Legislator Case Law & Legislation
605/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on defamation judgment, ruling evidence assessment is non-reviewable.

Case Number 605/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's rejection of a defamation claim. The appellant argued the lower court failed to consider a specific prior judgment regarding damages, but the Court found the lower court had explicitly addressed this document in its reasoning. Consequently, the appeal was rejected because the Supreme Court cannot review the lower court's evaluation of evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57, 59, 914, 932 of the Civil Code and Articles 361, 362, 363, 367 of the Criminal Code; The Supreme Court cannot review the lower court's evaluation of evidence or the specific reasons for its decision on damages.

Keywords

AI generated
defamation appeal admissibility evidence evaluation non-reviewable damages assessment

Cited Legislation

AI generated
Articles 57, 59, 914, 932 of the Civil Code
Articles 361, 362, 363, 367 of the Criminal Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 605 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 605/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Σ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κανάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Χ. του Δ., κατοίκου …. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φούσα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5046/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2490/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-3-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 2490/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη κατ' ουσία η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 5046/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει την από 15-1-2010 αγωγή αυτού για χρηματική ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από αδικοπραξία (προσβολή της προσωπικότητάς του), συνεπεία συκοφαντικής δυσφήμισης, που τέλεσε σε βάρος του ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ και των άρθρων 361, 362, 363 και 367 ΠΚ συνάγεται ότι εκείνος του οποίου προσβάλλεται η προσωπικότητα α) με τη διατύπωση γι' αυτόν, γραπτώς ή προφορικώς, λέξεων ή φράσεων που κατά την κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του, είτε περιφρόνηση για το πρόσωπό του από το δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με τέτοια οικειοθελή ενέργειά του προσβάλλεται η τιμή του άλλου και β) με ισχυρισμό ή διάδοση δυσφημιστικού γεγονότος, δηλαδή συμβάντος ή περιστατικού του παρόντος ή του παρελθόντος που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, το οποίο (δυσφημιστικό γεγονός) δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, δικαιούται, εκτός άλλων, και την καταδίκη του υπαιτίου της δυσφημιστικής διαδόσεως ή του εξυβριστικού ισχυρισμού στην καταβολή χρηματικού ποσού προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή (ΑΠ 271/2012 ΝΟΜΟΣ).

Προσβολή της προσωπικότητος με αδικοπραξία πραγματώνεται και με ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ (ΑΠ 848/2019, ΑΠ 521/2018). Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει, για κάποιον άλλο, γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της απλής δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση με την έννοια, που προαναφέρθηκε και για το άρθρο 920 του ΑΚ, από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του.

Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητάς του.

Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, για δε τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος, που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση, ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως.

Έτσι, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 367 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης, κατ' αρχήν, αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις.

Κατ' εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.

Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν, κατ' αντικειμενική κρίση, αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου (ΑΠ 756/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α' - δ' ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις, που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 367 ΠΚ), για την ενότητα της έννομης τάξης, εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57 - 59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του αδίκου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων [με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2], αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις, που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λ.π.

και, συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση, κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση, που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 109/2012), περιστατικά που προτείνονται κατ' αντένσταση από τον ενάγοντα κατά της ένστασης του εναγομένου από τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 265/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από αυτό, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1211/2018, ΑΠ 1738/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: " Ο ενάγων (αναιρεσείων) είναι αρχιτέκτονας μηχανικός με καταγωγή από το Γραμματικό Καρδίτσας, όπου από κάποιους κατοίκους της περιοχής, αλλά και άλλων περιοχών της ορεινής Θεσσαλίας και Ηπείρου, που έχουν βλάχικη καταγωγή, όπως και ο ίδιος, εκτός από την επίσημη εθνική μας γλώσσα που διδάσκεται γραπτά και προφορικά στα πλαίσια της υποχρεωτικής σχολικής εκπαίδευσης, ομιλείται, περιορισμένα, και η βλάχικη διάλεκτος -και όχι γλώσσα-που είναι μόνο προφορική.

Συγκεκριμένα η βλάχικη δεν είναι γλώσσα, αλλά προφορική νεολατινική διάλεκτος-γλωσσικό ιδίωμα, που προέκυψε από το συγκερασμό διάφορων προφορικών διαλέκτων, δεν απέκτησε ποτέ γραπτή μορφή με ομοιογένεια και κανόνες γραμματικής και διαδίδεται προφορικά, μόνο, από τους γηραιότερους σε νεώτερους. Ως εκ τούτου δεν υφίσταται "βλάχικη γλώσσα", ούτε τίθεται ζήτημα "εκπαίδευσης στη βλάχικη γλώσσα" των βλαχόφωνων Ελλήνων, οι οποίοι παραδοσιακά έχουν ελληνική εκπαίδευση, πάντα εκφράζονταν ως τμήμα του ελληνικού πολιτισμού, και ουδέποτε αισθάνθηκαν ως φορείς μειονοτικής ή απειλούμενης γλώσσας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο από Νοεμβρίου 2002 "Δελτίο Τύπου", στην από 18-3-2004, αλλά και την από 15-11-1995, έγγραφη ανακοίνωση της "Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων¬", στην οποία μετέχει το σύνολο, των 102, πολιτιστικών συλλόγων Βλάχων της Ελλάδας, με δεκάδες χιλιάδες μέλη-φυσικά πρόσωπα βλάχικης καταγωγής.

