Supreme Court dismisses appeal on car accident damages, ruling the lower court correctly ignored the defendant's contradictory admission.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding car accident damages. The appellant argued the lower court failed to consider a contradictory admission by the defendant regarding his intent to turn left, which was crucial for establishing liability. The court rejected this claim, noting the admission was not made with the intent to admit liability and that the defendant had actually used the left turn signal. Consequently, the appeal was found to be substantively unfounded, the costs were awarded to the appellants, and the appeal bond was forfeited.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577, 579 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a contradictory admission is admissible only if the lower court reached a different conclusion than the admission indicated, and the admission was not made with the intent to admit liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 603 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 603/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Μορφόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Τ. του Α., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Α. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ. Σ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-20... αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 34/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 1-2-2018 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 441/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Εκδόθηκε η 143/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-2-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 1.2.2022 (αρ.κατ. 6/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης (άρθρ. 614 παρ. 1 και 6 του ΚΠολΔ), όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), με αριθ. 143/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί αυτή ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ, "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία, πριν από την απόφαση αυτή, ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση" και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθ. 524 παρ. 1β.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα και στο δικαστήριο της παραπομπής συζητείται η υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (Ολ.ΑΠ 27/2007, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 23/2022, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 359/2017).
Αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν έχει συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ. Επομένως, οι παραπάνω αποφάσεις είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, αλλά η δέσμευση αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα, που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναιρέσεως, τα οποία μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 108/2014, ΑΠ 146/2009, Α.Π. 1054/2010, Α.Π. 1450/2006, Α.Π. 194/2004, Α.Π. 7/2001).
Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται, αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά απ` αυτήν, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ασάφειας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της την υπαγωγή στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού (ΑΠ ...60/2018, ΑΠ 109/2006, 194/2004).
Δέσμευση, εξάλλου, του Δικαστηρίου της παραπομπής δεν υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά απ' ό,τι η απόφαση που αναιρέθηκε, χωρίς η περί τούτου κρίση του να ελέγχεται αναιρετικώς, επιδέχονται νομική λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος που έδωσε λαβή στην αναίρεση (ΑΠ 108/2014).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).
Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.
Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011).
Έτι περαιτέρω, ι) κατά το άρθρο 17 παρ. 1, 2, 3β, και 5 του Ν.2696/1999 : "1. Ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και εφόσον προειδοποιήσει έγκαιρα γι` αυτό, σύμφωνα με το άρ8ρο 21 παρ. 2 του παρόντος Κώδικα. . Το προσπέρασμα επιτρέπεται, κατά κανόνα, από τα αριστερά.
Κατ` εξαίρεση, το προσπέρασμα επιτρέπεται από τα δεξιά αν ο προπορευόμενος οδηγός έχει δώσει σήμα ότι προτίθεται να στρίψει αριστερά και έχει μετακινήσει το όχημα ή τα ζώα του προς την πλευρά αυτήν. 3. Το προσπέρασμα απαγορεύεται γενικά στις εξής περιπτώσεις: α) .....β) όταν ο οδηγός που προπορεύεται στην αυτή λωρίδα κυκλοφορίας δώσει σήμα ότι προτίθεται να προσπεράσει άλλον...5. 5.
ο οδηγός, κατά το προσπέρασμα, υποχρεούται να αφήνει στο όχημα το οποίο προσπερνά αρκετό χώρο παραπλεύρως" και ιι) κατά το άρθρο 19 παρ. 2: "Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν". Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ ...61/20..., ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 441/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) με την ένδικη από 31.7.20... αγωγή του κατά των εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων) ζητούσε να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 61.160 ευρώ και να αναγνωρισθεί η περαιτέρω υποχρέωσή τους να του καταβάλουν, κατά τον ίδιο τρόπο, το ποσό των 351.648,48 ευρώ, ως αποζημίωσή του για την αποκατάσταση των ζημιών (νοσήλια, διαφυγόντα έσοδα από την εργασία του) και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη αυτός συνεπεία της ατυχήματος, που προκλήθηκε από τη σύγκρουση της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ιδιοκτησίας του με το με αρ.
