Legislator Case Law & Legislation
59/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against second-instance dismissal, correcting reasoning on damages while upholding verdict.

Case Number 59/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the final judgment of the Single Court of Appeal in Western Macedonia. The appellant argued that the lower court incorrectly dismissed a claim for damages as factually unfounded when it should have been dismissed as legally unfounded. The court found the reasoning regarding the positive damages of €4,513.74 erroneous but upheld the dismissal of the claim for the other damages amount, ruling that the appellant had no legal interest in overturning the final decision on that specific issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 111(2), 577(3), 578, 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially annul a final judgment to correct erroneous reasoning while upholding the correct operative part if no legal interest exists to prevent a potentially adverse res judicata.

Keywords

AI generated
partial annulment of judgment legal interest in appeal res judicata protection reasoning correction code of civil procedure damages assessment single court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 111(2) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 59 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 59/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Ε. & Σ. Ο..Ε.., που ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ντάλλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) α) Α. Κ. του Δ., με την ιδιότητα του ήδη διαδίκου και β) με την ιδιότητα ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός του Δ. Κ. του Α., 2) α) Δ. Κ. του Χ., για τον εαυτό της ατομικά και β) ως ασκούσας (πλέον) αποκλειστικά τη γονική μέριμνα της ανηλίκου θυγατρός της Π. Κ. του Δ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος συζύγου της και πατρός της ανηλίκου θυγατρός της αντίστοιχα, Δ. Κ. του Α. και 3) Χ. Κ. του Δ.,ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός του Δ. Κ. του Α., κατοίκων απάντων Κ.. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελπίδα Κουϊμτζίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 284/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2021 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-10-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 35/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δ.Μακεδονίας, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθμ.284/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, που είχε απορρίψει την από 19.12.2017 αγωγή της κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου και του Δ. Κ. του Α., στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν, λόγω του επισυμβάντος θανάτου του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν την άσκηση της αναίρεσης, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι πρώτος αναιρεσίβλητος, δεύτερη αναιρεσίβλητη, ατομικά και για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της Π. Κ. και ο τρίτος αναιρεσίβλητος, με αντικείμενο αποζημίωση λόγω ευθύνης από τις διαπραγματεύσεις. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα ως άνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1728/2014).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 18/2018). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1283/2017).

Περαιτέρω, στο άρθρο 197 ΑΚ ορίζεται ότι "κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη", ενώ στην πρώτη παράγραφο του επόμενου άρθρου 198 ΑΚ προβλέπεται ότι "όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξενήσει υπαίτια στον άλλο ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 298 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Προϋποθέσεις της προσυμβατικής ευθύνης είναι: α) ύπαρξη σταδίου διαπραγματεύσεων, το οποίο αρχίζει από τη στιγμή που θα πραγματοποιηθεί η προσέγγιση των προσώπων που ενδιαφέρονται για τη σύναψη ισχυρής μεταξύ τους σύμβασης, για τη διερεύνηση των δυνατοτήτων σύναψης και καθορισμού των όρων αυτής και λήγει είτε με την οριστική διακοπή των διαπραγματεύσεων, είτε με τη σύναψη της σύμβασης (προσυμφώνου ή της κυρίας συμβάσεως) και φυσικά άμα η σύμβαση αυτή περιληφθεί τον τυχόν απαιτούμενο νόμιμο ή δικαιοπρακτικό τύπο κατά τις ΑΚ 158 και 159 παρ. 2 (ΑΠ 12/2006), β) συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά το ανωτέρω στάδιο, γ) επέλευση ζημίας, δ) υπαιτιότητα, για την οποία αρκεί και η κατ` άρθρο 330 εδ.

β` ΑΚ αμέλεια, ε) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπαίτιας αντισυναλλακτικής και κακόπιστης συμπεριφοράς του ζημιώσαντος και της ζημίας. Ειδικότερα, υπό την έννοια των παραπάνω διατάξεων, συμπεριφορά των μερών σύμφωνη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη είναι η επιβαλλόμενη στα μέρη συναλλακτική ευθύτητα κατά την αντίληψη του έμφρονος συναλλασσομένου, η τήρηση δηλαδή από τα μέρη των τρόπων ενέργειας που γενικώς ακολουθούνται στις εντίμως διεξαγόμενες συναλλαγές, ενώ διαπραγματεύσεις είναι οι προφορικές ή έγγραφες ανταλλαγές απόψεων των ενδιαφερομένων για τη σύναψη συμβάσεως, με τις οποίες επιδιώκεται η βαθμιαία προσέγγιση των διαφορετικών αρχικών θέσεών τους σχετικά με τους όρους της υπό συζήτηση συμβάσεως μέχρι και την τελική σύμπτωσή τους ή την αδυναμία τέτοιας σύμπτωσης.

Το στάδιο των διαπραγματεύσεων διαρκεί μέχρι την διακοπή τους και ματαίωση της σύμβασης ή την κατάρτισή της. Κατά το στάδιο αυτό επιβάλλεται η παροχή διασαφητικών πληροφοριών και εξηγήσεων σε σχέση με το αντικείμενο της σύμβασης και μάλιστα τέτοιων που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην απόφαση του άλλου, δηλαδή η λεγόμενη υποχρέωση διαφώτισης και προστασίας.

Πάντως, η υποχρέωση αυτή της διαφώτισης και προστασίας δεν φτάνει μέχρι το σημείο να επεκτείνεται και σε όσα θέματα το άλλο μέρος θα όφειλε και θα μπορούσε να πληροφορηθεί με δική του επιμελή έρευνα. Η αδικαιολόγητη διακοπή των διαπραγματεύσεων τότε μόνο αντίκειται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, όταν οι διαπραγματεύσεις είχαν ουσιαστικώς περατωθεί με συμφωνία των ενδιαφερομένων επί όλων των αφορώντων τη σύμβαση σημείων και υπολειπόταν η απαιτούμενη από το νόμο ή τη συμφωνία των μερών τυπική κατάρτισή της ή όταν υπήρχαν διαβεβαιώσεις ότι θα καταρτιζόταν η σκοπούμενη σύμβαση (ΑΠ 1100/2020, ΑΠ 554/2011, ΑΠ 1678/2001).

Έτσι, η ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις έχει εφαρμογή και επί ματαιώσεως καταρτίσεως της συμβάσεως σε χρόνο, κατά τον οποίο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών έχουν τερματισθεί οριστικώς με συμφωνία τούτων επί όλων των αφορώντων τη σύμβαση σημείων και δεν υπολείπεται παρά μόνον η τυπική υπογραφή της συμβάσεως, περί της οποίας ο υπαίτιος της ματαιώσεως είχε δώσει στον αντισυμβαλλόμενο σαφείς διαβεβαιώσεις ότι θα πρέπει να θεωρείται αυτή ως βεβαία (ΑΠ 197/2007, ΑΠ 12/2006).

Στην περίπτωση αυτή, ο υπαίτιος της ματαιώσεως της σύμβασης είναι υπόχρεος να αποζημιώσει τον άλλον, στον οποίο δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση περί βεβαίας συνάψεως της σύμβασης, με συνέπεια να πιστέψει ως επικείμενη την κατάρτισή της. Tην ευθύνη από τις διατάξεις 197 - 198 ΑΚ φέρει κατ' αρχήν, αν κατά τις διαπραγματεύσεις χρησιμοποιήθηκε αντιπρόσωπος ή άλλος προστηθείς, ο αντιπροσωπευόμενος, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται προσωπική ευθύνη των πιο πάνω προσώπων, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ. Όταν, όμως, εκείνος που προέβη σε διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση της σύμβασης με τον αντιπρόσωπο ή τον προστηθέντα, εμπιστεύθηκε και απέβλεψε στο πρόσωπο αυτού, τότε υπεύθυνος από τις διαπραγματεύσεις είναι και ο ίδιος ο αντιπρόσωπος ή ο προστηθείς.

Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, όπως και στην περίπτωση της από κοινού πρόκλησης της εμπιστοσύνης από αντιπρόσωπο και αντιπροσωπευόμενο και από κοινού προς αυτούς παροχή της εμπιστοσύνης του άλλου μέρους, υπάρχει ευθύνη και των δύο, ευθυνομένων εις ολόκληρον. Επίσης, στην περίπτωση του νομίμου αντιπροσώπου ανηλίκου, του οποίου η αντιπροσωπευτική εξουσία προϋποθέτει υποταγή του αντιπροσωπευομένου, τότε δημιουργείται ευθύνη αυτού που πράγματι διενήργησε κυριαρχικά τις διαπραγματεύσεις, όχι μόνο με βάση τις ΑΚ 914 επ., αλλά και με βάση τις ΑΚ 197, 198 και 330, σε συνδυασμό με τις ΑΚ 211 επ., 1589 και 1603 (ΑΠ 12/2006).

Ως ζημία νοείται το καλούμενο αρνητικό της σύμβασης διαφέρον ή διαφέρον εμπιστοσύνης, δηλ. η ζημία που υπέστη ο διαπραγματευόμενος, επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης και την οποία θα είχε αποφύγει, αν από την αρχή τηρούσε αρνητική στάση και όχι το διαφέρον εκπλήρωσης της σύμβασης,αφού τα μέρη δεν είχαν νομική υποχρέωση για τη σύναψή της.

Αποκαθίσταται ιδίως η ζημία που αυτός υπέστη, διότι, πιστεύοντας δικαιολογημένα ότι επίκειται κατάρτιση της σύμβασης, υποβλήθηκε σε δαπάνες ή απέκρουσε άλλη ευκαιρία προς σύναψη παρόμοιας σύμβασης με τους αυτούς ή ευνοϊκότερους όρους (Ολ ΑΠ 37/2005,ΑΠ 347/2018, ΑΠ 606/2015, ΑΠ 334/2015, ΑΠ 878/2011, ΑΠ 1955/2009, ΑΠ 1734/2009,ΑΠ 197/2007,ΑΠ 1678/2001,ΑΠ 1346/2000).

Η ζημία δε αυτή, πρέπει να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την αθέμιτη ή την αντίθετη συμπεριφορά του άλλου προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και η υπαίτια συμπεριφορά που προκάλεσε τη ζημία να εκδηλώνεται κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων (ΑΠ 920/2021, ΑΠ 1100/2020). Στην περίπτωση ματαίωσης της κατάρτισης σύμβασης πώλησης, την οποία ο αγοραστής πίστεψε ως επικείμενη και για το λόγο αυτό απέκρουσε άλλη ευκαιρία για την σύναψη αγοράς με τους ίδιους ή παραπλήσιους συγκριτικά όρους με εκείνης που ματαιώθηκε, δικαιούται να ζητήσει τη διαφορά του τιμήματος της αγοράς που απέκρουσε από το μεγαλύτερο, λόγω ανατίμησης, τίμημα μεταγενέστερης αγοράς του (ΑΠ 628/1995) ή αυτό που απώλεσε από την απόκρουση άλλης ευκαιρίας για σύναψη όμοιας σύμβασης, με τους ίδιους ή ευνοϊκότερους όρους (ΑΠ 280/2013).

Εξάλλου, για την πληρότητα κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ της αγωγής αποζημίωσης λόγω ευθύνης από διαπραγματεύσεις, αρκεί να μνημονεύεται στο αγωγικό δικόγραφο η ύπαρξη σχέσης διαπραγματεύσεων, η αντισυναλλακτική συμπεριφορά του εναγομένου, η υπαιτιότητά του, η ζημία καθώς και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ συμπεριφοράς και ζημίας.

Τέλος, αν κάποιος κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων επιδείξει συμπεριφορά αντίθετη με τα χρηστά ήθη, τότε παράλληλα με την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις θεμελιώνεται κατ` αυτού και αξίωση από αδικοπραξία, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 919 και 914 επ. ΑΚ (ΑΠ 920/2021, ΑΠ 223/2016). Ειδικότερα κατά το άρθρο 919 ΑΚ όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/1991), για την κρίση δε της υπάρξεως ή μη υπάρξεως αντιθέσεως της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη εκτιμάται όχι μεμονωμένο στοιχείο, όπως το αίτιο ή ο σκοπός του δράστη, αλλά το σύνολο των συνθηκών και περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά.

Προϋποθέσεις εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης είναι: α) ανθρώπινη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη αναγόμενη σε άσκηση δικαιώματος), β) αντίθεση της συμπεριφοράς αυτής στα χρηστά ήθη, γ) πρόθεση επαγωγής ζημίας, δ) να προκλήθηκε πράγματι η ζημία και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας, τέτοια δε συμπεριφορά υπάρχει, όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου, πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο (ΑΠ 1586/2022).Η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική, εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Η πρόθεση (δόλος) έχει την έννοια ότι ο ζημιώσας ήξερε ότι με τη συμπεριφορά του θα ζημιωνόταν κάποιος άλλος και ήθελε την πρόκληση της ζημίας. Εκτός όμως από τον άμεσο δόλο, που υπάρχει όταν ο υπαίτιος ενήργησε με αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλο, αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος (Ολ ΑΠ 10/1991), δηλαδή αρκεί ο υπαίτιος να γνώριζε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρά ταύτα να μην απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη.

Τέλος, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και της ζημίας που επήλθε στον παθόντα έχει την έννοια ότι η πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου, ενόψει των ειδικών περιστάσεων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ήταν πρόσφορη αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος (ΑΠ 1398/2000). Δηλαδή, για την ύπαρξη ευθύνης από τις διαπραγματεύσεις, απαιτείται συμπεριφορά αντίθετη στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη, ενώ για να θεμελιωθεί παράλληλα και ευθύνη από αδικοπραξία θα πρέπει να υφίσταται πλέον των λοιπών προϋποθέσεων των άρθρων 919 και 914 ΑΚ και συμπεριφορά αντίθετη με τα χρηστά ήθη, δεδομένου ότι η αντίθεση της συμπεριφοράς προς τα συναλλακτικά ήθη αρκεί για τη θεμελίωση της ευθύνης από διαπραγματεύσεις, όχι όμως και για την ευθύνη από το άρθρο 919 ΑΚ, για την εφαρμογή του οποίου απαιτείται και συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη (ΑΠ 1523/2022, ΑΠ 920/2021, ΑΠ 223/2016).

3.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, η αναιρεσείουσα, στην από 19-12-2017 αγωγή της ιστορούσε τα εξής: Ότι στις αρχές Ιουλίου 2017 πληροφορήθηκε την εκδήλωση ενδιαφέροντος για πώληση φωτοβολταϊκού σταθμού στην περιοχή του ...

