Legislator Case Law & Legislation
607/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on construction contract dispute, ruling lower court correctly applied procedural requirements for public works claims.

Case Number 607/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a construction consortium against a lower court decision rejecting their lawsuit. The appellant argued that the lower court violated constitutional rights by deeming the claim vague without referencing specific procedural laws governing public works disputes. The court held that the lower court correctly applied the requirement for a substantive claim and that rejecting the appeal was not a violation of the right to court access.

Legislator headnote

AI generated

Art. 20(1) Constitution; Art. 216 C.P.D.; The legislature may establish procedural prerequisites for judicial protection, including the requirement for a substantive claim, without violating the constitutional right of access to court.

Keywords

AI generated
constitutional right of access procedural prerequisites substantive claim requirement public works disputes appeal admissibility judicial protection scope lower court review

Cited Legislation

AI generated
Art. 20(1) of the Constitution
Art. 216 of the Code of Civil Procedure
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(14) of the Code of Civil Procedure
Art. 495(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 607 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 607/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε. - "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ L.M. CHAPEAUX INTERNATIONAL S.A. - Χ.Ι. Κ. Α.Ε. - BEVAC CONSULTING ENGINEERS S.A."" και τον διακριτικό τίτλο "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ACKB - Η/Μ ΜΕΤΡΟ", που εδρεύει στη Νέα Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και των μελών της: 1) κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Κ/Ξ ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε. - "Κ/Ξ L.M. CHAPEAUX INTERNATIONAL S.A. - Χ.Ι. Κ. Α.Ε. - BEVAC CONSULTING ENGINEERS S.A."" και τον διακριτικό τίτλο "Κοινοπραξία CKB", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής, εκπροσωπείται νόμιμα και αποτελείται από τις εταιρείες μέλη: α) αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "L.M. CHAPEAUX INTERNATIONAL ENGINEERING COMPANY S.A.", που εδρεύει στις Βρυξέλλες και εκπροσωπείται νόμιμα, β) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Χ.Ι. Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ. ΤΕΧΝΙΚΗ, ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και γ) αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "BEVAC CONSULTING ENGINEERS S.A.", που εδρεύει στις Βρυξέλλες και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΑΚΤΩΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και τον διακριτικό τίτλο "ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στη Νέα Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Πολύζου.

Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γεώργιο Αρβανίτη και Γεωργία Βασιλείου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2009 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση 5224/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αικατερίνη Κρυσταλλίδου ανέγνωσε την από 20-3-2020 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Τo άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος δεν αποκλείει στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων συνεπάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας (Ολ.ΣτΕ 1858/2015, ΣτΕ 432/2020, ΑΠ 581/2019, ΑΠ 2031/2017).

Συνεπώς, η φράση της ανωτέρω συνταγματικής διάταξης "όπως νόμος ορίζει" έχει το νόημα της νομοθετικής ρύθμισης της διαδικασίας, μόνον, για την παροχή της έννομης προστασίας, δίχως ουσιαστικούς περιορισμούς. Ισχύει, δηλαδή, το δικαίωμα δικαστικής προστασίας μέσα στα διαδικαστικά πλαίσια που χαράζουν οι εκάστοτε ισχύοντες δικονομικοί νόμοι.

Οι νόμοι αυτοί οφείλουν απλώς να προσδιορίζουν τον τρόπο άσκησης του εν λόγω δικαιώματος και δεν μπορούν να περιορίζουν αυτό κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό, ώστε το δικαίωμα της προσφυγής στο δικαστήριο να πλήττεται στον ίδιο τον πυρήνα του. Ειδικότερα, ως δικονομικοί κανόνες, η παραβίαση των οποίων ελέγχεται με τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται εκείνοι που καθορίζουν τον τρόπο (τη διαδικασία), τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των από το ουσιαστικό δίκαιο αναγνωριζομένων στα πρόσωπα δικαιωμάτων (ΑΠ 616/2013).

Κατά συνέπεια, κανόνα δικονομικού δικαίου αποτελεί και η διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει τα ουσιώδη και απαραίτητα στοιχεία που πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής για να είναι ορισμένη και, ως εκ τούτου, αυτή δεν αποτελεί αντικείμενο παραβιάσεως δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1966/2017, ΑΠ 3/2001).