Ο ενάγων, από το έτος 1988 είναι από τους ιδρυτές και Πρόεδρος, του νομίμως συσταθέντος, σωματείου µε την επωνυμία "Εταιρεία Αρωµανικού (βλάχικου) Πολιτισμού", το οποίο, μεταξύ των κύριων σκοπών του έχει και τη διατήρηση και εκµάθηση της Αρωµανικής (βλάχικης) γλώσσας, ως και την καταγραφή, μελέτη και προβολή των στοιχείων του πλούσιου Αρωµανικού (βλάχικου) πολιτισμού.

Ο σκοπός του άνω σωματείου διαφέρει κατά περιεχόμενο, με τις προαναφερόμενες θέσεις της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων¬, για τη βλάχικη διάλεκτο (και όχι γλώσσα) και τον πολιτισμό των Ελλήνων Βλάχων, ως τμήμα του ελληνικού, και όχι διακριτού από αυτόν. Επιπρόσθετα, το άνω σωματείο του ενάγοντος, ενώ αρχικά είχε υποβάλλει αίτηση να γίνει μέλος της πανελλήνιας ομοσπονδίας των πολιτιστικών βλάχικων συλλόγων, ουδέποτε εντάχθηκε σ' αυτή διότι δεν προσκόμισε, όταν ζητήθηκε, το απαιτούμενο προς τούτο καταστατικό του.

Την 1η Ιουλίου του 1995, όπως κάθε χρόνο, πραγματοποιήθηκε το ετήσιο αντάµωµα των Βλάχων, και συγκεκριμένα το ετήσιο 12° Πανελλήνιο Αντάµωµα των Βλάχων, στη Νάουσα Ηµαθίας, όπου συμμετείχαν, με μεγάλη προσέλευση, κυρίως μέλη και φίλοι των βλάχικων πολιτιστικών συλλόγων, που είναι μέλη της πανελλήνιας ομοσπονδίας τους.

Στο αντάµωµα αυτό παραβρέθηκε και ο ενάγων, µε τρία µέλη του δικού του σωματείου, και κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης διένειµε στον κόσμο σε αντίτυπα φυλλάδιο της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (ΜΚΟ) µε την επωνυμία "European Bureau for Lesser Used Languages (Ε. B. L. U.L) (Ευρωπαϊκό Γραφείο των Λιγότερο Διαδεδομένων Γλωσσών)", με κείμενο στην αγγλική και τη γαλλική και χάρτη της Ευρώπης, για τις λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες της Ε.

Ε. Σε κάθε μία από τις αναφερόμενες γλώσσες των κρατών διδόταν ένα αριθμός, ο οποίος αναγραφόταν σε διάφορα σημεία του χάρτη, για να καταδεικνύονται οι περισσότερες, της μιας, ευρωπαϊκές χώρες, όπου απαντάται η γλώσσα αυτή. Σχετικά με την Ελλάδα, στο έντυπο αυτό, αναφερόταν ότι στην Ελλάδα, εκτός από την επίσημη ελληνική γλώσσα, υπάρχουν και έξι λιγότερο διαδεδομένες ή περιφερειακές γλώσσες:

α) η αρβανίτικη, που οµιλείται σε πολλές περιφέρειες σε ολόκληρη τη χώρα β) η ρουμανική που ομιλείται στις ορεινές περιοχές της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Πίνδου, γ) η βουλγαρική, που ομιλείται στη Δυτική Θράκη από τους Πομάκους, που είναι μια μουσουλμανική κοινότητα, δ) η σλαβομακεδονική, που ομιλείται στην περιοχή της Βορείου Ελλάδας και ε) η τούρκικη στη Δυτική Θράκη και ως έκτη γλώσσα αναφερόταν:

της μια σχετικά μεγάλης αθιγγανικής κοινότητας και επίσης περιλαμβάνονται υποδείξεις για την καλλιέργεια κάθε ιδιαίτερης γλώσσας και του αντίστοιχου αυτής πολιτισμού. Οι γλώσσες στις οποίες αναφερόταν το εν λόγω φυλλάδιο, που προσκομίζεται με νόμιμη επίκληση και στην ελληνική γλώσσα από τον ενάγοντα στην πίσω σελίδα του- αναγραφόταν ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Γραφείου των Λιγότερο Διαδεδομένων Γλωσσών (ΕΓΛΔΓ)-χαρακτηρίζονταν ως μειονοτικές.

Συγκεκριμένα αναφερόταν ότι ρόλος του ΕΓ ΛΔΓ είναι να ενεργεί εκ μέρους των αυτοχθόνων περιφερειακών και μειονοτικών γλωσσών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να προάγει και να προστατεύει τις γλώσσες αυτές, εντός των πλαισίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των θεσμικών οργάνων και των Κρατών-Μελών και να επιδιώκει τη νομικής και πολιτικοί αρωγή των λιγότερο διαδεδομένων γλωσσών σε Ευρωπαϊκό Επίπεδο και σε επίπεδο Κρατών-Μελών.

Επίσης αναγραφόταν ότι από νομικής άποψης το ΕΓ ΛΔΓ συνίσταται από δύο εταιρίες, συνδεόμενες µε δύο γραφεία, των Βρυξελλών και του Δουβλίνου, η Γενική του Γραµµατεία εδρεύει στις Βρυξέλλες και χρηματοδοτείται κυρίως από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έχοντας συμβουλευτικό καθεστώς στον ΟΗΕ, την Ουνέσκο και το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Το ανωτέρω περιεχόμενο του φυλλαδίου που διένειμε, επιβεβαίωνε και προφορικά ο ενάγων, υποστηρίζοντας την ανάγκη διατήρησης και προώθησης στην Ελλάδα της αρωµανικής/βλάχικης γλώσσας, ως και του αντίστοιχου αυτής ιδιαίτερου, διακριτού από τον ελληνικό, πολιτισμού, καλώντας τους παρευρισκόµενους, που ήσαν κυρίως βλάχικης καταγωγής-µέλη των ελληνοβλαχικών σωµατείων της άνω πανελλήνιας ομοσπονδίας, να προσπαθήσουν προς τούτο.