κυκλ. ΙΤ 7926 ΙΧ όχημα, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος), το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία απέρριψε την αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 17.4.2015 με αρ. κατ. 48/20125 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 34/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, η οποία απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 1.2.2018 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 441/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την απόφαση:
α) για τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο, ήτοι για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς των εμπλεκομένων οχημάτων και του επελθόντος από αυτήν επιζήμιου αποτελέσματος, όπως και της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας αυτών, και β) για τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο, διότι δεν καθίστατο βέβαιο ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. .../2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ..., σύμφωνα με την οποία ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων κηρύχθηκε ένοχος για τη σωματική βλάβη που προξένησε στο ένδικο ατύχημα σε βάρος του αναιρεσείοντος και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 μηνών και η οποία (απόφαση) παραδεκτά είχε προσκομισθεί κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ, το πρώτον ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου, γιατί εκδόθηκε μετά τη συζήτηση της αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, με την υπ' αριθμ. 143/2020 τελεσίδικη (ήδη προσβαλλομένη) απόφασή του, ως Δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από την ανωτέρω υπ' αριθμ. 441/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου και δικάζοντας μέσα στα όρια που διαγράφονται από αυτήν, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 17.4.2015 έφεση της ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. .../2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., δεχόμενο, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Στις 9-11-2011 και ώρα 14.20 περίπου ο ενάγων οδηγώντας την υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, εκινείτο στην Εθνική Οδό Αντιρρίου - Ιωαννίνων, με κατεύθυνση προς Αντίρριο και προσέγγιζε στο 62,5 χλμ της οδού, όπου αυτή συμβάλλεται κάθετα από δεξιά σε σχέση με την πορεία της μοτοσικλέτας, με αγροτική οδό. Η ανωτέρω οδός ήταν ευθεία και οριζόντια, διπλής κατεύθυνσης, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,10 μέτρα καL μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας στο συγκεκριμένο σημείο χωρίζονταν με μονή διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή επί του οδοστρώματος, πέραν του οδοστρώματος της οδού υπήρχε έρεισμα πλάτους 1,30 μ.
στην κατεύθυνση προς Αντίρριο, και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανερχόταν σε ενενήντα (90) χλμ/ώρα. Κατά τον προαναφερόμενο χρόνο ήταν ημέρα, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, οι καιρικές συνθήκες καλές και η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική.
Κατά τον ίδιο χρόνο έμπροσθεν του ενάγοντος και ομορρόπως προς αυτόν κινούνταν κανονικά στο μέσον του ρεύματος πορείας τους, με ταχύτητα 60 χλμ/ώρα περίπου, το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο οδηγούμενο από τον Γ. Σ., (πρώτο αναιρεσίβλητο) έμπροσθεν αυτού το IT -7926 ΙΧΦ αυτοκίνητο (κλούβα) ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, που οδηγούσε ο ίδιος και ....
έμπροσθεν αυτού το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του Β. Χ., οδηγούμενο από τον ίδιο. Όταν ο ενάγων έφθασε στο παραπάνω σημείο, κινούμενος με ταχύτητα που υπερέβαινε τα 100 χλμ/ώρα, έχοντας αποφασίσει να προσπεράσει τα παραπάνω προπορευόμενα αυτού αυτοκίνητα με έναν ελιγμό, παραμένοντας στο ρεύμα πορείας του και χωρίς να ανάψει τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης της μοτοσικλέτας του, επιχείρησε να προσπεράσει, εντός του ρεύματος πορείας του, το προπορευόμενο όχημα του Γ.
Σ., ο οποίος αντιλαμβανόμενος την πρόθεσή του αυτή από την μεγάλη ταχύτητα αυτού (ενάγοντος) και μόνο (σε καμία κατάθεσή του ο αυτόπτης αυτός μάρτυρας ούτε κανένας άλλος από τους διαδίκους, εκτός από τον ίδιο τον ενάγοντα, έκανε λόγο για αφή από τον τελευταίο, του αντίστοιχου φλάς της μοτοσικλέτας του), κινήθηκε λίγο δεξιά για να τον διευκολύνει στον ελιγμό του.
Αφού ο ενάγων προσπέρασε το όχημα του Σ., χωρίς να μειώσει την ταχύτητά του και να επαναφέρει τη μοτοσικλέτα του στο δεξιό ή έστω στο κέντρο του ρεύματος πορείας του, επιχείρησε να προσπεράσει το προπορευόμενο αυτού όχημα του πρώτοι εναγομένου, Λίγο πριν ο οδηγός του προπορευόμενου όλων, ήτοι τον ... αυτοκίνητου, Β.
Χ., είχε καταστήσει γνωστή, διά της αφής του δεξιού δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης του οχήματος του, μειώνοντας ταυτόχρονα την ταχύτητά του σταδιακά σε 30 χλμ/ώρα και έχοντας μετακινηθεί στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του, την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην προαναφερόμενη αγροτική οδό.
