Supreme Court partially allows appeal against bank judgment, dismissing it regarding the first defendant due to lack of legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a second-instance judgment regarding enforcement expenses. The first defendant, A.K., was absent and lacked legal interest to challenge the enforcement actions, leading to dismissal of that portion. Conversely, the second defendant, EFG Eurobank, was granted legal standing to contest the enforcement, resulting in the reversal of the lower court's decision on that specific ground.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191, 22 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is admissible only if the appellant has a legal interest in the outcome, and if the appeal is partially admissible, the judgment is reversed only to the extent of the admissible grounds while the case is remitted for further proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 60 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 60/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Νάουσας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Κωνσταντίνο Λαϊνά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α.Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG EUROBANK Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Κρήτης Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μαρινάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βεροίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 173/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 3164/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-11-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 7-2-2008 έκθεση της ήδη αποχωρησάσης από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ελένης Σπίτσα, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της. Ο πληρεξούσιος της παραστάσης δευτέρας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την 3625/31-3-2008 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Βεροίας ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 2-11-2006 αιτήσεως για αναίρεση της 3164/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχει κάτω από αυτήν και με κλήση για συζήτηση της αναιρέσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23-2-2009, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως με σημείωση στο πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (27-9-2010), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Α.Κ. . Εξάλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε ο πρώτος αναιρεσίβλητος ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 578 Κ.Πολ.Δ. αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο υπάρχει όταν ο αναιρεσείων διάδικος βλάπτεται από την αιτιολογία της αποφάσεως και συγκεκριμένα αν από αυτήν δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (πρβλ.
Α.Π. 2315/2009). Τέτοιο έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος ενάγοντος ή ανακόπτοντος δεν υπάρχει όταν η αγωγή ή η ανακοπή απορρίφθηκε ως αόριστη ενώ πράγματι έπρεπε να απορριφθεί λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του εναγομένου ή καθ' ου η ανακοπή. Τούτο διότι η απόρριψη της αγωγής ή της ανακοπής ως αόριστης είναι επωφελέστερη για τον ενάγοντα ή τον ανακόπτοντα από την απόρριψή της λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του εναγομένου ή του καθ' ου η ανακοπή (Α.Π. 1566/1998).
Εξάλλου κατά το άρθρο 932 Κ.Πολ.Δ. τα έξοδα της αναγκαστικής εκτελέσεως βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και προκαταβάλλονται από εκείνον που την επισπεύδει, κατά το άρθρο 975 του ίδιου κώδικα η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτελέσεως που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, κατά δε το άρθρο 979 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
μέσα σε δώδεκα εργάσιμες ημέρες αφότου επιδοθεί η πρόσκληση της παρ.1 (για να λάβουν γνώση του πίνακα κατατάξεως ο επισπεύδων τον πλειστηριασμό, οι αναγγελθέντες δανειστές και ο καθ' ου η εκτέλεση) οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ανακόψει τον πίνακα κατατάξεως, οπότε εφαρμόζονται τα άρθρα 933 επ.
Αντίγραφο δε της ανακοπής επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία και στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ενώ η ανακοπή στρέφεται κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στα έξοδα εκτελέσεως τα οποία προαφαιρούνται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού για να αποδοθούν στον επισπεύδοντα που τα προκατέβαλε περιλαμβάνονται όλες οι αναγκαίες δαπάνες που έγιναν από τον επισπεύδοντα προς το γενικό συμφέρον (όλων) των δανειστών οι οποίοι αναγγέλθηκαν στη διαδικασία του πλειστηριασμού και ανάγονται στην προδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, την κατάσχεση, τη συντήρηση του κατασχεθέντος πράγματος, τον πλειστηριασμό και την κατάταξη των δανειστών, όχι όμως και τα έξοδα που έγιναν προς το αποκλειστικό συμφέρον είτε του επισπεύδοντος είτε των αναγγελθέντων δανειστών ούτε επίσης όσα έγιναν από υπαιτιότητα του επισπεύδοντος, όπως για παράδειγμα έξοδα πλειστηριασμού που ματαιώθηκε λόγω παρόδου των σχετικών προθεσμιών ή ακυρότητας των πράξεων.
