Supreme Court dismisses appeal on traffic accident damages, upholding lower court's evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by six individuals against a First Instance Court judgment regarding a traffic accident involving a motorcycle and a car. The appellants argued that the appellate court incorrectly interpreted a traffic reconstruction diagram to show a longer skid mark than the original document indicated. The court found this argument baseless because the appellate court correctly analyzed the diagram alongside other evidence, noting that the skid marks included both braking traces and additional skid marks, totaling the distance cited. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the appellants were ordered to pay the costs of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; Articles 297, 298, 300, 330(b), 914 of the Civil Code: An appeal against a judgment on damages for a tort must be substantiated by valid grounds; the appellate court's evaluation of evidence, including traffic reconstruction diagrams, is not subject to retrial unless a clear error of law or fact is demonstrated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 607 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 607/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Δ. Κ. χας Κ. Ι. Κ., 2) Ι. Κ. Ι., 3) Ρ. Κ. Ι., 4) Ι. Κ. Ν., 5) Ρ. Χ. Ν. και 6) Ν. Ι. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Περράκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2009 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσείουσας, ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τότε τέκνων της - ήδη 2ης και 3ης αναιρεσειουσών, των 4ου, 5ης και 6ου των αναιρεσειόντων, καθώς και του Κ. Ι. Ν., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2199/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1278/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-3-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ουρανία Παπαδάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 21-3-2016 (αριθμ. καταθ. 123/2016) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1278/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των ζημιών από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δικ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση, έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου, η κρίση ως προς το βαθμό - βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013).
Ακόμη, με τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚποΛΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψιν το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά την υπαγωγή των δεκτών γενομένων από αυτό πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ. 1 και 560 παρ. 1β ΚΠολΔ) (όπως στην προσβαλλόμενη απόφαση).
Αν, στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένως ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παράβαση κανενός νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1226/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (βλ.
ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Στην κρινόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1278/2013 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, δέχθηκε ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τα κρίσιμα για την αναιρετική δίκη ζητήματα των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας του Γ.
Μ., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ οχήματος ιδιοκτησίας του που είχε εμπλοκή σε αυτό και ήταν ασφαλισμένο στην εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και του θανόντος συγγενούς των αναιρεσειόντων K. K. του I.: "Στις 17.1.2009 και ώρα περίπου 13.40 μ.μ. επί της οδού ... περιοχής Ρεθύμνου Κρήτης, έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίσθηκε θανάσιμα ο...
K. K. του I., οδηγός της υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτ/τας..., ιδιοκτησίας του, η οποία εκινείτο επί της οδού αυτής και στο ρεύμα κυκλοφορίας της... προς το κέντρο του Ρεθύμνου. Τον ίδιο χρόνο επί της ίδιας οδού, αλλά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς ...), εκινείτο το ασφαλισμένο στην εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη υπ' αριθ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο..., διοκτησίας του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Μ. Γ., το οποίο οδηγούσε ο ίδιος... Η οδός ...... είναι ευθεία, κατά το χρόνο του ατυχήματος επικρατούσε καλοκαιρία, φωτισμός ημέρας, η ορατότητα δεν περιοριζόταν... και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας καθοριζόταν σε 30 χλμ/ω...
Το ρεύμα κυκλοφορίας της που οδηγεί προς Ρέθυμνο, στο οποίο εκινείτο η προαναφερόμενη μοτ/τα, έχει πλάτος οδοστρώματος 3,60 μ., ενώ το ρεύμα κυκλοφορίας της οδού που οδηγεί προς ..., έχει πλάτος οδοστρώματος 5 μ. Τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της οδού αυτής, χωρίζονται μεταξύ τους από την υπάρχουσα επί του οδοστρώματός της, λευκή συνεχή διπλή διαχωριστική των ρευμάτων κυκλοφορίας της γραμμή.
Με την οδό αυτή, στο ρεύμα κυκλοφορίας της που οδηγεί προς Μυσσίρια, συμβάλλεται από δεξιά σε σχέση με την πορεία των επ' αυτής κινουμένων η οδός ..., πλάτους 6,40 μέτρων... Αμέσως μετά την συμβολή των οδών αυτών, καθόλο το πλάτος της οδού ... υπάρχει διαγραμμισμένη διάβαση πεζών, πλάτους 5,70 μέτρων. Μετά το τέλος της διαγραμμισμένης αυτής διάβασης, συνεχίζει η διπλή διαχωριστική των ρευμάτων της οδού ...
γραμμή. Εκατέρωθεν της οδού υπάρχει πεζοδρόμιο. Στο προς Μυσσίρια ρεύμα κυκλοφορίας της, μέχρι την συμβολή με την οδό ... το δεξιό σε σχέση με την πορεία των προς Μυσσίρια κινουμένων πεζοδρόμιο, έχει πλάτος 2 μέτρων και στο τμήμα της οδού αυτό επιτρέπεται η στάθμευση οχημάτων, δίπλα στο πεζοδρόμιο, παράλληλα με τον άξονα της οδού, και κατά το χρόνο του ατυχήματος υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα.
Στο τμήμα αυτό του προς Μυσσίρια οδηγούντος ρεύματος κυκλοφορίας της οδού, όπου, όπως προαναφέρεται, παράλληλα με το δεξιό πεζοδρόμιο της οδού επιτρέπεται στάθμευση οχημάτων, μετά το πεζοδρόμιο και σε απόσταση περίπου 50 μέτρων από την συμβολή της ... με την οδό ... υπήρχε κατά το χρόνο του ατυχήματος το κατάστημα ... (βλ.
τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες). Μετά την συμβολή με την οδό ... το πλάτος του δεξιού πεζοδρομίου είναι 2,20 μέτρων και στο σημείο αυτό απαγορεύται η στάθμευση, η δε απαγόρευση αυτή επισημαίνεται με την τοποθετημένη στο άκρο του πεζοδρομίου αυτού πινακίδα Ρ-39 όπου δεν υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα (βλ. πρόχειρο σχεδιάγραμμα).
Επί του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού ... που οδηγεί προς Ρέθυμνο, από δεξιά σε σχέση με την πορεία των προς την κατεύθυνση αυτή κινουμένων και κατά μήκος του υπάρχοντος προς την ίδια κατεύθυνση δεξιού πεζοδρομίου πλάτους 4,50 μέτρων, υπάρχει διαμορφωμένος, εκτός δρόμου, χώρος στάθμευσης, πλάτους 4,50 μέτρων επίσης, στον οποίο υπήρχαν, μη ευκρινώς κατά τον επίδικο χρόνο (βλ.
πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος που συνοδεύει την έκθεσης αυτοψίας), διαγραμμισμένες θέσεις στάθμευσης, κάθετες ως προς τον άξονα της οδού. Τα επιληφθέντα του ατυχήματος όργανα του Τμήματος Τροχαίας Ρεθύμνου, που όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας, έφθασαν στον τόπο του ατυχήματος στις 13.45, δηλαδή 5 λεπτά της ώρας μετά το χρόνο που επεσυνέβη αυτό στις 13.40 (βλ.