Η ως άνω διάταξη δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος αφού, κατά τα ανωτέρω, ο νομοθέτης μπορεί να επιβάλλει υποχρεώσεις ως προς το αναγκαίο περιεχόμενο του δικογράφου, χωρίς αυτό να θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος για δικαστική προστασία, περιορίζοντας αδικαιολόγητα ή υπέρμετρα την άσκηση της αγωγής, δεδομένου ότι η νομοθετική καθιέρωση ενός ελάχιστου ορίου διαδικαστικών προϋποθέσεων κατά την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος κρίνεται απαραίτητη για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της απονομής της δικαιοσύνης και των αρχών που αποτελούν τη βάση του εθνικού δικαιοδοτικού συστήματος, όπως είναι η προστασία των δικαιωμάτων άμυνας, η αρχή της ασφάλειας δικαίου και η εύρυθμη διεξαγωγή της διαδικασίας.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 2 και 6 του ν. 1418/1984 (ΦΕΚ Α ?23/29-2-1984 "Περί δημοσίων έργων") και ήδη άρθρου 77 ν. 3669/2008 (ΦΕΚ Α ?116/18-6-2008 "Κύρωση της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων" ), που αναφέρεται στη δικαστική επίλυση των διαφορών που προκύπτουν από την εκτέλεση δημοσίων έργων, "... 2.

Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο. Παρέκταση αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται. ... 6. Η αίτηση αναίρεσης κατά των αποφάσεων του πολιτικού εφετείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθ. 1 έως 7, 9, 16, 17, 19 και 20 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας....".

Οι ρυθμίζουσες την ακολουθητέα προδικασία διατάξεις των άρθρων 12 και 13 παρ. 1, 3 του ανωτέρω ν. 1418/1984, παρά την προβλεπόμενη κύρωση του "απαραδέκτου", είναι και ουσιαστικού δικαίου, αφού η μη τήρηση αυτών συνεπάγεται την ουσιαστική απώλεια του άξιου δικαστικής προστασίας με προσφυγή ιδιωτικού δικαιώματος (ΑΠ 1326/2018, ΑΠ 653/2010).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 351 ΑΚ προκύπτει, ότι ο δανειστής γίνεται υπερήμερος α) αν δεν αποδέχεται την πραγματική και προσηκόντως προσφερομένη παροχή, β) και με προσφορά του οφειλέτη μη πραγματική, αν εδήλωσε ήδη ότι δεν δέχεται την παροχή και γ) αν, καίτοι προσκλήθηκε από τον οφειλέτη, δεν προβαίνει στην απαιτούμενη πράξη ή σύμπραξη, χωρίς την οποία δεν μπορεί ο οφειλέτης να εκπληρώσει την παροχή.

Ειδικώς, όμως, για τις διαφορές, οι οποίες δημιουργούνται από συμβάσεις εργολαβιών δημοσίων έργων, εφαρμογή έχει και η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 ν. 1418/1984 "Περί δημοσίων έργων" και ήδη η όμοια διάταξη του άρθρου 36 παρ. 11 ν.3669/18-6-2008. Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της εν λόγω διατάξεως "Αν ο κύριος του έργου καταστεί υπερήμερος ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών του, ο ανάδοχος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση μόνο για τις θετικές του ζημίες που προκαλούνται μετά την επίδοση από αυτόν σχετικής έγγραφης όχλησης".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την θεμελίωση του δικαιώματος αποζημιώσεως του αναδόχου λόγω υπερημερίας του κυρίου του έργου απαιτείται η επίδοση σε αυτόν έγγραφης, αλλά όχι ειδικής οχλήσεως του αναδόχου, στην οποία πρέπει να αναφέρονται τουλάχιστον τα συνιστώντα την υπερημερία του κυρίου του έργου πραγματικά περιστατικά, καθώς και οι θετικές ζημίες οι οποίες προκαλούνται στον ανάδοχο από τα περιστατικά αυτά, για τις οποίες θα ζητηθεί στο μέλλον αποζημίωση κατ' εφαρμογήν της ανωτέρω διατάξεως.