Από το περιεχόμενο του διανεμόμενου εντύπου άγνωστης, για τους περισσότερους, ευρωπαϊκής ΜΚΟ- στην οποία, τότε, δεν μετείχε καν η Ελλάδα ως µέλος της-και από τις αντίστοιχες προφορικές παροτρύνσεις του ενάγοντος, που παρότι ήταν αντίθετες µε τις απόψεις των βλαχόφωνων Ελλήνων, εκφράζονταν δημοσίως κατά τη διάρκεια της μεγαλύτερης, ετήσιας, πολιτιστικής τους εκδήλωσης, ορισμένοι από αυτούς, θεώρησαν ότι ο ενάγων µε τον τρόπο αυτό, αμφισβητώντας την ελληνικότητά τους, διαδίδει ότι στην Ελλάδα υπάρχει εθνική μειονότητα, που ομιλεί την ρουµανική (αρωµανική/βλάχικη) γλώσσα, και ότι προπαγανδίζει, µέσω ξένων κέντρων, υπέρ αυτής.

Εξάλλου και στην πρώτη διάσκεψη του ευρωπαϊκού γραφείου EBLUL που διοργανώθηκε στην Ελλάδα στις 14.15 και 16 Νοεμβρίου του 2002, στην οποία συμμετείχε ο ενάγων ως αντιπρόεδρος της νεοσυσταθείσας (το 2002) ελληνικής επιτροπής του, από άλλους συμμετέχοντες, έγινε κοινή αναφορά στο χάρτη των περιφερειακοί και λιγότερο διαδεδομένων γλωσσών στην Ε.Ε και στη συνθήκη πλαισίου για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων.

Την άποψή τους αυτή για τη δράση και το σκοπό του ενάγοντος κατά τη διάρκεια της πολιτιστικής εκδήλωσής τους, μετέφεραν αγανακτισμένοι βλάχοι, στον εναγόμενο, βουλευτή, τότε, του Νομού Σερρών, που μετείχε στην ίδια εκδήλωση- είχε δει τον ενάγοντα να διανέμει το έντυπο, αλλά δεν τον είχε ακούσει- και τον κάλεσαν να παρέμβει, με την ιδιότητα του βουλευτή, προκειμένου να σταματήσει η διανομή του εντύπου και το επεισόδιο που είχε δημιουργηθεί και ήδη είχε λάβει έκταση.

Μετά ταύτα ο εναγόμενος, και αφού κατέφθασαν στο σημείο αστυνομικοί του Τ.Α Νάουσας, υπέβαλε προφορική μήνυση κατά του ενάγοντος, ο οποίος ισχυριζόταν ότι αγνοούσε το περιεχόμενο του φυλλαδίου που κρατούσε. Στη μήνυσή του ο εναγόμενος περιέγραψε την άνω συμπεριφορά του ενάγοντος, όπως του τέθηκε υπόψη, χωρίς να την χαρακτηρίζει ποινικά, αξιολογώντας και ο ίδιος, ομοίως, το περιεχόμενο του ξενόγλωσσου εντύπου που τον είδε να διανέμει.

Στο επισυναπτόμενο στην έκθεση προφορικής μήνυσης του εναγομένου-όπως αυτή προσκομίστηκε από τον εκκαλούντα-διαβιβαστικό έγγραφο του ΤΑ Ασφαλείας προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βέροιας, για την υποβολή της, περιλαμβάνεται και η αναφορά ότι ο μηνυτής (εναγόμενος) προσανατολίζεται στην ανάκλησή της.

Ακολούθως, με βάση την εν λόγω μήνυση, ασκήθηκε από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ποινική δίωξη εις βάρος του ενάγοντος για την άδικη πράξη της διασποράς ψευδών ειδήσεων (αρθ. 191 παρ. 1 ΠΚ). Ήδη όμως το ανωτέρω συμβάν της 1ης Ιουλίου 1995 στην πολιτιστική εκδήλωση των Βλάχων και η κατάληξή του, λόγω του γενικότερου ενδιαφέροντος, έλαβε μεγάλη δημοσιότητα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, με διατύπωση διαφορετικών απόψεων, άλλες υπέρ και άλλες κατά του ενάγοντος και του εναγομένου, αλλά και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων.

Μετά ταύτα ο εναγόμενος στις 17-9-2000, επειδή η υπόθεση ήταν ακόμη σε εξέλιξη, με την ιδιότητα του βουλευτή, απευθυνόμενος στον Υπουργό Δικαιοσύνης κατέθεσε σχετική ερώτησή του στη Βουλή- που επίσης έλαβε δημοσιότητα στον τύπο- σχετικά με την καθυστέρηση διεξαγωγής της ποινικής δίκης και τις διαδοχικές αναβολές της.