αρχή και §1 έκθεσης αυτοψίας), διαπίστωσαν ότι το παραπάνω αυτοκίνητο του Μ. Γ. ήταν ήδη σταθμευμένο στον προαναφερόμενο εκτός δρόμου διαμορφωμένο χώρο στάθμευσης του ρεύματος κυκλοφορίας προς Ρέθυμνο, όπως απεικονίζεται με το στοιχείο Μ στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξαν και συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας, ενώ στην §7 της έκθεσης αναφέρονται μεταξύ άλλων, ο οδηγός του αυτοκινήτου αυτού, και ο αδελφός του ήδη θανόντος οδηγού της μοτ/τας, K.
D. του I., ως αυτόπτες μάρτυρες, και ότι η μοτ/τα του ήδη θανόντος δεν είχε έρθει σε επαφή με το προαναφερόμενο αυτοκίνητο του Μ. Γ.. Η θέση στάθμευσης στην οποία απεικονίζεται το αυτοκίνητο αυτό στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα, είναι η τελευταία στη σειρά σταθμευμένων αυτοκινήτων, και το αυτοκίνητο αυτό ήταν το πρώτο σε σχέση με την πορεία της μοτ/τας σταθμευμένο αυτοκίνητο, του οποίου η θέση στάθμευσης βρισκόταν εκτός της διαγραμμισμένης κατά τα ως άνω, διάβασης πεζών και εκτός δρόμου.
Μεταξύ των αντικειμενικών ευρημάτων του ενδίκου ατυχήματος και των διαπιστώσεων των οργάνων του Τμήματος Τροχαίας Ρεθύμνου, όπως καταγράφονται στην έκθεση αυτοψίας και απεικονίζονται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος που τη συνοδεύει, είναι η αποτύπωση στο οδόστρωμα ιχνών πέδησης προερχόμενα από την παραπάνω μοτ/τα επί μήκους 8 μέτρων και εν συνεχεία αυτών χαραγές επί μήκους 3 μέτρων, και συνεχιζόμενες χαραγές 7 μέτρων [δηλαδή χαραγές συνολικού μήκους 10 μέτρων (3 μ. + 7 μ.)] μέχρι του σημείου πρόσκρουσης της μοτ/τας στο πίσω μέρος του υπ' αριθ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, κατασκευής εργοστασίου BMW 528, χρώματος ερυθρού, ιδιοκτησίας, όπως προκύπτει από την άδεια κυκλοφορίας του, της εταιρείας με την επωνυμία ..., το οποίο ήταν σταθμευμένο στο μέσον της προαναφερομένης διαγραμμισμένης διάβασης πεζών, αποτυπώνεται με στοιχείο Β στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος και απεικονίζεται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, όπου και αποτυπώνονται ίχνη χαραγών στο οδόστρωμα προερχόμενα από την μοτ/τα επί της πορείας της, θραύσματα πλαστικών μερών και κηλίδα αίματος από την πρόσκρουση της μοτ/τας μαζί με τον μη φέροντα προστατευτικό κράνος αναβάτη της επί του πίσω τμήματος του αυτοκινήτου αυτού και συγκεκριμένα επί του προφυλακτήρα και της εξάτμισής του, όπου από την πρόσκρουση αυτή, τραυματίσθηκε στο κεφάλι ο οδηγός της, ο οποίος εκτινάχθηκε σε απόσταση 4 μέτρων από το σημείο πρόσκρουσης επί του αυτοκινήτου αυτού, εκτός διάβασης πεζών, στο σημείο που σημειώνεται με το στοιχείο Ο στο σχεδιάγραμμα όπου και ανευρέθη κηλίδα αίματος.
Στη συνέχεια η μοτ/τα αφού συνέχισε να σύρεται ακυβέρνητη αφήνοντας ίχνη χαραγών στο οδόστρωμα επί του ίδιου ρεύματος κυκλοφορίας (προς Ρέθυμνο) προσέκρουσε στο μεθεπόμενο από το πιο πάνω υπό στοιχείο Β σταθμευμένο αυτοκίνητο (επί του οποίου αρχικά προσέκρουσε μαζί με τον οδηγό της η μοτ/τα κατά τα παραπάνω), και συγκεκριμένα στο υπ' αριθ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής WOLKSVAGEN, τύπου GOLF, χρώματος μπλέ, ιδιοκτησίας Κ. Κ.. Μετά την πρόσκρουση και επί του αυτοκινήτου αυτού το οποίο αποτυπώνεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα με το στοιχείο Γ και απεικονίζεται στις ίδιες φωτογραφίες, λόγω της σφοδρότητας των διαδοχικών συγκρούσεων η μοτ/τα εξακολούθησε να σύρεται επί του οδοστρώματος εκτραπείσα προς τ' αριστερά σε σχέση με την αρχική πορεία της και κατέληξε να ακινητοποιηθεί μετά την διπλή διαχωριστική γραμμή των ρευμάτων γραμμή, στο αντίθετο ρεύμα της οδού, στο σημείο που αποτυπώνεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα με το στοιχείο Α1, μέχρι του οποίου άφησε χαραγές στο οδόστρωμα, οι οποίες κατέληξαν εκεί (σημείο Α1), σε απόσταση 12 μέτρων σε ευθεία γραμμή από το τέλος της διαγραμμισμένης διάβασης πεζών, από το οποίο (τέλος της διάβασης) σε απόσταση 2 μέτρων εκτινάχθηκε το σώμα του οδηγού της (αριστερά σε σχέση με την πορεία της μοτ/τας και σε απόσταση 4 μέτρων από το σημείο πρόσκρουσης επί του πίσω μέρους του αυτοκινήτου υπό στοιχείο Β όπως προεκτίθεται).
Κατά την άφιξη των οργάνων της Τροχαίας η μεν ακινητοποιηθείσα εντός του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας (προς Μυσσίρια) μοτ/τα, είχε μετακινηθεί - αναρτηθεί και μεταφέρθηκε στη θέση που αποτυπώνεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα στη θέση Α1, κοντά στα σταθμευμένα αυτοκίνητα πριν τη συμβολή με την οδό Α. ...
όπως απεικονίζεται στις προσκομισθείσες φωτογραφίες. Από τα προαναφερόμενα αντικειμενικά ευρήματα του ενδίκου ατυχήματος [μήκος ιχνών πέδησης, μήκος χαραγών, κατάληξή τους, σφοδρότητα των δύο διαδοχικών προσκρούσεων σε σταθμευμένα αυτοκίνητα της μοτ/τας (με τον αναβάτη στην πρώτη και της μοτ/τας μόνο στη δεύτερη), την προεκτεθείσα συμπεριφορά μετά την πέδηση της μοτ/τας (στην οποία όπως προέκυψε από την από 21.1.2009 έκθεση τεχνικής πραγμ/νης των πραγμ/νων Π.