μέσω μεσιτικής εταιρίας, νόμιμα εκπροσωπούμενης από τον Α. Ρ. (μη διάδικο), ο οποίος και την έφερε σε επαφή με τον αρχικώς δεύτερο εναγόμενο, προκειμένου να προβεί στην αγορά του εν λόγω φωτοβολταϊκού σταθμού, καθώς και του ακινήτου επί του οποίου βρίσκεται αυτός εγκατεστημένος. Ότι, ακολούθως, την 13-07-2017 συντάχθηκαν σχετικά δύο ιδιωτικά συμφωνητικά και δη α) ένα μεταξύ αυτής και του πρώτου εναγομένου, ιδιοκτήτη/παραγωγού του φωτοβολταϊκού σταθμού και υιού του δεύτερου (πρώτου αναιρεσιβλήτου), το οποίο αφορούσε στην πώληση της άδειας του πάρκου και των εγκαταστάσεων αυτού μετά των σχετικών αδειών, με συνολικό τίμημα το ποσό των 275.000 ευρώ κατά τους ειδικότερους σε αυτό αναγραφόμενους όρους, και β) ένα μεταξύ αυτής και του αρχικώς δεύτερου εναγομένου, υπό την ιδιότητά του ως γονέα των ανηλίκων τέκνων του, Χ.

Κ. (τρίτου αναιρεσιβήτου ήδη ενηλίκου) και Π. Κ. (εκπροσωπούμενης από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη μητέρα της), συνιδιοκτητών του ακινήτου, επί του οποίου ο ως άνω σταθμός, το οποίο αφορούσε στην πώληση του εν λόγω ακινήτου αντί τιμήματος 30.000 ευρώ και κατά τα σε αυτό ειδικότερα αναγραφόμενα. Ότι, έχουσα τις διαβεβαιώσεις αμφότερων των εναγομένων περί την από μέρους τους υλοποίηση των συμφωνιών, προέβη στις απαιτούμενες ενέργειες δανειοδότησής της, σε καθαρισμό του φωτοβολταϊκού σταθμού, σε λήψη προσφοράς για την αποκατάσταση βλαβών, που διαπιστώθηκαν μετά από τον διενεργηθέντα σχετικά τεχνικό έλεγχο, καθώς και στα έξοδα μετάβασης και διαμονής του νόμιμου εκπροσώπου της στον τόπο του σταθμού κατά την ήμερα του ελέγχου.

Ότι τόσο το τρίτο δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου 2017 όσο και στις αρχές του μηνός Οκτωβρίου 2017 ζήτησε διά του νομίμου εκπροσώπου της από τον αρχικώς δεύτερο εναγόμενο μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων κάποια έγγραφα, προκειμένου να διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή ο απαραίτητος νομικός έλεγχος τόσο του φ/β σταθμού όσο και του ως άνω ακινήτου, ενημερώνοντάς τον ταυτόχρονα (τον δεύτερο εναγόμενο) ότι είχε λάβει την έγκριση του δανείου που η ίδια είχε ζητήσει.

Ότι, εντούτοις, όχι μόνο δεν έλαβε τα εν λόγω έγγραφα, αλλά την 13-10-2017 ο αρχικώς δεύτερος εναγόμενος απέστειλε στο νόμιμο εκπρόσωπό της ηλεκτρονικό μήνυμα, στο οποίο για πρώτη φορά έκανε λόγο περί υποτιθέμενης προφορικής συμφωνίας τους για ολοκλήρωση της διαδικασίας της μεταβίβασης εντός του Αυγούστου και πως λόγω της καθυστέρησης της ιδίας (ενάγουσας) αυτός θεώρησε πως δε θα προχωρήσει η πώληση, δηλώνοντας ταυτόχρονα πως η διαδικασία δε θα ολοκληρωθεί και πως δε δεσμεύεται πλέον από τη μεταξύ τους συμφωνία.

Ότι, ωστόσο, τέτοια συμφωνία ουδέποτε υπήρξε και ότι ο εν λόγω ισχυρισμός των εναγομένων ετέθη το πρώτον μετά από τις συνεχείς οχλήσεις της για την εκ μέρους τους τήρηση των συμφωνηθέντων και προφανώς προκειμένου να αποποιηθούν των ευθυνών τους. Ότι από τη συμπεριφορά των εναγομένων προκύπτει πως αυτοί απέκρυπταν την αλήθεια, μη αναφέροντας αρχικά ποιοι ήταν οι ιδιοκτήτες του φωτοβολταϊκού σταθμού και του αγροτεμαχίου, στη συνέχεια δε προβάλλοντας τον άνω ισχυρισμό τους περί υποτιθέμενης μεταξύ τους συμφωνίας περί ολοκλήρωσης των διαδικασιών εντός του μηνός Αυγούστου του 2017, όταν αφενός κάτι τέτοιο δεν είχε συμφωνηθεί ποτέ, για το λόγο δε αυτό και δεν είχε αναγραφεί στα ως άνω δύο ιδιωτικά συμφωνητικά, αφετέρου ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν όλες οι απαιτούμενες ενέργειες και να υπογραφούν συμβολαιογραφικά έγγραφα και έγγραφα με τις "δημόσιες" αρχές εντός διαστήματος 40 ημερών, 31 εκ των οποίων ήταν ο μήνας Αύγουστος με κλειστά Δικαστήρια και με δικηγόρους και συμβολαιογράφους απόντες λόγω των δικαστικών διακοπών.

Ότι το διάστημα από την αρχική επαφή της με τους εναγομένους και την υπογραφή των προαναφερόμενων συμφωνητικών έως και την υπογραφή των οριστικών συμβολαίων, η οποία ουδέποτε έλαβε τελικά χώρα, ήταν διάστημα διαπραγματεύσεων, κατά το οποίο σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν οι εναγόμενοι επέδειξαν συμπεριφορά αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθόσον αφενός παρέβησαν την υποχρέωσή τους για παροχή πληροφοριών και διασαφήσεων, καίτοι προσκλήθηκαν επανειλημμένως προς τούτο, αφετέρου παρά τη δοθείσα υπόσχεσή τους ματαίωσαν την κατάρτιση των ως άνω αναφερόμενων συμβάσεων.

Ότι από την ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων υπέστη θετική ζημία, καθώς, θεωρώντας ως επικείμενη τη σύναψη των συμβάσεων, προέβη σε δαπάνες και συγκεκριμένα α) ποσού 99,70 ευρώ για τη διαμονή και τη διατροφή του εκπροσώπου της στην ..., προκειμένου να παρίσταται στον τεχνικό έλεγχο του φ/β σταθμού, β) ποσού 335,24 ευρώ για τον καθαρισμό του φ/β σταθμού, γ) ποσού 992 ευρώ για τη διενέργεια τεχνικού ελέγχου - αυτοψίας του φ/β σταθμού, δ) ποσού 86 ευρώ για επίδοση εξώδικης δήλωσης στους εναγόμενους και ε) ποσού 3.000 ευρώ για την αμοιβή της μεσίτριας εταιρίας, ήτοι το ήμισυ της συμφωνηθείσας (6.000 ευρώ) λόγω μη τελεσφόρησης της μεταβίβασης (σταθμού και ακινήτου), ήτοι συνολικού ποσού 4.513,74 ευρώ.