Στην έννοια της θετικής ζημίας περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και τα ποσά, τα οποία καταβάλλει ο ανάδοχος για μισθούς και έξοδα (σιτίσεως, ενδιαιτήσεως, ασφαλίσεως κ.λπ.) προσωπικού και μισθώματα μηχανημάτων (λόγω σταλίας) είτε αυτά είναι μισθωμένα, είτε είναι ιδιόκτητα, διότι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για το ποσό που καταβλήθηκε για την αγορά τους και αποσβέννυται, επειδή μειώνεται η αξία τους (ΑΠ 399/2016, ΣτΕ 2363/2015) καθώς και καθετί, που συνιστά μείωση της περιουσίας του ζημιωθέντος αναδόχου, η οποία (μείωση) δύναται να προέλθει είτε από ελάττωση του ενεργητικού, είτε από αύξηση του παθητικού, είτε από σωρευτική συνδρομή και των δύο, δηλαδή οποιαδήποτε δαπάνη, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το υπ' όψη έργο και δεν διακόπτεται, παρά τη διακοπή του έργου, ή προξενείται ακριβώς λόγω της διακοπής (ΑΠ 713/2019, ΑΠ 2145/2014).

Η αποζημίωση αφορά μόνον τις θετικές ζημίες, οι οποίες προκαλούνται μετά την επίδοση από τον ανάδοχο σχετικής έγγραφης οχλήσεως και όχι για προγενέστερο της οχλήσεως χρόνο. Τούτο επιβάλλεται για να μην αιφνιδιάζεται ο κύριος του έργου από αξιώσεις του αναδόχου για θετικές ζημίες του υποβαλλόμενες εκ των υστέρων, λόγω υπερημερίας του κυρίου του έργου ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών του και για να υφίσταται η δυνατότητα ελέγχου των ζημιογόνων γεγονότων και του ύψους των ζημιών κατά το χρόνο της επελεύσεώς τους (ΑΠ 1866/2014).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Η ανωτέρω διάταξη έχει εφαρμογή και επί προσφυγής, που ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 13 αριθ. 4 του ν. 1418/1984, η οποία, εφόσον επιδιώκει αναγνώριση χρηματικών απαιτήσεων έχει χαρακτήρα αγωγής (ΑΠ 1535/2008). Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι για την πληρότητα της προσφυγής του αναδόχου για την καταβολή αποζημίωσης προς αποκατάσταση της θετικής ζημίας, την οποία υπέστη λόγω της υπερημερίας του κυρίου του έργου, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή σαφώς τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική ζημία του αναδόχου, ήτοι να περιγράφονται οι επί μέρους ζημίες κατά το είδος, την έκταση και την αιτία τους, να προσδιορίζεται το ύψος της δαπάνης που απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας και, επίσης, να αναφέρεται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του κυρίου του έργου και της προκληθείσας θετικής ζημίας, επιτρέποντας έτσι στο μεν δικαστήριο να εκτιμήσει τη νομική βασιμότητα του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης και στον καθού η προσφυγή να αμυνθεί κατ' αυτής (ΑΠ 93/2016, ΑΠ 1513/2014).

Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, πρέπει να αναφέρεται ο χρόνος κατά τον οποίο ο ανάδοχος δαπάνησε τα επικαλούμενα ποσά για μισθούς και έξοδα προσωπικού (σίτισης, ενδιαίτησης, ασφάλισης κ.λπ.), ο αριθμός των απασχολουμένων από αυτόν κατ' είδος, δηλαδή εργατών, τεχνιτών ή επιστημόνων, τα ποσά που κατέβαλε για τον καθένα απασχολούμενο για τις υπηρεσίες του κατά τον προαναφερόμενο χρόνο, ή για τα υλικά ενδιαίτησης αυτών, το είδος και η έκταση των κινδύνων που ασφαλίσθηκαν κατά τον ανωτέρω χρόνο και το ποσό των καταβληθέντων ασφαλίστρων, καθώς και τα ποσά που καταβλήθηκαν για τη μίσθωση ή την αγορά των αναγκαίων μηχανημάτων για την εκτέλεση του έργου κατά το χρόνο της σταλίας, τον αριθμό και το είδος αυτών.

Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωση της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 697/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή της (προσφυγή) η ενάγουσα - προσφεύγουσα κοινοπραξία (πρώτη αναιρεσείουσα, μέλη της οποίας είναι οι λοιπές αναιρεσείουσες) ισχυρίστηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο έλεγχο μέρος, τα εξής: ότι μετά από διενέργεια δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού που προκήρυξε η καθής (αναιρεσίβλητη), ανακηρύχθηκε μειοδότρια η κοινοπραξία με την επωνυμία "Κοινοπραξία L.M CHAPEAUX INTERNATIONAL S.A -Χ.Ι.

Κ. Α.Ε- BEVAC CONSULTING ENGINEERS S.A "και υπογράφηκε μεταξύ τους η από 7-6-2002 εργολαβική σύμβαση, με την οποία η τελευταία ανέλαβε, αντί συνολικού κατ' αποκοπή τιμήματος 61.000.000 ευρώ, την εκτέλεση, εντός συνολικής προθεσμίας 1.190 ημερολογιακών ημερών από την υπογραφή του ανωτέρω εργολαβικού, του δημόσιου έργου "Μελέτη, Προμήθεια, Εγκατάσταση και Θέση σε Λειτουργία των Συστημάτων Παροχής ισχύος, Ρεύματος Έλξης και Επικοινωνιών των Επεκτάσεων των Γραμμών 2 και 3 του Μετρό της Αθήνας".

Ότι με το από 12-6-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό η ως άνω ανάδοχος κοινοπραξία, και η ανώνυμη εταιρείας "ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ" συνέστησαν κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ- κοινοπραξία L.M CHAPEAUX INTERNATIONAL S.A- Χ.Ι Κ. Α.Ε- BEVAC CONSULTING ENGINEERS S.A", δηλαδή αυτή της προσφεύγουσας, στην οποία η άνω ανάδοχος εισέφερε το έργο, με έγκριση της εισφοράς αυτής από την Προϊσταμένη Αρχή με την υπ' αριθ.

Π.Α.511/22-8-2002 απόφασή της, και το οποίο έργο εκτελείται από την κοινοπραξία σύμφωνα με το εργολαβικό συμφωνητικό και τα συμβατικά τεύχη και στοιχεία που αναφέρονται σε αυτό, διέπεται δε η σύμβαση από τη νομοθεσία για την εκτέλεση των δημοσίων έργων (v. 1418/1984 και π.δ. 609/1985). Ότι εξ αιτίας καθυστερήσεων κατά την εκτέλεση των εργασιών κατά το αναφερόμενο στην προσφυγή χρονικό διάστημα από το πέρας εργασιών επέκτασης της Γραμμής προς Αιγάλεω μέχρι την ημερομηνία πρόσβασης στο Αμαξοστάσιο Ελαιώνα, για τις οποίες ευθύνεται η καθής (αναιρεσίβλητη), δηλαδή συνεπεία της υπερημερίας του κυρίου του έργου υπέστη (η προσφεύγουσα) τις αναφερόμενες στην προσφυγή θετικές ζημίες συνολικού ύψους 2.141.671,79 ευρώ, για την αναφερόμενη στην προσφυγή (παρατεταμένη) λειτουργία του εργοταξίου για τις οποίες δικαιούται αποζημίωσης σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 ν 1418/1984.

Ότι αν και με την από 16-12-2008 επιστολή -αίτημα αυτής (αρ.πρωτ.CON-02-004CTB-02772/17-12-2008) που κοινοποιήθηκε στη Διευθύνουσα Υπηρεσία του έργου στις 17-12-2008, η προσφεύγουσα υπέβαλε τα αναγκαία και νόμιμα παραστατικά που δικαιολογούσαν τις ως άνω ζημίες, εφόσον προηγουμένως είχε προβεί στην αναγκαία όχληση, εν τούτοις η ανωτέρω υπηρεσία έως την 18-3-2009, ήτοι μέσα σε ένα τρίμηνο από την υποβολή της ανωτέρω επιστολής, δεν προέβη στον απαραίτητο έλεγχο αυτών και στη σύνταξη του σχετικού Α.Π.Ε., όπως είχε άλλωστε δοθεί εντολή με τις αναφερόμενες στην προσφυγή αποφάσεις της Προϊσταμένης Αρχής του έργου.