Ταυτόχρονα ο πρώτος εναγόμενος, αντιλαμβανόμενος ότι ο οδηγός του προπορευόμενου αυτοκινήτου μειώνει ταχύτητα και προτίθεται να στρίψει δεξιά, αφού ήλεγξε την κίνηση των οχημάτων πίσω του, άναψε τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και επιχείρησε με ελαφρύ ελιγμό αριστερά να προσπεράσει, εντός του ρεύματος πορείας του, το προπορευόμενο αυτού αυτοκίνητο, που εκινείτο ήδη στο δεξιό άκρο της οδού.
Ο ενάγων, αφού προσπέρασε το πρώτο αυτοκίνητο του Σ., με την παραπάνω υπερβολική ταχύτητα, την οποία δεν μείωσε στο ελάχιστο και προτιθέμενος να προσπεράσει από αριστερά, εντός του ρεύματος πορείας του, το προπορευόμενο όχημα του εναγόμενου, πλησίασε το όχημα αυτό, χωρίς και πάλι να ανάψει αριστερό φλάς, ώστε να καταστήσει γνωστή στον εναγόμενο την πρόθεσή του αυτή, αντιλαμβανόμενος όμως το ενδεχόμενο πρόσκρουσης στο εν λόγω αυτοκίνητο, το οποίο άναψε φλάς και επιχείρησε να προσπεράσει το έμπροσθεν αυτού αυτοκίνητο του Β.
Χ., ενώ στο μεταξύ η μοτοσικλέτα του ενάγοντος είχε φθάσει ήδη, λόγω της μεγάλης της ταχύτητας, σε απόσταση 10 μ. περίπου από αυτό, κινήθηκε (ο ενάγων) με ιδιαίτερα ριψοκίνδυνο τρόπο και πραγματοποίησε δεξιό ελιγμό, προκειμένου να προσπεράσει το όχημα του πρώτου εναγομένου από δεξιά και στη συνεχεία επιχείρησε με ελιγμό υπέρβαση του αυτοκίνητου του Β.
Χ. από αριστερά, με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα, διερχόμενη από δεξιά του αυτοκίνητου του πρώτου εναγομένου, να μην κατορθώσει να διέλθει αριστερά του πρώτου προπορευόμενου αυτοκίνητου του Χ., λόγω της πολύ μικρής απόστασης, που χώριζε το τελευταίο με το αυτοκίνητο του εναγομένου, να επιπέσει με σφοδρότητα στο πίσω αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του Χ.
και να ανατραπεί στο οδόστρωμα, ενώ κατά την πτώση της προκάλεσε χαραγή στη δεξιά πλευρά του παραπλεύρως κινουμένου αυτοκίνητου του πρώτου εναγομένου και έσπασε το ελαστικό του οπίσθιου δεξιού τροχού του ίδιου αυτοκινήτου και επίσης υπέστη εκτεταμένες βλάβες η μοτοσικλέτα και τραυματίσθηκε σοβαρά ο ενάγων.
Η υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα του ενάγοντος προκύπτει τόσο από την από 3-2-2012 προανακριτική κατάθεση του ίδιου και τις καταθέσεις του ενώπιον του Μονομελούς και του Τριμελούς Πλημ/κείου ..., όπου ομολογεί ότι εκινείτο με ταχύτητα γύρω στα 100 χλμ/ώρα, αν και είχε αντιληφθεί τα τρία προπορευόμενα οχήματα, όσο και από την από 29.11.2011 προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Γ.
Σ., ο οποίος κατέθεσε ότι η σύγκρουση ήταν πολύ σφοδρή λόγω της ταχύτητας της μοτοσυκλέτας, ενώ στην κατάθεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου ..., ο ίδιος μάρτυρας επανέλαβε ότι "η μοτοσυκλέτα έτρεχε", αλλά και από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, όπως αυτή αποδεικνύεται από την εκτίναξη του ενάγοντος σε απόσταση 10 μ.
από το σημείο που έπεσε η μοτοσικλέτα και τον σοβαρό τραυματισμό του στο κεφάλι, παρόλο που φορούσε κράνος, την ολοσχερή καταστροφή της μοτοσικλέτας του και την περιστροφή του αυτοκίνητου του Χ. από τη δεξιά κατεύθυνση που είχε, σε θέση με πρόσωπο στην εθνική οδό. Εξάλλου χαρακτηριστικό της αμελούς συμπεριφοράς του ενάγοντος είναι και το ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι είχε ανάψει φλας προκειμένου να προσπεράσει από αριστερά τόσο το αυτοκίνητο του Σ., όσο και το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου.
Ειδικότερα ο παραπάνω μάρτυρας Σ. στις παραπάνω καταθέσεις του δεν κάνει πουθενά λόγο για αφή αριστερού φλας από τον ενάγοντα, καθώς προανακριτικά μεν κατέθεσε ότι "καθώς κινούμουν είδα από τον καθρέπτη του αυτ/του μου να έρχεται μία μηχανή μεγάλου κυβισμού με μεγάλη ταχύτητα από πίσω μου με προφανή σκοπό να με προσπεράσει. ...