Ότι παράλληλα υπέστη και αποθετική ζημία (αρνητικό διαφέρον ή διαφέρον εμπιστοσύνης από την απόκρουση άλλης ευκαιρίας για σύναψη όμοιας σύμβασης με τους ίδιους ή ευνοϊκότερους όρους) και, συγκεκριμένα, απώλεσε 225.382,50 ευρώ, ποσό που θα αποκέρδαινε σε 15 έτη λειτουργίας του αναφερόμενου στην αγωγή φωτοβολταϊκού σταθμού, εάν δεν απέκρουε τη σχετική προσφορά.

Ότι, συνεπώς, από την προαναφερθείσα συμπεριφορά των εναγομένων υπέστη ζημία συνολικού ποσού 229.896,24 ευρώ (=4.513,74 + 225.382,50). Ότι, περαιτέρω, τα ανωτέρω συνιστούν υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων με την οποία επήλθε ζημία στα έννομα αγαθά της ιδίας και η οποία γεννά υποχρέωσή τους για αποζημίωση, ήτοι αδικοπραξία κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, επικουρικά δε, ότι οι εναγόμενοι έγιναν πλουσιότεροι χωρίς νόμιμη αιτία επί ζημία της περιουσίας της και, συνεπώς πρέπει να της αποδώσουν την ωφέλειά τους αυτή ύψους 229.896,24 ευρώ.

Για τους λόγους αυτούς ζήτησε, επικαλούμενη κυρίως τις διατάξεις περί ευθύνης κατά τις διαπραγματεύσεις, επικουρικά δε τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και όλως επικουρικά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 229.896,24 ευρώ με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε την αγωγή, όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο, ως προς τη θεμελιούμενη στις διατάξεις περί ευθύνης από τις διαπραγματεύσεις κύρια βάση της, απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας,"καθόσον ουδόλως εκτίθεται αν έλαβαν χώρα συγκεκριμένα μεταξύ αυτού και της ενάγουσας διαπραγματεύσεις" και όσον αφορά και τους δύο εναγομένους ως προς τη θεμελιούμενη στις διατάξεις περί αδικοπραξιών επικουρική βάση της επίσης απορριπτέα ως αόριστη, "διότι στην αγωγή, εκτός από την παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δεν εκτίθενται περιστατικά σχετικά με τα κίνητρα και το σκοπό που επεδίωκαν με τη συμπεριφορά τους αυτή οι εναγόμενοι και ειδικότερα, δεν αναφέρονται γεγονότα που να δεικνύουν ότι οι τελευταίοι είχαν ευθύ ή ενδεχόμενο δόλο να προκαλέσουν βλάβη στα συμφέροντά της, συνδεόμενη με ωφέλεια που αυτοί επιδίωκαν να επιτύχουν δημιουργώντας της την πεποίθηση ότι θα συνάψουν μαζί της τις προαναφερθείσες συμβάσεις πώλησης (του φωτοβολταϊκού σταθμού και του αγροτεμαχίου)", ενώ ως προς την επικουρικότερη βάση της αγωγή τη στηριζόμενη στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, απορριπτέα ως μη νόμιμη, "καθόσον δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία".

Με τον πρώτο λόγο της έφεσής της κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα παραπονέθηκε για την απόρριψη της κύριας ως άνω βάσης της αγωγής ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ενώ με το δεύτερο λόγο της αυτής (έφεσής της) παραπονέθηκε για την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής και δη αυτής που στηρίζεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον παραπάνω πρώτο λόγο έφεσης με την ακόλουθη αιτιολογία: "Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι όλες οι διαπραγματεύσεις για την πώληση τόσο του φωτοβολταϊκού πάρκου, ιδιοκτησίας του α' εφεσίβλητου - εναγόμενου, όσο και του ακινήτου, ιδιοκτησίας των ανήλικων τέκνων του β' εφεσίβλητου - εναγόμενου, έγιναν με το β' εφεσίβλητο - εναγόμενο, ενώ η εκκαλούσα - ενάγουσα ουδόλως αναφέρει σε τι συνίσταται η αντίθετη στην καλή πίστη συμπεριφορά του α' εφεσίβλητου - εναγόμενου κατά τις διαπραγματεύσεις, αφού αυτός, εκπροσωπούμενος από τον β' εφεσίβλητο - εναγόμενο πατέρα του δεν ήρθε σε καμία επαφή με την εκκαλούσα και η μόνη του εμπλοκή στην υπό κρίση υπόθεση ήταν η υπογραφή του από 13.7.17 αναφερόμενου ιδιωτικού συμφωνητικού, ως ιδιοκτήτης του φωτοβολταϊκού σταθμού...σε κανένα σημείο της αγωγής δεν αναφέρεται η αντισυμβατική συμπεριφορά του α' εφεσίβλητου...και ότι όλα τα e-mail, που αφορούσαν την επίδικη σύμβαση, εστάλησαν στο 2° εφεσίβλητο - εναγόμενο, η επίκληση δε της από 27.10.17 εξώδικης δήλωσης - διαμαρτυρίας των δύο εφεσίβλητων - εναγομένων από την εκκαλούσα, ως στοιχείο ευθύνης και του α' εφεσίβλητου - εναγόμενου από τις διαπραγματεύσεις, αποτελεί απλώς απάντηση στην από 13.10.17 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση της ιδίας, που απευθυνόταν και στους δύο εφεσίβλητους". 4.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο, κήρυξε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την αγωγή, κατά τη θεμελιούμενη στις διατάξεις περί ευθύνης από τις διαπραγματεύσεις κύρια βάση της, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο-εναγόμενο. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, εκτίθενται σ' αυτήν συγκεκριμένα περιστατικά διαπραγματεύσεων μεταξύ της αναιρεσείουσας-ενάγουσας και του πρώτου αναιρεσιβλήτου-εναγομένου, καθώς και περιστατικά συμπεριφοράς αντίθετης προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά το ανωτέρω στάδιο.

Ειδικότερα εκτίθεται ότι 1) ο πρώτος αναιρεσίβλητος α) την 13-07-2017, ως ιδιοκτήτης/παραγωγός του φωτοβολταϊκού σταθμού, υπέγραψε σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό με την αναιρεσείουσα, το οποίο αφορούσε στην πώληση της άδειας του πάρκου και των εγκαταστάσεων αυτού μετά των σχετικών αδειών, με συνολικό τίμημα το ποσό των 275.000 ευρώ κατά τους ειδικότερους σε αυτό αναγραφόμενους όρους, β) υπέγραψε με τον αρχικώς δεύτερο εναγόμενο την από 27.10.17 εξώδικη δήλωσης - διαμαρτυρίας σε απάντηση στην από 13.10.17 εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας και ότι 2) η αναιρεσείουσα είχε τις διαβεβαιώσεις αμφότερων των εναγομένων περί την από μέρους τους υλοποίηση των συμφωνιών.

Τα περιστατικά αυτά, αληθή υποτιθέμενα, επαρκούσαν για το ορισμένο της αγωγής κατά την ως άνω βάση της και ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο. Σε κάθε περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ως "κύριος της υπόθεσης" (μέλλων συμβαλλόμενος στην πώληση του φωτοβολταϊκού σταθμού), φέρει την ευθύνη για την τυχόν υπαίτια αντισυναλλακτική συμπεριφορά (κατ' ΑΚ 197 - 198) του αρχικώς δευτέρου εναγομένου-πατέρα του, που, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, διεξήγαγε το μεγαλύτερο μέρος των διαπραγματεύσεων για την πώληση του φωτοβολταϊκού σταθμού ως αντιπρόσωπος του πρώτου αναιρεσιβλήτου-υιού του (ΑΚ 211).

