Supreme Court partially allows appeal on defamation damages unity but dismisses it regarding the first defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the first defendant but allowed it regarding the remaining seven defendants. The appellant argued that separate defamatory acts lacked unity, yet the Court found the lower court correctly considered all evidence, including documents the appellant claimed were ignored. Consequently, the judgment was annulled for the latter group to be retried by a different panel, while the appellant was ordered to pay costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 57, 59, 480-482, 914, 926, 932 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure. When multiple persons commit acts that constitute a single life event, a single compensation is due, and the appellate court reviews the unity of acts under Article 559.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 865 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 865/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Ι., κατοίκου ... . Παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του και τον Δημήτριο Μουστάκα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Φ. του Γ., 2) Ε. Ξ. του Ε., συζύγου Κ. Κ., 3) Γ. Ξ. του Ε., 4) Α. Ξ. του Ε., 5) Μ. συζύγου Ι. Φ., 6) Κ. Φ. του Ι., 7) Γ. Φ. του Ι. και 8) Ε. Ξ. του Γ., κατοίκων ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αδαμάντιο Στεφανάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-8-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων και ο πληρεξούσιος αυτού δικηγόρος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 480 - 482, 914, 926 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση παράνομης από πρόθεση προσβολής της προσωπικότητας, αν η προσβολή επήλθε με περισσότερες πράξεις ενός ή περισσότερων προσώπων, οι οποίες όμως, ενόψει των περιστάσεων, εμφανίζουν ενότητα, δηλαδή πρόκειται για το αυτό βιοτικό συμβάν, οφείλεται ως χρηματική ικανοποίηση του παθόντος μια παροχή και επομένως ενιαίο ποσό, το οποίο αυτός μπορεί, κατ' επιλογήν του, να ζητήσει με αγωγή διαιρετώς ή εις ολόκληρον από τον καθένα από τους αντιδίκους του, αφού τότε είναι αντίστοιχα ενιαία και η βλάβη που αυτός υπέστη και την οποία αποσκοπεί να καλύψει η χρηματική ικανοποίησή του στο πλαίσιο ενός και του αυτού συμφέροντός του.
Στην περίπτωση αυτή, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης που θα επιδικασθεί, θα ληφθεί ασφαλώς υπόψη και ο εξακολουθητικός χαρακτήρας της γενομένης προσβολής, έτσι ώστε η χρηματική ικανοποίηση να ανταποκρίνεται στην ένταση και στην απαξία της προσβολής (ΑΠ 1854/2017, ΑΠ 1232/2010, ΑΠ 1095/2009, ΑΠ 518/2008).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπό τα περιστατικά, που αναιρετικά ανέλεγκτα δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, υφίσταται ή όχι ενότητα των περισσότερων επί μέρους προσβολών είναι νομική και ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 ή αναλόγως από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 2027/2014).
Εξάλλου, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι, κυρίως, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του Αστικού Κώδικα. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται, κατ' αρχήν, αναιρετικώς ανέλεγκτα, με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα) το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο) το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ, από τους αρ. 1 ή 19, αναλόγως), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1170/2019, ΑΠ 87/2018).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (αναιρεσείων) είναι δικηγόρος και από το 1985 είναι μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου …, ενώ από την 9-7-2003 είναι νομικός σύμβουλος του Δήμου … με σχέση έμμισθης εντολής και από το 2007 έχει οριστεί προϊστάμενος της Νομικής Υπηρεσίας αυτού (Δήμο …).
Στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων του χειρίστηκε αρκετές υποθέσεις μεταξύ του Δήμου και των 2ης, 3ου, 4ου, 5ης, 6ης , 7ης και 8ου των εναγομένων (δεύτερης έως και ογδόου των αναιρεσιβλήτων), οι οποίοι είναι συγγενείς μεταξύ τους και έχουν διάφορα ακίνητα στην περιοχή ..., με αφορμή τα οποία διενεργήθηκαν πολλές δίκες με μεγάλο οικονομικό αντικείμενο ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων, όσον αφορά αφενός την υποχρέωση εισφοράς σε χρήμα των ως άνω εναγομένων λόγω της ένταξης των ακινήτων τους στο σχέδιο πόλης και αφετέρου την κατάληψη ακινήτου τους χωρίς αποζημίωση για τη διάνοιξη των οδών....
Ειδικότερα, σε σχέση με την πρώτη υπόθεση της εισφοράς χρήματος, οι αδελφοί 2η, 3ος, 4ος και 5η των εναγομένων μαζί με τον πατέρα τους Ε. Ξ. του Α., αρχικά ήταν συγκύριοι κατά ποσοστό 18,75% ο καθένας των πρώτων (αδελφών) και κατά ποσοστό 25% o τελευταίος (πατέρας), στα ΟΤ … ΚΧ … και ΚΦ … επί των ιδιοκτησιών με αριθμό κτηματογράφησης … και … εμβαδού 17.972,44 τ.μ, και 16.772,71 τ.μ, αντίστοιχα.
Οι ιδιοκτησίες αυτές υπήχθησαν στην πολεοδομική ρύθμιση της με αριθμό … πράξης εφαρμογής(ΠΕ), που κυρώθηκε με την με αριθμό … απόφαση του Νομάρχη …, με την οποία καθορίστηκε εισφορά σε χρήμα συνολικού μεγέθους 3.273,16 τ.μ. σε βάρος των ανωτέρω συγκυρίων κατά το ποσοστό της συνιδιοκτησίας τους. Ωστόσο, πριν την κύρωση της ΠΕ, οι παραπάνω είχαν προβεί σε κατατμήσεις και διαμόρφωσαν 35 νέες αυτοτελείς ιδιοκτησίες, τις οποίες είτε διένειμαν μεταξύ τους είτε τις μεταβίβασαν (μέσω δωρεάς, γονικής παροχής ή πωλήσεως) σε άλλους, μεταξύ των οποίων, με γονική παροχή, στα τέκνα τους 6η, 7η και 8ο των εναγομένων, στις δε μεταβιβάσεις λόγω πωλήσεως προς τρίτους, περιέλαβαν συμβατικό όρο στα σχετικά συμβόλαια, με τον οποίο ανέλαβαν την υποχρέωση της καταβολής της εισφοράς που βάρυνε τους ειδικούς διαδόχους αυτών.
Οι μεταβιβάσεις όμως αυτές δεν δηλώθηκαν έγκαιρα από την πλειονότητα των ενδιαφερομένων, πλην ενός μικρού ποσοστού που αντιστοιχούσε σε 226,88 τ.μ. και έτσι η ΠΕ κυρώθηκε στις 24-8-2001 χωρίς να λάβει υπόψη την αληθινή νομική και πραγματική κατάσταση εκάστης ιδιοκτησίας κατά το χρόνο κύρωσης, με αποτέλεσμα οι 2η, 3ος, 4ος και 5η των εναγομένων να ζητήσουν και να πετύχουν διορθωτικές αυτής πράξεις με τελευταία την με αριθμό … διορθωτική πράξη της … πράξης, η οποία κυρώθηκε στις 19-10-2007 με την με αριθμό … απόφαση του Νομάρχη …, όπου περιλαμβανόταν για πρώτη φορά οι πραγματικοί ιδιοκτήτες των συγκεκριμένων κατά θέση, έκταση και όρια ως άνω ιδιοκτησιών, βάσει των συνταχθέντων και υποβληθέντων συμβολαίων των ετών 1994 έως 2000, ενώ κατόπιν αιτήματος τους, καθορίστηκαν οι ίδιοι ως υπόχρεοι της εισφοράς που βάρυνε τους ειδικούς διαδόχους αγοραστές εξαιτίας της ως άνω ενοχικής υποχρέωσης που είχαν αναλάβει.
Ακολούθως, επειδή ο Δήμος εξέδωσε πράξεις επιβολής εισφοράς σε χρήμα στους ανωτέρω εναγόμενους, άσκησαν αυτοί προσφυγές στα Διοικητικά δικαστήρια κατά των πράξεων αυτών και πρότειναν την παραγραφή της αξίωσης του Δήμου επειδή είχε παρέλθει πενταετία από τον χρόνο κύρωσης της ΠΕ το 2001 (αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 2 παρ. 1 του ΑΝ 344/1968), καθώς και τον χαρακτήρα της εισφοράς ως φορολογικού βάρους και της σχετικής ρύθμισης ως κανόνα δημόσιας τάξης, προβάλλοντας επίσης και τον ισχυρισμό ότι η εισφορά έπρεπε να επιβληθεί κατά των ιδιοκτητών του χρόνου κυρώσεως, δηλαδή των διαδόχων τους.
Ο ενάγων, ως δικηγόρος του Δήμου στις προσφυγές αυτές, υποστήριξε με το από 2-1-2011 υπόμνημα του, μεταξύ άλλων, ότι δεν υφίσταται παραγραφή, διότι αν μεσολαβήσει μεταβολή στην ιδιοκτησία στο χρονικό διάστημα ανάμεσα στο χρόνο έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης και στο χρόνο κύρωσης της πράξης εφαρμογής, χωρίς αυτή η μεταβολή να ληφθεί υπόψη από την πράξη εφαρμογής όπως κυρώνεται, σε τέτοια περίπτωση, αφού ο ενδιαφερόμενος πετύχει την ανάκληση της ΠΕ, ο χρόνος γέννησης του δικαιώματος ή υποχρέωσης του Δήμου για τη βεβαίωση της εισφοράς είναι ο χρόνος κύρωσης της διορθωτικής και υπόχρεος ο αληθινός ιδιοκτήτης του χρόνου κύρωσης.
Επί των προσφυγών, που ασκήθηκαν, εκδόθηκαν οι με αριθμό 513/2011, 514/2011, 520/2011, 521/2011 και 451/2012 αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου, οι οποίες έκαναν δεκτές τις προσφυγές και ακύρωσαν τις πράξεις για λόγους όμως τυπικούς (έλλειψη χρονολογίας). Οι τρεις από αυτές, δηλαδή οι με αριθμό 520/2011, 521/2011 και 451/2012 αποφάσεις, όπως επίσης και η με αριθμό 500/2011 απόφαση με όμοιο περιεχόμενο, αλλά με προσφεύγοντες ειδικούς διαδόχους των εναγομένων - τους αγοραστές Ι.
Κ. και Ε. Κ., δέχθηκαν παρεπιμπτόντως τον παραπάνω ισχυρισμό του Δήμου και συγκεκριμένα οι με αριθμό 520/2011, 521/2011 και 451/2012 δέχθηκαν ότι ενόψει του ότι ακολούθησαν διορθώσεις της … αρχικής πράξης η απαίτηση του Δήμου … γεννήθηκε μετά τις 19-10-2007, δηλαδή αμέσως μετά την κύρωση της … διορθωτικής πράξης εφαρμογής και όχι από το τέλος του έτους (31-12-2001) κατά το οποίο κυρώθηκε η αρχική πράξη και το γεγονός ότι η κύρωση της με αριθμό … αποτελεί εν μέρει ανάκληση της … δεν καθιστά αναδρομικώς την 31-12-2001 χρόνο έναρξης της πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας.