Η μοτοσικλέτα κινήθηκε δεξιά για να αποφύγει την κλούβα ...", ενώπιον δε του Μονομελούς Πλημ/κείου Αγρίνιου κατέθεσε σχετικά ότι "....είδα από τον καθρέπτη μου μια μηχανή με αναμμένο φως και κατάλαβα ότι ήθελε να με προσπεράσει. Πήγα λίγο δεξιά και τον παρατήρησα και είδα την κλούβα μπροστά μου, μόλις με προσπέρασε η μηχανή να πάει ξαφνικά αριστερά προς τη μέση ...
Ο μοτοσικλετιστής δεν πρόλαβε να φρενάρει και έκανε ένα σλάλομ ...".
Συνεπώς ο ισχυρισμός του ενάγοντος που προβάλει με την αγωγή του, για τον οποίο κατέθεσε και ενώπιον των παραπάνω ποινικών δικαστηρίων, ότι δηλαδή είχε ανάψει αριστερό φλας δεν κρίνεται πειστικός, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, είναι ο μόνος που υποστηρίζει αυτόν, ενώ σημειωτέον δεν επικαλείται αυτόν στην έφεσή του.
Εξάλλου ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου, ότι όταν άναψε φλας για να πραγματοποιήσει ελαφρύ αριστερό, εντός του ρεύματος πορείας του, αποφευκτικό του προπορευόμενου αυτοκινήτου του Χ. ελιγμό, ήλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων πίσω του και δεν είδε τον ενάγοντα, παρά μόνο το αυτοκίνητο του Σ. σε ασφαλή απόσταση από αυτόν, κρίνεται πειστικός, καθώς είναι δεδομένο ότι μεταξύ της μοτοσικλέτας του ενάγοντος και του οχήματος του πρώτου εναγομένου παρεμβαλλόταν το αυτοκίνητο του Σ. (αφού όπως κατέθεσε αυτός προανακριτικά, προκειμένου να διευκολύνει τον ενάγοντα να τον προσπεράσει κινήθηκε δεξιά), η μοτοσικλέτα δε κινούμενη με την υπερβολική ταχύτητα άνω των 100 χλμ/ώρα, την οποία δεν μείωσε σε καμιά χρονική στιγμή, προσπέρασε το τελευταίο αυτό αυτοκίνητο (Σ.), ενόσω αυτό βρισκόταν 20 μ.
από το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου (βλ. προανακριτική κατάθεση Σ.) και βρέθηκε αστραπιαία σε απόσταση 10 μ. περίπου, όπως κατέθεσε ο ενάγων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Αγρίνιου (βλ. την 1214/2018 απόφαση του δικαστηρίου αυτού), από το τελευταίο αυτό όχημα, τη στιγμή που αυτό άναψε αριστερό φλας και επιχείρησε τον ελαφρύ ελιγμό, χωρίς ο πρώτος εναγόμενος να περιμένει, κατά την κίνησή του αυτή, ότι στο μεταξύ (μετά τον έλεγχο των όπισθέν του οχημάτων) θα είχε αλλάξει η κατάσταση της κυκλοφορίας των οχημάτων πίσω του.
Σε κάθε περίπτωση και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο πρώτος εναγόμενος θα μπορούσε να έχει αντιληφθεί τον ενάγοντα, λόγω του ότι ο ίδιος σκόπευε να επιχειρήσει τον ελαφρύ αριστερό ελιγμό εντός του ρεύματος πορείας των οχημάτων και ο ενάγων δεν είχε δηλώσει την πρόθεσή του να προσπεράσει το εν λόγω δεύτερο στη σειρά όχημα με το να ανάψει αριστερό φλάς, ο πρώτος εναγόμενος δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι ο ενάγων προτίθετο να τον προσπεράσει και ότι με τον ελαφρύ ελιγμό του θα του απέκλειε την πορεία, ώστε να επέλεγε να κινηθεί στη δεξιά πλευρά της οδού για να διευκολύνει τον ενάγοντα να πραγματοποιήσει την υπέρβαση.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι, αν ο ενάγων δεν εκινείτο με την παραπάνω υπερβολική για τις συνθήκες της οδού και της κυκλοφορίας ταχύτητα θα είχε μπορέσει, αντιλαμβανόμενος από τα 10 μ. το αριστερό φλας και τον ελιγμό του πρώτου εναγόμενου, να τον προσπεράσει από αριστερά του, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου δεν αποδείχθηκε ότι εκείνη τη στιγμή' κινούνταν αυτοκίνητα, αλλά και μέσα στο ρεύμα πορείας τους αφού από την θέση που είχε λάβει μετά τον ελιγμό του ο πρώτος εναγόμενος ε'ως τον άξονα του οδοστρώματος απέμενε ικανό πλάτος οδού για το σκοπό αυτό, με δεδομένο το εκ 3,55 μ.