Παράλληλα δε, ευθύνεται και ο τελευταίος (αρχικώς δεύτερος εναγόμενος), που προκάλεσε την στο πρόσωπό του εμπιστοσύνη της αναιρεσείουσας κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων και στη συνέχεια τη διέψευσε. Αναφορικά δε με τις διαπραγματεύσεις για την πώληση του ακινήτου, επί του οποίου ο ως άνω σταθμός, συνιδιοκτησίας των ανηλίκων τέκνων του δευτέρου εναγομένου, ευθύνεται αποκλειστικά ο τελευταίος, ο οποίος, έχοντας προσωπικά βασική επιρροή στις διαπραγματεύσεις, τις οποίες διενήργησε κυριαρχικά, προκάλεσε την στο πρόσωπό του εμπιστοσύνη της αναιρεσείουσας, η διάψευση της οποίας αποτελεί το λόγο της προσυμβατικής ευθύνης.

Έσφαλε, επομένως το Εφετείο, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την οποία ελέγχεται η ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ως εκ τούτου ο πρώτος προβαλλόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι βάσιμος. Επίσης, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον παραπάνω δεύτερο λόγο έφεσης με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος...διότι, κατά το ιστορικό της αγωγής, η εκκαλούσα - ενάγουσα, ήδη από τις 13.7.2017, οπότε και συντάχθηκαν τα ιδιωτικά συμφωνητικά, πληροφορήθηκε τα πρόσωπα των πραγματικών ιδιοκτητών, γεγονός που δεν την επηρέασε στην κατάρτιση αυτών με την προσδοκία της οριστικής αγοράς.

Εξάλλου, ο β' εφεσίβλητος - εναγόμενος που ενεργούσε για λογαριασμό τόσο του α' εφεσίβλητου - εναγόμενου υιού του, που ήταν ο ιδιοκτήτης του φωτοβολταϊκού σταθμού, όσο και των ανήλικων τέκνων του, που ήταν συγκύριοι του ακινήτου, εξέφραζε τη βούληση των πραγματικών ιδιοκτητών. Τέλος, από το γεγονός αυτό δεν προκύπτει, δόλος πρόκλησης βλάβης των συμφερόντων της εκκαλούσας, συνδεόμενης με ωφέλεια που οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι επεδίωκαν να επιτύχουν, δημιουργώντας σε αυτήν την πεποίθηση ότι θα συνάψουν μαζί της τις επίδικες συμβάσεις πώλησης".

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια εκ του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον "κρίνοντας ότι δεν προκύπτει δόλος πρόκλησης βλάβης των συμφερόντων της συνδεόμενης με ωφέλεια των αντιδίκων της που επεδίωκαν να επιτύχουν, δημιουργώντας σ'αυτή την πεποίθηση ότι θα συνάψουν τις επίδικες συμβάσεις πώλησης", εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή ως την επικουρική της βάση που στηρίζεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, ως νομικά αόριστη.

Ωστόσο, υπό το εκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, ως προς την στηριζόμενη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις επικουρική της βάση, ήταν νομικά αόριστη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούσαν να θεμελιώσουν το δικαίωμα της αναιρεσείουσας- ενάγουσας για αποζημίωση με βάση την αδικοπραξία, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 197, 198, 914, 919 ΑΚ, και ορθώς δεν τις εφάρμοσε τόσο το πρωτοβάθμιο όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεδομένου ότι, ειδικότερα, δεν εκτίθενται στην αγωγή περιστατικά συμπεριφοράς των εναγομένων, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, που να ενέχουν αντίθεση στα χρηστά ήθη, με πρόθεση επαγωγής ζημίας της αντιδίκου τους, αφού, η υπαίτια συμπεριφορά που τους αποδίδει η αναιρεσείουσα, ήτοι η άρνηση να προσέλθουν για την κατάρτιση της μεταβιβαστικής συμβάσεως του ακινήτου και του φωτοβολταϊκού σταθμού, την πώληση των οποίων είχαν συμφωνήσει, συναρτάται κατ' ανάγκη με τη μη εκπλήρωση των προσυμβατικών υποχρεώσεων αυτών, των επιβαλλομένων από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, και δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την ύπαρξη της ειδικής αυτής εκ του νόμου ενοχής.

Για να αποτελούσε η ανωτέρω συμπεριφορά αδικοπραξία, θα έπρεπε να παρίσταται ως άδικη και χωρίς το προκαταρκτικό στάδιο των διαπραγματεύσεων, όπως θα συνέβαινε σε περίπτωση που οι εναγόμενοι απέκρυπταν με πρόθεση από την ενάγουσα περιστατικά, τα οποία αν γνώριζε η τελευταία θα μπορούσαν να την επηρεάσουν στην κατάρτιση της συμβάσεως.

Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας ότι είναι αόριστη η αγωγή ως προς την επικουρική της βάση, τη στηριζόμενη στις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές και δεν αξίωσε για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται και ο τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος, από το αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτή αναιρετικό λόγο μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005,ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 79/2018).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής (ΑΠ 976/2020,ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018 , ΑΠ 1226/2014 ). 6. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα - ενάγουσα (αναιρεσείουσα), ασχολείται με την εκμετάλλευση ηλεκτρικού ρεύματος από την παραγωγή φωτοβολταϊκών μονάδων.

Το μήνα Ιούνιο 2017 αναζήτησε μέσω του μεσιτικού γραφείου "R. I. L." την αγορά ακινήτου, προκειμένου να εγκαταστήσει φωτοβολταϊκή μονάδα, οπότε και πληροφορήθηκε ότι πωλείται ένας φωτοβολταϊκός σταθμός 100 kw στην περιοχή του ..., ο οποίος ήδη λειτουργούσε από τον Ιούνιο του 2012. Ο σταθμός αυτός εφέρετο να ανήκει στο β' εφεσίβλητο - εναγόμενο, ο οποίος είχε αναθέσει την πώλησή του στο ως άνω μεσιτικό γραφείο, που έφερε σε επαφή τις δύο διάδικες πλευρές.

Περί τα μέσα Ιουνίου συναντήθηκαν στο ... ο νόμιμος εκπρόσωπος της εκκαλούσας - ενάγουσας Π. Π. και ο β' εφεσίβλητος - εναγόμενος, προκειμένου να συζητήσουν για την πώληση και αγορά του φωτοβολταϊκού σταθμού. Ο β' εφεσίβλητος - εναγόμενος, ενεργούσε ως εκπρόσωπος τόσο του α' εφεσίβλητου - εναγόμενου υιού του, ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης και παραγωγός του φωτοβολταϊκού σταθμού, όσο και των ανήλικων τέκνων του Π.

Κ. και Χ. Κ. (αναιρεσιβλήτων), συνιδιοκτητών του αγροτεμαχίου, γεγονότα τα οποία αγνοούσε μέχρι τότε ο Π. Π. και τα οποία, όμως, δεν τον επηρέασαν στη λήψη της απόφασης για αγορά του σταθμού και του ακινήτου. Πράγματι, οι παραπάνω συμφώνησαν στην πώληση προς την εκκαλούσα - ενάγουσα του φωτοβολταϊκού σταθμού και του ακινήτου (αγροτεμαχίου), επί του οποίου ήταν αυτός εγκατεστημένος.

Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας, συντάχθηκαν στις 13.7.2017 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά, ήτοι α) μεταξύ της εκκαλούσας - ενάγουσας και του α' εφεσίβλητου - εναγόμενου, το οποίο αφορούσε την πώληση του με κωδικό ΕΔΡΕΘ (12289) φωτοβολταϊκού σταθμού, ισχύος 100 kw, της άδειας αυτού και της άδειας παραγωγού, για το οποίο συμφωνήθηκε ως τίμημα το συνολικό ποσό των 275.000,00 €, εκ των οποίων το ποσό των 235.000,00 € για την αγορά της άδειας και των εγκαταστάσεων του φωτοβολταϊκού πάρκου και το ποσό των 40.000,00 € για την άυλη εμπορική του αξία και β) μεταξύ της εκκαλούσας - ενάγουσας και των ως άνω ανηλίκων Χ.

Κ. και Π. Κ., το οποίο αφορούσε στην πώληση του με αριθμό 1330 αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στην περιφέρεια ..., αντί τιμήματος 30.000,00 €, κατά τους ειδικότερους σε αυτό αναγραφόμενους όρους. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι, το τίμημα θα καταβληθεί από την αγοράστρια εταιρία (εκκαλούσα - ενάγουσα) στους πωλητές, μέσω τραπεζικού δανεισμού από πιστωτικό ίδρυμα της χώρας, ότι τα σχετικά συμβόλαια θα υπογραφούν μετά το νομικό έλεγχο, ως προς την άδεια λειτουργίας των εγκαταστάσεων και ως προς την κυριότητα του ακινήτου, αντίστοιχα, ότι το τίμημα της αγοραπωλησίας θα καταβληθεί κατά την υπογραφή των σχετικών συμβολαίων και δη με την εκταμίευση του ποσού από το πιστωτικό ίδρυμα, ότι η κατάρτιση και υπογραφή των συμβολαίων θα γίνει υπό τον όρο της ανυπαρξίας νομικών και πραγματικών ελαττωμάτων και ότι οι πωλητές υπόσχονται τις εγκαταστάσεις και το ακίνητα ελεύθερα παντός νομικού ή πραγματικού ελαττώματος, παντός βάρους και διεκδίκησης.

Σημειωτέον ότι μέχρι τότε η εκκαλούσα δεν είχε καν επισκεφθεί το ακίνητο, για να δει αν είναι της αρεσκείας της και αν πληροί τις προδιαγραφές τις οποίες η ίδια ζητούσε. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι, η οριστική σύμβαση τελούσε αφ' ενός μεν υπό τις προϋποθέσεις έγκρισης του τραπεζικού δανείου, νομικού ελέγχου, εκταμίευσης του ποσού από το πιστωτικό ίδρυμα, που αφορούσαν την εκκαλούσα - ενάγουσα αγοράστρια εταιρία, αφ' ετέρου δε από την έκδοση δικαστικής απόφασης για άδεια εκποίησης του ακινήτου των ως άνω ανηλίκων στους κηδεμόνες τους, που αφορούσε το β' εφεσίβλητο - εναγόμενο.

Τα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά εστάλησαν από την εκκαλούσα με ηλεκτρονικό μήνυμα και, αφού υπογράφηκαν από τους α' και β' εφεσίβλητους, αντίστοιχα, εστάλησαν με courier στην εκκαλούσα, προκειμένου η τελευταία να τα χρησιμοποιήσει για την αίτηση χορήγησης δανείου από πιστωτικό ίδρυμα. Στη συνέχεια, προτού η εκκαλούσα - ενάγουσα ξεκινήσει τη διαδικασία για το δάνειο και προτού ο β' εφεσίβλητος - εναγόμενος αιτηθεί τη χορήγηση άδειας εκποίησης του ακινήτου από το δικαστήριο και χωρίς να μεσολαβήσει άλλη επικοινωνία μεταξύ των μερών, στις 22.8.17 η εκκαλούσα επισκέφτηκε για πρώτη φορά το φωτοβολταϊκό σταθμό, προκειμένου να προβεί σε καθαρισμό και σε τεχνικό έλεγχο αυτού, τον οποίο ανέθεσε στην εταιρία "voitalia «G., όπως προκύπτει από την από 23.8.17 βεβαίωση της τελευταίας.

Η επίσκεψη του ακινήτου και ο τεχνικός έλεγχος του φωτοβολταϊκού σταθμού, τα έξοδα των οποίων σαφώς βάρυναν την εκκαλούσα - ενάγουσα, ήταν απαραίτητα πριν την τελική συμφωνία, καθόσον κατά την κοινή πείρα και λογική, δεν θα αγόραζε το ακίνητο και το φωτοβολταϊκό σταθμό, χωρίς να το επισκεφτεί και χωρίς να προβεί σε τεχνικό έλεγχο του σταθμού.

Μετά την αποστολή των ιδιωτικών συμφωνητικών και μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, δεν υπήρξε καμία επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων, μόλις δε στις 26.9.17, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εκκαλούσας απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στο β' εφεσίβλητο, ζητώντας αντίγραφο της σύμβασης με το ΛΑΓΗΕ για το φωτοβολταϊκό πάρκο, καθώς και τίτλο κτήσης του αγροτεμαχίου, προκειμένου να προβεί στο νομικό έλεγχο τόσο του φωτοβολταϊκού σταθμού, όσο και του ακινήτου, για την περαιτέρω ολοκλήρωση της διαδικασίας και την υπογραφή αφ' ενός μεν του τριμερούς συμφωνητικού (Παραγωγός, Εκδοχέας, ΛΑΓΗΕ ΑΕ) για την τροποποίηση της Σύμβασης Σύνδεσης με το Δίκτυο και των απαιτούμενων κοινοποιήσεων της συμφωνίας στη ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ και στο ΛΑΓΗΕ ΑΕ, αφ' ετέρου δε του οριστικού συμβολαίου πώλησης του ακινήτου, καθόσον είχε εγκριθεί η δανειοδότηση για την αγορά του ακινήτου, όπως ενημέρωσε με νέο e-mail στις 2.10.17.

Στις παραπάνω επιστολές, ο β' εφεσίβλητος - εναγόμενος απάντησε μετά την πάροδο τριών εβδομάδων περίπου και δη στις 13.10.17, οπότε ενημέρωσε την εκκαλούσα - ενάγουσα ότι, επειδή είχαν συμφωνήσει προφορικά πως, η διαδικασία πώλησης του φωτοβολταϊκού θα ολοκληρωνόταν τον Αύγουστο, πράγμα που δεν έγινε, αφού η εκκαλούσα - ενάγουσα καθυστέρησε αδικαιολόγητα τη διαδικασία για την έγκριση του δανείου, ο ίδιος θεώρησε ότι η μεταξύ τους πώληση δεν θα προχωρούσε και δήλωσε ότι, η διαδικασία δεν θα προχωρήσει και δε δεσμεύεται, πλέον, από τη μεταξύ τους συμφωνία.

Και είναι μεν αληθές ότι, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι, είχε τεθεί ως χρόνος υπογραφής των οριστικών συμβολαίων το τέλος του Αυγούστου 2017, πλην όμως το γεγονός ότι οι πωλητές άλλαξαν γνώμη, για τους δικούς τους λόγους και δεν ήθελαν, πλέον, να προβούν στην πώληση του φωτοβολταϊκού πάρκου και του ακινήτου, δεν αντίκειται στην ελευθερία των συμβάσεων, ούτε στην καλή πίστη.

