Supreme Court allows retrial and orders employer to repay executed wages plus interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a labor dispute judgment and granted the appellant's request for a retrial. The appellant, OTE, had voluntarily paid the respondent, I.K., 848.26 euros based on the lower court's decision regarding unpaid wages. The court ruled that since the original judgment was overturned, the respondent must return the executed amount with interest calculated from the date of the Supreme Court's decision. Consequently, the respondent was ordered to pay the appellant the sum plus legal interest.
Legislator headnote
AI generatedArticles 581 and 340 of the Code of Civil Procedure; Upon revocation of a final judgment, the court must order restitution of amounts paid under the revoked decision, with interest accruing from the date of the revoking decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 594 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 594/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Τ.Ε.) Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Λυκοκάπη και Όμηρο - Ηρόδοτο Ζέλιο, που κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/11/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου.
Εκδόθηκε η 37/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 9/4/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 9.4.20199, με αριθμό καταθέσεως 4055/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 37/2019 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της, η από 13.11.2017 με αριθμό καταθέσεως 6321/303/2017 αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε να του επιδικασθούν διαφορές αποδοχών από σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και υποχρεώθηκε η εναγομένη - αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος Α.Ε." (ΟΤΕ) να του καταβάλει το ποσό των 5798,38 ευρώ, νομιμοτόκως. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 199 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.ΠολΔ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με αγωγή που άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 25.6.1999, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του στον τεχνικό κλάδο αυτής, ότι έκτοτε παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι την 30.6.2015, οπότε απολύθηκε, ότι η εναγομένη κατά παράνομη άλλως αντισυμβατική εφαρμογή του άρθρου 4 της υπ' αριθ. 6/2012 πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 4046/2012, ανέστειλε τη μισθολογική του εξέλιξη από 14.2.2012, αρνούμενη να του χορηγήσει τις συμφωνηθείσες μισθολογικές βαθμίδες (Μ.Β.) του μισθολογίου της και την αναπροσαρμογή του προβλεπόμενου χρονοεπιδόματος από τις επιχειρησιακές ΣΕΕ και τον ενιαίο κανονισμό προσωπικού (Ε.Κ.Π.) ΟΤΕ.
Επικουρικά δε ότι η ρύθμιση του άρθρου 4 της υπ' αριθ. 6/2012 ΠΥΣ δε ήταν εφαρμοστέα ως αντισυνταγματική, καθόσον παραβίαζε τις διατάξεις των άρθρ. 5 παρ. 1, 22 παρ. 2, 233 παρ. 1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, ότι συνεπεία της παραπάνω συμπεριφοράς της εναγομένης του καταβλήθηκαν αποδοχές που υπολείπονταν από τις οφειλόμενες με βάση τα εφαρμοστέα μισθολόγια, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 μέχρι 30.6.2015 ανερχόμενης της διαφοράς στο ποσό των 5.798,38 ευρώ.
Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το άνω ποσό, με βάση τη σύμβαση εργασίας, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, νομιμοτόκως. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την υπό κρίση αίτηση η εναγομένη.
Σύμφωνα με το άρθρο 5 περ. Α παρ. 1 του Ενιαίου Κανονισμού Προσωπικού (Ε.Κ.Π.) της εναγομένης, που έχει ισχύ νόμου, άρθρο το οποίο ρυθμίζει τις αποδοχές του Προσωπικού και τέθηκε σε ισχύ και εφαρμόζεται κατόπιν της υπ' αριθμ. 401/Δ. 187/12.2.2007 απόφασης του Προέδρου Δ.Σ. και Δ/ντος Συμβούλου της εναγομένης, προβλέπονται τα εξής : "Α.