Η υπόθεση τελικά εκδικάστηκε σε πρώτο βαθμό, στις 2-2-2001, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και, μεταξύ άλλων, κλήθηκαν από τον Εισαγγελέα και κατέθεσαν ως μάρτυρες κατηγορίας, εκτός από τον εναγόμενο και οι παρόντες στο επίδικο επεισόδιο Γ. Μ. (Δήμαρχος Δράμας) και Ι. Ζ. (υπάλληλος ΟΤΕ), οι οποίοι το περιέγραψαν, όπως το αντιλήφθηκαν και οι ίδιοι, επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενο της μήνυσης του εναγομένου.

Ο τελευταίος στην μαρτυρική του κατάθεση, που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκδοθείσα υπ' αριθμ. 11263/2001 απόφαση του άνω ποινικού δικαστηρίου πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, μεταξύ άλλων, διέλαβε και τα εξής (επίδικα αποσπάσματά της): "Προσπαθούσε (ο κατηγορούμενος -ήδη ενάγων) απευθυνόμενος στους Βλάχους που μετείχαν στις εκδηλώσεις αυτές να τους πείσει ότι:

Αποτελείται μια μειονότητα Βλάχων και πρέπει να διεκδικήσετε τα δικαιώματά σας και ήρθα να σας ενημερώσω... Καταβάλλεται µία συστηματική προσπάθεια ότι πρόκειται για Ρουµανόβλαχους και όχι Ελληνόβλαχους. Γι' αυτό δίνονται υποτροφίες. Προσπαθεί να τους προσηλυτίσει ... 'Εχει απασχολήσει πολύ σοβαρά τη Βουλή και τον Τύπο ...

Η οργάνωση του κατηγορουμένου εξυπηρετεί άλλους σκοπούς". Μετά από εκτίμηση όλων των μαρτυρικών καταθέσεων, των εγγράφων που αναγνώστηκαν και της απολογίας του, ο ενάγων, µε την υπ' αριθµ. 11263/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κηρύχθηκε ένοχος, κατά πλειοψηφία, της αποδιδόμενης σε αυτόν αξιόποινης πράξης ( της διασποράς ψευδών ειδήσεων) και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 15 μηνών και χρηματική ποινή 500.000 δραχμών.

Για την καταδίκη αυτή του ενάγοντος έγιναν δημοσιεύσεις άρθρων σε έντυπα διεθνών οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, στον εγχώριο τύπο, αλλά και στις ρουµανικές εφημερίδες, όπως στην "ΑΖΙ" στις 5-4-2001, στην "ZIUA" στις 13-2-2001 και στην "CURENTIL", που αναφέρονται στον "ρουµανικής εθνότητας αρχιτέκτονα Σ. Μ. που φυλακίζεται στην Ελλάδα λόγω της μητρικής γλώσσας", για τον "Αρωµούνο από την Ελλάδα, φυλακισμένο για διάδοση πληροφοριών" και "τον αρωµουνικής καταγωγής Έλληνα πολίτη".

Για τα δημοσιεύματα αυτά των ρουµανικών εφημερίδων υπήρξαν άμεσα σχετικά ενημερωτικά έγγραφα της Πρεσβείας της Ελλάδας στη Ρουµανία, προς τον Υπουργείο Τύπου και ΜΜΕ (µε κοινοποίηση στον Υπουργό, στην Πρεσβεία Βουκουρεστίου, το Γραφείο Τύπου Αμβούργου και το Γραφείο Τύπου Στρασβούργου), όπου διαλαμβάνονταν πλήρης μετάφραση των άνω δημοσιογραφικών άρθρων, τα οποία χαρακτηρίζονταν υπερβολικού περιεχομένου, παραπληροφοριακά, ως και η σημείωση ότι "τα κείμενα των ρουμανικών εντύπων, συνήθως, χρησιμοποιούν τον όρο "αρωμούνο" ή παράγωγά του, αντί βλάχο, για να ενισχύσουν τη γνωστή συγγενική τους θεωρία".

Κατά της ανωτέρω καταδικαστικής απόφασης ο ενάγων άσκησε έφεση και καθό χρόνο αυτή εκκρεμούσε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ο ενάγων και ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων ΒΛΑΧΩΝ Ελλάδος, Ι. Δ., κατέθεσαν, δια πληρεξουσίου, ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στις 9-10-2001 την, επίδικη, από 24-9-2001 αίτησή τους, με την οποία ζητούσαν να κληθούν ως μάρτυρες στην δευτεροβάθμια ποινική δίκη, οι ίδιοι και οι λοιποί πέντε προτεινόμενοι, βουλευτές και επιστήμονες.

Στο κείμενό της ανέφεραν ότι "Το θέμα στο οποίο θα εξετασθούν οι ανωτέρω διακεκριμένοι επιστήμονες και εκπρόσωποι του Ελληνικού Λαού (βουλευτές) είναι μεγάλης εθνικής σπουδαιότητας καθώς ο κατηγορούμενος (ο ενάγων) και οι περί αυτόν αμφισβητούν την εθνική συνείδηση των βλάχων της χώρας μας, ισχυριζόμενοι ότι οι βλάχοι δεν είναι Έλληνες, αλλά μειονότητα και μιλά τη δική της γλώσσα και ούτε λίγο ούτε πολύ εμφανιζόμαστε από την κατευθυνόμενη ξενική προπαγάνδα ως καταπιεζόμενη μειονότητα που πρέπει να διεκδικήσει ...