πλάτος του ρεύματος κυκλοφορίας των οχημάτων και το ότι το αυτοκίνητο του Χ. είχε καταλάβει ήδη το άκρο δεξιό της οδού, σε συνδυασμό με την κατάθεση του Σ. ενώπιον του Μον/λούς Πλημ/κειου Αγρίνιου, σύμφωνα με την οποία "... είδα την κλούβα μπροστά μου μόλις με προσπέρασε η μηχανή να πάει ξαφνικά αριστερά προς την μέση..." και δεν "..πάταγε ο μισός στο ένα ρεύμα και ο μισός στο αντίθετο ..." η έστω "..πάταγε ο μισός στη γραμμή ...", όπως κατέθεσε ο ενάγων ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου Αγρίνιου (.....).
Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος με τον επίμαχο αριστερό ελιγμό του οχήματός του σκόπευσε να εγκαταλείψει το ρεύμα κυκλοφορίας του και να εισέλθει σε χωματόδρομο αριστερά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων και μάλιστα ότι κινήθηκε στον χωματόδρομο αυτό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων και με την έφεσή του, αφού, σύμφωνα με την κατάθεση του ίδιου του ενάγοντος στο Τριμελές Πλημ/κείο δεν υπήρχε διασταύρωση στο σημείο του ατυχήματος, ενώ σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος που συνοδεύει την από 9-11-2011 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τ.Τ.
Αγρίνιου, αποτυπώνεται μία πιθανή παράπλευρη οδός αριστερά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων, πέραν του αντίθετου (προς Αγρίνιο) ρεύματος κυκλοφορίας της οδού αρκετά μπροστά από το σημείο σύγκρουσης, σύμφωνα δε με το εν λόγω πρόχειρο σχεδιάγραμμα, το αυτοκίνητο του εναγομένου μετά τη σύγκρουση, βρέθηκε επί του ερείσματος πέραν του ρεύματος κυκλοφορίας των οχημάτων και έμπροσθεν αυτών, μετά το σημείο της σύγκρουσης και δεν είχε εισέλθει στον χωματόδρομο.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος είναι ο ενάγων, ο οποίος κατά την οδήγηση της μοτοσικλέτας του δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή που θα επιδείκνυε ο κάθε μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες συνθήκες (άρθρο 330 ΑΚ). Ειδικότερα, η αμέλεια αυτού συνίσταται στο γεγονός ότι, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 17 παρ. 1, 3 εδ.
β, 19 παρ. 1, 2, 20 παρ. 2ε, 21 παρ. 1, 2 ΚΟΚ, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους ελιγμούς, δεν ρύθμισε την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες, την κατάσταση της οδού και τις συνθήκες κυκλοφορίας, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί και βρισκόταν στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Αντίθετα κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα που υπερέβαινε κατά πολύ το επιτρεπόμενο όριο των 90 χλμ/ώρα, σε οδό με μία λωρίδα κυκλοφορίας, την οποία δεν μείωσε όταν αντιλήφθηκε τα τρία προπορευόμενα αυτού αυτοκίνητα και αφού προσπέρασε το πρώτο προπορευόμενο αυτοκίνητο, επιχείρησε υπέρβαση και του μεσαίου αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, χωρίς επίσης να μειώσει την ταχύτητά του, χωρίς να καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του αυτή με το να ανάψει τον σχετικό δείκτη της μοτοσικλέτας του, χωρίς να μπορεί να ελέγξει την κίνηση του αυτοκίνητου του Χ. (προφανώς λόγω της κλούβας του εναγομένου, που του απέκρυβε τη θέα προς αυτό) και, αν και αντιλήφθηκε από απόσταση τουλάχιστον 10 μ.
ότι το μεσαίο αυτό αυτοκίνητο είχε δώσει σήμα με τον αριστερό δείκτη ότι προτίθεται να προσπεράσει και ήδη είχε αρχίσει να πραγματοποιεί την υπέρβαση του πρώτου προπορευόμενου αυτοκινήτου, δεν μπόρεσε, λόγω της πολύ μεγάλης ταχύτητάς του, να πραγματοποιήσει πέδηση ή ακόμη να προσπεράσει το εν λόγω όχημα εισερχόμενο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ή ακόμη και εντός του ρεύματος πορείας των οχημάτων, καθώς αυτό, όπως προαναφέρθηκε, ήταν εφικτό, αλλά πραγματοποίησε αποφευκτικό ελιγμό επιχειρώντας να περάσει δεξιά από το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου και αριστερά από το αυτοκίνητο του Β.