Επιπλέον οι με αριθμό 520/2011 και 521/2011 αποφάσεις ανέφεραν τα εξής: "...οι συναφώς εκδιδόμενες πράξεις, με τις οποίες επιβάλλεται αναλογούσα εισφορά σε χρήμα, πρέπει κατά περιεχόμενο να εκδοθούν με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση των ακινήτων, ήτοι το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς, όπως αυτό αποτυπώνεται στην κυρωθείσα, με την απόφαση του Νομάρχη, διορθωτική πράξη εφαρμογής και συνεπώς η οφειλόμενη εισφορά σε χρήμα να υπολογιστεί για κάθε ιδιοκτήτη ανάλογα, με βάση την ιδιοκτησία του, όπως αυτή προκύπτει σύμφωνα με τη διορθωτική πράξη εφαρμογής στην οποία στηρίζεται.
Με τα δεδομένα αυτά, ο υπολογισμός και η επιβολή εισφοράς σε χρήμα βάσει του προγενέστερου ιδιοκτησιακού καθεστώτος και όχι βάσει της αληθούς πραγματικής και νομικής κατάστασης των ενταχθέντων εκτάσεων, όπως αυτή αποτυπώθηκε βάσει της διορθωτικής πράξης εφαρμογής και για ακίνητα που δεν ανήκουν στην κυριότητα της προσφεύγουσας, συνιστά νομική πλημμέλεια της πράξης επιβολής εισφοράς σε χρήμα, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη, η οποία προκύπτει από το σώμα της πράξης".
Εν συνεχεία, η Διοίκηση ως αρμόδια υπηρεσία του Δήμου σε συνεννόηση με την νομική υπηρεσία του τελευταίου, λαμβάνοντας υπόψη τις κρίσεις των παραπάνω αποφάσεων, όπως επίσης και τον προαναφερόμενο ισχυρισμό των προσφευγόντων περί του χαρακτήρα της εισφοράς ως φορολογικού βάρους, αποφάσισαν και εξέδωσαν νέες πράξεις επιβολής εισφοράς κατά των ιδιοκτητών του χρόνου κύρωσης της διορθωτικής πράξης, προκειμένου να αποφύγουν τον κίνδυνο παραγραφής.
Περαιτέρω, σχετικά με τη δεύτερη υπόθεση που αφορά την κατάληψη ακινήτου των 2ης, 3ου, 4ου, 5ης, 6ης, 7ης και 8ου των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) χωρίς αποζημίωση για τη διάνοιξη των οδών... άσκησαν οι ανωτέρω την με αριθμό 102/2011 αγωγή τους ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατά του Δήμου …, με την οποία αξίωναν από τον τελευταίο το ποσό των 2.800.000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας.
Ο ενάγων, ως δικηγόρος του Δήμου, επικαλέστηκε μεταξύ άλλων ότι η αξίωση είχε υποπέσει σε πενταετή παραγραφή, ένσταση την οποία δέχθηκε η εκδοθείσα επί της αγωγής με αριθμό 154/2014 απόφαση του Τριμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, κατά της οποίας ασκήθηκε από τους 2η, 3ο, 4ο, 5η, 6η, 7η και 8ο των εναγομένων η με αριθμό 86/2014 έφεση.
Η εκδίκαση της τελευταίας προσδιορίστηκε για την 2-10-2014, οπότε και εκδικάστηκε μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, που διατυπώθηκε από το Δήμο. Την ίδια ημέρα κατέθεσαν οι 2η, 3ος, 4ος και 5η των εναγομένων την με αριθμ. πρωτ. 2608/02-10-2014 αίτηση εξαίρεσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, με την οποία ζητούσαν την εξαίρεση των δικαστών του Β1 Τμήματος του ως άνω Δικαστηρίου..., από την εκδίκαση των εφέσεων κατά των με αριθμό 520/2011, 521/2011 και 451/2012 αποφάσεων του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου, στις συνθέσεις των οποίων συμμετείχαν οι δύο τελευταίοι και ο πρώτος μετείχε στην σύνθεση του Δικαστηρίου που εξέδωσε την με αριθμό 500/2011 επί της προσφυγής των ειδικών διαδόχων τους.
Η αίτηση αυτή κοινοποιήθηκε στο Δήμο την 20-10-2014 και αυτός με τη σειρά του κατέθεσε την 30-10-2014 το με αριθμό …/30-10-2014 υπόμνημά του, με το οποίο ζητούσαν (ενν. ζητούσε) την αποχή των δικαστών από την έκδοση απόφασης επί της συζητηθείσης με αριθμό 86/2014 έφεσης, κατ' άρθρο 15 παρ. 2 ΚΔΔ, διότι η υπόθεση αφορούσε άμεσα τα συμφέροντα του προϊστάμενου του τμήματός τους, Προέδρου Εφετών 1ου εναγομένου (ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου), καθόσον εκκαλούντες ήταν η σύζυγός του και τα αδέρφια της, και διότι οι δικαστές της σύνθεσης είχαν συνεργαστεί με αυτόν (1ο εναγόμενο) επί σειρά ετών κατά την εκδίκαση υποθέσεων, τη διάσκεψη και την έκδοση αποφάσεων.
Την επόμενη ημέρα, 31-10-2014 κατέθεσαν: α) οι 2η, 3ος, 4ος, 6η, 7η και 8ος των εναγομένων προς το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου … την με αριθμ. πρωτ. …/31-10-2014 αίτηση τους, στην οποία επισυνάπτονται κείμενο μηνυτήριας αναφοράς και κείμενο αίτησης προς την Επιτροπή του άρθρου 232 του ν. 3852/2010 (περί εποπτείας Δήμων και Περιφερειών) και β) οι 2η, 3ος και 4ος των εναγομένων προς το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου … την με αριθμ.
πρωτ. 165854/31-10-2014 αναφορά - ενημέρωση με θέμα "Εκπροσώπηση του Δήμου στη Δικαιοσύνη, από τον Δικηγόρο κ. Χ. Π. σε υποθέσεις σας". Οι δικαστές του Β' τμήματος μετά την με αριθμό 2608/2-10-2014 αίτηση εξαίρεσης των 2ης, 3ου, 4ου και 5ης των εναγομένων υπέβαλαν δηλώσεις αποχής για λόγους ευπρέπειας, τις οποίες η με αριθμό 1/2015 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Χανίων σε Συμβούλιο έκανε δεκτές για τις συγκεκριμένες ως άνω αναφερόμενες υποθέσεις.
Επίσης, υπέβαλαν δηλώσεις αποχής και οι δικαστές του Α' τμήματος μετά το υπόμνημα του Δήμου και συγκεκριμένα οι δύο από τους τρεις αμέσως, ενώ η τρίτη μετά από ρητή αίτηση εξαίρεσης του Δήμου στη δικάσιμο της 29-1-2015 σύμφωνα με την με αριθμό …/27-1-2015 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου, στην οποία αναφέρεται ότι αναγκάστηκε ο Δήμος να υποβάλει το ανωτέρω υπόμνημά του για την αποτροπή του ενδεχόμενου να σωρευτούν προς εκδίκαση όλες οι υποθέσεις της οικογένειας του 1ου εναγομένου, στο τμήμα που αυτός προΐστατο ως Πρόεδρος Εφετών.
Λόγω, δε αδυναμίας συγκρότησης του Συμβουλίου του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, οι δηλώσεις αποχής παραπέμφθηκαν στο ΣΤΕ. Ακολούθως, την 16-2-2015 οι 2η, 3ος, 4ος και 9ος των εναγομένων και συγκεκριμένα ο τελευταίος με την ιδιότητά του ως πληρεξούσιος δικηγόρος των λοιπών, κατέθεσαν την με αριθμ. Πρωτ. …/16-2-2015 αίτηση προς την Οικονομική Επιτροπή του Δήμου … .
Στο τελευταίο αυτό έγγραφο, όπως και στην με αριθμ. πρωτ. 2608/2-10-2014 αίτηση εξαίρεσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου - Χανίων, στην με αριθμ. πρωτ. 166139/31-10-2014 αίτηση και στις επισυναπτόμενες σ' αυτήν μηνυτήρια αναφορά και αίτηση προς την Επιτροπή του άρθρου 232 του ν. 3852/2010 και τέλος στην με αριθμ. πρωτ. 165854/31-10-2014 αναφορά-ενημέρωση ανέφεραν οι εναγόμενοι, που υπέγραψαν τα ως άνω έγγραφα, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα αναληθή γεγονότα για το πρόσωπο του ενάγοντος.
Ειδικότερα, στην με αριθμ. πρωτ. 2608/2-10-2014 αίτηση εξαίρεσης, την οποία κατέθεσαν οι 2η, 3ος,4ος και 5η των εναγομένων στο Διοικητικό Εφετείο Χανίων και της οποίας έλαβε γνώση η Πρόεδρος του Β' Τμήματος του ως άνω δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την με αριθμό 69/2014 πράξη της, περιέχονται ισχυρισμοί αναληθών γεγονότων για τον ενάγοντα και συγκεκριμένα ότι υπάρχει συνεργασία μεταξύ δικαστών και Δήμου, που έχει στόχο την εξόντωση της οικογένειας των εναγομένων, ότι ο ενάγων ως δικηγόρος του Δήμου δεν έκανε έφεση σε αποφάσεις που εκδόθηκαν επί των προσφυγών, παρόλο που αυτές ήταν σε βάρος των συμφερόντων του Δήμου και ότι ως δικηγόρος του Δήμου απέστειλε ανώνυμη επιστολή στο ΣΤΕ, προκειμένου να αποτρέψει τη μετάθεση του πρώτου εναγομένου στην Κρήτη.
Συγκεκριμένα, το ανωτέρω έγγραφο περιέχει συνοπτικά τις ακόλουθες εκφράσεις: "το δικαστήριο, έχοντας πρόβλημα ενδοστρεφούς δίκης, τα έκανε αποδεκτά κατ' αυτεπάγγελτο έλεγχο για να καλύψει προφανώς το δικηγόρο του Δήμου!!!!!!! (μήπως γνωρίζετε προηγούμενο; Φημολογείται μάλιστα εδώ, γι' αυτό ακριβώς το λόγο συνεργασία δικαστηρίου και Δήμου...", "θυμηθείτε τις φήμες για συνεργασία "Είναι τυχαία όλα αυτά;..", "Μάλιστα η Πρόεδρος κ.
Τζ... είπε το ανήκουστο από έδρας!!!! Ότι "οι υποθέσεις είναι γνωστές στο Δικαστήριο''!!! Αν είναι δυνατόν!!!! Πόθεν και από πού δεν γνωρίζουμε. Τις συζητάνε με το Δήμο; Μεταξύ τους; τι κάνουν δεν γνωρίζουμε. Έχουν πρόβλημα εξοντώσεώς μας; Είναι και αυτό προς έρευνα.", "Νομίζουν οι ατυχείς κουκουλοφόροι, συκοφάντες και οι όμοιοι πληροφοριοδότες τους ότι είμαστε όλοι ίδιοι.
Μιλάμε για πρωτοφανή κατάντια. Θυμίζουμε μόνο ότι το πραγματικό των υποθέσεων αυτών, που εκτίθεται στην αναφορά, το ήξερε λογικά μόνον ο τότε Προϊστάμενος του ΔΠΗ και ενδεχομένως κάποιος γραμματέας (ή και κάποιοι;) και οι δικηγόροι του Δήμου που χειρίζονται τις σχετικές υποθέσεις κ. Π… κλπ. και σταματάμε εδώ.", "Ο Δήμος δεν έκανε έφεση ούτε κατ' αυτής, αν και εγκληματική σε βάρος των συμφερόντων του και αυτή όπως και οι προηγούμενες!!!!!!!! Και κυρίως προδήλως εσφαλμένη σε όλες τις κρίσεις της.