τα δικαιώματά της ... ". Καταλήγοντας οι δύο αιτούντες υπέβαλαν παράκληση προς τον άνω εισαγγελέα για την ικανοποίηση του αιτήματός τους με το εξής περιεχόμενο: "ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ιδιαίτερα ο δεύτερος από εμάς (ο Ι. Δ.) ως Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων ΒΛΑΧΩΝ Ελλάδας, να κλητεύσετε ΟΛΟΥΣ τους αναφερόμενους στην παρούσα αίτησή μας μάρτυρες που είναι αναγκαίοι για την τεκμηρίωση της αλήθειας για την ελληνικότητα των βλάχων της Ελλάδας και την ανατροπή κάθε ξένης προπαγάνδας, που πλήττει την εθνική µας συνείδηση και την Ελλάδα γενικότερα".

Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε διότι οι αιτούντες δεν ήσαν διάδικοι -πολιτικώς ενάγοντες- στην εν λόγω ποινική δίκη. Λίγες ημέρες πριν ο εναγόμενος (και όχι ο ενάγων όπως σημειώνεται από προφανή παραδρομή) είχε υποβάλλει ενώπιον του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπου εκκρεμούσε προς συζήτηση η έφεση του ενάγοντος, μετά από διακοπή, κατά τη συνεδρίαση της-21-9-2001, την από 20-9-2001 αίτησή του, µε την οποία, δηλώνοντας την αδυναμία του παραστεί κατά τη άνω δικάσιμο λόγω ανειλημμένων κοινοβουλευτικών υποχρεώσεών του εκτός Αθηνών, ζήτησε την αναβολή της δίκης ως εξής: "Να αναβληθεί η υπόθεση σε σύντομη δικάσιμο, προκειμένου να μπορέσω να εμφανιστώ σε αυτή και να εξεταστώ ως μάρτυρας , λόγω της σπουδαιότητας της Δίκης, ώστε να προσκομίσω σημαντικά και ουσιώδη έγγραφα αρμοδίων κρατικών υπηρεσιών τα οποία περιήλθαν στην κατοχή µου ...".

Επί της εφέσεως του ενάγοντος, η οποία συζητήθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών στις 18-12-2001, εκδόθηκε η υπ' αριθµ. 13.149/2001 απόφαση, µε την οποία αθωώθηκε ο ενάγων για την πράξη της διασποράς ψευδών ειδήσεων µε την αιτιολογία ότι η αναφορά του δεν ήταν ικανή να επιφέρει ανησυχία στους πολίτες, ως και ότι αυτός δεν είχε πρόθεση να δημιουργήσει στην Ελλάδα μειονοτικά προβλήματα.

Μετά την τελεσίδικη αυτή απόφαση ακολούθησαν και άλλα δημοσιογραφικά άρθρα σε διάφορες ελληνικές εφημερίδες, µε θετικά, αλλά και µε αρνητικά-δυσφηµιστικά σχόλια, για τον ενάγοντα, που δημοσιεύτηκαν χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή του εναγομένου, τότε, βουλευτή. Λίγους μήνες αργότερα, έγινε "Δελτίο Τύπο" της "Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων", για την προαναφερόµενη πρώτη διάσκεψη του Ευρωπαϊκού Γραφείου των Λιγότερο Διαδεδομένων Γλωσσών στην Ελλάδα (Θεσσαλονίκη) που έγινε εν αγνοία της ( της ομοσπονδίας) στις 14, 15 και 16 Νοεμβρίου του 2002.

Στο Δελτίο αυτό εκφράζεται η δυσπιστία της ομοσπονδίας για το ρόλο της άνω μη κυβερνητικής οργάνωσης, με το ρητορικό ερώτημα "Πως μια μη κυβερνητική οργάνωση...οργανώνει εν αγνοία των ανωτέρω συλλογικών οργάνων παρόμοιες συγκεντρώσεις με τη συμμετοχή "ειδικών" αμφίβολης προέλευσης, πιστοποίησης και αποδοχής;".

Περαιτέρω στο ίδιο Δελτίο Τύπου αναφέρεται ότι "οι Βλαχόφωνοι Έλληνες που παράλληλα με την κύρια γλώσσα τους, την Ελληνική, διατηρούν και την προφορική νεολατινική τους διάλεκτο, ουδέποτε αισθάνθηκαν ως φορείς μειονοτικής ή απειλούμενης γλώσσας και για τούτο εκφράζουν την έντονη διαμαρτυρία τους για τη μη πρόσκλησή τους στη συγκεκριμένη διοργάνωση, στην οποία διαφαίνεται μία προσπάθεια μονομερούς κάλυψης του θέματος, διατηρώντας επιφυλάξεις για τη σκοπιμότητά της ...".

Επιπρόσθετα και ο μάρτυρας του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που διετέλεσε πρόεδρος από το 2002 της ελληνικής επιτροπής της άνω ΜΚΟ (EBLUL), σε περικοπή της κατάθεσής του χαρακτήρισε τη βλάχικη, που ομιλείται στην Ελλάδα, ως διάλεκτο (και όχι μειονοτική γλώσσα), η οποία μάλιστα χωρίζεται σε υποδιαλέκτους και ότι από την Ελληνική Πολιτεία, της οποίας η θέση είναι αδιάφορη μέχρι και ενάντια στη διαδικασία των διαφορετικών γλωσσών, αναγνωρίζεται ως μειονοτική μόνο η γλώσσα των μουσουλμάνων της Θράκης.

Σημειώνεται ότι η εν λόγω ευρωπαϊκή μη κυβερνητική οργάνωση ήδη από το έτος 201 Ο καταργήθηκε, λόγω έλλειψης οικονομικής στήριξης από την ΕΕ και δεν υπάρχει πια κανένα φόρουμ ΜΚΟ σε ευρωπαϊκό επίπεδο που να ασχολείται με το ζήτημα των περιφερειακών και μειονοτικών γλωσσών, όπως αναφέρεται στο έγγραφο της Ομοσπονδιακής Ένωσης των Ευρωπαϊκών Εθνοτήτων κατά τη Σύνοδό της στη Λουμπλιάνα στις 14-5- 2010.