Χ., χωρίς όμως επιτυχία, αφού τα δύο τελευταία οχήματα βρίσκονταν σε πολύ μικρή απόσταση μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με σφοδρότητα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Χ. και να προκληθεί το ένδικο ατύχημα. Η ανωτέρω αμελής συμπεριφορά του ενάγοντος τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο δεν θα συνέβαινε αν ο ενάγων δεν εκινείτο με την παραπάνω υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και δεν επιχειρούσε να προσπεράσει με την ταχύτητα αυτή τα προπορευόμενα αυτοκίνητα, καθ' ην στιγμή μάλιστα δεν μπορούσε να ελέγξει την κίνηση και την απόσταση του προπορευόμενου αυτοκίνητου του Χ..
Αντίθετα, ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο στην πρόκληση του ατυχήματος. Ειδικότερα, αυτός εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του και όταν αντιλήφθηκε ότι το προπορευόμενο αυτοκίνητο του Χ. μείωσε ταχύτητα για να στρίψει δεξιά, έχοντας καταλάβει το άκρο δεξιό της οδού, επιχείρησε υπέρβαση αυτού με ελαφρύ ελιγμό αριστερά, εντός του ρεύματος πορείας του, αφού προηγουμένως γνωστοποίησε εγκαίρως την πρόθεσή του αυτή με τον αριστερό δείκτη, αφού ήλεγξε την κίνηση στην οδό όπισθεν του και βεβαιώθηκε ότι το αυτοκίνητο του Σ.
τον ακολουθούσε από ασφαλή απόσταση τουλάχιστον 20 μ., ενώ κατά τον έλεγχο αυτό δεν μπόρεσε να αντιληφθεί τη μοτοσικλέτα του ενάγοντος, διότι μεταξύ αυτής και του οχήματος του πρώτου εναγόμενου παρεμβαλλόταν το όχημα του Σ., η δε μοτοσικλέτα, λόγω της υπερβολικά μεγάλης ταχύτητάς της, αφού υπερέβη το όχημα του τελευταίου έφθασε αστραπιαία στα 10 μ.
πριν ο πρώτος εναγόμενος ανάψει φλάς αριστερά και επιχειρήσει τον ελιγμό, ο οποίος (εναγόμενος), σε κάθε περίπτωση και αν δηλαδή ήθελε γίνει δεκτό, ότι μπορούσε να αντιληφθεί τον ενάγοντα, δεν θα ενεργούσε διαφορετικά, αφού δεν θα μπορούσε να φανταστεί, ότι ο ενάγων ήθελε να τον προσπεράσει, δοθέντος ότι αυτός εκινείτο εντός του ρεύματος πορείας των οχημάτων και δεν είχε ανάψει προειδοποιητικό αριστερό φλάς.
Να σημειωθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος με την 1214/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ... κρίθηκε τελεσίδικα συνυπαίτιος με τον ενάγοντα για το ένδικο ατύχημα. Η απόφαση όμως αυτή δεν αποτελεί δεδικασμένο στην παρούσα πολιτική δίκη και κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποδείχθηκαν τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά....".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί, ομοίως, αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος και είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή του, με αιτιολογία εν μέρει διαφορετική από την ανωτέρω από την οποία αντικαθίσταται, διέλαβε αιτιολογίες πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300, 330 του ΑΚ, του ν.
ΓΠΝ/1911 και των άρθρων 17 παρ.1, 3β και 5, 19 παρ. 2 και 20 του ν. 2696/ 1999 (Κ.Ο.Κ.), και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ως προς το κρίσιμο ζήτημα, της ύπαρξης δηλαδή αποκλειστικής υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα οδηγού της μοτοσυκλέτας Δ. Μ. (αναιρεσείοντος). Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα και όλα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, την οποία επέδειξε ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δεχόμενο ότι:
α) ο ενάγων (αναιρεσείων), αφού προσπέρασε το πρώτο αυτοκίνητο του (μη εμπλεκόμενου οδηγού) Σ., με την παραπάνω υπερβολική ταχύτητα, την οποία δεν μείωσε στο ελάχιστο και προτιθέμενος να προσπεράσει από αριστερά, εντός του ρεύματος πορείας του, το προπορευόμενο όχημα του εναγόμενου, (πρώτου αναιρεσιβλήτου) πλησίασε το όχημά του, χωρίς και πάλι να ανάψει αριστερό φλάς, ώστε να καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του στον εναγόμενο, ο οποίος, ωστόσο, είχε ανάψει αριστερό φλάς, επεχείρησε να προσπεράσει το έμπροσθεν αυτού αυτοκίνητο του (μη εμπλεκομένου οδηγού) Β.