Υπάρχει προηγούμενο; Όχι βέβαια. Τυχαίο; Δεν νομίζουμε. Γι' αυτό γίνεται λόγος για ύποπτες συνεργασίες", "από πότε οι άνευ υπογραφής δικηγόροι τον Ηρακλείου γνωρίζουν τις αιτήσεις μετάθεσης των δικαστών; Γι' αυτό δεν έχουμε καμία απολύτως αμφιβολία για τη συνεργασία υπηρεσίας και δικηγόρων" και "Επαίσχυντη αναφορά σε βάρος του συζύγου της δεύτερης σχετική και με τις υποθέσεις αυτές, για να αντιληφθείτε σε τι κυκλώματα έχουμε πέσει".
Εν συνεχεία, τα υπόλοιπα ως άνω αναφερόμενα έγγραφα, των οποίων έλαβαν γνώση τα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου … και τα μέλη της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου … , περιέχουν ομοίως αναληθή γεγονότα για το πρόσωπο του ενάγοντος και ειδικότερα ότι ο ενάγων έχει τελέσει το κακούργημα της απιστίας σε βάρος του Δήμου …, διότι δεν άσκησε έφεση κατά των με αριθμό 520/2011, 521/2011, 513/2011 και 514/2011 αποφάσεων του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου, οι οποίες ήταν βλαπτικότατες για τα συμφέροντα του Δήμου, με αποτέλεσμα την απώλεια εσόδων από τον τελευταίο, ότι ο ενάγων είναι μέλος ομάδας της Πολεοδομίας …, που έχουν σκοπό την καταπάτηση των συμφερόντων των εναγομένων, ότι εξυπηρετεί δικά του συμφέροντα και αλλότρια, ότι συνέταξε ανώνυμη αναφορά στο ΣΤΕ σχετικά με την τότε επικείμενη μετάθεση του πρώτου εναγομένου, ενώ τέλος περιέχουν πληθώρα μειωτικών χαρακτηρισμών σχετικά με την ηθική, επαγγελματική και κοινωνική αξία του προσώπου του ενάγοντος.
Συγκεκριμένα, στην με αριθμ. πρωτ. .../31-10-2014 αίτηση και στις επισυναπτόμενες σ' αυτήν μηνυτήρια αναφορά και αίτηση προς την Επιτροπή του άρθρου 232 του ν. 3852/2010, που κατέθεσαν οι 2η, 3ος, 4ος, 6η, 7η και 8ος των εναγομένων προς το Δημοτικό Συμβούλιο, περιέχονται συνοπτικά τα εξής: "Και τελικά ποιος είναι το κυρίαρχο όργανο στο Δήμο.
Το Δημοτικό συμβούλιο (.../10 απόφαση του) ή ο κ. Π. και ο κ. Σ.!!!", "...με την ευλογία μάλιστα ή μάλλον την υπόδειξη και νομικών συμβούλων του Δήμου, οποίοι τα υποστηρίζουν και στα δικαστήρια!!! (δηλαδή αμείβονται για να υπερασπίζουν τα συμφέροντα του Δήμου και εκείνοι είναι εναντίον αυτών!!! τι συμβαίνει δεν γνωρίζουμε.
Είστε αρμόδιοι να το ψάξετε...", "...καθ' υπόδειξη δυστυχώς και νομικών συμβούλων (και προφανώς ηθικών αυτουργών ή συνεργών στα εν λόγω εγκλήματα!!!!) και τις εξ αυτής παραγραφές; Εκεί και αν είναι σκάνδαλο...", "Γι' αυτό μιλάμε για ύποπτες και ανήθικες καταστάσεις. Τι εξυπηρετεί επιτέλους ο άνθρωπος; Δεν είναι δυνατόν δικηγόρος του Δήμου να είναι εναντίον των συμφερόντων του..", "...
εκδίδουν πράξεις και κατά τον οικοπεδούχων με μόνο σκοπό τον εκβιασμό των Ξ. για πληρωμή των εισφορών βάσει σχετικής ρήτρας στα συμβόλαια!!!... (προφανής δόλος των υπαλλήλων με προφορική συνεργασία του νομικού συμβούλου)", "Επαναλαμβάνουμε ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι (υπάλληλοι, πολιτικοί προϊστάμενοι και νομικοί σύμβουλοι) ενεργούσαν και ενεργούν κατά την άποψη μας ως ομάδα όπως αβίαστα προκύπτει από τα γεγονότα...", "πιστεύουμε ότι είναι το μεγαλύτερο σκάνδαλο απιστίας σε μέγεθος απώλειας εσόδων στα ελληνικά χρονικά", "ο κ.
Π. (ο ιθύνων νους της υποθέσεως)", "οσμιζόμαστε μεγάλα σκάνδαλα σε αυτή την υπηρεσία με κυρίαρχο της απιστίας σε βάρος του Δήμου, με το οποίο και έχουν σχέση όλες οι αναφερθείσες πράξεις και παραλείψεις και οι με βεβαιότητα προς εξέταση από μέρους σας αναφερθείσες των μηνυομένων,...), "(από εδώ προκύπτει αναμφίβολα ο δόλος όλων των εμπλεκομένων και ότι υπάρχει ομάδα και ως τέτοια λειτουργεί και συνεννοείται απόλυτα)", "ο συγκεκριμένος δικηγόρος κ.
Π. υποστήριξε κατά πρωτοφανή τρόπο... Νομίζουμε ότι ο ρόλος του πρέπει να ερευνηθεί σε συσχετισμό με το γεγονός ότι η Πολεοδομία του Δήμου εφάρμοζε και εφαρμόζει το παράνομο αυτό καθεστώς και περαιτέρω εφάρμοσε μάλιστα αμέσως τις προφανώς εσφαλμένες πρωτόδικες αυτές αποφάσεις... πιστεύουμε ότι υπάρχει στο Δήμο ομάδα, που σε συνεργασία με την Περιφέρεια εξυπηρετεί συμφέροντα και πρέπει να ερευνηθεί...".
Εν συνεχεία στην με αριθμ. πρωτ. .../31-10-2014 αναφορά -ενημέρωση, την οποία κατέθεσαν οι 2η, 3ος και 4ος των εναγομένων προς το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου … περιέχονται συνοπτικά τα εξής: "Συνεπώς με απόλυτη βεβαιότητα ο εν λόγω έχει τελέσει το κακούργημα της απιστίας σε βάρος του Δήμου...διότι η απώλεια εσόδων του Δήμου από τις εν λόγω νομικές του απόψεις ανέρχεται σε πολλά εκατομμύρια ευρώ, για τα οποία πρέπει να δώσει και θα δώσει λόγο οπωσδήποτε μαζί με σύσσωμη την προηγούμενη δημοτική αρχή και τους αρμόδιους υπαλλήλους της Πολεοδομίας", "Μα υπάρχει προηγούμενο δόλου για δικηγόρο Δήμου;
Δεν νομίζουμε. Με λίγα λόγια αυτός ο άνθρωπος απ' ότι έχουμε αντιληφθεί έχει αυτονομηθεί πλήρως και έχει ανακηρύξει το δικό του Κράτος στο Δήμο …!!!. Και δεν γνωρίζουμε το ρόλο του, τον οποίο καλείστε να ερευνήσετε άμεσα εσείς και ειδικά για το θέμα των εισφορών. Πιστεύουμε ότι είναι το μεγαλύτερο σκάνδαλο απιστίας που έχει γίνει ποτέ...", "Για το επίπεδο της νομικής εκπροσώπησης του Δήμου και της αντιμετώπισης των νομικών επιχειρημάτων μας, απολαύστε σχετικό υπόμνημα και ήθος και ύφος του εν λόγω κυρίου.
Απλά λυπούμαστε που ο Δήμος (τώρα) έχει τέτοιο δικηγόρο. Ούτε δικιά του να ήταν η ….", "Κρίμα, κρίμα, κρίμα και ιδιαίτερα για το Δήμο … που τον έχει ακόμη δικηγόρο. Πάντως ξαναλέμε ότι αυτός ο δικηγόρος εκπροσωπεί το Δήμο στα δικαστήρια ακόμη!!!!", "Απλά λυπούμαστε για το εν λόγω κύριο και πιο πολύ ακόμη για το Δήμο που είναι Δικηγόρος του", "Και εδώ δηλαδή ανακήρυξε πάλι το δικό του χαλιφάτο", "O άνθρωπος έχει αυτονομηθεί πλήρως.
Νομίζει ότι ο Δήμος είναι ιδιοκτησία του!!! Ούτε Δημοτικό Συμβούλιο υπολογίζει, ούτε υπηρεσίες του Δήμου, ούτε Δήμαρχο κι Αντιδήμαρχο!!!! Μήπως έχετε, δει προηγούμενο; Αν σας αρέσει πάντως να τον χαιρόσαστε", "...για κάνει φαίνεται αναφορά (πιστεύουμε επώνυμη αυτή τη φορά) κατά του γαμβρού μας κ. Φ.!!!", "Εξυπηρετεί τα συμφέροντα του Δήμου τελικά ή τα δικά του καπρίτσια και μένη;" "Είναι αυτός δικηγόρος Δήμου ή δικηγόρος των δικών του ιδιορρυθμιών;", "Δήμος είναι αυτός ή ατομική επιχείρηση του τουλάχιστον ιδιόρρυθμου κ.
Π.;..", "Αλλά ανακαλύψαμε το κακούργημα της απιστίας σε βάρος του Δήμου για τις εισφορές, του οποίου είναι κυριολεκτικά πρωτεργάτης μαζί με την Πολεοδομία και έχει απωλέσει τελείως την ψυχραιμία του και έτσι έχει βαλθεί να μας εξοντώσει με τους συνεργάτες του, οπουδήποτε αυτοί βρίσκονται", "Απολαύστε και επαίσχυντη και συκοφαντικότατη ΑΝΩΝΥΜΗ., αναφορά στο Σ.Ε, κατά του γαμπρού μας κ.
Φ...., το ποιοί τη συνέταξαν είναι προφανές. Δεν κρύβονται άλλωστε όπως βλέπετε. Όσο για τους πληροφοριοδότες τους και αυτούς τους γνωρίζουμε. Φιλαράκια τους στη δικαιοσύνη. Από πότε δικηγόροι γνωρίζουν αιτήσεις μετάθεσης δικαστών;" και "Δεν πρέπει όμως κάποιος να τον μαζέψει; Νομίζουμε ότι έχει ξεφύγει τελείως ο άνθρωπος".
Τέλος, στην με αριθμ. πρωτ. 17600/16-02-2015 αίτηση, την οποία κατέθεσαν οι 2η και 9ος των εναγομένων προς την Οικονομική Επιτροπή του Δήμου … αναφέρονται συνοπτικά τα ακόλουθα αναληθή γεγονότα: "...και ο κ. Π. υποστηρίζει με πλήρη γνώση του στα Δικαστήρια εναντίον των συμφερόντων του Δήμου", "Σας καλούμε, ως εκ του νόμου υπεύθυνοι της διαχειρίσεως των οικονομικών του Δήμου να ενεργήσετε άμεσα τα δέοντα εκ της αρμοδιότητας σας...