Εξάλλου επί υποκαταστάσεως άλλου δανειστή κατά το άρθρο 973 Κ.Πολ.Δ. προαφαιρούνται μόνο τα έξοδα των διαδικαστικών πράξεων της προγενέστερης διαδικασίας που στηρίζουν την υποκατάσταση, ήτοι των πράξεων στις οποίες θεμελιώνεται η δήλωση περί συνεχίσεως και η εξακολούθηση της περαιτέρω διαδικασίας μέχρι τον πλειστηριασμό.
Η εκκαθάριση και προαφαίρεση των εξόδων της εκτελέσεως αποτελεί διανομή πλειστηριάσματος, όπως και η κατάταξη των δανειστών, και συνεπώς προσβάλλεται με την ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔ, στην οποία μπορεί να σωρευθεί και αιτίαση για κακή κατάταξη αναγγελθέντος δανειστή σε βάρος του ανακόπτοντος προς το σκοπό όπως καταταχθεί αυτός, ολικώς ή μερικώς, στη θέση εκείνου (Α.Π. 870/2010).
Στην περίπτωση κατά την οποία ο ανακόπτων επικαλείται ότι εσφαλμένα προαφαιρέθηκαν από το πλειστηρίασμα έξοδα του καταταγέντος στον πίνακα γι' αυτά δικαστικού επιμελητή τα οποία δεν είναι νόμιμα και υπαρκτά ή υπερβαίνουν τα καθοριζόμενα από τις οικείες υπουργικές αποφάσεις ποσά αμοιβής των δικαστικών επιμελητών, η ανακοπή πρέπει να απευθύνεται κατά του δικαστικού επιμελητή, ο οποίος και μόνο νομιμοποιείται παθητικά.
Αντίθετα αν με την ανακοπή δεν αμφισβητείται η διενέργεια των πράξεων εκτελέσεως που έκανε ο δικαστικός επιμελητής αλλά το αν έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών και είναι, υπό την έννοια αυτή, έξοδα εκτελέσεως, τότε νομιμοποιείται παθητικά ως καθ' ου η ανακοπή μόνο ο επισπεύδων δανειστής (ΑΠ 1774/2007).
Τέλος κατά τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1, 585, 933, 979 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος της ανακοπής κατά πίνακα κατατάξεως που ασκεί ο μη καταταγείς δανειστής προς το σκοπό αποβολής άλλου καταταγέντος και αντίστοιχης κατατάξεως αυτού μπορεί να συνίσταται και σε μόνη την απλή αμφισβήτηση και άρνηση της απαιτήσεως του καταταγέντος ή του προνομιακού χαρακτήρα αυτής.
Στην περίπτωση αυτή στον καταταγέντα και καθ' ου η ανακοπή δανειστή ανήκει το βάρος της επικλήσεως και της αποδείξεως των παραγωγικών της απαιτήσεως ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων. Ειδικότερα ο καθ' ου η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει) την ύπαρξη, το μέγεθος και τον προνομιακό χαρακτήρα της απαιτήσεως για την οποία έχει καταταγεί (Α.Π. 1311/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με το μόνο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενο το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 973 και 975 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι απέρριψε ως αόριστο τον αναφερόμενο στην αίτηση αναιρέσεως λόγο της από 23-6-2000 ανακοπής του, ο οποίος στρεφόταν κατά του πρώτου καθ' ου η ανακοπή καί ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου δικαστικού επιμελητή και κατά της τέταρτης καθ' ης η ανακοπή και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, καθολικής διαδόχου της αρχικά επισπεύδουσας δανείστριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Κρήτης Α.Ε.", η οποία στη συνέχεια υποκαταστάθηκε από την πέμπτη καθ' ης η ανακοπή και ήδη μη διάδικο ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Άλφα Τράπεζα Πίστεως Α.Ε.", με επίσπευση της οποίας έγινε ο πλειστηριασμός.
Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 23-6-2000 ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά του 227/2000 πίνακα κατατάξεως της συμβολαιογράφου Νάουσας Άννας Ανδρεάδου, με τον ανωτέρω λόγο της που στρεφόταν κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον ισχυρίσθηκε ότι το ποσό των 692.580 δραχμών, το οποίο προαφαιρέθηκε για έξοδα εκτελέσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου δικαστικού επιμελητή, εντολοδόχου της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αρχικά επισπεύδουσας και στη συνέχεια υποκατασταθείσης δανείστριας, πρέπει να περιορισθεί στο ποσό των 110.800 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί στα έξοδα της εκθέσεως κατασχέσεως, ενώ στο υπόλοιπο ποσό των 581.780 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί στα έξοδα των περιλήψεων των κατασχετηρίων εκθέσεων ή προγραμμάτων που δεν στηρίζουν την υποκατάσταση, πρέπει να καταταγεί αυτό (το αναιρεσείον).
Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο αποφάνθηκε ότι ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής ήταν απορριπτέος ως αόριστος και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (το οποίο είχε απορρίψει την ανακοπή κατά τον πιο πάνω λόγο της ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως των καθ' ων αλλά και ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του ανακόπτοντος) ορθώς κατά το αποτέλεσμα έκρινε.
Στη συνέχεια δε το εφετείο, αφού αντικατέστησε τις περί της απορρίψεως του λόγου αυτού αιτιολογίες της εκκαλουμένης με τις ανωτέρω, απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος. Όμως η ανακοπή ήταν νόμιμη και ορισμένη κατά τον ανωτέρω λόγο της, αφού για το ορισμένο της ήταν αρκετή η αμφισβήτηση του αν οι πράξεις εκτελέσεως που έκανε ο δικαστικός επιμελητής έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών και είναι, υπό την έννοια αυτή, έξοδα εκτελέσεως.
Ενώ εξάλλου με τον ανωτέρω λόγο ανακοπής το αναιρεσείον με σαφήνεια και πληρότητα εξέθετε τους λόγους για τους οποίους, κατ' αυτό, τα έξοδα εκτελέσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου δικαστικού επιμελητή και εντολοδόχου της δεύτερης έπρεπε να περιορισθούν στο ποσό των 110.800 δραχμών και συγκεκριμένα διότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί στα έξοδα της εκθέσεως κατασχέσεως, τα οποία μόνο στηρίζουν την υποκατάσταση, ενώ το υπόλοιπο (μέχρι τις 692.580 δραχμές) ποσό των 581.780 δραχμών αντιστοιχεί στα έξοδα των περιλήψεων κατασχετηρίων εκθέσεων ή προγραμμάτων που δεν στηρίζουν την υποκατάσταση.
Περαιτέρω όμως όσον αφορά το λόγο αυτό νομιμοποιείται παθητικά μόνο η τέταρτη καθ' ης η ανακοπή και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη καθολική διάδοχος της αρχικά επισπεύδουσας δανείστριας, διότι με αυτόν το αναιρεσείον δεν αμφισβήτησε τη διενέργεια των πράξεων εκτελέσεως που έκανε ο πρώτος καθ' ου η ανακοπή καί ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος δικαστικός επιμελητής (οπότε, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, θα νομιμοποιούνταν παθητικά ο τελευταίος) αλλά το αν οι πράξεις αυτές έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών και είναι, υπό την έννοια αυτή, έξοδα εκτελέσεως (οπότε κατά τα προεκτεθέντα νομιμοποιείται παθητικά η δεύτερη αναιρεσίβλητη).
Συνεπώς το εφετείο, το οποίο απέρριψε την ανακοπή κατά τον ανωτέρω λόγο της ως αόριστη (και μάλιστα με αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης, παρά το γεγονός ότι, όπως ήδη έχει εκτεθεί, η απόρριψη του ανωτέρω λόγου της ανακοπής ως αόριστου, ενώ πρωτοδίκως είχε απορριφθεί λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως των καθ' ων και ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του ανακόπτοντος, οδηγούσε σε διαφορετικό κατά το αποτέλεσμα διατακτικό), παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Όμως εφόσον, όπως ήδη έχει εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, η απόρριψη του ανωτέρω λόγου της ανακοπής ως αόριστου ως προς τον πρώτο καθ' ου η ανακοπή και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, είναι επωφελέστερη για το αναιρεσείον από την απόρριψη του λόγου αυτού λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου, η υπό κρίση αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως προς τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο Α. Κ., χωρίς να επιδικασθεί υπέρ αυτού δικαστική δαπάνη λόγω της ερημοδικίας του, να γίνει δε δεκτός ο ανωτέρω μόνος αναιρετικός λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα EFG EUROBANK Α.Ε." και κατά το μέρος της κατά το οποίο απέρριψε τον προαναφερθέντα λόγο της ανακοπής, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), που όμως θα ορισθεί μειωμένη, όπως ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 ν.3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-11-2006 αίτηση για αναίρεση της 3164/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Α. Κ. .
Αναιρεί την ανωτέρω 3164/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα EFG EUROBANK Α.Ε." και κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τη δεύτερη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