Χ., ενώ είχε φθάσει ήδη, λόγω της μεγάλης της ταχύτητας, σε απόσταση 10 μ. περίπου από αυτό, οπότε κινήθηκε με ιδιαίτερα ριψοκίνδυνο τρόπο και πραγματοποίησε δεξιό ελιγμό, για να προσπεράσει το όχημα του πρώτου εναγομένου από δεξιά, ενώ στη συνεχεία επιχείρησε με ελιγμό υπέρβαση του αυτοκίνητου του (μη εμπλεκομένου οδηγού) Β.
Χ. από αριστερά, με αποτέλεσμα η μοτοσυκλέτα, διερχόμενη δεξιά του αυτοκίνητου του πρώτου εναγομένου, να μην κατορθώσει να διέλθει αριστερά του πρώτου προπορευόμενου αυτοκίνητου του Β. Χ., λόγω της πολύ μικρής απόστασης, που χώριζε το τελευταίο με το αυτοκίνητο του εναγομένου, να επιπέσει με σφοδρότητα στο πίσω αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του Χ.
και να ανατραπεί στο οδόστρωμα, ότι κατά την πτώση της προκάλεσε χαραγή στη δεξιά πλευρά του παραπλεύρως κινουμένου αυτοκίνητου του πρώτου εναγομένου, η δε υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα του ενάγοντος προκύπτει και από την προανακριτική του κατάθεση, β) ότι ο ενάγων κινείτο με υπερβολική ταχύτητα που υπερέβαινε κατά πολύ το επιτρεπόμενο όριο των 90 χλμ/ώρα, σε οδό με μία λωρίδα κυκλοφορίας, την οποία δεν μείωσε όταν αντιλήφθηκε τα τρία προπορευόμενα αυτού αυτοκίνητα και αφού προσπέρασε το πρώτο προπορευόμενο αυτοκίνητο, επιχείρησε υπέρβαση και του μεσαίου αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, χωρίς να μειώσει την ταχύτητά του, χωρίς να ανάψει τον σχετικό δείκτη της μοτοσικλέτας του, χωρίς να μπορεί να ελέγξει την κίνηση του αυτοκίνητου του Χ. (προφανώς λόγω της κλούβας του εναγομένου, που του απέκρυβε τη θέα προς αυτό) και, αν και αντιλήφθηκε από απόσταση τουλάχιστον 10 μ., ότι το μεσαίο αυτό αυτοκίνητο είχε δώσει σήμα με τον αριστερό δείκτη, ότι προτίθεται να προσπεράσει και ήδη είχε αρχίσει να πραγματοποιεί την υπέρβαση του πρώτου προπορευόμενου αυτοκινήτου, δεν μπόρεσε, λόγω της πολύ μεγάλης ταχύτητάς του, να πραγματοποιήσει πέδηση ή ακόμη να προσπεράσει το εν λόγω όχημα εισερχόμενο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ή ακόμη και εντός του ρεύματος πορείας των οχημάτων, καθώς αυτό ήταν εφικτό, αλλά πραγματοποίησε αποφευκτικό ελιγμό επιχειρώντας να περάσει δεξιά από το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου - αναιρεσιβλήτου και αριστερά από το αυτοκίνητο του Β.
Χ., με αποτέλεσμα να προσκρούσει με σφοδρότητα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Β. Χ. και γ) ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο στην πρόκληση του ατυχήματος, αφού αυτός κινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του και όταν αντιλήφθηκε ότι το προπορευόμενο αυτοκίνητο του Χ. μείωσε ταχύτητα για να στρίψει δεξιά, έχοντας καταλάβει το άκρο δεξιό της οδού, επιχείρησε υπέρβαση αυτού με ελαφρύ ελιγμό αριστερά, εντός του ρεύματος πορείας του, αφού προηγουμένως γνωστοποίησε εγκαίρως την πρόθεσή του αυτή με τον αριστερό δείκτη, αφού ήλεγξε την κίνηση στην οδό όπισθέν του και βεβαιώθηκε ότι το αυτοκίνητο του Σ.