για άσκηση αγωγής κακοδικίας (άρθρο 160 του Κώδικα δικηγόρων) και μήνυση για απιστία (άρθρο 233 ΠΚ) σε βάρος του εν λόγω δικηγόρου, για την προστασία των συμφερόντων τον Δήμου", γιατί ο εν λόγω δικηγόρος έχει κηρύξει μόνιμο και ανηλεή πόλεμο εναντίον της οικογένειάς μας, παρά το ότι εμείς μόνιμα ζητούμε την τήρηση της νομιμότητας και μόνο:
Επειδή λοιπόν ανακαλύψαμε τον ρόλο του στο θέμα των μεθοδεύσεων και πρακτικών της αρμόδιας διευθύνσεως της Πολεοδομίας ως προς την εισφορά χρήματος (δεδομένη απιστία σε βαθμό κακουργήματος)", "Επίσης θα θέλαμε να μας γνωρίσετε με την εν λόγω βεβαίωση α) αν τελικά θα υποβάλλετε ή όχι...μήνυση για παράβαση καθήκοντος και απιστία σε βαθμό κακουργήματος για τις απώλειες εκατομμυρίων ευρώ από την εισφορά χρήματος κατά του τέως Αντιδημάρχου κ.
Β. και των υπαλλήλων της Πολεοδομίας... καθώς και του πρωταίτιου του θέματος (για το δεύτερο αδίκημα) ηθικού αυτουργού νομικού συμβούλου του Δήμου κ. Π.,... αν θα στραφείτε κατά του ή των ηθικών αυτουργών νομικών συμβούλων με αγωγή κακοδικίας για τις υποθέσεις της εισφοράς χρήματος και αν θα του υποβάλλετε μήνυση για απιστία δικηγόρου", "Τι εξυπηρετεί αυτός ο άνθρωπος επιτέλους και πως αποδέχεστε τις ενέργειες του;.
Επιτέλους ενσκήψετε στις παρανομίες των οργάνων του Δήμου και των καθοδηγητών τους (για το συμφέρον του Δήμου)"... Τα ανωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενα γεγονότα που περιλαμβάνονται στα ως άνω έγγραφα είναι αναληθή, δοθέντος ότι δεν προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι υπάρχει συνεργασία μεταξύ των Δικαστών του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου και του ενάγοντος, ως νομικού συμβούλου του Δήμου …, πολλώ δε μάλλον ότι ο ενάγων τέλεσε το κακούργημα της απιστίας σε βάρος του Δήμου … .
Ειδικότερα, ο ενάγων ως νομικός σύμβουλος του Δήμου μετά την έκδοση των με αριθμ. 520/2011, 521/2011 και 451/2012 αποφάσεων του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου, οι οποίες έκριναν παρεμπιπτόντως ότι δεν έχει παραγραφεί η αξίωση εισφοράς σε χρήμα και ότι "ο υπολογισμός και η επιβολή εισφοράς σε χρήμα βάσει του προγενέστερου ιδιοκτησιακού καθεστώτος και όχι βάσει της αληθούς πραγματικής και νομικής κατάστασης των ενταχθέντων εκτάσεων, όπως αυτή αποτυπώθηκε βάσει της διορθωτικής πράξης εφαρμογής και για ακίνητα που δεν ανήκουν στην κυριότητα της προσφεύγουσας, συνιστά νομική πλημμέλεια της πράξης επιβολής εισφοράς σε χρήμα, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη", αποφάσισε ενεργώντας στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων του με γνώμονα το συμφέρον του Δήμου ότι η ορθότερη νομικά λύση ήταν να μην ασκήσει έφεση στις ως άνω αποφάσεις και επιπλέον, σε κάθε περίπτωση, η με αριθμό 500/2011 απόφαση που αφορούσε όμοια προσφυγή των ειδικών διαδόχων των εναγομένων, ήταν ανέκκλητη κατ' άρθρο 92 παρ 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας v. 2717/1999.
Ακολούθως, συμβούλεψε τους υπαλλήλους της Διοίκησης και εξέδωσαν νέες πράξεις εισφοράς στους ιδιοκτήτες του χρόνου κύρωσης της διορθωτικής πράξης. Ανεξάρτητα, δε, από τη νομική πλημμέλεια ή μη των αποφάσεων του Διοικητικού Πρωτοδικείου δεν αποδεικνύεται οποιοδήποτε είδος δεσμού και συνεργασίας μεταξύ του ενάγοντος και των Δικαστών, που εξέδωσαν τις αποφάσεις.
Επιπροσθέτως, τέτοια σχέση δεν αποδεικνύεται ούτε από την φράση "οι υποθέσεις είναι γνωστές στο Δικαστήριο" που, σύμφωνα με τους εναγομένους, διατύπωσε η Πρόεδρος του Δικαστηρίου από την έδρα. Το γεγονός ότι οι ως άνω δικαστικές αποφάσεις αντιτίθεντο, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, στη μέχρι τότε κρατούσα νομολογία και στην Ολομέλεια του ΣΤΕ, δεν αναιρεί ότι πρόκειται για δικαστικές αποφάσεις, η τυχόν νομική πλημμέλεια των οποίων μπορεί να προσβληθεί με ένδικα μέσα, ενώ το επιχείρημα των εναγομένων ότι το Δικαστήριο τα έκανε αποδεκτά για να καλύψει προφανώς το δικηγόρο του Δήμου δεν κρίνεται πειστική.
Άλλωστε, τη νομική αυτή άποψη δεν διατύπωσε ένας μόνο δικαστής, αλλά οι τριμελείς συνθέσεις των ως άνω δικαστηρίων μετά από εισήγηση τεσσάρων διαφορετικών εισηγητών. Ο ενάγων, δε, έκρινε ως ορθότερη λύση να τις ακολουθήσει με γνώμονα το συμφέρον του Δήμου και όχι το δικό του συμφέρον ή με σκοπό να εξοντώσει την οικογένεια των εναγομένων.
Οι αποφάσεις αυτές δέχθηκαν, μάλιστα, έναν ισχυρισμό, που ο ίδιος είχε διατυπώσει προς υποστήριξη του Δήμου στο από 12-1-2011 υπόμνημα του. Στο τελευταίο, στη σελ. 14 αυτού ο ενάγων είχε αναφέρει κατά λέξη και τα εξής: "Έχουμε όμως τη γνώμη ότι σε περίπτωση ακυρώσεως της επίμαχης πράξης, εκ του λόγου αυτού (βεβαίωση αλλότριου φορολογικού βάρους), η ακυρότητα αυτή δεν γεννά πρόβλημα για το Δήμο, αφού θα βεβαιώσει την εισφορά, σε βάρος των ειδικών διαδόχων, χωρίς η βεβαίωση αυτή να δημιουργεί αδικία σε βάρος των τελευταίων, αφού αυτοί καλύπτονται από την ενοχική συμφωνία".
Από αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πριν από την έκδοση των αποφάσεων του Διοικητικού Πρωτοδικείου είχε τονίσει ότι ακόμα και αν ακυρωθεί η πράξη, δεν θίγονται τα συμφέροντα του Δήμου, δοθέντος ότι θα βεβαιωθούν οι εισφορές στους ειδικούς διαδόχους, οι οποίοι καλύπτονται από τη ρήτρα στα συμβόλαια, όπως δηλαδή και συμβούλεψε εκ των υστέρων τη Διοίκηση να πράξει και πράγματι συνέβη.
Ας σημειωθεί επίσης, ότι με τις παρεμπίπτουσες κρίσεις των ως άνω αποφάσεων του Διοικητικού Πρωτοδικείου, εκείνων των οποίων τα συμφέροντα βλάπτοντο πραγματικά ήταν των εναγομένων και όχι του Δήμου καθώς κρίθηκε..., ότι δεν είχαν παραγραφεί οι αξιώσεις του τελευταίου για εισφορά και ο χρόνος της προθεσμίας του άρθρου άρχιζε από το μεταγενέστερο της κυρώσεως της αρχικής πράξης χρόνο της 19-10-2007 με υπόχρεους τους ιδιοκτήτες κατά τον χρόνο κύρωσης, ώστε, κατά λογική ακολουθία, οι εναγόμενοι, βάσει της συμφωνίας που είχαν συμπεριλάβει στα συμβόλαια πωλήσεως της ιδιοκτησίας τους θα ήταν υποχρεωμένοι οι ίδιοι έναντι των ειδικών διαδόχων τους μετά την πληρωμή από τους τελευταίους της εισφοράς στον Δήμο και τούτο, δηλαδή η βλάβη των συμφερόντων τους με τις κρίσεις των ως άνω δικαστικών αποφάσεων, επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι άσκησαν εφέσεις κατ' αυτών, γεγονός που δεν αρνούνται άλλωστε, διατείνονται μόνο ότι σήμερα έχουν παραιτηθεί από τις εφέσεις.
Περαιτέρω, η παραπάνω ενέργεια του ενάγοντος δε συνιστά παράβαση της με αριθμό 149/2010 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, αλλά ούτε και του με αριθμό 137357/16-12-2009 εγγράφου της Διεύθυνσης Πολεοδομικών Λειτουργιών του Δήμου …, όπως επανειλημμένα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Ειδικότερα, η με αριθμό 149/2010 απόφαση μνημονεύει ότι "Όπως αναφέρεται στο υπ' αριθμ.
πρωτ. 111497/27-11-2008 έγγραφο της Πολεοδομίας, η παραπάνω εισφορά υπολογίσθηκε για ένα οικόπεδο, ενώ το ορθό θα ήταν να υπολογιστεί στο σύνολο των τελικών ιδιοκτησιών, στην ίδια Πολεοδομική ενότητα (34 οικόπεδα)" και έτσι εγκρίθηκε η διαγραφή οφειλής από τους με αριθμό 4324-4325/2008 χρηματικούς καταλόγους του Δήμου, των Ξ.
Α. (τέταρτου εναγομένου), ύψους 24.924,45 ευρώ και Φ. Μ. (πέμπτης εναγομένης), ύψους 57.340,55 ευρώ. Αντίστοιχο περιεχόμενο είχε και το προγενέστερο με αριθμό 137357/16-12-2009 έγγραφο, στο οποίο αναφερόταν επίσης "Παρακαλούμε όπως εισηγηθείτε στο δημοτικό Συμβούλιο τη διαγραφή των χρηματικών καταλόγων με αριθμούς 4324 και 4325/02-12-2008 προκειμένου να προβούμε στην ορθή επαναβεβαίωση".
Έτσι, με την με αριθμό 149/2010 απόφαση κατέληξαν στη διαγραφή των βεβαιωμένων εισφορών λόγω υπολογισμού τους σε μία ιδιοκτησία, ενώ θα έπρεπε να βεβαιωθούν στο σύνολο των τελικών τους ιδιοκτησιών, δηλαδή σε 34 οικόπεδα. Όπως προκύπτει, μάλιστα, με σαφήνεια και από το ως άνω έγγραφο του 2009, στόχος τους ήταν η ορθή επαναβεβαίωση των εισφορών και ως εκ τούτου δεν προέκυψε κάποια παράβαση του ενάγοντος προς τα παραπάνω κείμενα.