και Μ. Σ., δεν διαπιστώθηκε καμία βλάβη σε κανένα από τα συστήματα τροχοπέδησης, διεύθυνσης, φωτισμού, στα όργανα, στα εξαρτήματα και λοιπά μέρη τους η οποία να προϋπήρξε του ατυχήματος, καθώς και ότι τα ελαστικά της ευρίσκοντο σε καλή ατάσταση πριν το ατύχημα)], με βάση τους κανόνες της φυσικής αφ' ενός και τα διδάγματα της κοινής πείρας αφ' ετέρου, αποδεικνύεται αναντιλέκτως ότι η ταχύτητα με την οποία εκινείτο η μοτ/τα το μεν ήταν υπερβολική για τις επικρατούσες συνθήκες της οδού (πυκνή κυκλοφορία οχημάτων, πλάτος οδοστρώματος), το δε υπερέβαινε κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 30 χλμ/ω, γεγονός που τονίζεται στο προαναφερόμενο νομογράφημα - δελτίο ιχνών τροχοπέδησης οδικού τροχαίου ατυχήματος που συντάχθηκε από τον Α.
Δ. του Τμήματος Τροχαίας Ρεθύμνου και αφορά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, με βάση το οποίο υπολογίσθηκε σε 36 χλμ/ω η ταχύτητα της μοτ/τας, με την αναφερόμενη στο νομογράφημα αυτό "καίρια επισήμανση" και τους λόγους που αναφέρονται και εξηγούν την επισήμανση αυτή. Ο υπολογισμός της ταχύτητας που επιχειρείται από τον συντάκτη της προαναφερόμενης υπ αριθ.
…2012 τεχνικής έκθεσης είναι παντελώς λανθασμένος εφόσον στην τελική εκτίμησή του σε 40 ± 3 χλμ/ω για την ταχύτητα της μοτ/τας, έλαβε υπόψη του λανθασμένα δεδομένα. Συγκεκριμένα όπως διαπιστώθηκε από τα όργανα της Τροχαίας, αποτυπώνεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας και καταγράφεται σ' αυτήν, μετά την πέδηση των οκτώ μέτρων (που λαμβάνει υπόψη του ο συντάκτης της τεχνικής έκθεσης) οι χαραγές μέχρι την πρόσκρουση επί του υπό στοιχείο Β του πρόχειρου σχεδιαγράμματος αυτοκινήτου δεν είναι 3 μέτρων, αλλά 10 μέτρων, δηλαδή 3 μέτρων που αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα εν συνεχεία των ιχνών πέδησης και 7 μέτρων επί πλέον που αποτελούν την συνέχειά τους και που επίσης αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα.
Όπως αποδεικνύεται από το σημειούμενο υπό στοιχείο Ε στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα σημείο και αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας, μέσω του σημείου αυτού (Ε) γίνεται η προβολή επί του οδοστρώματος και ανευρίσκεται η ακριβής απόσταση μεταξύ των συνεχιζόμενων χαραγών μέχρι το πίσω μέρος του υπό στοιχείο Β αυτοκινήτου όπου έλαβε χώρα η πρώτη πρόσκρουση της μοτ/τας με τον αναβάτη της.
Όπως εν συνεχεία αποδεικνύεται από τα προαναφερόμενα ευρήματα του ενδίκου ατυχήματος, μετά την πρώτη αυτή πρόσκρουση, εκτινάχθηκε ο αναβάτης της μοτ/τας σε απόσταση 4 μέτρων (εκτός διάβασης πεζών) από το πιο πάνω σημείο της πρώτης πρόσκρουσης με το Β όχημα, διαγωνίως προς τ' αριστερά σε σχέση με την πορεία της μοτ/τας, η δε μοτ/τα συνέχισε την πορεία της ακυβέρνητη εξακολουθώντας να αφήνει ίχνη χαραγών στο οδόστρωμα και αφού προσέκρουσε στο Γ όχημα, εξακολούθησε παρά τις δύο προσκρούσεις να αφήνει ίχνη χαραγών στο οδόστρωμα του αρχικού ρεύματος κυκλοφορίας της προς Ρέθυμνο, τα οποία συνέχισαν και κατέληξαν εντός του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας της οδού, στο σημείο που απεικονίζονται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα με το σημείο Α1 όπως προαναφέρεται, με συνέπεια, τα ίχνη χαραγών που άφησε η μοτ/τα να είναι συνολικού μήκους 22 μέτρων (3+7+12), μετά τα ίχνη πέδησης.
Συνεπώς, το μεν τόσο η εκτίμηση, όσο και ο υπολογισμός της ταχύτητας της μοτ/τας που επιχειρήθηκε από τον συντάκτη της ως άνω τεχνικής έκθεσης είναι εσφαλμένος, αφού τα δεδομένα και οι μετρήσεις που έλαβε υπόψη του δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, το δε η ταχύτητα με βάση τα παραπάνω πραγματικά δεδομένα, αναντιλέκτως υπερέβαινε το διπλάσιο του ανώτατου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας στον τόπο του ατυχήματος.
Αυτό θα προέκυπτε με βάση τους τύπους που χρησιμοποιεί ο συντάκτης της τεχνικής αυτής έκθεσης, αν λάβαινε υπόψη του το πραγματικό συνολικό μήκος των χαραγών, την λόγω της αρχικής πρόσκρουσης της μοτ/τας με τον αναβάτη της, την λόγω της εκτίναξης του αναβάτη της στην προαναφερθείσα απόσταση, και την από την δεύτερη πρόσκρουση της μοτ/τας απορροφηθείσα ταχύτητα.
Οι εκκαλούντες με την έφεσή τους ισχυρίζονται: 1) ότι ο Γ. Μ., οδηγώντας το προαναφερόμενο και ασφαλισμένο στην εφεσίβλητη αυτοκίνητό του, (επί του προς Μυσσίρια ρεύματος κυκλοφορίας της οδού ...), ενήργησε στροφή προς τ' αριστερά, παραβίασε τη διπλή διαχωριστική γραμμή και εισήλθε καθέτως στο αντίθετο ρεύμα, προκειμένου να σταθμεύσει το αυτοκίνητό του στον προαναφερθέντα χώρο στάθμευσης και ότι ο θανών συγγενής τους, προκειμένου ν' αποφύγει τη σύγκρουση ενήργησε απότομο ελιγμό προς τα δεξιά, έχασε την ισορροπία του, σύρθηκε στο οδόστρωμα και προσέκρουσε στα προαναφερόμενο αυτοκίνητα με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα, 2) ότι ο οδηγός του στην εφεσίβλητη ασφαλισμένου αυτοκινήτου δεν ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του ευρισκόμενος επί της διαχωριστικής των ρευμάτων γραμμής (επικαλούμενοι τις προανακριτικές καταθέσεις των εξετασθέντων ενόρκως προανακριτικά αυτοπτών μαρτύρων Π.
