αναιρετηρίου τους θεμελιούντες την αγωγή του πραγματικούς ισχυρισμούς σχετικά με την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αναιρεσίβλητη εταιρεία, τους χρόνους ημερήσιας απασχόλησής του κατά το διάστημα από 1.1.2005 έως 15.1.2010, περιλαμβανομένων των Σαββάτων και Κυριακών και τις κατ' αυτόν συνθήκες προσβολής της προσωπικότητάς του, με τον πέμπτο κατά τα λοιπά από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτει περαιτέρω στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι αυτή στερείται επαρκούς θεμελίωσης καθότι σε αυτήν "γίνεται αναφορά σε στοιχεία γενικώς και αορίστως που ούτε παρατίθενται ή έχει αιτιολογίες αυθαίρετες, ανεπαρκείς και αντιφατικές".

Με το περιεχόμενο αυτό ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αόριστος και επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου και δεν αναφέρεται σε τι συνίστανται οι επικαλούμενες ανεπάρκειες και αντιφάσεις.

Επισημαίνεται ότι στην προσβαλλομένη διατυπώνεται κατά τα προεκτεθέντα με σαφήνεια και πληρότητα το αποδεικτικό πόρισμα, αν και κατά τρόπο συνοπτικό, με συνέπεια να μην απαιτούνται περαιτέρω αιτιολογίες ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ή την ανάλυση των περί του αντιθέτου πραγματικών επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.2.2017 και με αριθ. κατάθ. 1402/119/28.2.2017 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 1344/28.2.2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