Με βάση όλα τα παραπάνω οι επίδικες, από 2-2-2001, ένορκη μαρτυρική κατάθεση του εναγομένου ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και η από 24-9-2001 αίτησή του προς τον Εισαγγελέα Εφετών για εξέταση μαρτύρων- οι οποίες και μόνο περιλαμβάνουν περικοπές µε αναφορές στον ενάγοντα, σε αντίθεση µε την τελευταία επίδικη, από 20-9-2001, αίτηση για αναβολή της ποινικής δίκης-έχοντας το προαναφερόμενο περιεχόμενο δεν περιλαμβάνουν εν γνώσει του εναγομένου ψευδείς ισχυρισμούς του για τον ενάγοντα, όπως αβάσιμα ιστορείται στην αγωγή.

Αντίθετα, ήταν αληθές ότι ο ενάγων απευθύνθηκε στους βλάχους που μετείχαν στην πολιτιστική τους εκδήλωση και ότι για το επίδικο ζήτημα απασχολήθηκε σοβαρά η Βουλή και ο τύπος, κατά τα λοιπά δε διατυπώθηκε η γνώση και η πεποίθηση του εναγομένου για τη συμπεριφορά του ενάγοντος, όπως του μεταφέρθηκε από αγανακτισμένους τρίτους-βλάχους, που τον είδαν και τον άκουσαν στην ένδικη εκδήλωση, αξιολογώντας τις ενέργειες και τις προφορικές παροτρύνσεις του, όπως αυτές προαναφέρθηκαν, αλλά και όπως την αντελήφθη και την εκτίμησε ο ίδιος ο εναγόμενος, λαμβάνοντας και αυτός γνώση του φυλλαδίου µε το ανωτέρω περιεχόμενο, που διένειμε ο ενάγων στους παρευρισκόμενους.

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών, µη πειστικά ισχυρίστηκε αρχικά ότι δήθεν δεν γνώριζε το περιεχόμενο του εντύπου και ακολούθως ότι δεν το διένειμε, πλην όμως αυτό αποδείχθηκε σαφώς από την προσήκουσα εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και οι μαρτυρικές καταθέσεις (πλην της επιδίκου) ενώπιον του πρωτοβαθμίου ποινικού δικαστηρίου και η ληφθείσα στα πλαίσια της δίκης αυτής ένορκη βεβαίωση, προσώπων- παρόντων στην άνω εκδήλωση µε άμεση αντίληψη των γεγονότων.

Σε αντίθετη κρίση δεν δύναται να οδηγήσει το Δικαστήριο η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος δεν ήταν παρών στο 12° Αντάμωμα των Βλάχων και δεν έχει άμεση γνώση για όσα συνέβησαν εκεί, εξάλλου και αυτός κατέθεσε ότι ο ενάγων με το συγκεκριμένο φυλλάδιο ήθελε να καταδείξει την πολυπολιτισμικότητα και την πολυγλωσσία στην Ευρώπη.

Επιπρόσθετα, στην επίδικη μαρτυρική του κατάθεση και την αίτησή του για εξέταση μαρτύρων, ο εναγόμενος, γνωρίζοντας ότι δεν υφίσταται βλάχικη καταπιεσμένη και απειλούμενη μειονότητα στην Ελλάδα, τις προαναφερόμενες θέσεις της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας των Βλάχων για τη βλαχική, τη μη συμμετοχή σ' αυτή του σωματείου του ενάγοντος, τον διαφορετικό σκοπό του σωματείου αυτού, ως και του EBLUL, από εκείνον που υπηρετούσαν οι πολιτιστικοί σύλλογοι -μέλη της άνω ομοσπονδίας, εξέφρασε τις δικές του απόψεις για την αμφισβήτηση της ελληνικότητας των Βλάχων-όπως θεωρούσε-από τον ενάγοντα και τον ξένο-ρουμανικό τύπο.

Τις ίδιες ακριβώς απόψεις εξέφρασε για τον ενάγοντα στην επίδικη αίτηση εξέτασης μαρτύρων, ως δεύτερος αιτών, και ο Πρόεδρος της άνω Ομοσπονδίας, κατά του οποίου ο ενάγων δεν άσκησε, όμοια με την ένδικη, αγωγή. Άλλωστε, κατά τον επίδικο χρόνο ο πόλεμος και η γενική αναστάτωση στα Βαλκάνια για τα εθνικά θέματα, ήταν ακόμη πρόσφατο γεγονός και η αναφορά σε εθνικές μειονότητες, μειονοτικές γλώσσες, και μάλιστα μέσω ξένων οργανώσεων, από πολλούς θεωρείτο, τότε, θέμα δυνάμενο να δημιουργήσει εθνικά προβλήματα και εκεί που δεν υπάρχουν.

Συνεπώς, αφού δεν αποδείχθηκε γνώση του εναγομένου, με την έννοια της βεβαιότητας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα και στη μείζονα σκέψη, της αναλήθειας των όσων ισχυρίστηκε κατά τα ανωτέρω για τον ενάγοντα, δεν στοιχειοθετείται η άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρ.363 ΠΚ), και μάλιστα εν μέρει με ψευδορκία μάρτυρα, όπως ιστορείται στην αγωγή.