Ε. και Π. Μ.) αλλά απέφραξε την πορεία της μοτ/τας, ο οδηγός της αιφνιδιάστηκε από την είσοδο του αυτοκινήτου στο ρεύμα του, πέδησε απότομα με αποτέλεσμα να ανατραπεί η μοτ/τα και να εκτραπεί προς τα δεξιά με τα προεκτιθέμενα αποτελέσματα, 3) ότι δεν αποδείχθηκε ότι "δεν υπήρχαν κατά το χρόνο του ατυχήματος σταθμευμένο αυτοκίνητα στα δεξιά του ρεύματος κυκλοφορίας προς Μυσσίρια" επικαλούνται δε την από 20.8.2009 συμπληρωματική ένορκη κατάθεση του αυτόπτου μάρτυρος Μ.
Π. και την από 17.1.2009 δοθείσα 3 σχεδόν ώρες μετά το ατύχημα ένορκη κατάθεση του επίσης αυτόπτου μάρτυρος Π. Ε., καθώς και ότι κανείς από τους προαναφερόμενους εξετασθέντες μάρτυρες δεν αναφέρει τίποτε περί υπερβολικής ταχύτητας της μοτ/τας... Έτσι ο 1ος ισχυρισμός των εκκαλούντων αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος, αναιρούμενος τόσο από τα αντικειμενικά ευρήματα του ενδίκου ατυχήματος όσο και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, αφού όχι μόνο από κανένα αποδεικτικό μέσο (εύρημα ή μάρτυρα) δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών εκινείτο κανονικά ή ότι ενήργησε ελιγμό προς τα δεξιά για ν' αποφύγει τη σύγκρουση με το αντιθέτως ερχόμενο STARLET, που όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες ξαφνικά εισήλθε και εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα που απέφραξε την πορεία, αλλά αντίθετα, τα ίχνη πέδησης μαρτυρούν την πορεία της μοτ/τας και αποκλείουν την εκτέλεση οποιουδήποτε αποφευκτικού ελιγμού και δη του προς τα δεξιά από τον οδηγό της, η δε απότομη πέδηση της κινούμενης με την υπερβολική (ακόμα και όπως την εκτιμά ο συντάκτης της πιο πάνω τεχνικής έκθεσης στα 40 ± 3 χλμ/ω) ταχύτητα που στην πραγματικότητα ήταν υπερδιπλάσια του επιτρεπομένου ανώτατου ορίου, όπως αναλυτικά προεκτίθεται, ήταν η αιτία της ανατροπής της και της μετέπειτα συμπεριφοράς της μοτ/τας με τα ανωτέρω αποτελέσματα.
Επίσης αβάσιμος αποδεικνύεται και 2ος ισχυρισμός των εκκαλούντων, ότι ο οδηγός του στην εφεσίβλητη ασφαλισμένου αυτοκινήτου δεν ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του επί της διπλής διαχωριστικής των ρευμάτων γραμμής επικαλούμενοι μάλιστα καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων Π. και Π., ισχυρισμός, ο οποίος αναιρείται όχι μόνο από τις προεκτεθείσες καταθέσεις των ως άνω αυτοπτών μαρτύρων, αλλά και από την κατάθεση του αδελφού του θανόντος, που προπαρατίθεται, ο οποίος καταθέτει "...απ' ότι κατάλαβα από τους συγκεντρωμένους ένα μπλέ αμάξι περίμενε να στρίψει κάθετα στην πορεία του αδελφού μου" αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρα Ν.
Μ., η οποία επίσης προπαρατίθεται και ο οποίος καταθέτει "...ήταν πολύς κόσμος στο σημείο" μεταξύ των οποίων και οι εξετασθέντες αυθημερόν του ατυχήματος αυτόπτες μάρτυρες "και όλοι αναρωτιόμασταν τι είχε συμβεί". Ακόμα και από τα αναφερόμενα στην §5 με τον τίτλο συμπεράσματα - κρίσεις της παραπάνω έκθεσης του συντάξαντος κατ' εντολήν των εκκαλούντων την προαναφερόμενη τεχνική έκθεση ότι "ο οδηγός του δικύκλου εξέλαβε την κίνηση του αντίθετα κινουμένου οχήματος ότι αυτό θα επιχειρούσε αναστροφή και ότι ο οδηγός του (Μ.) δεν είχε αντιληφθεί το δίκυκλο", συνάγεται ευχερώς και σαφέστατα ότι το στην εφεσίβλητη ασφαλισμένο αυτοκίνητο ήταν ακινητοποιημένο (βλ.
και καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων, αλλά και του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εξετασθέντος μάρτυρος) με αναμμένα τα φλας και ο οδηγός του περίμενε μέχρι να το επιτρέψει η κυκλοφοριακή κίνηση στο προς Ρέθυμνο ρεύμα κυκλοφορίας της Α. Β. για να πραγματοποιήσει την αναστροφή. Τέλος και ο 3ος ισχυρισμός των εκκαλούντων, ότι από δεξιά του ρεύματος κυκλοφορίας προς Μυσσίρια υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα, με τον οποίο επιχειρείται να στηρίξουν τους δύο πρώτους ισχυρισμούς τους περί κίνησης του STARLET στο προς Ρέθυμνο ρεύμα κυκλοφορίας και εντεύθεν κατάληψης του ρεύματος αυτού και απόφραξης της πορείας της μοτ/τας, δεν αποδείχθηκε.
Ειδικότερα όπως αναλυτικά προαναφέρεται, στο δεξιό τμήμα της οδού Α. Β. μετά την συμβολή της με την οδό Α. ... στο προς Μυσσίρια ρεύμα κυκλοφορίας της, και απαγορευόταν η στάθμευση και δεν υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα (βλ. πρόχειρο σχεδιάγραμμα). Όπως αποδείχθηκε, ο οδηγός, του STARLET όταν έφθασε στο ύψος του προαναφερόμενου καταστήματος ...
το οποίο βρίσκεται σε απόσταση 13 περίπου μέτρων από το σημείο της οδού από το οποίο η διπλή διαχωριστική των ρευμάτων γραμμή διακόπτεται (διακοπή που κατά τα ως άνω, αρχίζει περίπου 3 μέτρα πριν τη συμβολή με την οδό Α. ...) κινούμενος με μικρή ταχύτητα 10-15 χλμ/ω, άναψε φλας προκειμένου να κινηθεί προς τ' αριστερά και να σταθμεύσει σε κενή θέση που βρήκε στον ειδικά διαμορφωμένο εκτός δρόμου χώρο, στο προς Ρέθυμνο ρεύμα κυκλοφορίας.