Την απόφαση, δε, αυτή του ενάγοντος, περί μη άσκησης έφεσης κατά των με αριθμό 520/2011, 521/2011, 513/2011 και 514/2012 αποφάσεων του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ενέκρινε ομόφωνα κατόπιν εισήγησης του ενάγοντος και η Οικονομική Επιτροπή με την με αριθμό 582/2012 απόφασή της. Επίσης, πρέπει να αναφερθεί ότι, κατόπιν καταγγελίας των 2ης, 3ου και 4ου των εναγομένων για το ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Πολεοδομίας … κατόπιν συνεννόησης και με τους νομικούς συμβούλους του Δήμου παραβίασαν με πρόθεση τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα και τέλεσαν το πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος (259 ΠΚ) και το κακούργημα της απιστίας σχετική με την υπηρεσία (256 περ.
γ' ΠΚ), η Αντεισαγγέας Πρωτοδικών με την από 22-1-2015 διάταξη της, η οποία έλαβε και τη σύμφωνη γνώμη της Αντεισαγγελέα Εφετών Ανατολικής Κρήτης, έθεσε την εν λόγω υπόθεση στο αρχείο κατ' άρθρο 43 παρ. 3 ΚΠΔ. Στη διάταξη αυτή αναφέρεται ειδικότερα ότι "Από τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση δεν προέκυψε η βασιμότητα των καταγγελλομένων, καθόσον η διαφωνία των μηνυτών ως προς την ορθή ερμηνεία των σχετικών νομοθετικών διατάξεων και την ακολουθούμενη από την Πολεοδομία πρακτική αναφορικά με την επιβολή των σχετικών εισφορών σε χρήμα και την έκδοση διορθωτικών πράξεων, δεν μπορεί να συνεπάγεται παραβίαση υπηρεσιακής υποχρέωσης των αρμόδιων υπαλλήλων, αφού η έκδοση απόφασης διοικητικού οργάνου που αυτονοήτως και εξ ορισμού περιέχει κρίση και έκφραση γνώμης επί τιθεμένου ζητήματος, δεν είναι δυνατόν, και λογικώς ακόμη, να συνιστά παράβαση καθήκοντος εις βάρος των διαφωνούντος ή μη με την απόφαση διοικούμενου, καθόσον διαφορετικά θα οδηγούμεθα σε πλήρη απονεύρωση και παράλυση της διοικητικής λειτουργίας του Κράτους επ' απειλή της εκτιμήσεως των εκδιδομένων κατά καιρούς διοικητικών αποφάσεων ως αξιόποινων ενεργειών.
Σε κάθε δε περίπτωση και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι εμφιλοχώρησαν νομικές πλημμέλειες στις σχετικές πράξεις της Πολεοδομίας, όπερ βεβαίως ουδόλως προέκυψε, σύμφωνα με τα παραπάνω, από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι τούτο έγινε με δόλο παραβίασης των υπηρεσιακών καθηκόντων των αρμοδίων υπαλλήλων ή με δόλο μείωσης της δημοτικής περιουσίας, πολλώ δε μάλλον με σκοπό, ήτοι άμεσο δόλο α' βαθμού, προσπορισμού παρανόμου οφέλους ή βλάβης του κράτους ή κάποιου άλλου, ιδίως αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η συγκεκριμένη υπόθεση εκκρεμεί ήδη κατόπιν ασκήσεως των προβλεπομένων από το νόμο προσφυγών, ενώπιον των αποκλειστικά αρμόδιων διοικητικών δικαστηρίων, ενώ μάλιστα έχουν ήδη εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις που δικαιώνουν την Πολεοδομία".
Πέρα, όμως, από τη ποινική διαδικασία, η οποία αφορούσε μεταξύ άλλων και τον ενάγοντα ως νομικό σύμβουλο του Δήμου που χειρίστηκε τις εν λόγω υποθέσεις και τέθηκε η υπόθεση στο αρχείο, δεν προέκυψε να έχει ασκηθεί κατά του ενάγοντος και κάποια πειθαρχική διαδικασία. Αντιθέτως, οι συνάδελφοι του και νομικοί σύμβουλοι του Δήμου … τονίζουν το ήθος, την ευσυνειδησία, την ακεραιότητα, την αμεροληψία και την επαγγελματική του κατάρτιση...
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εξυπηρετεί δικά του συμφέροντα αλλά ούτε και ότι αποτελεί μέλος ενός συστήματος που δρα στην Πολεοδομία, με σκοπό την εξόντωση της οικογένειας των εναγομένων και την κήρυξη ανηλεή πολέμου εναντίον τους. Ο ενάγων ενήργησε,... εφαρμόζοντας τις αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου με γνώμονα το συμφέρον του Δήμου, ο ισχυρισμός, δε, των εναγομένων ότι η Πολεοδομία σε συνεννόηση με τον ενάγοντα, ως νομικό σύμβουλο του Δήμου, επέβαλε τις εισφορές στους αγοραστές, με σκοπό αυτοί να εκβιάσουν τους Ξ.
να πληρώσουν το ποσό της εισφοράς λόγω της ρήτρας που υπήρχε στα συμβόλαια τους δεν αποδείχθηκε. Τα δημοσιεύματα, εξάλλου, στην εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ", που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι για να υποστηρίξουν τον ισχυρισμό τους περί εκβιασμό των Ξ., δεν αναφέρουν ο,τιδήποτε για εκβιασμό και για κύκλωμα στην Πολεοδομία, παρά μόνο παραθέτουν τις θέσεις των αρχικών ιδιοκτητών και των αγοραστών των οικοπέδων, καθώς και τη θέση του Αντιδημάρχου της Πολεοδομίας Β..
Σύμφωνα μάλιστα με το από 16-11-2012 δημοσίευμα με θέμα "χαράτσι σε ιδιοκτήτες στην οδό ...", ο τελευταίος (Αντιδήμαρχος Πολεοδομίας) επικαλείται δικαστική απόφαση που υποχρεώνει την υπηρεσία να ζητήσει τα χρήματα από τους αγοραστές της έκτασης, καθώς επίσης και δηλώνει πρόθυμος να συζητήσει το θέμα με τους ενδιαφερόμενους προκειμένου να ακούσει τις απόψεις τους και να εξεταστεί κάθε πιθανή εναλλακτική λύση.
Μολονότι, λοιπόν, υπήρχαν συζητήσεις μεταξύ των αγοραστών και του Αντιδημάρχου δεν προέκυψε ότι ο τελευταίος δρα σε κύκλωμα με τους υπαλλήλους της Πολεοδομίας και το νομικό τμήμα του Δήμου προκειμένου να εκβιάσουν την οικογένεια των εναγομένων και να προκαλέσουν την εξόντωση τους. Ακολούθως, δεν προέκυψε από οιοδήποτε στοιχείο ότι ο ενάγων απέστειλε ανώνυμη επιστολή στο ΣΤΕ προκειμένου να αποτρέψει την επικείμενη τότε μετάθεση του πρώτου εναγομένου στην Κρήτη και ότι ενεργεί από μόνος του νομίζοντας ότι ο Δήμος είναι ιδιοκτησία του, χωρίς να υπολογίζει δημοτικό συμβούλιο υπηρεσίες Δήμου, Δήμαρχο και Αντιδήμαρχο.
Εξάλλου, όσον αφορά την με αριθμό 102/2011 αγωγή αποζημιώσεως, δεν αψήφησε τις αποφάσεις του Δήμου, όπως δεν ενήργησε και κατά παράβαση της με αριθμό 746/2012 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, όπως διατείνονται οι εναγόμενοι. Στην απόφαση αυτή αναφέρονται τα εξής: "Το Δημοτικό Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα να αναλάβει (ο Δήμος την) επίσπευση της σύνταξης της πράξης αναλογισμού αποζημιώσεως ρυμοτομίας για τα ρυμοτομούμενα οικόπεδα, στα οποία αναφέρονται συγκύριοι οι αιτούντες του 1) σχετικού και εν συνεχεία μετά την κύρωση να προβεί στις νόμιμες ενέργειες ώστε να συντελεστεί η απαλλοτρίωση των ρυμοτομούμενων τμημάτων με το να αποζημιωθούν οι δικαιούχοι σύμφωνα με τις διατάξεις του από 17-07-1923 ν.
δ και του v. 2882/2001, τα οποία ήδη έχουν τεθεί σε κοινή χρήση, όπως προαναφέρθηκε". Η απόφαση αυτή δεν παρέχει εντολή στον ενάγοντα να ομολογήσει την αγωγή των εναγομένων με οικονομικό αντικείμενο 2.800.000 ευρώ. Έτσι, ο ενάγων παραστάθηκε και προς υποστήριξη των συμφερόντων του Δήμου, επικαλέστηκε στο υπόμνημα του τόσο την ένσταση παραγραφής, όσο και την καταχρηστικότητα, διότι τα επίδικα τμήματα είχαν παραχωρηθεί συναινετικά και αζημίως σε κοινή χρήση, χωρίς να παραβιάζει καμία αντίθετη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου και χωρίς να ενεργεί μόνος του, αλλά αντιθέτως, αντικρούοντας αξίωση εκατομμυρίων σε βάρος του Δήμου.
Μάλιστα, να αναφερθεί ότι έχει εκδοθεί η με αριθμό .../2015 πράξη προσκυρώσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως λόγω ρυμοτομίας επί πλατείας, στη συμβολή των οδών ..., της πόλεως … κατ' εφαρμογή της με αριθμό .../2012 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου και ακολούθως έχει κατατεθεί από το Δήμο η με αριθμό .../ΑΠ/16/2016 αίτηση περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος.
Περαιτέρω, τα ανωτέρω αναληθή γεγονότα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, όπως και την έβλαψαν σχετικά με την επαγγελματική του επάρκεια, την αμεροληψία και το ήθος του ως προσωπικότητα, αλλά προεχόντως ως δικηγόρου και ως νομικού συμβούλου του Δήμου, με αποτέλεσμα να μειωθεί εν γένει η αξιοπιστία του στο επαγγελματικό του περιβάλλον.
Προέβησαν δε οι 2η, 3ος, 4ος, 5η, 6η, 7η και 8ος των εναγομένων στην υποβολή των ένδικων αιτήσεων με σκοπό να προσβάλουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, τα ανωτέρω γεγονότα που διέλαβαν στα κείμενα τους ήταν ψευδή, αυτοί δε τελούσαν εν γνώσει της αναληθείας τους και περαιτέρω αποσκοπούσαν στην ποινική και πειθαρχική του δίωξη ώστε να πληγεί το επαγγελματικό του μέλλον και ιδίως ως νομικού συμβούλου του Δήμου … .
Άλλωστε, δεν επικαλούνται συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς τους περί συνεργασίας δικαστών και Δήμου, περί εγκληματικής οργάνωσης, περί κακουργηματικής απιστίας, περί ανηλεή πολέμου με σκοπό την εξόντωση της οικογένειας τους και περί ομάδας στην Πολεοδομία που ενεργεί σε βάρος των συμφερόντων του Δήμου ... .