Ότι κατά της άνω παράλειψης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας η προσφεύγουσα άσκησε την υπ' αριθ. CON -02/003 CTΒ-02893/30-3-2009 ένστασή της ενώπιον της Προϊσταμένης Αρχής του έργου (Διαφωνία αρ. 14). Ότι κατά της σιωπηρής, λόγω της παράλειψης της άνω αρχής να εκδώσει εμπροθέσμως απόφαση, απόρριψης της άνω ένστασης η προσφεύγουσα άσκησε την από 3-8-2009 με αριθμό πρωτοκόλλου 0480 αίτηση θεραπείας και κατά της σιωπηρής απόρριψης του αρμόδιου υπουργού επ' αυτής (αίτησης θεραπείας) άσκησε την ένδικη προσφυγή προς άρση της εξεταζόμενης διαφοράς.

Με βάση το ανωτέρω περιεχόμενο και μετά από νόμιμο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος αυτής σε αναγνωριστικό, οι προσφεύγουσες-ενάγουσες ζήτησαν, κυρίως με βάση την εργολαβική σύμβαση και τη νομοθεσία περί εκτελέσεως δημοσίων έργων και επικουρικά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αναγνωριστεί το μη νόμιμο της σιωπηρής απόρριψης της από 3-8-2009 αίτησης θεραπείας, να αναγνωριστεί ότι έχουν εγκριθεί τα υποβληθέντα ως άνω παραστατικά (όπως ενσωματώνονται στις συνημμένες καταστάσεις συνοδευόμενα από αντίστοιχα τιμολόγια) για την πληρωμή του ως άνω χρηματικού ποσού και ότι η καθής οφείλει να της καταβάλει το ως άνω ποσό για τις θετικές αυτές ζημίες της, νομιμοτόκως από 19-3-2009, ήτοι από την επομένη της παρόδου τριμήνου για τη σύνταξη του ΑΠΕ, άλλως από την επομένη της υποβολής της εν λόγω ένστασης.

Επί της άνω προσφυγής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, η οποία απέρριψε την άνω προσφυγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δηλαδή λόγω ελλείψεως αναφοράς των αναγκαίων κατά νόμο στοιχείων για την πληρότητα και τον ορισμένο χαρακτήρα αυτής δεχόμενη επί λέξει κατά το ενδιαφέρον σημείο τα ακόλουθα: "Ειδικότερα, ενώ η προσφεύγουσα επικαλείται ότι δαπάνησε συνολικά εξ αιτίας της υπερημερίας της καθής στην Επέκταση της Γραμμής προς Αιγάλεω, το ποσό των 657.893,60 ευρώ (χωρίς την επιβάρυνση ΦΠΑ) για το χρόνο της υπερημερίας της τελευταίας από 23-3-2005 έως 31-7-2006 και αναλύει το παραπάνω ποσό σε 562.661,29 ευρώ (χωρίς την επιβάρυνση ΦΠΑ) που κατέβαλε για Υπηρεσίες Συντονισμού (...) και σε δαπάνες 95.232,31 (χωρίς την επιβάρυνση ΦΠΑ) για λειτουργικά έξοδα και έχει ενσωματώσει στο δικόγραφο της ένδικης προσφυγής αντίγραφα :

α) του υπ' αρ. …/…-11-2008 τιμολογίου αυτής (προσφεύγουσας) στο οποίο αναφέρεται ότι η έκδοσή του συνδέεται με "Λειτουργικά έξοδα εργοταξίου και δαπάνες για υπηρεσίες Συντονισμού ως συνημμένη αναλυτική κατάσταση Νο1, β) την ανωτέρω κατάσταση στην οποία γίνεται αναφορά λογαριασμών του ΟΤΕ, τιμολογίων παροχής υπηρεσιών (ΤΠΥ) στα οποία αντιστοιχούν τα αναφερόμενα για το καθένα απ' αυτά ποσά που φέρεται να έχουν εκδοθεί από τις εταιρείες με την επωνυμία VINCI ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΕΛΛΑΣ Α.Ε και ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ καθώς και σε μισθοδοσία μισθωτών και μηχανικών, εν τούτοις δεν περιγράφει σε ποιο ακριβώς χρονικό διάστημα αναφέρονται οι λογαριασμοί του ΟΤΕ, αν οι συνδέσεις τηλεφωνίας στις οποίες αναφέρονται οι λογαριασμοί αυτοί συνδέονται και με την επικαλούμενη υπερημερία της καθής, το είδος των υπηρεσιών τις οποίες προσέφεραν οι προαναφερόμενες δύο επιχειρήσεις -εκ των οποίων η μία, δηλαδή η επιχείρηση ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ είναι μέλος της προσφεύγουσας- και αν επίσης οι υπηρεσίες αυτές συνδέονται με την επικαλούμενη υπερημερία της καθής καθώς και τον αριθμό των μισθωτών που απασχολήθηκαν κατά τη διάρκεια της ανωτέρω σταλίας, την ειδικότητα αυτών, τον αριθμό των μηχανικών και την ειδικότητα αυτών, τον τρόπο αμοιβής αυτών, αν δηλαδή η αμοιβή τους ήταν προσδιορισμένη σε μισθό ή ημερομίσθιο καθώς και το ύψος αυτού και τις κατά μήνα ημέρες απασχόλησης.