Προηγούνταν του STARLET τρία ποδήλατα και ακολουθούσε το αυτοκίνητο του μάρτυρα Π., το οποίο μετά δύο-τρία αυτοκίνητα ακολουθεί το αυτοκίνητο του μάρτυρα Π.. Με δεδομένο ότι τα πιο πάνω αυτοκίνητα και ποδήλατα ήταν επί 100 μέτρα πριν το ... εν κινήσει, ότι στο πριν τη συμβολή με την οδό ... τμήμα της οδού Α. Β. (προς Μυσσίρια) υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα, της μικρής ταχύτητας όλων των οχημάτων που προηγούνταν (ποδηλάτων) του STARLET, αλλά αναγκαίως και εκείνων που το ακολουθούσαν, της κενής θέσης που είχε ανεύρει ο οδηγός του τελευταίου, η οποία όπως αποδείχθηκε βρισκόταν μετά τη διαγραμμισμένη διάβαση πεζών στο προς Ρέθυμνο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, και της απόστασης από το κατάστημα ... (οπότε έβγαλε αριστερό φλάς ο οδηγός του STARLET) μέχρι το τέλος της συμβολής με την οδό ...
οπότε αρχίζει η διαγραμμισμένη διάβαση πεζών και μετά από αυτήν συνεχίζει η διπλή διαχωριστική των ρευμάτων γραμμή, αποδεικνύεται ότι το STARLET ακινητοποιήθηκε με αναμμένα τα αλάρμ, μετά τη συμβολή με την οδό ... επί της διαχωριστικής των ρευμάτων γραμμής σε θέση ελαφρά πλαγιοκάθετη στο οδόστρωμα με το μεγαλύτερο τμήμα του εντός του προς Μυσσίρια ρεύματος κυκλοφορίας της οδού ..., έτσι ώστε λόγω της θέσης ακινητοποίησής του με μέρος του εμπροσθίου τμήματός του να καταλαμβάνει τμήμα του προς Ρέθυμνο ρεύματος κυκλοφορίας της οδού πλάτους όχι μεγαλύτερου των 50 εκατοστών του μέτρου, και κατά το υπόλοιπο τμήμα του να καταλαμβάνει το εναπομείναν τμήμα του προς Μυσσίρια ρεύματος κυκλοφορίας, να παρέχεται η δυνατότητα υπέρβασής του.
Αυτό αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων Π. και Π., οι οποίοι καταθέτουν ότι μόλις βεβαιώθηκαν ότι μεταξύ του STARLET και του δεξιού πεζοδρομίου μπορούσαν να συνεχίσουν την πορεία τους, το προσπέρασαν, γεγονός από το οποίο προκύπτει σαφώς ότι με δεδομένο το πλάτος του προς Μυσσίρια ρεύματος κυκλοφορίας (5 μέτρων) της Α.
Β. και του πλάτους του STARLET (1,70 μέτρων περίπου), αναντιλέκτως η υπέρβαση του STARLET από τα πιο πάνω αυτοκίνητα έγινε μετά την συμβολή με την οδό ... αφού πριν την οδό ... υπέρβαση του STARLET δεν θα μπορούσε να επιχειρηθεί το μεν εν όψει της αποδεδειγμένης ύπαρξης από δεξιά σταθμευμένων αυτοκινήτων και εντεύθεν της μη ύπαρξης επαρκούς χώρου, το δε εν όψει των τριών ποδηλάτων που προπορεύονταν του STARLET, ο οδηγός του οποίου μόλις λίγα μέτρα πριν τη συμβολή με την ...
όπως προαναφέρεται είχε ανάψει αριστερό φλάς προειδοποιώντας ότι προτίθεται να κινηθεί προς τ' αριστερά προς το μέσο του δρόμου. Από τις ένορκες καταθέσεις των ίδιων παραπάνω αυτοπτών μαρτύρων αποδεικνύεται περαιτέρω και η θέση στην οποία είχε ακινητοποιηθεί το STARLET, το αριστερό τμήμα του οποίου ήταν επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής με ελαφρά πλαγιοκάθετη θέση (επί του οδοστρώματος, τέτοια ώστε μέρος του εμπρόσθιου ΑΡ τμήματός του να καταλαμβάνει τμήμα του προς Ρέθυμνο ρεύματος κυκλοφορίας της οδού, όχι μεγαλύτερο των 50 εκατοστών του μέτρου και το υπόλοιπο και μεγαλύτερο τμήμα του να βρίσκεται εντός του προς Μυσσίρια ρεύματος κυκλοφορίας, λόγω δε της ως άνω θέσης ακινητοποίησης του αυτοκινήτου αυτού, οι οδηγοί που το ακολουθούσαν, συνέχισαν την πορεία τους, μόνο όταν βεβαιώθηκαν ότι ο δρόμος μπροστά τους ήταν ανοικτός και το οδόστρωμα μεταξύ του STARLET και του δεξιού πεζοδρομίου τους επέτρεπε να το υπερβούν.
Άλλως, αν, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες το αυτοκίνητο αυτό δεν είχε διακόψει την πορεία του στην παραπάνω θέση, όπως τη θέση του αυτοκινήτου αυτού στο οδόστρωμα εκτιμά ο συντάκτης της υπ' αριθ. 172/2012 τεχνικής έκθεσης, έστριβε ξαφνικά αριστερά και με τη μικρή ταχύτητα με την οποία συνομολογούν ότι εκινείτο κατελάμβανε 1,5 μέτρα πλάτους του προς Ρέθυμνο ρεύματος κυκλοφορίας της οδού (βλ.
κατάθεση πρωτοδίκως ως άνω εξετασθέντος μάρτυρος), αφ' ενός η διέλευση των ακολουθούντων το STARLET οχημάτων (των οποίων η ταχύτητα αναγκαίως θα ήταν παρόμοια με του STARLET), και η υπέρβαση του STARLET θα ήταν ευχερής, και δεν θα απαιτείτο να προηγηθεί έλεγχος από τους ακολουθούντες οδηγούς προκειμένου να διαπιστωθεί αν μπορούν να συνεχίσουν την πορεία τους και να το υπερβούν, και αφ' ετέρου, με δεδομένα: 1) το πλάτος του προς Ρέθυμνο ρεύματος κυκλοφορίας (3,60 μ.), το τμήμα του που οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι κατέλαβε το STARLET, όπως οι εκκαλούντες το αποτυπώνουν πάνω στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος στην παραπάνω τεχνική έκθεση, 2) την ταχύτητα της μοτ/τας και την απόστασή της από το εισερχόμενο στο ρεύμα της από το αντίθετο ρεύμα αυτοκίνητο, (στη θέση που στην §5 της πιο πάνω τεχνικής έκθεσης τοποθετείται από τον συντάκτη της έκθεσης αυτής), λαμβανομένων υπόψη των ιχνών πέδησης, του σημείου που αποτυπώνουν οι εκκαλούντες στην παραπάνω έκθεση το STARLET να εισέρχεται εν κινήσει στο προς Ρέθυμνο ρεύμα κυκλοφορίας και του χρόνου αντίδρασης ενός μέσου οδηγού (1"), 3) της πυκνής κατά τον χρόνο του ατυχήματος (§9 της έκθεσης αυτοψίας) κυκλοφορίας οχημάτων στην οδό, αδιαμφισβητήτως δεν θα είχε αποφευχθεί η σύγκρουση μεταξύ της μοτ/τας και του STARLET.