Και τούτο διότι, σύμφωνα και με την παραπάνω σκέψη, η διακοπή των διαπραγματεύσεων, ακόμα και αν είναι αυθαίρετη και αδικαιολόγητη, τότε μόνο είναι αντίθετη στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη, εάν είχε ήδη επέλθει συμφωνία όλων των αφορώντων τη σύμβαση σημείων και απομένει μόνο η τήρηση του απαιτούμενου από το νόμο ή τη συμφωνία τύπου, ή αν σημειώθηκε αδικαιολόγητη καθυστέρηση αρνητικής απάντησης υπό συνθήκες που παρείχαν την εντύπωση στο άλλο μέρος ότι θα ακολουθούσε αποδοχή, στοιχεία που δε συντρέχουν εν προκειμένω.

Αντίθετα, πριν τη ματαίωση της οριστικής σύμβασης πώλησης, είχε προηγηθεί μόνο η υπογραφή των δύο ιδιωτικών συμφωνητικών, η υπογραφή δε οριστικού συμβολαίου, τελούσε υπό τις παραπάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις που προφορικά συμφωνήθηκαν (έγκριση δανείου και εκταμίευση, άδεια εκποίησης ακινήτου, επίσκεψη της αγοράστριας στο ακίνητο, τεχνικός και νομικός έλεγχος ακινήτου και εγκαταστάσεων κλπ.).

Επομένως, η συμπεριφορά των εφεσίβλητων - εναγόμενων δεν συνιστά, κατ' αντικειμενική κρίση, αντίθεση στα χρηστά ήθη, αφού εκτιμώμενη συνολικά, σε συνδυασμό και με τη συμπεριφορά της αντισυμβαλλόμενης -εκκαλούσας - ενάγουσας, η οποία για χρονικό διάστημα δύο περίπου μηνών δεν ήρθε σε επαφή με τους πωλητές, προκειμένου να τους πληροφορήσει για την πορεία και την εξέλιξη του δανείου κλπ., δεν αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις δικανικές αρχές, στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο.

Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι, έως και τις 31.8.17, η διαδικασία έγκρισης του δανείου ουδόλως είχε προχωρήσει, όπως προκύπτει από την από 31.8.17 υπεύθυνη δήλωση της εκκαλούσας προς την Τράπεζα Πειραιώς, με την οποία η τελευταία δήλωνε ότι, σε περίπτωση προέγκρισης του δανείου, θα βγουν εκτός λειτουργίας τα tracker 1 και 2 προς την αποκατάσταση των ελαττωματικών τους εξαρτημάτων και θα ξανατεθούν σε λειτουργία μόνο μετά από την έκθεση της V.

που θα έχει αποκαταστήσει τις λεπτομέρειες. Από την ίδια ως άνω δήλωση προκύπτει αφ' ενός μεν ότι, ο τεχνικός έλεγχος του φωτοβολταϊκού πάρκου ήταν προαπαιτούμενος για την έγκριση του δανείου, αφ' ετέρου δε ότι η έγκριση αυτού δεν ήταν σίγουρη, αλλά τελούσε υπό προϋποθέσεις, επιπρόσθετα και επειδή η εκκαλούσα είχε υψηλή δανειοδότηση.

Όμως, χωρίς τραπεζικό δάνειο, η εκκαλούσα δεν ήταν σε θέση να αγοράσει ούτε το φωτοβολταϊκό πάρκο, αλλά ούτε καν το ακίνητο, καθόσον η ίδια είχε δηλώσει ευθύς εξ αρχής στους πωλητές ότι δεν έχει οικονομική ρευστότητα. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που, αφενός δεν δόθηκε κάποια προκαταβολή για την αγορά του φωτοβολταϊκού σταθμού, αφ' ετέρου ο β' εφεσίβλητος - εναγόμενος δεν ξεκίνησε τη διαδικασία για την άδεια εκποίησης του ακινήτου για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων του".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η αγωγή, όσον αφορά το δεύτερο εναγόμενο, αφού κρίθηκε νόμιμη κατά την κυρία της βάση της, απορρίφθηκε και ως προς αυτόν ως ουσιαστικά αβάσιμη. 7. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την αγωγή αναφορικά με το κονδύλιο της θετικής ζημίας των 4.513,74 ευρώ, παραβίασε δια ψευδούς ερμηνείας και εσφαλμένης εφαρμογής τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 197 και 198 του ΑΚ, προσδίδοντας σε αυτές τις εφαρμοστέες διατάξεις έννοια διαφορετική από την αληθινή με το να δεχθεί ότι "η συμπεριφορά των εφεσίβλητων - εναγόμενων δεν συνιστά, κατ' αντικειμενική κρίση, αντίθεση στα χρηστά ήθη, αφού εκτιμώμενη συνολικά, σε συνδυασμό και με τη συμπεριφορά της αντισυμβαλλόμενης -εκκαλούσας - ενάγουσας, η οποία για χρονικό διάστημα δύο περίπου μηνών δεν ήρθε σε επαφή με τους πωλητές, προκειμένου να τους πληροφορήσει για την πορεία και την εξέλιξη του δανείου κλπ., δεν αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις δικανικές αρχές, στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο".

Και τούτο διότι για την κατάφαση της ευθύνης από τις διαπραγματεύσεις αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς προς τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, στην προκείμενη δε περίπτωση, αρκούσαν για την πλήρωση του πραγματικού των κανόνων αυτών οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι α) ότι έλαβαν χώρα μεταξύ των διαδίκων διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση των συμβάσεων, η κατάρτιση των οποίων ματαιώθηκε σε χρόνο κατά τον οποίο είχαν ουσιαστικώς περατωθεί οι διαπραγματεύσεις με συμφωνία των ενδιαφερομένων επί όλων των αφορώντων τη σύμβαση σημείων, είχε εγκριθεί το τραπεζικό δάνειο αγοράς και είχε ολοκληρωθεί ο τεχνικός έλεγχος, απέμενε δε μόνον η παροχή δικαστικής αδείας εκποιήσεως ακινήτου για λογαριασμό των ανηλίκων και ο νομικός έλεγχος, ενέργειες που δεν έγιναν από υπαιτιότητα του δευτέρου εναγομένου, και β) ότι ο αρχικώς δεύτερος εναγόμενος, ενώ είχε δώσει στην αναιρεσείουσα, δια της υπογραφής των προαναφερόμενων ιδιωτικών συμφωνητικών, σαφείς διαβεβαιώσεις ότι θα καταρτιζόταν οι σκοπούμενες συμβάσεις, ματαίωσε αυθαίρετα την υπογραφή των συμβάσεων αυτών, μη τηρώντας τη συμπεριφορά, που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, με αποτέλεσμα να προξενήσει στην αναιρεσείουσα ζημία εξ αιτίας των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης.