Οι ανωτέρω παραλείψεις ισχύουν τόσο για την αναφερόμενη στο ανωτέρω χρονικό διάστημα και επικαλούμενη συνολική δαπάνη της προσφεύγουσας ποσού 1.245.220,50 ευρώ (χωρίς επιβάρυνση ΦΠΑ), για την οποία έχει ενσωματωθεί επίσης στο δικόγραφο της αγωγής αντίγραφο του υπ' αρ.36/28-11-2008 τιμολογίου της προσφεύγουσας καθώς και της συνημμένης σ' αυτό κατάστασης Νο2, όσο και για την επικαλούμενη συνολική δαπάνη-θετική ζημία της προσφεύγουσας ποσού 358.560,89 ευρώ (ήτοι 144.068,57 + 214.492,32 ευρώ, χωρίς επιβάρυνση ΦΠΑ) για την υπερημερία της καθής κατά τα χρονικά διαστήματα από 15-6-2007 έως 31-12-2007 και από 1-1-2008 έως 1-10-2008 για την οποία (ανωτέρω επικαλούμενη θετκή ζημία λόγω καθυστερήσεων εργασιών αμαξοστασίου Ελαιώνα) η προσφεύγουσα έχει ενσωματώσει στο δικόγραφο της προσφυγής αντίγραφα των υπ' αρ.

… και …/…-11-2008 τιμολογίων της και τις συνημμένες σ' αυτά υπ' αρ. 3 και 4 καταστάσεις με τη σημείωση ότι στην τελευταία περίπτωση η προσφεύγουσα επικαλείται μεταξύ άλλων και ζημία συνολικού ύψους 63.954,71 ευρώ (χωρίς επιβάρυνση ΦΠΑ) για καταβολή ασφαλίστρων στην ασφαλιστική επιχείρηση με την επωνυμία ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε, χωρίς να προσδιορίζει τον ασφαλιστικό κίνδυνο, αν δηλαδή ασφαλίστηκε η ευθύνη της για εργατικά ατυχήματα κατά το χρόνο της επικαλούμενης υπερημερίας της καθής, τον αριθμό των απασχολουμένων -ασφαλισμένων 'η αν ο ασφαλιστικός κίνδυνος συνδέεται με την εκτέλεση του έργου.

Τέλος, στην τελευταία περίπτωση η προσφεύγουσα επικαλείται επίσης θετική ζημία 400.000 ευρώ... "για μελλοντικές θετικές ζημίες δαπανών ασφαλίστρων και μελλοντικών απαιτήσεων των προμηθευτών", χωρίς να εξειδικεύει το ποσό των ασφαλίστρων, τους ασφαλιζόμενους κινδύνους, ούτε το ποσό των μελλοντικών απαιτήσεων των προμηθευτών, το είδος των προμηθειών και αν αυτές συνδέονται με την επικαλούμενη μελλοντική ζημία η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη του ζημιογόνου γεγονότος και αποκαθίσταται συνήθως όταν πρόκειται για διαφυγόν κέρδος και όχι για θετική ζημία και μάλιστα για πιθανολογούμενο και αβέβαιο μελλοντικό ζημιογόνο γεγονός".

Από τις ως άνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο απέρριψε την προσφυγή λόγω ποσοτικής αοριστίας αυτής, ήτοι λόγω έλλειψης εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την προσφυγή ουσιαστικό δικαίωμα για την καταβολή αποζημίωσης λόγω υπερημερίας του κυρίου του έργου.

