Supreme Court dismisses appeal on public contract dispute, ruling it falls under civil jurisdiction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a dispute over a public lighting contract. The State argued the matter was a civil dispute, while the lower court found the contract was administrative due to the State's superior position. The court upheld the lower court's finding that the contract was administrative, thereby confirming the civil court lacked jurisdiction.
Legislator headnote
AI generatedArt. 561 para. 2 C.Pol.D.; Art. 559 no. 16 C.Pol.D.; Art. 559 no. 4 C.Pol.D. A contract with the State is administrative if the State acts in a superior position to achieve a public purpose, excluding private law jurisdiction; consequently, appeals regarding such contracts must be directed to the Administrative Court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 901 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 901/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Καστανά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. , που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΦΩΤΟΣΥΝΘΕΣΙΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία λόγω κήρυξής της σε κατάσταση πτωχεύσεως δυνάμει της υπ' 312/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκπροσωπείται νόμιμα από τη σύνδικο Ε. Κ. και 2. Ε. Κ., δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, οριστικής συνδίκου της πτώχευσης της Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΦΩΤΟΣΥΝΘΕΣΙΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Στεφανάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Ιουλίου 2007 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7752/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 224/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 14 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 1014/28-9-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 224/22-1-2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 1014/28-9-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 224/22-1-2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής , κατ' επιτρεπτή , κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 24905/1292/2006 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της δι' αυτής ενάγουσας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΦΩΤΟΣΥΝΘΕΣΙΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" κατά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, απoρρέουσα από τη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση για την προμήθεια και εγκατάσταση φωτιστικού υλικού στα πλαίσια ετελέσεως του αρχαιολογικού έργου για την αναβάθμιση του μουσείου της Αρχαίας Ολυμπίας, με παράλληλη θεμελίωσή της κατά επικουρική σειρά στην αναγνώριση της προκύπτουσας από την αιτία αυτή οφειλής του από το εναγόμενο και στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις .Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η τελεσίδικη ήδη 5724/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, μετά την παραδοχή της ότι συντρέχει η διαδικαστική προϋπόθεση της υπάρξεως δικαιοδοσίας του, προκειμένης διαφοράς ιδιωτικού δικαίου, απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια και τις επικουρικές της βάσεις με την αντίστοιχη αιτιολογία (α) ότι η θεμελιωτική της αξιώσεως της ενάγουσας σύμβαση δεν υποβλήθηκε στον προβλεπόμενο από το άρθρο 80 του ν. 2362/1995 έγγραφο τύπο, (β) λόγω μη τηρήσεως για τη σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους της απαιτούμενης κατά το ν. 3086/2002 διαδικασίας και (γ) λόγω μη επικλήσεως της ακυρότητας της συνδέουσας τους διαδίκους συμβάσεως.
Το με στοιχ (γ) δικονομικό ελάττωμα της αοριστίας θεραπεύθηκε με την επαναδιατύπωση της αξιώσεως της ενάγουσας με την έγερση της ερειδόμενης στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις 166723/7246/17-7-2007 αγωγής, κατά παραδοχή της οποίας εκδόθηκε η 7752/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την δικαιοδοσία του οποίου στήριξε στη νομική εκτίμηση ότι πρόκειται περί διαφοράς ιδιωτικού δικαίου, με την αιτιολογία ότι η ακύρως καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δεν περιέχει όρους εξασφαλιστικούς υπερέχουσας θέσεως του Ελληνικού Δημοσίου έναντι της ενάγουσας, και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 2909/21-3-2008 εφέσεως του εναγομένου, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως κατά το παρεπόμενο περί τοκοδοσίας κεφάλαιο αυτής, εξέταση κατά τούτο κατ' ουσίαν της υποθέσεως, εξαφάνισή της στη συνέχεια στο σύνολό της για το ενιαίο της εκτελέσεως και μερική παραδοχή της αγωγής, η 2241/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται το ηττηθέν εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, την οποία απευθύνει κατά Ι. της εφεσίβλητης, η οποία με την 312/1-4-2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης και ΙΙ. της Ε. Κ., δικηγόρου, ως οριστικής συνδίκου της πτωχεύσεως αυτής, και με την έννοια αυτή ερευνάται προσχόντως το τυπικό παραδεκτό αυτής και στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπομένων δι' αυτών λόγων αναιρέσεως, το αντικείμενο των οποίων περιορίζεται στην κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου περί υπάρξεως δεδικασμένου από την εκδοθείσα επί της προηγούμενης, 24905/1292/ 2006, αγωγής τελεσίδικη ήδη 5724/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την διαδικαστική προϋπόθεση της υπάρξεως δικαιοδοσίας του (1ος λόγος ) και την επάλληλη επικουρική ότι πρόκειται περί ιδιωτικού δικαίου διαφοράς (2ος λόγος), αιτιολογίες με τις οποίες απέρριψε τον υποστηρίζοντα τα αντίθετα λόγο εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 17 παρ.4 εδ. 1, 3 του ν.3588/2007 ο οφειλέτης δεν νομιμοποιείται μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως σε δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία, δικαιούμενος να παρεμβαίνει προσθέτως σε δίκες που διεξάγει ο σύνδικος, ως μόνος μη δικαιούχος διάδικος. Επομένως η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, κατά τον χρόνο ασκήσεως της οποίας (28-9-2009) η εφεσίβλητη και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως (1-4-2008) αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτη κατά την κατ' αυτής απεύθυνσή της, για έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως της υπάρξεως παθητική, στο πρόσωπό της νομιμοποιήσεως, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (ΚΠολΔ 68, 73, 571 παρ. 1, 577 παρ. 2).