Πιό συγκεκριμένα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, α) οι εναγόμενοι συμφώνησαν στην πώληση προς την αναιρεσείουσα του φωτοβολταϊκού σταθμού και του ακινήτου (αγροτεμαχίου), επί του οποίου ήταν αυτός εγκατεστημένος, β) σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας, συντάχθηκαν στις 13.7.2017 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά, τα οποία αφορούσαν, το πρώτο την πώληση του φωτοβολταϊκού σταθμού, της άδειας αυτού και της άδειας παραγωγού, για το οποίο συμφωνήθηκε ως τίμημα το συνολικό ποσό των 275.000,00 €, εκ των οποίων το ποσό των 235.000,00 € για την αγορά της άδειας και των εγκαταστάσεων του φωτοβολταϊκού πάρκου και το ποσό των 40.000,00 € για την άυλη εμπορική του αξία και το δεύτερο την πώληση του με αριθμό 1330 αγροτεμαχίου, αντί τιμήματος 30.000,00 €, γ) η οριστική σύμβαση τελούσε αφ' ενός μεν υπό τις προϋποθέσεις έγκρισης του τραπεζικού δανείου, νομικού ελέγχου, εκταμίευσης του ποσού από το πιστωτικό ίδρυμα, που αφορούσαν την αναιρεσείουσα αγοράστρια εταιρία, αφ' ετέρου δε από την έκδοση δικαστικής απόφασης για άδεια εκποίησης του ακινήτου των ως άνω ανηλίκων στους κηδεμόνες τους, δ) στις 22.8.2017 η αναιρεσείουσα επισκέφτηκε για πρώτη φορά το φωτοβολταϊκό σταθμό, προκειμένου να προβεί σε καθαρισμό και σε τεχνικό έλεγχο αυτού, τον οποίο ανέθεσε στην εταιρία "voitalia «G., ε) στις 26.9.2017, ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στο δεύτερο εναγόμενο, ζητώντας αντίγραφο της σύμβασης με το ΛΑΓΗΕ για το φωτοβολταϊκό πάρκο, καθώς και τίτλο κτήσης του αγροτεμαχίου, προκειμένου να προβεί στο νομικό έλεγχο τόσο του φωτοβολταϊκού σταθμού, όσο και του ακινήτου, για την περαιτέρω ολοκλήρωση της διαδικασίας, ενώ στις 2.10.2017 απέστειλε στους εναγομένους νέο ηλεκτρονικό μήνυμα ενημερώνοντάς τους ότι είχε εγκριθεί η δανειοδότηση για την αγορά του ακινήτου και στ) στις παραπάνω επιστολές, ο δεύτερος εναγόμενος απάντησε μετά την πάροδο τριών εβδομάδων περίπου και δη στις 13.10.2017, οπότε ενημέρωσε την αναιρεσείουσα ότι, επειδή είχαν συμφωνήσει, προφορικά πως, η διαδικασία πώλησης του φωτοβολταϊκού θα ολοκληρωνόταν τον Αύγουστο, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι, είχε τεθεί ως χρόνος υπογραφής των οριστικών συμβολαίων το τέλος του Αυγούστου 2017.

Οι παραδοχές αυτές αρκούσαν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα της αναιρεσείουσας για αποζημίωση, λόγω της ζημίας που υπέστη εξ αιτίας των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης, με την επίκληση των ως διατάξεων των άρθρων 197,198 ΑΚ, αφού ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας αφενός ότι για την κατάφαση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας για αποζημίωση λόγω της ευθύνης από τις διαπραγματεύσεις απαιτείται συμπεριφορά του δευτέρου εναγομένου αντίθετη στα χρηστά ήθη και αφετέρου ότι τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν συμπεριφορά του δευτέρου εναγομένου αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και απαίτησε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση της αξίωσης του αναιρεσείοντος για αποζημίωση λόγω της ευθύνης του αρχικώς δευτέρου εναγομένου από τις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις.

Επομένως, είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας, καθό μέρος αφορά στην απόρριψη του κονδυλίου της θετικής ζημίας, με τον οποίο αυτή αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω διατάξεων. Σημειώνεται ότι η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο εκ του αρ.1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επιχειρεί απαραδέκτως να αποδώσει στην προσβαλλομένη απόφαση και την πλημμέλεια της παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία αφορούν στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς, χωρίς να παραθέτει στο αναιρετήριο τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας.

8. Περαιτέρω, η κρίση του Εφετείου, αναφορικά με το κονδύλιο της αποθετικής ζημίας ποσού 225.382,50 ευρώ, το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, θα αποκέρδαινε η αναιρεσείουσα από την επί 15 έτη λειτουργία του αναφερόμενου στην αγωγή φωτοβολταϊκού σταθμού, την αγορά του οποίου απέκρουσε λόγω της πιο πάνω αντίθετης στα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη συμπεριφοράς των εναγομένων, είναι εσφαλμένη, αφού η αγωγή, ως προς την ανωτέρω επικαλούμενη ζημία, έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη και όχι ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον η επικαλούμενη ζημία εκ του λόγου αυτού, δεν είναι εξ εκείνων που, κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, εμπίπτουν στην έννοια της ζημίας που μπορεί να αποκατασταθεί, δεδομένου ότι, ειδικότερα, η ζημία αυτή δεν αφορά διαφορά μεταξύ του τιμήματος της αγοράς που απέκρουσε, ήτοι της αγοράς ενός, ισοδύναμου με τον επίδικο, φωτοβολταϊκού σταθμού 100 kw, στην περιοχή της ...

και του τυχόν μεγαλύτερου, λόγω ανατίμησης, τιμήματος επί μεταγενέστερης αγοράς αυτού, ούτε αυτή καθ' εαυτή την απώλεια της αποκρουσθείσας ευκαιρίας, αλλά ούτε και το συγκεκριμένο κέρδος που θα είχε η ενάγουσα, αποκλειστικά λόγω των ευνοικότερων όρων, της ως άνω αποκρουσθείσας έτερης αγοράς, αλλά ζητεί η ενάγουσα τα συνολικά έσοδα που θα αποκόμιζε λόγω λειτουργίας για 15 έτη του ισοδύναμου με τον επίδικο, φωτοβολταϊκού σταθμού 100 kw στη νήσο ..., την αγορά του οποίου απέκρουσε, και μάλιστα όχι ως διαφορά σε σχέση με τα αντίστοιχα έσοδα από τη λειτουργία του επίδικου φωτοβολταϊκού σταθμού, ήτοι ζητεί αποζημίωση για ζημία, η οποία δεν καλύπτεται με βάση τις διατάξεις για την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2077/2014, ΑΠ 60/2011).

Αν η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ έπρεπε να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη, η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προς αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης ως προς τις αιτιολογίες αυτής, κρίνεται κατά περίπτωση (ΑΠ 1906/2022, ΑΠ 2027/2017, ΑΠ 2077/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που απέρριψε την αγωγή, ως προς το ανωτέρω κονδύλιο της αποθετικής ζημίας των 225.382,50 ευρώ, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό.

Γι' αυτό, αφού αντικατασταθούν και συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την απόρριψη του ανωτέρω κονδυλίου, με την πιο πάνω αναφερόμενη αιτιολογία της παρούσας απόφασης, πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., καθό μέρος αφορά στην απόρριψη του κονδυλίου της αποθετικής ζημίας, καθόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας προς αποτροπή δυσμενούς δεδικασμένου, αφού η απόρριψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του ανωτέρω αιτήματος ως κατ' ουσία αβάσιμου αντί της απόρριψης αυτού ως νόμου αβάσιμου δεν είναι δυσμενέστερη για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 2027/2017).

9. Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω κριθέντων ως βασίμων λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τους δύο εναγομένους, μόνο για το κονδύλιο της θετικής ζημίας των 4.513,74 ευρώ και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που υπέβαλε προτάσεις κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 189 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ` αυτήν, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την υπ' αριθ. 35/10-5-2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. -

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.

-Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ` αυτήν. Και -

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