Με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι "η ανωτέρω κρίση της για δήθεν αοριστία των κονδυλίων που συνιστούν τη ζημία της είναι εσφαλμένη, αφού τα κατ' ιδίαν κονδύλια έχουν περιγραφεί κατά ομάδες εξόδων που δαπανήθηκαν για το κρίσιμο έργο ώστε να μην συντρέχει καμιά απολύτως αοριστία.

Στην κρίσιμη εδώ αγωγή- προσφυγή μας περιγράφονται αναλυτικά τα λειτουργικά έξοδα του εργοταξίου καθώς και οι δαπάνες για υπηρεσίες συντονισμού με ειδική αναφορά στις πληρωμές του ΟΤΕ, στις πληρωμές για υπηρεσίες συντονισμού , στις πληρωμές για μισθοδοσία μισθωτών για κάθε μήνα ξεχωριστά, στις πληρωμές για το δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα ξεχωριστά και το επίδομα άδειας, στις καταβολές για τις αμοιβές μηχανικών πάλι κατά μήνα ξεχωριστά για καταβολές ασφαλίστρων, ώστε να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία για το είδος και το ύψος των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν.

Περαιτέρω απαίτηση για μεγαλύτερη ανάλυση των επίμέρους κονδυλίων, ώστε να μην πάσχουν δήθεν αοριστία αυτά υπερβαίνει το μέτρο το οποίο πρέπει να υπάρχει κατά το δικονομικό δίκαιο (ΚΠολΔ 216) για να χαρακτηρισθούν αυτά ορισμένα. 'Ετσι με την άνω κρίση της η προσβαλλόμενη απόφαση κατ'ουσίαν μας στέρησε το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας με προσφυγή -αγωγή ιδιωτικού δικαιώματός μας...

ώστε η παραβίαση αυτής της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 Σ μέσω της πλημμελούς ερμηνείας και εφαρμογής της να στοιχειοθετεί εν προκειμένω τον αναιρετικό λόγο της ΚΠολΔ 559 αρ.1". Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού, υπό την επίφαση απλώς της παραβίασης της ανωτέρω συνταγματικής διάταξης και της επικαλούμενης πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, χωρίς την επίκληση παραβίασης διατάξεων του ν. 1418/1984, που ρυθμίζουν τη διαδικασία της προσφυγής επί των προαναφερόμενων διαφορών από την εκτέλεση δημόσιων έργων, προβάλλεται ουσιαστικά πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, η οποία, κατά τα ανωτέρω, δεν περιλαμβάνεται στους επιτρεπόμενους από το άρθρο 13 παρ. 6 του ν. 1418/1984 (ήδη άρθρο 77 παρ. 6 του ν. 3669/2008) αναιρετικούς λόγους (ΑΠ 1056/2014, ΑΠ 1581/2013, ΑΠ 901/2011, ΑΠ 1499/2009).

Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο με την ως άνω κρίση του, ότι δηλαδή η αγωγή, υπό το εκτεθέν περιεχόμενο, είναι αόριστη, ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, αφού σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η νομοθετική καθιέρωση ενός ελάχιστου ορίου διαδικαστικών προϋποθέσεων δικαστικής προστασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η υποχρέωση για το αναγκαίο περιεχόμενο της αγωγής, η απόρριψη δε αυτής λόγω μη συμμόρφωσης των αναιρεσειουσών στην παραπάνω δικονομική διάταξη και οι αναγκαίες εξ αιτίας της απόρριψης συνέπειες ουδόλως πλήττουν το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο στον ίδιο τον πυρήνα του και, ως εκ τούτου, δεν καταλύουν το δικαίωμα σε παροχή έννομης προστασίας αυτών.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προβάλλουν τα αντίθετα, είναι και αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, σε βάρος των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας τους, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται (άρθρ. 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-6-2013 αίτηση της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ- ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ L.M.CHAPEAUX INTERNATIONAL S.A- X.I Κ. A.E- BEVAC CONSULTING ENGINEERS S.A και με το διακριτικό τίτλο "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑCKB-Η/Μ ΜΕΤΡΟ" κατά της με αριθμό 5224/2012 αποφάσεως του (Πενταμελούς) Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700 ) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