ΓΕΝΙΚΑ: 1. Οι ελάχιστες υποχρεωτικές αποδοχές του προσωπικού (νόμιμες αποδοχές) είναι εκείνες που καθορίζονται εκάστοτε από τις πάσης φύσεως νόμιμες πηγές (πάσης φύσεως συλλογικές συμβάσεις - περιλαμβανομένων και των επιχειρησιακών - διαιτητικές αποφάσεις κ.λ.π.)". Ως προς τις διανυόμενες Μισθολογικές Βαθμίδες, σύμφωνα με το άρθρο 5 περ.
Γ παρ. 1 του Ε.Κ.Π. της εναγομένης ορίζεται ότι: "Γ. ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ 1. Το προσωπικό εντάσσεται και εξελίσσεται σε Μισθολογικές Βαθμίδες με σύστημα και όρους που καθορίζονται με Ε.Σ.Σ.Ε. Οι προαγωγές του προσωπικού στην επόμενη Μισθολογική Βαθμίδα διενεργούνται αυτοδίκαια από την Υπηρεσία και ανατρέχουν από 1ης Ιανουάριου εκάστου έτους, εφόσον κατά την ως άνω ημερομηνία το προσωπικό έχει συμπληρώσει τον κατά περίπτωση απαιτούμενο για την ένταξη στην επόμενη Μισθολογική Βαθμίδα ελάχιστο χρόνο, εξαιρέσεις :
α) Των διατελούντων κατά την 1η Ιανουάριου του έτους προαγωγής σε κατάσταση αργίας, καθώς και των τιμωρηθέντων με οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, πλην της τοιαύτης της εγγράφου επιπλήξεως, που δεν έχει διαγραφεί μέχρις της 1ης Ιανουάριου του έτους της προαγωγής β) Των εγκληθέντων για οποιοδήποτε πειθαρχικό αδίκημα, εφόσον η οικεία πειθαρχική απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη κατά την 1η Ιανουάριου του έτους προαγωγής και γ) Των καταταγέντων σε βαθμίδα κατώτερη της μέσης βαθμίδας αξιολόγησης σε Φύλλο Αξιολόγησης του προηγουμένου έτους κατά τα ειδικότερον αναφερόμενα στο σύστημά αξιολόγησης της απόδοσης του προσωπικού".
Περαιτέρω, στο ίδιο άρθρο 5 περ. Γ παρ. 2 του ΕΚΠ προβλέπεται ότι: "2. 'Οσοι εμπίπτουν στις ανωτέρω α έως γ περιπτώσεις, παραπέμπονται στο οικείο Συμβούλιο, που δύναται: α) Να μην τους προαγάγει β) Να τους προαγάγει από την ίδια ημερομηνία που θα προάγονταν αυτοδίκαια. Οι τιμωρηθέντες με ποινή προστίμου ή προσωρινής απόλυσης δεν προάγονται και δεν παραπέμπονται στο οικείο Συμβούλιο επί τόσα έτη από της τελεσιδικίας της αποφάσεως, όσα αναγράφονται κατωτέρω (...)".
Αντίστοιχα ως προς το χρονοεπίδομα, σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 1 του ΕΚΠ-ΟΤΕ, για το προσωπικό που προσλήφθηκε πριν την 22-12-2006 προβλέπεται η καταβολή επιδόματος χρόνου υπηρεσίας (Χρονοεπίδομα) ως εξής : "1.Χρονοεπίδομα : α. Στο προσωπικό χορηγείται επίδομα χρόνου υπηρεσίας (χρονοεπίδομα), το οποίο κλιμακώνεται σε ποσοστό επί του βασικού μισθού ανάλογα με το χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, όπως αυτή έχει καθορισθεί με τις εκάστοτε ΕΣΣΕ, ως ακολούθως : (...)" Ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για χορήγηση Χρονοεπιδόματος, όπως άλλωστε και των Μισθολογικών Βαθμίδων, λαμβάνεται υπόψιν μεταξύ άλλων η συνολική Γενική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα (Γ.Υ.Α.) του μισθωτού στον Οργανισμό, όπως αυτή υπολογίζεται (για το προσωπικό που υπηρετούσε ως μόνιμο ή δόκιμο κατά την 14-7-2005) σύμφωνα με το άρθρο 36 ΕΚΠ-ΟΤΕ (πρώην άρθρ. 7 ΓΚΠ-ΟΤΕ), το οποίο προβλέπει ότι: ''Αρχαιότητα: 1) Η γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (Γ.Υ.Α.) του προσωπικού καθορίζεται από το χρόνο της υπό δοκιμή προσλήψεώς του στην Εταιρία. 2) Το προσωπικό προσμετρά στην Γ.ΥΑ..