Εξάλλου, με την ενέργεια του ενάγοντος να μην ασκήσει έφεση στις αποφάσεις των Διοικητικών Πρωτοδικείων πλήττονται τα οικονομικά συμφέροντα των 2ης, 3ου, 4ου και 5ης των εναγομένων, όπως και οι ίδιοι με τις προτάσεις τους στον πρώτο βαθμό παραδέχονται..., Ειδικότερα, μετά τη μη άσκηση εφέσεων από το Δήμο και την επιβολή νέων πράξεων εισφοράς στους ιδιοκτήτες του χρόνου κυρώσεως της διορθωτικής πράξης, πλήττονται τα οικονομικά συμφέροντα των 2ης, 3ου, 4ου και 5ης των εναγομένων ως αρχικών οικοπεδούχων, διότι αυτοί είχαν αναλάβει με σχετικό όρο στα συμβόλαια πώλησης την υποχρέωση καταβολής της εισφοράς που βάρυνε τους ειδικούς διαδόχους τους.
Παρόλο που γνώριζαν, λοιπόν, την αναλήθεια όλων των ανωτέρω, ισχυρίστηκαν τα γεγονότα αυτά στις ένδικες αιτήσεις τους, οι οποίες απευθύνονταν σε τρίτα πρόσωπα με σκοπό να βλάψουν τον ενάγοντα. Ο ισχυρισμός δε των εναγομένων, ότι δεν έλαβαν γνώση των υπό κρίση εγγράφων τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνονταν, αλλά μόνο ο ενάγων, δοθέντος ότι δεν έλαβαν κάποια απάντηση από τους αρμόδιους, αλλά ούτε και κάποια κλήση για να παραστούν, είναι αναληθής.
Ο ισχυρισμός τους αυτός αναιρείται μάλιστα και από τα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις τους του πρώτου βαθμού, καθόσον στη σελ. 16 και 17 αυτών εκθέτουν ότι έλαβαν αφενός το με αριθμό .../26-4-2016 έγγραφο του Προέδρου της Οικονομικής Επιτροπής, στο οποίο αναφέρεται ότι ενημερώθηκε ο τελευταίος για την με αριθμό .../16-2-2015 αίτηση και αφετέρου το με αριθμό .../22-4-2016 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα του Δήμου, από το οποίο προκύπτει ότι ενημερώθηκε για τις με αριθμό .../31-10-2014, .../31-10-2014 και .../16-2-2015 αιτήσεις.
Ακολούθως, η Πρόεδρος του Β' Τμήματος του Διοικητικού Εφετείου Χανίων έλαβε γνώση του περιεχομένου της με αριθμ. πρωτ. 2608/2-10-2014 αίτησης εξαίρεσης, όπως προκύπτει από την με αριθμό 69/2014 πράξη της. Το γεγονός ότι δεν εισήχθησαν τα εν λόγω θέματα στο συμβούλιο για συζήτηση και ότι οι εναγόμενοι έλαβαν απάντηση από αναρμόδιο όργανο, δηλαδή τον Γενικό Γραμματέα του Δήμου, δεν αναιρεί το γεγονός ότι τα έγγραφα περιήλθαν σε γνώση τρίτων, δοθέντος ότι ως τρίτος, ενώπιον του οποίου γίνεται ο ισχυρισμός ή η διάδοση, θεωρείται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή.
Αδιάφορο είναι επίσης ως προς την γνώση του τρίτου το γεγονός που ισχυρίστηκε ο Μ. Κ. με την με αριθμό 346/2016 ένορκη βεβαίωση του, την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι, ότι δηλαδή οι υπάλληλοι στη Γραμματεία του Δημοτικού Συμβουλίου είπαν στον τρίτο εναγόμενο ότι την αίτηση την είδε ο Π.
και δήλωσε ότι δεν είναι ανάγκη να περάσει από το Δημοτικό Συμβούλιο. Με βάση, λοιπόν, τα παραπάνω προκύπτει ότι υφίστανται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης και συγκεκριμένα για τους εναγόμενους, που υπέγραψαν τα εκάστοτε έγγραφα. Ωστόσο, η υπό κρίση αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τον πρώτο εναγόμενο, διότι αυτός δεν συνέταξε και δεν υπέγραψε κάποιο από τα ως άνω ένδικα έγγραφα.
Το γεγονός ότι είναι σύζυγος της 5ης και πατέρας της 6ης και της 7ης των εναγομένων, καθώς και ότι είναι διοικητικός Δικαστής και γνώστης των σχετικών ζητημάτων, δεν αποδεικνύει ότι η σύνταξη των εν λόγων κειμένων έγινε κατόπιν εντολής του στοχεύοντας στην περιφρόνηση της ηθικής και επαγγελματικής υπόστασης του ενάγοντος.
Oι συμβουλές, δε, που παρείχε ο πρώτος εναγόμενος προς την οικογένεια του, γεγονός που επιβεβαιώνει και ο ίδιος με τις προτάσεις του, δεν αρκούν για τη στοιχειοθέτηση της συκοφαντικής δυσφήμησης και της εξύβρισης σε βάρος του ενάγοντος όσον αφορά τα υπό κρίση έγγραφα, Άλλωστε, τα όσα κατέθεσε η μάρτυρας του ενάγοντος σχετικά με τον πρώτο εναγόμενο, στηρίζονται σε προσωπική της κρίση μετά την ανάγνωση των εγγράφων και δεν μπορεί άνευ άλλου τινός να θεμελιωθεί ευθύνη του πρώτου εναγομένου, δοθέντος ότι το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται στα ένδικα έγγραφα ίδιες υβριστικές εκφράσεις με την επιστολή του πρώτου εναγομένου προς τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου, για παράδειγμα "λιβελογράφοι" και "κουκουλοφόροι" και ότι το ύφος των εγγράφων αυτών μοιάζει, δεν κρίνεται ικανό για την απόδειξη του ισχυρισμού του ενάγοντος ως προς τον πρώτο εναγόμενο....
Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται παράνομη πράξη υπαιτίως τελεσθείσα... από τον πρώτο..., που να συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος με συκοφαντική δυσφήμηση ή με εξύβριση. Αντιθέτως, ενόψει όλων των ανωτέρω στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, τελεσθείσας από τους 2η, 3ο, 4ο, 5η, 6η, 7η και 8ο των εναγομένων σε βάρος του ενάγοντος, καθόσον διέδωσαν ψευδή για αυτόν γεγονότα,..., των οποίων γνώριζαν την αναλήθεια και τα οποία έβλαψαν την τιμή και υπόληψη του (ενάγοντος). Οι περισσότεροι μάλιστα χαρακτηρισμοί απευθυνόταν με σαφήνεια προς το πρόσωπο του ενάγοντος. Υπάρχουν στα εν λόγω κείμενα και κάποια αναληθή γεγονότα, που δεν αναφέρονται ονομαστικά στον ενάγοντα, όπως το γεγονός της ανώνυμης επιστολής προς το ΣΤΕ σχετικά με την μετάθεση του πρώτου εναγομένου, ωστόσο από το όλο κείμενο των εγγράφων γίνεται φανερό, χωρίς να αφήνονται περιθώρια να αντιληφθεί κανείς το αντίθετο, ότι, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και στον ενάγοντα.
Συνεπώς, εφόσον πρόκειται για συκοφαντική δυσφήμηση, δεν ερευνάται η ένσταση των εναγομένων ότι προέβησαν στους ισχυρισμούς αυτούς από δικαιολογημένη αγανάκτηση με σκοπό την τήρηση της νομιμότητας και την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, διότι... η ένσταση αυτή έχει εφαρμογή στην απλή δυσφήμηση και την εξύβριση και όχι στη συκοφαντική δυσφήμηση.
Από την προεκτεθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των 2ης, 3ου, 4ου, 5ης, 6ης, 7ης και 8ου των εναγομένων, ο ενάγων υπέστη ηθική για την αποκατάσταση της οποίας, ενόψει των περιγραφομένων ως άνω συνθηκών του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, του είδους, της βαρύτητας, της επαναλήψεως και των συνθηκών τελέσεως της προσβολής, του τόπου και του χρόνου, αλλά του μέσου με το οποίο τελέσθηκε, του γεγονότος ότι ο ενάγων δοκίμασε έντονη στενοχώρια και θλίψη, καθόσον δυσφημίστηκε ιδίως στον επαγγελματικό του περίγυρο, του βαθμού του πταίσματος των ως άνω εναγομένων, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση ύψους 15.000 ευρώ, σε βάρος των 2ης, 3ου, 4ου, 5ης, 6ης, 7ης και 8ου των εναγομένων, ευθυνομένων σε ολόκληρο ο καθένας.
Η χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος αποτιμάται σε ένα συγκεκριμένο ποσό (αυτό των 15.000 ευρώ) καθώς η προσβολή της προσωπικότητάς του επήλθε με τις ιστορούμενες πλείονες, διακριτές και αυτοτελείς, παράνομες και υπαίτιες ενέργειες των εναγομένων, οι οποίες, όμως, εν όψει των περιστάσεων υπό τις οποίες εκδηλώθηκαν, εμφανίζουν ενότητα, ως εντασσόμενες στην εν γένει μεθόδευση των εναγομένων που αποσκοπούσε στο να υποστεί ο ενάγων πειθαρχικές και ποινικές κυρώσεις, για τη δήθεν αποδιδόμενη σε αυτόν επίμεμπτη συμπεριφορά και εντεύθεν να πληγεί αυτός στο επαγγελματικό του μέλλον και ειδικότερα να απομακρυνθεί από τα καθήκοντα του στον Δήμο … .
Συνεπώς η εκ των επιμέρους αυτών αδικοπρακτικών συμπεριφορών προκύψασα βλάβη της προσωπικότητας του είναι ενιαία, με αποτέλεσμα να οφείλεται γι' αυτήν μία ενιαία παροχή (χρηματική ικανοποίηση), ενόψει της ταυτότητας του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο α) απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του μόνον ως προς τους δεύτερη έως και όγδοο των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων) επιδικάζοντας σ' αυτόν χωριστή χρηματική ικανοποίηση για κάθε επί μέρους πράξη, ενώ είχε απορρίψει αυτήν ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο (εναγόμενο), και β) δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την ως άνω απόφαση και, στη συνέχεια, δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και υποχρέωσε τους αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν στον αναιρεσείοντα, καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 15.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων άρθρων 57, 59, 480 - 482, 914, 926 και 932 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, υπάγοντας ορθά σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, καθόσον, με βάση τις περιστάσεις, τις οποίες ανελέγκτως δέχθηκε, η προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος επήλθε με μερικότερες πράξεις των δεύτερης έως και ογδόου των αναιρεσιβλήτων που εμφανίζουν ενότητα και, ως εκ τούτου, η εξ αυτών προκύψασα βλάβη της προσωπικότητας αυτού είναι ενιαία και οφείλεται γι' αυτήν ενιαία παροχή (χρηματική ικανοποίηση).
Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι επί μέρους άδικες πράξεις και οι αντίστοιχες προσβολές της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος α) τελέστηκαν από πρόσωπα (δεύτερη - όγδοο των αναιρεσειβλήτων) που συνδέονται συγγενικά μεταξύ τους, σε χρόνους που δεν απείχαν σημαντικά, ήτοι εντός του Οκτωβρίου 2014 οι τρεις πρώτες και στις αρχές Φεβρουαρίου 2015 η τελευταία, β) αφορμή τελέσεως των άδικων αυτών πράξεων αποτέλεσαν δύο συναφείς διοικητικές διαφορές, οι οποίες ανέκυψαν μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και του Δήμου … , προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας του οποίου είναι ο αναιρεσείων, και οι οποίες είχαν οδηγηθεί προς επίλυσή τους στα διοικητικά δικαστήρια, γ) τρία από τα τέσσερα επίμαχα έγγραφα απευθύνθηκαν προς το Δήμο … , αντίδικο των αναιρεσιβλήτων, ενώ η αίτηση εξαιρέσεως υποβλήθηκε στο Διοικητικό Εφετείο Χανίων, όπου εκκρεμούσαν οι ως άνω διοικητικές διαφορές, όλα δε τα έγγραφα αυτά είχαν, κατά τα ουσιώδη στοιχεία, το ίδιο περιεχόμενο και αφορούσαν την ίδια (υποτιθέμενη) συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και δ) ανεξαρτήτως του ειδικότερου σκοπού, για τον οποίο συντάχθηκαν τα συγκεκριμένα έγγραφα, όλες οι πράξεις εντάσσονταν στην εν γένει μεθόδευση των αναιρεσιβλήτων, που αποσκοπούσε στο να υποστεί ο αναιρεσείων πειθαρχικές και ποινικές κυρώσεις, για τη δήθεν αποδιδόμενη σε αυτόν επίμεμπτη συμπεριφορά και εντεύθεν να πληγεί αυτός στο επαγγελματικό του μέλλον και ειδικότερα να απομακρυνθεί από τα καθήκοντά του στον Δήμο … .
Mε βάση τις περιστάσεις αυτές στοιχειοθετείται, πράγματι, ενιαία αδικοπρακτική συμπεριφορά των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων και ενιαία προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος. Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε, ότι δηλαδή η προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος επήλθε με πλείονες, διακριτές και αυτοτελείς, παράνομες και υπαίτιες ενέργειες των δεύτερης έως και ογδόου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες, όμως, εν όψει των ανωτέρω αναφερομένων περιστάσεων υπό τις οποίες εκδηλώθηκαν, εμφανίζουν ενότητα, με αποτέλεσμα να οφείλεται από τους αναιρεσιβλήτους ενιαία χρηματική ικανοποίηση, παράλληλα δε, διέλαβε στο αιτιολογικό της απόφασης όλα τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήσαν αναγκαία για την ως άνω κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση και για την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους έτσι ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις, κυρίως από τον αρ. 1 και, επικουρικά, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ωστόσο, το Εφετείο, με το να καθορίσει την (ενιαία) χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις ένδικες μερικότερες πράξεις των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων, που εμφανίζουν ενότητα, στο ποσό των 15.000 ευρώ, παραβίασε ευθέως την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ηθική βλάβη που δέχθηκε ότι υπέστη ο αναιρεσείων, υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν, κυρίως δε ενόψει του εξακολουθητικού χαρακτήρα της προσβολής, του αριθμού των υπαιτίων προσώπων ως προς τους οποίους έγινε δεκτή η αγωγή, καθώς και της έντασης και της απαξίας της προσβολής, αλλά υπολείπεται καταφανώς εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντ/τος και 932 ΑΚ, αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, επεδίκασε σε αυτόν ως (ενιαία) εύλογη χρηματική ικανοποίηση το προαναφερόμενο ποσό, είναι ουσιαστικά βάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Πρέπει, όμως, για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).
Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον κατά την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (ΑΠ 1078/2015). Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335 και 352 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία έγινε επίκλησή της ως αποδεικτικού μέσου.
Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.
Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος.
Συνεπώς δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 691/0217, ΑΠ 188/2017), όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 1416/2007, ΑΠ 115/2007).
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ο διάδικος επικαλέσθηκε ομολογία του αντιδίκου του περιεχομένη στις προτάσεις του, εν τούτοις παρέλειψε να την εκτιμήσει και να την λάβει υπόψη του, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρισίμου γεγονότος που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλουμένου την ομολογία διαδίκου (ΑΠ 1160/2017, ΑΠ 469/2009, ΑΠ 1336/2008), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 532/2016, ΑΠ 105/2011).
Πρέπει, συνεπώς, ο αναιρεσείων να επικαλέσθηκε νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν και τούτο παρόλον ότι αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.
Για την επίκληση δε αυτή πρέπει να γίνει και ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, άλλως ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος (ΑΠ 709/2017, ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1139/2009). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δε δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά ( ΑΠ 1602/2017, ΑΠ 732/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ, και επικουρικά από τον αρ. 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις 1) τη δικαστική ομολογία του πρώτου εναγομένου (πρώτου αναιρεσίβλητου), σχετικά με την αδικοπρακτική ευθύνη του ως συναυτουργού, και σε κάθε περίπτωση, ως ηθικού αυτουργού της εναντίον του αναιρεσείοντος συκοφαντικής δυσφήμησης, η οποία περιλαμβανόταν στις από 28-9-2016 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και την οποία (ομολογία) ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε με τον πρώτο λόγο της έφεσής του ενώπιον του Εφετείου και 2) την εκ νέου δικαστική ομολογία του πρώτου αναιρεσίβλητου, σχετικά με το ίδιο ως άνω κρίσιμο γεγονός, η οποία περιλαμβανόταν στις από 14-11-2017 έγγραφες προτάσεις του και στις από 12-1-2018 συμπληρωματικές προτάσεις που αυτός κατέθεσε κατά την εκδίκαση της έφεσης του αναιρεσείοντος, την οποία ο τελευταίος επικαλέσθηκε με την από 12-1-2018 προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, παραβιάζοντας έτσι, σε κάθε περίπτωση, τους ορισμούς των άρθρων 352 και 353 ΚΠολΔ για την αποδεικτική ισχύ της δικαστικής ομολογίας.
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των πιο πάνω (κοινών) δικογράφων των αναιρεσιβλήτων, οι τελευταίοι διέλαβαν σ' αυτά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, και τα εξής: α) Στις από 28-9-2016 έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου: "Γνώριζε την ύπαρξή μου... και ότι προφανώς συμβουλεύω με βεβαιότητα τους συγγενείς μου (ηθική υποχρέωσή μου άλλωστε) ...
διαπράττοντας έτσι δεδομένη απιστία σε βάρος του Δήμου, θέλοντας (εδώ είναι o σκοπός του) να εκδικηθεί τους Ξ.... Δηλαδή τι ήθελε... ο κ. Π., να αφήσω τα παντελώς αθώα παιδιά μου απροστάτευτα". "Αισθάνομαι, εξ όσων γνωρίζω και βλέπω ότι η οικογένειά μου... βάλλεται για συγκεκριμένους λόγους από κάθε πλευρά, που τώρα και εδώ δεν μπορώ να αποκαλύψω.
Γνωρίζει,... την ύπαρξή μου... ισχυρίζεται ότι εγώ συντάσσω τα πάντα και είμαι ο ιθύνων νους και καθοδηγητής της οικογένειας, που κατά, τεκμήριο τουλάχιστον έχω ειδικές γνώσεις στα θέματα αυτά... και προφανώς συμβουλεύω την οικογένειά μου...". "Δηλαδή τι ήθελε ο κ. Π., να αφήσω τα παντελώς αθώα παιδιά μου απροστάτευτα και δεν θα τους έλεγα ότι εδώ έχετε να κάνετε με ένα δολίως παρανομούντα Δήμο.
Και βεβαίως συμβουλεύω, τον ενημερώνω, την οικογένειά μου", β) στις από 14-11-2017 έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου: ""...Δηλαδή τι ήθελε... ο κύριος Π., να αφήσω τα παντελώς αθώα παιδιά μου απροστάτευτα, αν και ο κ. Σ. τα καλύπτει απόλυτα νομικά, στο έλεος των πρωτοφανών ενεργειών του και της αμαρτωλής Πολ/μίας του Δήμου...", "...Και όλα αυτά, ενώ μάλιστα με θεωρεί, χωρίς βέβαια κανένα απολύτως στοιχείο, συντάκτη των πάντων, που κατά τεκμήριο στα θέματα αυτά έχω μία πείρα 40 ετών λόγω της ιδιότητάς μου? Δεν καταλαβαίνει ότι αυτό, αν έστω υποθετικά, καθ' υπόθεση εργασίας το αποδεχτώ, αλλά και να μην το αποδεχθώ, μόνο που γνωρίζει την ύπαρξή μου και με θεωρεί συντάκτη των "λίβελων" επιβαρύνει ακόμη περισσότερο, την ήδη δεινή θέση του, για οποιοδήποτε κριτή;...", "...Υποστηρίζω τη νομιμότητα και μόνο και ψέγω τους ανεπαρκείς και παρανόμους, όπου και αν βρίσκονται...", "...Και εγώ του λέω, καθ' υπόθεση εργασίας, ότι τα συνέταξα όλα, για να ησυχάσει επιτέλους...", "Την προσδιόρισα λέει προτού κάνει η οικογένεια την αίτηση εξαιρέσεως των δικαστών του άλλου Τμήματος, λέτε και δεν γνώριζα ότι έπεται άμεσα η αίτηση...", "...Δικαιολογείται μετά από αυτά η οικογένειά μου να διερωτάται, όπως και εγώ..
και ο δικηγόρος της, τι συμβαίνει με τις υποθέσεις της;..", "...Αλλά επειδή με τις αναφορές μας και αιτήσεις μας τους μιλούσαμε για απιστία και ποινικές ευθύνες έκαναν την αναφορά αυτή..", "...Του το έχω ξαναπεί άλλωστε. Όταν έκανε τις παρανομίες δεν σκεφτόταν τι κάνει; Τον ξανασυμβουλεύω..", "Πρόδηλη υπεράσπιση της απόλυτης νομιμότητας υπερασπιζόμαστε παντού.
Αν η νομιμότητα συνιστά χειραγώγηση σαφώς και επιδιώξαμε τη χειραγώγηση του εκκαλούντος, αλλά δυστυχώς για τον εκκαλούντα δεν τα καταφέραμε... Άλλωστε, αν είχε χειραγωγηθεί σύμφωνα με τις αιτήσεις και τις αναφορές μας...", "Ουδέποτε και πουθενά μιλήσαμε για παραδικαστικά κυκλώματα...", "Μα δεν καταλαβαίνει ο εκκαλών ότι εμείς είμαστε κυριολεκτικά ρομαντικοί της νομιμότητας γιατί πρωτίστως αυτό μας λέει "ο καθοδηγητής μας" πρώτος και κυρίως αυτό μας δίδαξαν οι γονείς μας;
Άλλωστε τούτο προκύπτει από όλες τις ενέργειές μας. Εμείς δεν χαϊδεύουμε αυτιά κανενός. Νομιμότητα ζητούμε παντού", "...Του ξαναλέγω όμως και να το καταλάβει καλά...", "... Συνεπώς και να "ομολογήσω" δεν τον ικανοποιώ...", "Αν τον παρακολουθήσετε..., θα μου απαγορεύσει και να συνομιλώ με την οικογένειά μου!...", "Εξ αρχής συμμορφώσαμε την Πολεοδομία οι Μ.