Και πάντως και σε κάθε περίπτωση θα είχε γίνει αντιληπτή η κίνηση του STARLET εντός του προς Ρέθυμνο ρεύματος κυκλοφορίας της οδού λόγω της εισόδου και κίνησής του στο αντίθετο ρεύμα της οδού, κάθετα στο οδόστρωμα, και η απόφραξη της πορείας της μοτ/τας, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες. Σύμφωνα με τις αποδειχθείσες συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το ένδικο ατύχημα και ο κατ' αυτό θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού της μοτ/τας, για το επελθόν αποτέλεσμα ευθύνεται ο θανών οδηγός της μοτ/τας, ο οποίος επέδειξε την προεκτεθείσα αμελή οδηγητική συμπεριφορά, η οποία συνίσταται στο ότι και στερείτο άδειας ικανότητας οδηγού μοτ/τας, και δεν φορούσε προστατευτικό κράνος και οδηγούσε την μεγάλου κυβισμού μοτ/τα χωρίς προσοχή, χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε την εποπτεία του χώρου στον οποίο εκινείτο με την προεκτιθέμενη υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και έτσι λόγω της έλλειψης προσοχής και της υπερβολικής ταχύτητας δεν αντιλήφθηκε το προαναφερόμενο ασφαλισμένο στην εφεσίβλητη αυτοκίνητο, το οποίο βρισκόταν ακινητοποιημένο με αναμμένα τα αλάρμ επί της διπλής διαχωριστικής των ρευμάτων γραμμής, ελαφρά πλαγιοκάθετα του οδοστρώματος, και στη θέση που προαναφέρεται, εξέλαβε λανθασμένα ότι ο οδηγός του θα επιχειρούσε αναστροφή και για το λόγο αυτό με την ταχύτητα με την οποία εκινείτο πέδησε ξαφνικά και ανετράπη η μοτ/τα του με τα προαναφερόμενα αποτελέσματα.
Με την αμελή ως άνω συμπεριφορά που επέδειξε παρεβίασε τις επιτακτικές διατάξεις των άρθρων 12 §§ 1, 6, 19 §§ 1, 2 και 20 § 1 του ΚΟΚ με την εκ μέρους του παραβίαση των οποίων συνδέεται αιτιωδώς η πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και το εξ αυτού επελθόν αποτέλεσμα. Αντίθετα, η εκ μέρους του οδηγού του ασφαλισμένου στην εφεσίβλητη αυτοκινήτου με την προεκτιθέμενη συμπεριφορά του, παραβίαση των διατάξεων του ΚΟΚ 5 §§ 3α, 8α και 12 § 4, όπως αποδείχθηκε και προεκτίθεται αναλυτικά δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, μόνη δε η παραβίαση των ως άνω διατάξεων του ΚΟΚ, εφόσον δεν αποδείχθηκε ύπαρξη αιτιωδούς συνδέσμου μεταξύ των συγκεκριμένων παραβάσεων και του επελθόντος αποτελέσματος δεν αρκούν για να θεμελιωθεί υπαιτιότητα στην επέλευσή τους, όπως οι εκκαλούντες ισχυρίζονται...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, επί της αγωγής τους με την οποία ζήτησαν χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θάνατο του παραπάνω οδηγού της μοτοσυκλέτας, στην οικογένεια του οποίου ανήκουν, που όπως δέχτηκε συνέβη κατά το αναφερόμενο σ' αυτήν αυτοκινητικό ατύχημα από αμέλεια του Γ.
Μ., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του, την ευθύνη του οποίου κάλυπτε ασφαλιστικά η αναιρεσίβλητη.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 εδ. β' και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., σχετικώς με την κρίση της ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος ήταν ο θανών συγγενής τους, οδηγός της με αρ. κυκλ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, με την αιτίαση της ανεπάρκειας της αιτιολογίας της όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται ως βάση του πραγματικού των προϋποθέσεων εφαρμογής των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ.
Ειδικότερα δε, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διέλαβε ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, κατά τρόπο ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος. Πλέον συγκεκριμένα: Α) ότι η απόφαση ουδεμία διαλαμβάνει αιτιολογία για την αιτία της αποτόμου πεδήσεως της μοτοσικλέτας και το εάν σχετίζεται αυτή η πέδηση, με τον κίνδυνο που δημιουργήθηκε, από την επικαλούμενη παραβατική συμπεριφορά του ασφαλισμένου οδηγού της αναιρεσίβλητης, να ενεργήσει παρανόμως στροφή προς τα αριστερά του ρεύματος πορείας και να παραβιάσει την υφιστάμενη διπλή διαχωριστική γραμμή, προκειμένου να σταθμεύσει σε παρακείμενο χώρο στάθμευσης του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας της οδού, με αποτέλεσμα, ο οδηγός της μοτοσικλέτας, προς αποφυγή της συγκρούσεως, να ενεργήσει πέδηση του δικύκλου και προς τα δεξιά ελιγμό, να χάσει την ισορροπία του, να συρθεί στο οδόστρωμα και να προσκρούσει στο υπ' αριθμ.
κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο - ιδιοκτησίας Ι. Α. με αποτέλεσμα τον θάνατό του. Β) Ότι οι προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά την αποκλειστική υπαιτιότητα του θύματος ως προς την πρόκληση του ατυχήματος, κατά τις οποίες: "Σύμφωνα με τις αποδειχθείσες συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το ένδικο ατύχημα και ο κατ' αυτό θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού της μοτ/τας, για το επελθόν αποτέλεσμα ευθύνεται ο θανών οδηγός της μοτ/τας ο οποίος επέδειξε την προεκτεθείσα αμελή οδηγητική συμπεριφορά, η οποία συνίσταται στο ότι και στερείτο άδειας ικανότητας οδηγού μοτ/τας, και δεν φορούσε προστατευτικό κράνος και οδηγούσε την μεγάλου κυβισμού μοτ/τα χωρίς προσοχή, χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε την εποπτεία του χώρου στον οποίο εκινείτο με την προεκτιθέμενη υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και έτσι λόγω της έλλειψης προσοχής και της υπερβολικής ταχύτητας δεν αντιλήφθηκε το προαναφερόμενο αυτοκίνητο, το οποίο βρισκόταν ακινητοποιημένο με αναμμένα τα αλάρμ, επί της διπλής διαχωριστικής των ρευμάτων γραμμής, ελαφρά πλαγιοκάθετα του οδοστρώματος..., εξέλαβε λανθασμένα ότι ο οδηγός του θα επιχειρούσε αναστροφή και για το λόγο αυτό με την ταχύτητα με την οποία εκινείτο πέδησε ξαφνικά και ανετράπη η μοτ/τα του με τα προαναφερόμενα αποτελέσματα.