Την κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρεί το προαναφερόμενο σκεπτικό της υπ' αριθµ. 13149/2001 αθωωτικής για τον ενάγοντα αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών για την πράξη της διασποράς ψευδών ειδήσεων, πρωτίστως διότι η τελευταία είναι παντελώς διαφορετική, κατά την αντικειμενική και την υποκειμενική της υπόσταση, από αυτή της συκοφαντικής δυσφήμισης, που ενδιαφέρει εν προκειµένω, και όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών είναι αβάσιμα.

Οι ανωτέρω όμως ισχυρισμοί του εναγομένου στην ένορκη μαρτυρική του κατάθεση και στην από 24-9-2001 αίτησή του, ενώπιον τρίτων για γεγονότα, που αφορούν στον ενάγοντα, ήταν δυνατόν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, και ο εναγόμενος γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του και είχε βούληση διατυπώσεως των ισχυρισμών του αυτών, στοιχειοθετουµένης έτσι, αρχικά, της άδικης πράξης της απλής δυσφήμισης , της διάταξης του άρθρου 362 ΠΚ, κατά την αντικειμενική και την υποκειμενική της υπόσταση.

Όμως, τους ισχυρισμούς του αυτούς, που διατύπωσε ο εναγόμενος, εξεταζόμενος ως μάρτυρας , κληθείς από τον Εισαγγελέα, στο ακροατήριο ποινικού δικαστηρίου και υποβάλλοντας ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, αίτημα για εξέταση μαρτύρων, θεωρώντας ότι έχει σχετικό δικαίωμα, στα πλαίσια δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, όπως βάσιμα ισχυρίζεται, κατ' άρθρον 367 ΠΚ αρ.1 ΠΚ.

Ειδικότερα, εκτός των άνω ιδιοτήτων του υπό τις οποίες προέβη στους εν λόγω ισχυρισμούς του, ο εναγόμενος κατά τον επίδικο χρόνο είχε και την βουλευτική ιδιότητα, που δικαιολογούσε απόλυτα το ενδιαφέρον του για τα θέματα αυτά που σχετίζονται µε το εθνικό συμφέρον. Από τον τρόπο δε διατύπωσής τους, χωρίς υβριστικούς χαρακτηρισμούς, καταδεικνύεται ότι αυτοί ήταν αναγκαίοι για να εκφράσει τις σκέψεις του ο εναγόμενος, δεν υπερέβη το αντικειµενικώς για τις περιστάσεις αναγκαίο μέτρο, και δεν είχε ειδικό σκοπό εξύβρισης του ενάγοντος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται κατ' άρθρον 367 παρ. 2 ΠΚ, καθ' υποφοράν, µε ένδικη η αγωγή του ο τελευταίος.

Αντίθετα ο εναγόμενος, από την αρχή, πριν τη μεγάλη δημοσιότητα του συµβάντος, προσανατολιζόταν στο να µη δοθεί περαιτέρω συνέχεια στο θέμα, όπως αναφέρθηκε από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα στο διαβιβαστικό έγγραφο της έκθεσης της προφορικής του μηνύσεως, επιπρόσθετα δε, από το περιεχόμενο της ίδιας της επίδικης αίτησης εξέτασης μαρτύρων, προκύπτει ότι αυτήν την υποστήριζε κυρίως ο δεύτερος αιτών, ο Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας των Πολιτιστικών Συλλόγων των Βλάχων και όχι ο ενάγων.

Κατόπιν τούτων, επειδή συντρέχει ο ανωτέρω επικαλούμενος από τον εναγόμενο λόγος άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της πράξης του, της απλής δυσφήμισης (αρθ. 362 ΠΚ) είναι ουσιαστικά βάσιμη η εκ του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ ένστασή του, απορριπτοµένης κατ' ουσίαν της εκ του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ αντενστάσεως του ενάγοντος, και κατά παραδοχή της άνω ένστασης του εναγομένου, η αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο µε την εκκαλουµένη απόφασή του, απέρριψε επίσης την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά ουσιαστική παραδοχή της εκ του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ ενστάσεως του εναγομένου, έστω και µε διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται µε τις παρούσες (αρθ. 534 ΚΠολΔ), ορθά εκτίμησε κατ' αποτέλεσμα τις αποδείξεις και συνεπώς όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών-ενάγων µε τους σχετικούς λόγους της ένδικης έφεσής του, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Περαιτέρω, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα πρέπει αυτή να απορριφθεί κατ ουσίαν... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε, μετ' απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος, την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή, περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του, συνεπεία παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του, κατά παραδοχή της εκ του άρθρου 367 παρ. 1 εδ.

γ' ΠΚ ένστασης του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου και απόρριψη της εκ της παρ. 2 β' του ιδίου ως άνω άρθρου αντένστασης του αναιρεσείοντος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 ΑΚ, 361, 362, 363 και 367 παρ. 1γ' και 2β' του ΠΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων, τις οποίες, έτσι, δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι, στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν, πλήρως, το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα και ειδικότερα ότι:

α) η αδικοπραξία η οποία τελέσθηκε, με την επίμαχη κατάθεση, κατά την εξέταση του αναιρεσιβλήτου ως μάρτυρος ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου και κατά την υποβολή της από 24-9-2001 (κοινής) αίτησης, σε βάρος του αναιρεσείοντος, δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της συκοφαντικής, αλλά της απλής δυσφήμησης, αφού τα αναφερόμενα σ' αυτές γεγονότα ήταν αληθή, β) ο άδικος χαρακτήρας της ως άνω αδικοπραξίας αίρεται, κατά τη βάσιμη εκ του άρθρου 367 παρ.1 εδ.