και τον χρόνο τυχόν προϋπηρεσίας του με σχέση εξηρτημένης εργασίας στον ΟΤΕ. Ο χρόνος μειωμένης απασχόλησης λογίζεται ότι ισοδυναμεί με το μισό του αντίστοιχου χρόνου πλήρους απασχόλησης. Αναδρομικές διαφορές αποδοχών εκ της τοιαύτης προσμετρήσεως δεν καταβάλλονται. 3) Αφαιρείται και δεν υπολογίζεται στην αρχαιότητα:
α) Ο χρόνος των ειδικών αδειών χωρίς αποδοχές καθώς και των αδειών για ιδιωτικούς λόγους χωρίς αποδοχές, αν ο χρόνος αυτός, σε κάθε περίπτωση, είναι μεγαλύτερος των 30 ημερών (συμπεριλαμβανομένων των Σαββάτων και των αργιών) κατά ημερολογιακό έτος, οπότε αφαιρείται το σύνολο των ημερών της άδειας β) Ο χρόνος της αδικαιολόγητης απουσίας από την Υπηρεσία γ) Ο χρόνος που το προσωπικό έχει τεθεί σε κατάσταση αργίας σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 6 του άρθρου 33 του παρόντος Κανονισμού δ) Ο χρόνος της προσωρινής απόλυσης".
Περαιτέρω, με τους όρους 1 έως 5 της από 2-11-2011 Επιχειρησιακής ΣΣΕ (2012-15) μεταξύ της εναγομένης και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, συμφωνήθηκε διατήρηση των διαμορφωμένων μισθών μέχρι την 31-12-2011, εν συνεχεία μία μεσοσταθμική .μείωση σε όλους τους εργαζομένους ύψους 12% από 1- 1-2012 και μετά μία σταδιακή μεσοσταθμική αύξηση ύψους 1,1% από 1-1-2013, εκ νέου 1,1% αύξηση από 1-1-2014 και επαναφορά τους στα επίπεδα της 31-12-2011 από 1-1-2015. Παράλληλα με τον όρο 7α της ίδιας ΕΣΣΕ συμφωνήθηκε ότι: "Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως και 31- 12-2014 το κανονικό εβδομαδιαίο ωράριο του προσωπικού πλήρους απασχόλησης ορίζεται σε 35 ώρες. Το εν λόγω εβδομαδιαίο ωράριο αφορά και το προσωπικό πλήρους απασχόλησης με ειδικά μειωμένα ημερήσια ωράρια (μητέρες βρεφών και λοιπές κατηγορίες) για την εξεύρεση των εν λόγω μειωμένων ημερήσιων ωραρίων", ενώ με τον όρο 10 της ίδιας ΕΣΣΕ συμφωνήθηκε ότι: "10. Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως την 31-12-2014 ή έως την τυχόν καταγγελία της παρούσας Ε.Σ.Σ.Ε. από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος που θα λάβει χώρα κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, ο ΟΊΈ δεν θα μεταβάλλει το μισθολόγιο, εφόσον αυτό θα είναι σύννομο".