Με την αμελή ως άνω συμπεριφορά που επέδειξε παρεβίασε τις επιτακτικές διατάξεις των άρθρων 12 §§ 1, 6, 19 §§ 1, 2 και 20 § 1 του ΚΟΚ με την εκ μέρους του παραβίαση των οποίων συνδέεται αιτιωδώς η πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και το εξ αυτού επελθόν αποτέλεσμα", διαλαμβάνουν αντιφατικές αιτιολογίες με κύρια αντίφαση ότι ενώ κατ' αρχήν δέχεται,ότι ο παθών δεν αντελήφθη το όχημα του ασφαλισμένου εις την αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου να παραβιάζει τη διπλή διαχωριστική γραμμή, με πρόθεση αναστροφής και εισόδου εις το αντίθετο ρεύμα, στη συνέχεια, όλως αντιφατικώς δέχεται ότι το αντιλήφθηκε, εκλαμβάνοντας εσφαλμένα ότι ο οδηγός θα επιχειρούσε αναστροφή και για το λόγο αυτό πέδησε ξαφνικά και ανετράπη η μοτ/τα του με τα προαναφερόμενα αποτελέσματα.
Τούτο δε, διότι, εάν ο παθών δεν αντελήφθη το ασφαλισμένο εις την αναιρεσίβλητη αυτοκίνητο δεν ήτο δυνατό να αντιληφθεί και να εκλάβει ταυτοχρόνως ότι το εν λόγω αυτοκίνητο θα πραγματοποιούσε αναστροφή. Πέραν τούτου δε και με την αντιφατική παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο παθών εξέλαβε λανθασμένα ότι ο οδηγός του Ι.Χ αυτοκινήτου επιχειρούσε αναστροφή και για το λόγο αυτό με την ταχύτητα με την οποία εκινείτο, πέδησε ξαφνικά και ανετράπη η μοτοσικλέτα, η προσβαλλομένη απόφαση δεν προσδιορίζει την απόσταση από την οποία αντελήφθη την κίνηση του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου και την πρόθεση του οδηγού του να πραγματοποιήσει αναστροφή, προκειμένου να κριθεί το λανθασμένο ή μη της αντιλήψεως και εκτιμήσεως του παθόντος, ως και η δυνατότης ή μη αντιδράσεώς του προ του επικείμενου κινδύνου από την είσοδο του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου εις το αντίθετο ρεύμα πορείας.
Επίσης δεν προσδιορίζει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εάν κατά το χρόνο που ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου παραβίασε την διπλή διαχωριστική γραμμή και κατέλαβε τμήμα του αντιθέτου ρεύματος πορείας είχε αντιληφθεί την κίνησιν της μηχανής επί του αντιθέτου ρεύματος πορείας και από ποία απόστασιν προκειμένου να κριθεί εάν οι παραβιάσεις του Κ.Ο.Κ του οδηγού του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου (παραβίασις διπλής διαχωριστικής γραμμής - κατάληψις τμήματος του αντιθέτου ρεύματος πορείας) συνδέονται αιτιωδώς με το τραγικό αποτέλεσμα και Γ) Ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η παράνομος οδηγική συμπεριφορά του ασφαλισμένου της αναιρεσίβλητης, (ο οποίος παραβίασε την διπλή διαχωριστική γραμμή και εισήλθε εις το αντίθετο ρεύμα, που εκινείτο ο παθών), συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του συγγενή των αναιρεσειόντων, δεν διαλαμβάνει την οποιαδήποτε αιτιολογία, παρά μόνο ότι "δεν συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος".
Πλην όμως το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην αναφερθείσα παραπάνω κρίση, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 του Α.Κ. και 10 του ν. ΓΠΝ/1911 και του ν. 2696/1999, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, ενώ ακόμη, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα των συνθηκών του ατυχήματος, της υπαιτιότητας ή μη των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης οδηγικής συμπεριφοράς του θανόντος οδηγού και του επελθόντος αποτελέσματος, καθώς και της έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη οδηγού και του ως άνω αποτελέσματος, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Οι δε αναφερόμενες στον πρώτο λόγο αναίρεσης, αιτιάσεις για ελλείψεις και ασάφειες στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης είναι πρωτίστως απαράδεκτες, διότι οι φερόμενες ως ελλείψεις και ασάφειες δεν συνιστούν τέτοιες, αλλά με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.
πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την πληρέστερη κατά την άποψη των αναιρεσειόντων ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα.
Ως προς την δεύτερη αιτίαση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει αναμφίβολα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αξιολογώντας τις αποδείξεις κι εκτιμώντας ανέλεγκτα τα πραγματικά περιστατικά οδηγήθηκε στο σαφές και επαρκώς αιτιολογημένο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο θανών μοτοσικλετιστής λόγω της στέρησης αδείας ικανότητας οδήγησης του συγκεκριμένου τύπου δικύκλου, της έλλειψης της προσοχής έμπροσθέν του και της υπερβολικής ταχύτητας που είχε αναπτύξει δεν αντελήφθη έγκαιρα το ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη όχημα το οποίο βρισκόταν ακινητοποιημένο με αναμμένα τα αλάρμ επί της διπλής διαχωριστικής των ρευμάτων γραμμής ελαφρά πλαγιοκάθετα του οδοστρώματος και, όταν καθυστερημένα, λόγω της ανωτέρω έλλειψης της προσοχής του το αντελήφθη, εξέλαβε λανθασμένα ότι ο οδηγός του θα επιχειρούσε αναστροφή και για το λόγο αυτό με την (υπερβολική) ταχύτητα με την οποία εκινείτο πέδησε ξαφνικά και ανετράπη η μοτοσικλέτα με τα προαναφερόμενα αποτελέσματα.
Ουδεμία επομένως αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης μεταξύ των ως άνω παραδοχών της, οι οποίες τελούν σε λογική ακολουθία και δεν αλληλοαναιρούνται. Ως προς την ίδια αιτίαση, το ως άνω δικαστήριο με σαφήνεια και επαρκείς αιτιολογίες δέχτηκε αναφορικά με την οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου ότι αυτό ήταν ακινητοποιημένο με αναμμένα τα αλάρμ στην ως άνω διπλή διαχωριστική γραμμή, αναμένοντας ο οδηγός του μέχρι να το επιτρέψει η κυκλοφοριακή κίνηση στο προς Ρέθυμνο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Α.
Β. να εισέλθει στο τελευταίο αυτό ρεύμα για να σταθμεύσει το αυτοκίνητό του σε υπάρχοντα διαμορφωμένο εκτός δρόμου χώρο στάθμευσης, ότι η θέση του στο οδόστρωμα επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής ήταν ελαφρά πλαγιοκάθετα του οδοστρώματος και έχοντας καταλάβει τμήμα του προς Ρέθυμνο ρεύματος κυκλοφορίας της οδού όχι μεγαλύτερο των 50 εκατοστών του μέτρου και κατά το υπόλοιπο τμήμα του προς Μυσσίρια ρεύματος κυκλοφορίας παρείχε τη δυνατότητα ασφαλούς υπέρβασής του από τα κινούμενα.