Αντίθετα παραδεκτά κατευθύνεται κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, οριστικής συνδίκου της πτωχεύσεως, ως προς την οποία ερευνάται στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπουμένων δι' αυτής λόγω αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά τους ορισμούς και την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ 4 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση δικαιοδοσίας στοιχειοθετείται όταν το πολιτικό δικαστήριο επιλαμβάνεται υποθέσεως, η οποία κατά νόμο ανήκει στην δικαιοδοσία πλην άλλων, των διοικητικών δικαστηρίων.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ.1 του Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ανήκει στα διοικητικά δικαστήρια, όπως ο νόμος ορίζει. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 περί του ν.1406/1983 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων μεταξύ άλλων και οι διαφορές οι οποίες αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας για τις διοικητικές συμβάσεις.
Ως τέτοιες νοούνται εκείνες οι διαφορές οι οποίες προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, στην ερμηνεία και στην εκτέλεση αυτής ή σε οποιασδήποτε παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή αξίωση. Είναι δε η σύμβαση διοικητική αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος, που διέπει τη σύμβαση είτε βάσει ρητρών, που προβλέπονται κανονιστικώς, έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται χάριν του εν λόγω σκοπού σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στο δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συμβατικό δεσμό.
Συμβάσεις, οι οποίες δε συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικού δικαίου και εξ αυτών διαφορές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 19/2010). Στην επάλληλη επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της "Εξάλλου, η μεταξύ των διαδίκων, (άκυρη), σύμβαση και η απορρέουσα από αυτήν αξίωση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αφορά διαφορά ιδιωτικού δικαίου δεδομένου ότι δεν προέκυψε ότι περιλαμβάνει όρους οι οποίοι θα επέτρεπαν στο δημόσιο μονομερείς επεμβάσεις ή ότι διέπεται από εξαιρετικό υπέρ αυτού καθεστώς, όταν μάλιστα η προφορικότητα της σύμβασης υπαγορεύθηκε από την αδυναμία του Ελληνικού Δημοσίου να προκηρύξει μειοδοτικό διαγωνισμό για την προμήθεια των στην αγωγή αναφερομένων φωτιστικών σωμάτων".
Οι αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δικαιολογούσαν την και ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειούμενων διατάξεων εκτίμησή της ότι αντικείμενο της δίκης αποτελούσε διαφορά ιδιωτικού δικαίου, υπαγομένη εντεύθεν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, με άμεση δικονομική συνέπεια η προβαλλόμενη με τον δεύτερο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ να αξιολογείται, ως αβάσιμη.
Η επάλληλη επικουρική αυτή αιτιολογία, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, στηρίζει αυτοτελώς την κατάφαση της αναφορικά με την συνδρομή της διαδικαστικής προϋποθέσεως της υπάρξεως δικαιοδοσίας και συνεπώς αλυσιτελής αποβαίνει η εξέταση του πρώτου κατά σειρά λόγου από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, η εναντίωση του οποίου περιορίζεται στην κύρια αιτιολογία της.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει, κατ' επιταγή του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 εκδοθείσα Υ.Α. 134423/20-1-1993 (ΦΕΚ 11/τ.
β'/20-1-1993), στο ποσό των 300,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1014/28-9-2009 αίτηση για αναίρεση της 224/22-1-2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17-5-2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2-6-2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