Εν συνεχεία, με την από 23-12-2014 ΕΣΣΕ για τα έτη 2015-17 συμφωνήθηκε με τον όρο 1 για τη μισθολογική εξέλιξη του προσωπικού ότι : "αρίθμηση, τα έτη διάνυσης κάθε μίας και το ποσοστό προσαύξησης μεταξύ των μισθολογικών βαθμίδων 1ης έως και 17ης παραμένουν όπως ισχύουν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας", καθώς και ότι : "'Όσον αφορά στη μισθολογική εξέλιξη του προσωπικού σε όλες τις μισθολογικές βαθμίδες (από την Α έως και την 17η) εξακολουθούν να ισχύουν τα προβλεπόμενα στη κείμενη νομοθεσία, όπως εκάστοτε ισχύει".
Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2, 3, 4, 7, 8, 9, 21 και 51 του Οργανισμού, που προβλέπουν ότι οι βαθμολογικές προαγωγές του προσωπικού του ΟΤΕ ενεργούνται του μεν ανώτατου από το διοικητικό συμβούλιο του ΟΤΕ, του δε λοιπού προσωπικού από το οικείο συμβούλιο προαγωγών, με βάση την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση και γενικά την καταλληλότητα του καθενός, καθώς και των τυπικών προσόντων, που προκύπτουν από τα στοιχεία του φακέλου τους, προκύπτει ότι για την κατάταξη των υπαλλήλων του ΟΤΕ σε μισθολογικά κλιμάκια και τον καθορισμό του χρονοεπιδόματος, με το οποίο αμείβεται η επαγγελματική εμπειρία του εργαζομένου και η εισφορά του στην επιχείρηση συντελείται αυτοδικαίως, με μόνη τη συνδρομή τυπικών προϋποθέσεων.
Μοναδικό κριτήριο δηλαδή αποτελεί η παρέλευση ορισμένου χρόνου υπηρεσίας, ο οποίος πρέπει να έχει παρασχεθεί πραγματικά χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπουν οι λοιπές διατάξεις και την εντεύθεν παρεμβολή των συμβουλίων προαγωγών (ΑΠ 316/2010, ΑΠ 321/2010, 1978/2002, ΑΠ 39/2001). Οι απαριθμούμενες στο άρθρο 5 παρ. 1 Γ1 περιπτώσεις στέρησης απονομής κλιμακίου, όταν ο υπάλληλος έχει τεθεί σε αργία, ή του έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή ή τέλος έχει καταταγεί σε βαθμίδα κατώτερη της μέσης βαθμίδας αξιολόγησης, για τις οποίες καθιερώνεται ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας απονομής ή μη του επόμενου μισθολογικού κλιμακίου η παρέμβαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, αποτελούν λόγο αποκλεισμού από τη μισθολογική εξέλιξη ως παρεπόμενο μέτρο που ανάγεται στις παρενέργειες των πειθαρχικών παραπτωμάτων που υποπίπτουν οι υπάλληλοι, σε βάρος της εν γένει υπηρεσιακής του κατάστασης (ΑΠ 721/1996) και συνιστούν εξαιρέσεις από τον κανόνα και όχι πρόσθετες προϋποθέσεις.
Περαιτέρω, οι απαριθμούμενες στο άρθρο 36 του Κανονισμού περιπτώσεις όπου ο χρόνος αυτών δεν υπολογίζεται για τον καθορισμό του χρονοεπιδόματος δε αποτελούν πρόσθετες (αρνητικές) προϋποθέσεις) πέραν εκείνης της παρόδου του χρόνου, αλλά απλώς δεν περιλαμβάνεται ο χρόνος αυτός από το νόμο στις προσμετρητέες υπηρεσίες, διότι αυτές δεν έχουν πράγματι παρασχεθεί.