γ' ΠΚ σχετική ένσταση του αναιρεσιβλήτου, διότι από τον τρόπο της εκδήλωσης και τις περιστάσεις τέλεσης της ανωτέρω πράξης, δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης του αναιρεσείοντος, αφού ο αναιρεσίβλητος, υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές του (μάρτυρα, βουλευτή), με τις επίμαχες, κατάθεση και αίτηση, ενήργησε, αποκλειστικώς, από δικαιολογημένο, λόγω και της βουλευτικής του ιδιότητος, κατά τον κρίσιμο χρόνο, για σχετιζόμενα με το εθνικό συμφέρον θέματα, ενδιαφέρον.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, αντίστοιχα, προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και (επικουρικά) 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προειρημένων διατάξεων, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του και δη ότι α) "οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης δεν ανταποκρίνονται με πληρότητα στο ουσιώδες ζήτημα της ανυπαρξίας αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος θα μπορούσε να υποβάλει τα αιτήματά του χρησιμοποιώντας έτερες εκφράσεις, που δεν θα έπλητταν την προσωπικότητα, την τιμή και την υπόληψή του...", β) "μολονότι η προσβαλλομένη δέχεται ότι υπήρχε πρόθεση βλάβης από πλευράς του αντιδίκου και αντίστοιχη ζημία μου, όλως εσφαλμένως, στερούμενη νομίμου βάσεως, εμπεριέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 367 παρ.1 και 2 ΠΚ..." είναι απαράδεκτος.

Και τούτο διότι, όλες οι ως άνω αιτιάσεις σχετίζονται με τις, αναιρετικά ανέλεγκτες, ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), αναφορικά με ορισμένα, επί μέρους, πραγματικά περιστατικά, ανάγονται στην αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων και αφορούν σε θέματα, που δεν συνιστούν, καθ` εαυτά, "ζητήματα" υπό την εκτεθείσα έννοια.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα των αναφερομένων στο εν λόγω έγγραφο. Δεν συνιστούν, όμως, έγγραφα κατά την έννοια της διάταξης αυτής εκείνα που κατά τα άρθρα 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ δεν χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά έγγραφα, αλλά απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενο τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 674/1997, ΑΠ 861/1994) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 792/1993), οι ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ΑΠ 794/2017, ΑΠ 1056/2014, ΑΠ 1672/2013, ΑΠ 860/2013, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1289/2011, ΑΠ 1713/2010), καθώς και οι εκθέσεις με τις καταθέσεις μαρτύρων στην ποινική διαδικασία (ΑΠ 22/2018). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002).

Εν προκειμένω με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε την κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρος Α. Π., που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση (5046/2014) πρακτικά εκείνου, δεχόμενο μόνο την αποσπασματική κατάθεσή του, ότι ο αναιρεσείων με το συγκεκριμένο φυλλάδιο ήθελε να καταδείξει την πολυπολιτισμιτικότητα και την πολυγλωσσία στην Ευρώπη παραλείποντας να αναγνώσει μέρη αυτής, που ήταν κρίσιμα για τα αποδεικτέα γεγονότα, ήτοι την προσβολή της τιμής, υπόληψης και της προσωπικότητάς του από υπαιτιότητα του αναιρεσιβλλήτου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι τα πρακτικά του δικαστηρίου, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων, δεν θεωρούνται έγγραφα, κατά την έννοια που προεκτέθηκε και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος λόγος αναίρεσης. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1008/2019).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση χωρίς απόδειξη δέχθηκε ως αποδειχθέντα ότι αυτός (αναιρεσείων) στο 12ο Πανελλήνιο Αντάμωμα των Βλάχων, που πραγματοποιήθηκε στις 1-7-1995, στη Νάουσα Ημαθίας, διένειμε στον κόσμο σε αντίτυπα ... και ότι τον είχε δει να διανέμει το έντυπο, ενώ ο ίδιος απλώς κρατούσε το φυλλάδιο και συζητούσε γι' αυτό με έτερους παρευρισκόμενους, ο δε αναιρεσίβλητος ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι τον είδε να διανέμει το συγκεκριμένο φυλλάδιο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα κ.λπ.) βάσει των οποίων το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα. Ο ίδιος λόγος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λπ.). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή, κατ' άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 περ. 11 γ' αναιρετικός λόγος (ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 577/2015).

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, την μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομισθείσα υπ' αριθ. 13149/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, προς απόδειξη της κατά του αναιρεσίβλητου ασκηθείσης αξίωσης αποζημίωσης.

Ωστόσο, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι η τελευταία έλαβε υπόψη και την παραπάνω απόφαση με ρητή αναφορά στο σκεπτικό αυτής, περί της απαλλαγής του αναιρεσείοντος για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της διασποράς ψευδών ειδήσεων, αλλά και της αιτιολογίας της, καθώς και της διαφορετικής αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της εν λόγω πράξης και εκείνης της συκοφαντικής δυσφήμησης, επί της οποίας έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση.

Επομένως, ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, η δια του ερευνώμενου λόγου προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση έπρεπε να αντικρούσει το συναγόμενο από το παραπάνω αποδεικτικό μέσο αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε αυτή (προσβαλλομένη) κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013).

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολ), ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-3-2018 αίτηση του Σ. Μ. του Σ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2490/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) €.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Μαΐου 2021.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