τον ακολουθούσε από ασφαλή απόσταση τουλάχιστον 20 μ., η δε μοτοσικλέτα, λόγω της υπερβολικά μεγάλης ταχύτητάς της, αφού υπερέβη το όχημα του τελευταίου και έφθασε αστραπιαία στα 10 μ., πριν ο πρώτος εναγόμενος - αναιρεσίβλητος επιχειρήσει τον ελιγμό, ο οποίος (εναγόμενος), σε κάθε περίπτωση και αν δηλαδή ήθελε γίνει δεκτό, ότι μπορούσε να αντιληφθεί τον ενάγοντα, δεν θα ενεργούσε διαφορετικά, αφού ο ενάγων δεν είχε ανάψει προειδοποιητικό φλας.
Περαιτέρω, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, η αμέλεια του ενάγοντος - αναιρεσείοντος οδηγού της μοτοσυκλέτας και η αιτιώδης σύνδεση αυτής με το επελθόν αποτέλεσμα. Οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ελλείψεις και αντιφάσεις της προσβαλλομένης πλήττουν ανεπιτρέπτως (561 εδ. 1 ΚΠολΔ) την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελούν "αιτιολογία", στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με τις ανωτέρω σκέψεις ο από τον αρ. 19 του άνω άρθρου, περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού οι ως άνω παραδοχές του Δικαστηρίου της παραπομπής δεν ιδρύουν πλημμέλεια, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις. Ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι παρά την ανάπτυξη υπερβολικής ταχύτητας μπόρεσε και έκανε αποφευκτικό ελιγμό σε απόσταση περίπου 20 μέτρων, ενώ η ουσιαστική του κρίση έπρεπε να είναι διαφορετική, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων ούτε αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ.
και αυτών του Κ.Ο.Κ., αλλά αναφέρονται αποκλειστικά στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας, (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας οφείλει, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Τα ανωτέρω ισχύουν και στην ειδική διαδικασία των διαφορών για περιουσιακή ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, ήτοι των άρθρων 614 αρ. 6 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή τεκμηρίων) απόδειξη κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλέστηκε ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 912/2020, ΑΠ 181/2018), ή για άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νόμιμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 876/2019, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 1684/2018, ΑΠ 42/2012).
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Δεν γεννάται όμως ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων.
Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον κατά την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (ΑΠ 865/2020, ΑΠ 1215/2019, ΑΠ 691/2017, ΑΠ 1078/2015). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία έγινε επίκλησή της ως αποδεικτικού μέσου.
Η παραπάνω δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.
Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος.
Συνεπώς δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 555/2021, ΑΠ 865/2020, ΑΠ 1215/2019, ΑΠ 691/2017, ΑΠ 188/2017). O ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρέλειψε να εκτιμήσει και να λάβει υπόψη του δικαστική ομολογία, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρισίμου γεγονότος, που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλουμένου την ομολογία διαδίκου (ΑΠ 865/2020, ΑΠ 469/2009, ΑΠ ...36/2008), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 967/2020, ΑΠ 545/20...).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο, το οποίο επικαλείται ο αναιρεσείων και το οποίο ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τη δικαστική ομολογία του πρώτου αναιρεσίβλητου, που περιέχεται στις προτάσεις του, όσον αφορά το πραγματικό γεγονός ότι η πρόθεσή του ήταν να πραγματοποιήσει στροφή - ελιγμό προς τα αριστερά για να κατευθυνθεί σε παρακείμενο αγροτικό δρόμο και όχι να κινηθεί λίγο αριστερά για να αποφύγει το όχημα του Β.
Χ., όπως έκρινε το Εφετείο, γεγονός που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου και ήταν κρίσιμο για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της αναφορικά με την υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού - αναιρεσίβλητου. Ωστόσο, εκτός του ότι οι προτάσεις συμπεριλαμβάνονται στα έγγραφα που κατά τη ρητή διαβεβαίωση έλαβε ανεξαιρέτως υπόψη η προσβαλλομένη, από τις ως άνω παραδοχές καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής συζήτησε την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, συμμορφούμενο προς το περιεχόμενό της και σε κάθε περίπτωση, η επικαλούμενη ως άνω ομολογία ούτε έγινε με πρόθεση του εναγομένου προς αναγνώριση επιβλαβούς γι' αυτόν γεγονότος, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι αγροτικός δρόμος, όπως δεν αμφισβητείται, δεν ευρίσκεται πλησίον του σημείου του ατυχήματος, το δε ενδιαφέρον γεγονός είναι το ότι ο πρώτος εναγόμενος - αναιρεσίβλητος είχε πράγματι κάνει χρήση του αριστερού δείκτη πορείας.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.2.2022 με αρ.κατ. 6/2022 αίτηση, για αναίρεση της με αριθμό 143/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος (ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Α' ΚΠολΔ).
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