Περαιτέρω όσον αφορά α) την επικαλούμενη πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης λόγω μη προσδιορισμού του χρόνου και της απόστασης από την οποία ο θανών αντελήφθη την κίνηση του ΙΧΕ και την πρόθεση του οδηγού του να πραγματοποιήσει αναστροφή προκειμένου να κριθεί το ορθό ή λανθασμένο της εκτιμήσεως του θανόντος και η δυνατότητα αντιδράσεώς του και β) ότι δεν προσδιορίζεται αν κατά την στιγμή που ο οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος παραβίασε την διπλή διαχωριστική γραμμή και κατέλαβε τμήμα του αντιθέτου ρεύματος, είχε αντιληφθεί την κίνηση της μηχανής και ποια η απόσταση προκειμένου να κριθεί αν οι παραβιάσεις του ΚΟΚ συνδέονται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, εν προκειμένω το δευτεροβάθμιο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη όχημα ήταν ακινητοποιημένο την στιγμή της αιφνίδιας πέδησης του θανόντα οδηγού και επίσης ότι η απόσταση αντίληψης του θανόντα οδηγού του ακινητοποιημένου οχήματος ήταν τουλάχιστον οκτώ μέτρα σύμφωνα με το αντικειμενικό εύρημα των ιχνών πέδησης της μοτοσικλέτας στο οδόστρωμα όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας.
Κατόπιν της παραδοχής αυτής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο θανών αιφνιδιάστηκε και πέδησε αιφνίδια με τα μεταγενέστερα τραγικά αποτελέσματα. Σε συνδυασμό επομένως με τις προαναφερόμενες παραδοχές περί της υπερβολικής του ταχύτητας, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις και διέλαβε επαρκή αιτιολογία ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντα μοτοσικλετιστή κι απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η παράνομη οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα.
Όσον αφορά την τρίτη αιτίαση, το Εφετείο, ρητά και με επαρκή αιτιολογία οδηγήθηκε στο πόρισμα ότι η όποια οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου και δη η παράβαση και εκ μέρους του διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν συνδέεεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος.
Περαιτέρω όσον αφορά στον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψιν το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά την υπαγωγή των γενομένων δεκτών από αυτό πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας με το να δεχτεί ότι η παραβίαση της διπλής διαχωριστικής γραμμής, όσο και η είσοδος εις το αντίθετο ρεύμα πορείας δεν είναι ικανά και πρόσφορα να επιφέρουν το επιζήμιο αποτέλεσμα, αν και προκαλούν κινδύνους πρόκλησης ατυχήματος με άλλο αντιθέτως ερχόμενο όχημα, ο οδηγός του οποίου πιστεύει ότι οι οδηγοί των αντιθέτως κινουμένων άλλων οχημάτων θα συμμορφωθούν προς την υποχρέωση τους να μην ενεργήσουν υπέρβαση της διπλής συνεχόμενης διαγραμμίσεως, και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον πέραν του ότι τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες ως διδάγματα της κοινής πείρας δεν συνιστούν τέτοια, στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχτηκε παρόμοια με τη συμπεριφορά που περιγράφεται σ' αυτά οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου, ενώ αυτό, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης βρισκόταν ακινητοποιημένο με αναμμένα τα αλάρμ επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής και δεν διέσχισε το αντίθετο ρεύμα, ούτε απέφραξε την πορεία της μοτοσυκλέτας.
Σε κάθε περίπτωση η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση τα γενόμενα δεκτά απ' αυτό πραγματικά περιστατικά της οδηγικής συμπεριφοράς του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου (αφή δείκτη κατευθύνσεως, ακινητοποίηση στη διπλή διαχωριστική των ρευμάτων γραμμή σε θέση ελαφρά πλαγιοκάθετη έχοντας καταλάβει 50 εκατοστά του μέτρου από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας) δεν συνδέονται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα παρά το γεγονός ότι αποτελεί παράβαση διατάξεως του Κ.Ο.Κ.
δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται στην εκτίμηση αποδεικτικού υλικού.
Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011). "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δικ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432 - 465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου.
Έτσι δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 556/2003), όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις των διορισθέντων πραγματογνωμόνων (ΑΠ 90/2019, ΑΠ 91/2017, ΑΠ 152/2015, ΑΠ 620/2014, ΑΠ 42/2014).
Με τον 2ο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δικ, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προκειμένου να "αιτιολογήσει" την δήθεν υπερβολική ταχύτητα της μοτ/τας του παθόντος παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 16-08-2009 πρόχειρου σχεδιαγράμματος που περιλαμβάνεται στην σχηματισθείσα ποινική δικογραφία, διότι το δεχθέν από το Εφετείο ότι οι χαραγές που αποτυπώνονται επί του οδοστρώματος της μοτ/τας μέχρι την πρόσκρουσή της επί του υπό στοιχ.
Β αυτοκινήτου του προχείρου σχεδιαγράμματος δεν είναι 3 μέτρα αλλά 10 μέτρα, είναι ψευδές, αφού από το ίδιο σχεδιάγραμμα προκύπτουν χαραγές μόνο τριών μέτρων, οι οποίες αποτυπώνονται με την ένδειξη Χ = 3 μ. επί του οδοστρώματος. Πλην, όμως ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση του ανωτέρω σχεδιαγράμματος προκύπτει ότι, αποτυπώνονται σ' αυτό α) ίχνη πεδήσεως στο στο οδόστρωμα της οδού και συγκεκριμένα στο ρεύμα κυκλοφορίας της μοτοσικλέτας μήκους οκτώ (8) μέτρων προερχόμενα από την αιφνίδια πέδηση του θανόντα αναβάτη της, τριών (3) επιπλέον μέτρων μετά την αποτύπωση των ιχνών πέδησης αναφερόμενα ως "ίχνη χαραγών" στο οδόστρωμα της πορείας της και επτά (7) επιπλέον μέτρα μέχρι το σημείο πρόσκρουσης επί του αναφερόμενου ως Β οχήματος και συνεπώς το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αφού ανέγνωσε ορθά το σχεδιάγραμμα της τροχαίας που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας και το αξιολόγησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά στο σχεδιάγραμμα και αφού συνεκτίμησε το περιεχόμενό τους κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό.
Σε κάθε περίπτωση όμως όλως επικουρικά, με τις ανωτέρω αιτιάσεις οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας, που όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ` άρθρ. 561 αρ. 2 Κ.πολ.Δικ.
Κατ' ακολουθίαν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β' δ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσεοντες, που ηττήθηκαν (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-3-2016 (αρ. κατ. 123/2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1278/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