και Α. τουλάχιστον....", "Το μόνο που διερωτηθήκαμε και διερωτόμαστε είναι τι συμφέροντα εξυπηρετούν. Όλα όσα ψευδή και συκοφαντικά αναφέρει, αποτελούν συμπεράσματα δικά του από τις παρανομίες, που του καταλογίζουμε...", "Τοσούτον μάλλον, όταν όλες οι αιτήσεις μας απέβλεπαν στην προστασία του Δημοσίου συμφέροντος...", γ) στις από 12-1-2018 συμπληρωματικές προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου: "...
έχουμε υποβάλει προς το Δήμο 37 αιτήσεις θα σας τις προσκομίζαμε, αλλά θέλουμε φορτηγάκι...", "κυριολεκτικά τους έχουμε "τρελάνει"...", "...ικανοποιεί τα ευγενή του αισθήματα απέναντι της οικογένεια και κυρίως του κ. Φ. λόγω της αποκάλυψης των ανομιών του.... Εάν μελετήσετε.. είμαστε βέβαιοι, ότι θα μας λέγατε...
πως και λίγα του έχετε πει..., αφού εμείς έχουμε καταφύγει στη δικαιοσύνη και όλες οι... ενέργειές μας μας (άρα και όλοι οι "λίβελοι")... αποβλέπουν στην τήρηση της νομιμότητας...", "... που του λέμε εμφαντικά να μην παρανομεί...", "Επειδή αυτός παρανομεί σε βάρος... ανυποψίαστων ανθρώπων (οικοπεδούχων) και ειδικά της οικογένειάς μου...
επιτρέψτε μου και ζητώ συγγνώμη από το σεβαστό Δικαστήριο, και κυρίως εκ προθέσεως,... θα βρούμε το μπελά μας οικογενειακώς?...", "... Επειδή υποψιάζεται λέει την οικογένειά μου για τήρηση της νομιμότητας και μόνο (ΗΘΙΚΗ ΜΟΥ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΥΓΕΙΩΣ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ), και συνεπώς για το συμφέρον του Δήμου προσθέτω εγώ,...
και περαιτέρω υποψιάζεται λέει ότι συμμετέχω στη σύνταξη των "λίβελων"... και έχω λέει και "άμεσο συμφέρον"!!. Δηλαδή είμαι και ιδιοτελής, που είμαι υπέρ της νομιμότητας, που είναι αυτονόητα μόνο για το συμφέρον του Δήμου!...", "Μπορεί να μας πει ο κ. Π. μία περίπτωση... (τον προκαλώ),... όλοι οι πολιτικοί ταγοί του Δήμου αναζητούσαν εμένα,.... "και τους έπεισα εγώ αναλογιζόμενος το ορθό κυρίως λόγω της ιδιότητάς μου,...", "...
Γνώριζε και την ύπαρξή μου,... και ότι προφανώς συμβουλεύω με βεβαιότητα τους συγγενείς μου (ηθική υποχρέωσή μου άλλωστε)...", "...Δεν γνώριζε ότι θα ενημέρωνα την οικογένειά και ειδικά τη σύζυγό μου (ότι οφείλει) και τα παιδιά μου (ότι δεν οφείλουν) για τις πρόδηλες και δόλιες παρανομίες του,...", "Πως κ. Π., επιτρέψτε μου κ.
Πρόεδρε την ερώτηση, συκοφαντηθήκατε, με την υποστήριξη της νομιμότητας...",, "Γιατί εγώ προσωπικά αυτό κάνω μια ζωή και ως "έγκλημα", που κατ' εξακολούθηση διαπράττω, το ομολογώ, όπως βέβαια και η οικογένειά μου,... Υποστηρίζω τη νομιμότητα και μόνο και ψένω τους ανεπαρκείς και παράνομους, όπου και αν βρίσκονται...", " Σημειώστε...
ότι είχα και αποκλειστικά προσωπική ευθύνη για την υπόθεση (όπως ήδη προανέφερα) και ένιωθα και νιώθω ένοχος... γιατί με αποκλειστικά δική μου πρωτοβουλία διανοίχθηκαν οι δρόμοι χωρίς να συντελεστεί απαλλοτρίωση...", "... Εγώ προσωπικά ασχολήθηκα και γνωρίζω τα πάντα. Σιγά σιγά θα μας πει ο ενάγων ότι είναι η πλέον άψογη υπηρεσία στο …!!!.
Μα που νομίζει πως ζούμε εμείς?... Προσωπικά ενημερώθηκα από γνωστό μου τότε Αντιδήμαρχο και γνωρίζω τα πάντα και σταματώ εδώ...", "εμείς δεν χαϊδεύουαε αυτιά κανενός.... νομιμότητα ζητούμε παντού...", "Θα σας πρότεινα να με καταδικάζατε κ. Δικαστές, για να ησυχάσει, αλλά, κατά την προσωπική μου άποψη... ακόμη και αν αποδεχθώ πλήρως την σύνταξη όλων των "λίβελων", πιστεύω ακράδαντα, ότι δεν μπορείτε,...
να θεμελιώσετε ευθύνη μου από αυτούς, διότι όλοι,... μόνο αποκλειστικό σκοπό έχουν την τήρηση της νομιμότητας,...
Συνεπώς και να "ομολογήσω " δεν τον ικανοποιώ...", "... Μετά κάναμε χιονοστιβάδα αιτήσεων για τη νομιμότητα και ο ιθύνουν νους εκκαλών δεν υπακούει σε τίποτε...", "Το μόνο που διερωτηθήκαμε και τώρα ακόμη διερωτόμαστε, είναι τι συμφέροντα εξυπηρετούν..., αφού ο Δήμος... ζημιώνεται, όπως ήδη αναφέραμε και παρακάτω θα επαναλάβουμε....
και εκ προθέσεως παρανομίες, που του καταλογίζουμε...", "Άλλωστε... τους ευχαριστήσαμε με τις παραιτήσεις μας..., ικανοποιεί τα προσωπικά καπρίτσια του... εναντίον μας... Τοσούτο μάλλον, όταν όλες οι αιτήσεις μας απέβλεπαν στην προστασία του Δημοσίου συμφέροντος... διότι όλες ανάγονται σε χρόνο μετά την προσφυγή μας στη δικαιοσύνη...
Δηλαδή όπως ήδη εκθέσαμε, μόνο βλάκες και ηλίθιους θα μπορούσε να μας πει κανείς,... Αναμένουμε απόδοση δικαιοσύνης...", " ... Αλλά και να συκοφαντούμαι από τον κ. Π. (και η, οικογένειά μου) εγώ, ότι δήθεν "παρανόμησα" Μεγάλη μου τιμή....". Όμως, από τις πιο πάνω αναλυτικά αναφερόμενες περικοπές των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων, δεν συνάγεται δικαστική ομολογία του πρώτου εξ αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, ότι δηλαδή είχε και ο ίδιος συμμετοχή στη σύνταξη των επίμαχων αιτήσεων και αναφορών όσον αφορά τους εμπεριεχόμενους στα εν λόγω έγγραφα συκοφαντικούς ισχυρισμούς σε βάρος του αναιρεσείοντος και, σε κάθε περίπτωση, ότι είναι ο ηθικός αυτουργός της τέλεσης από τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, αλλά, αντιθέτως, προκύπτει ότι οι περικοπές αυτές συνιστούν στο σύνολό τους σαφείς αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς (και) του πρώτου αναιρεσιβλήτου, με διατύπωση κρίσεων και επιχειρημάτων, οι οποίοι δεν περιέχουν επιζήμια γι' αυτόν, σε σχέση με την αγωγή, γεγονότα.
Τούτο προκύπτει, ιδιαίτερα, από τις φράσεις "με θεωρεί, χωρίς βέβαια κανένα απολύτως στοιχείο, συντάκτη των πάντων" και "Δεν καταλαβαίνει ότι αυτό, αν έστω υποθετικά, καθ' υπόθεση εργασίας το αποδεχτώ...", από τις οποίες προκύπτει σαφής πρόθεση μη αναγνώρισης οποιασδήποτε συμμετοχής του στη σύνταξη των παραπάνω δυσφημηστικών εγγράφων.
Μόνη η αναφορά του γεγονότος ότι συμβουλεύει τα μέλη της οικογενείας του δεν αποτελεί ομολογία τέλεσης της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού η αναγνώριση αυτή δεν αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, ενώ, όπως αναφέρθηκε, δεν αρκεί το αναγνωριζόμενο γεγονός να αποτελεί, απλώς, τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό, που εν προκειμένω είναι η συμμετοχή του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην τελεσθείσα σε βάρος του αναιρεσείοντος συκοφαντικής δυσφήμησης.
Ενόψει αυτών, ούτε και από τη χρησιμοποίηση λέξεων και φράσεων σε πρώτο ενικό ή σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο συνάγεται ομολογία του πρώτου αναιρεσεσιβλήτου, αφού πρόκειται για κοινές προτάσεις όλων των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, και κατά τα δύο τμήματά του, από τον αρ. 11 περ.
γ' και, επικουρικά, από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις πιο πάνω ομολογίες του πρώτου αναιρεσιβλήτου, αλλιώς ότι δεν προσέδωσε την από το νόμο προσδιδόμενη σ' αυτές αποδεικτική δύναμη, είναι αβάσιμος. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ομοίως, η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τα παρακάτω έγγραφα, ήτοι α) την από 26-6-2017 αναφορά του πρώτου αναιρεσίβλητου προς τον Δ.Σ.Η., β) την από 25-9-2017 συμπληρωματική αναφορά αυτού προς τον Δ.Σ.Η., γ) την από 9-8-2017 έγγραφη επιστολή του προς τον κ.
Πρόεδρο και τους Αντιπροέδρους του ΣΤΕ, τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Διοίκησης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και τους Δικαστές του 4ου τμήματος του Διοικ. Εφετείου Αθηνών και δ) την από 5-11-2017 αγωγή κατά του αναιρεσείοντος και της δικηγόρου Π. Ζ., από το περιεχόμενο των οποίων καθίσταται σαφής η συμμετοχή του πρώτου αναιρεσιβλήτου στη σύνταξη των τεσσάρων επίδικων και συκοφαντικών εναντίον του αναιρεσείοντος εγγράφων, αν όχι και η αποκλειστική σύνταξή τους από αυτόν και, ως εκ τούτου, αν είχε λάβει υπόψη τα εν λόγω έγγραφα, θα κατέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα.
Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως που αναφέρονται τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί συμμετοχής του πρώτου αναιρεσιβλήτου στη σε βάρος του τελεσθείσα αδικοπραξία λόγω ομοιότητας των επίμαχων συκοφαντικών εγγράφων με άλλα έγγραφα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, προς απόδειξη των οποίων αυτός επικαλέστηκε και τα προαναφερόμενα τέσσερα έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα παραπάνω φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει α) να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) και β) να αναιρεθεί, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου δεύτερου (κατά το πρώτο σκέλος) λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους δεύτερη έως και όγδοο των αναιρεσιβλήτων, κατά το κεφάλαιο που προεκτέθηκε (επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης). Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί κατά το μέρος αυτό η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-8-2018 αίτηση του Χ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 54/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 54/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης ως προς τους δεύτερη έως και όγδοο των αναιρεσιβλήτων, κατά το κεφάλαιο που προεκτέθηκε.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω κεφάλαιό της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
ΚΑΙ
Καταδικάζει τους δεύτερη έως και όγδοο των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