Με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4046/2012 (ΦΕΚ 28/14.02.2012) "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνική Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α' 28/14.02.2Ω12), ο οποίος ψηφίσθηκε από την Ολομέλεια της Βουλής, με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, εγκρίθηκε το Μνημόνιο Συνεννόησης (Memorandum of Understanding) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδας, το οποίο αποτελείται από τα εξής, επιμέρους, Μνημόνια:
α) Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, β) Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης. Τα παραπάνω μνημόνια επισυνάφθηκαν στο ν. 4046/2012 ως παραρτήματά του και δημοσιεύθηκαν στο ίδιο ως άνω ΦΕΚ (28/14.02.2012), στην αγγλική (ως επίσημη, γλώσσα) και σε ελληνική μετάφραση.
Με το άρθρο 1 § 6 ν. 4046/2012 ορίσθηκε ότι "Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Ε4 "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις", παράγραφοι 28 και 29' ταυ Μνημονίου: Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4 "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης" παράγραφος 4.1: "Διασφάλιση της ταχείας, προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των-οποίων εγκρίνονται κατά την παράγραφο 2 και προσαρτώνται ως παράρτημα V στον παρόντα νόμο, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής.
Με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
Το σχέδιο Μνημονίου, που εγκρίθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. του ν. 4046/2012, χαρακτηρίζεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου ως "... ξεχωριστό και συμπληρωματικό έγγραφο προς το αρχικό Μνημόνιο που υπεγράφη στις 3 Μαΐου 2010, όπως έχει πρόσφατα αναθεωρηθεί από το Συμπληρωματικό Μνημόνιο Συνεννόησης (Πέμπτο Παράρτημα) της 6ης Δεκεμβρίου 2011, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ελλάδας και της Τράπεζας της Ελλάδος...", στο δε κείμενό του εξαγγέλλεται πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής της Ελληνικής Κυβερνήσεως για το επόμενα έτη, με πρόβλεψη λήψης μέτρων για την αναδιάρθρωση της εθνικής οικονομίας και την δημοσιονομική εξυγίανση.
Στο μέρος του παραπάνω Μνημονίου, που τιτλοφορείται "Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής", αναφέρονται, εν είδει εισαγωγής, τα εξής: "Στόχοι, Στρατηγική και Προοπτικές. 1. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει τρεις βασικές προκλήσεις. Πρώτον, η Ελληνική οικονομία έχει πρόβλημα ανταγωνιστικότητας. Παρότι έχει σημειωθεί πρόοδος από το 2010 στον περιορισμό του ανά μονάδα κόστους εργασίας, η εκτιμώμενη υπερτίμηση της τιμής πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας ανέρχεται ακόμη περίπου στο 15 - 20 τοις εκατό.
Δεύτερον, η δημοσιονομική βιωσιμότητα πρέπει να αποκατασταθεί. Το πρωτογενές έλλειμμα έχει μειωθεί σημαντικά από το 2009, αλλά το εκτιμώμενο αποτέλεσμά για το 2011, ένα πρωτογενές έλλειμμα ύψους περίπου (21/2) τοις εκατό του ΑΕΠ, παραμένει πολύ χαμηλότερο από το πλεόνασμα που θα σταθεροποιήσει το χρέος. Τρίτον, ο χρηματοπιστωτικός τομέας αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας και φερεγγυότητας, λόγω της έκθεσής του σε κρατικά ομόλογα, της φθίνουσας ποιότητας του εγχώριου δανειακού χαρτοφυλακίου και της σταθερής εκροής καταθέσεων. 2.
Για να αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις, η κυβέρνηση θα βασιστεί στις πολιτικές που καθορίστηκαν στο προηγούμενο πρόγραμμα, αλλά θα τροποποιήσει το μίγμα της προσαρμογής και της χρηματοδότησης. Προκειμένου να μειωθούν οι αντιφάσεις της πολιτικής, το πρόγραμμα θα συνεχίσει να δίνει έμφαση στην εφαρμογή φιλόδοξων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την αύξηση της παραγωγικότητας στις αγορές εργασίες, προϊόντων και υπηρεσιών και στην βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.
Ωστόσο, πρέπει να είμαστε ρεαλιστές σχετικά με το εύρος και το χρόνο που θα αποδώσουν τα αποτελέσματά τους, που είναι εγγενώς αβέβαια, και να αντιμετωπίσουμε τα άμεσα προβλήματα ρευστότητας. Για την εξισορρόπηση της οικονομία, τη στήριξη της α ανάπτυξης και της απασχόλησης, την αποκατάσταση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας και διασφάλιση της οικονομικής σταθερότητας, θα δώσουμε μεγαλύτερη έμφαση στην εξασφάλιση μειώσεων στο ανά μονάδα κόστος εργασίας και στην βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, μέσω ενός συνδυασμού περικοπών των ονομαστικών μισθών και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της αγοράς εργασίας, Μαζί με την εξάλειψη των αγκυλώσεων στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, αναμένεται ότι θα μειώσουν το κόστος και θα διευκολύνουν την αναδιανομή των πόρων προς εμπορεύσιμους τομείς, προς την αύξηση της ανάπτυξης και προς μεγαλύτερη απασχόληση, εξομαλύνουμε τις επιπτώσεις της βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης και των σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων (δίνοντάς τους χρόνο για φέρουν αποτελέσματα) μειώνοντας τη δημοσιονομική προσαρμογή για το 2012 - μειώνουμε σημαντικά την επιρροή του κράτους στην οικονομία μέσω τολμηρών διαρθρωτικών δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων και μέσω της αποκρατικοποίησης δημόσιων περιουσιακών στοιχείων.
Η οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας πρέπει να προέλθει από μια σθεναρή απάντηση του ιδιωτικού τομέα και αυτό δεν μπορεί να συμβεί με το κράτος να ελέγχει την πρόσβαση σε καίρια περιουσιακά στοιχεία. - ενισχύσουμε την ικανότητα του κράτους να υλοποιεί πολιτικές, μέσω μιας ευρέος φάσματος διοικητικής μεταρρύθμισης.
Πρέπει να βελτιώσουμε σημαντικά τη ποιότητά των δημοσίων υπηρεσιών, την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα του δημοσίου τομέα, καθώς και την ικανότητα του κράτους να ρυθμίζει την οικονομία. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις που μειώνουν το κόστος και τα σχέδια αποκρατικοποιήσεων που ενθαρρύνουν τις ΑΞΕ (Άμεσες Ξένες Επενδύσεις), όταν συνδυάζονται με δημοσιονομικές περικοπές δαπανών και σταδιακή εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών, απελευθερώνουν ρευστότητα για τον ιδιωτικό τομέα.
Μαζί με την συνεχή χρηματοδότηση του προγράμματος και την παροχή ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα, αυτό θα βοηθήσει στην βελτίωση της στενότητας των χρηματοπιστωτικών συνθηκών που τώρα επηρεάζουν την οικονομία. 3. Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η εξάλειψη των μεγάλων αρχικών ανισορροπιών τής Ελλάδας και η επίτευξη μιας πορείας ισορροπημένης ανάπτυξης θα πάρει σημαντικό χρόνο.
Το πραγματικό ΑΕΠ αναμένεται να επανέλθει σε θετικές τιμές ανάπτυξης από τρίμηνο σε τρίμηνο το 2013. Το πρόγραμμα θεωρεί ότι με τη πάροδο ταυ χρόνου το επιχειρηματικό κλίμα θα επωφεληθεί από την επιτυχημένη εφαρμογή του PSI και η οικονομική δραστηριότητα και η αύξηση της απασχόλησης θα επιταχυνθούν καθώς θα μειώνεται το ανά μονάδα κόστος εργασίας, θα υλοποιούνται άλλες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την αύξηση της παραγωγικότητας και θα ολοκληρώνεται η δημοσιονομική προσαρμογή.
Ωστόσο, βραχυπρόθεσμα προβλέπεται μείωση του ΑΕΠ κατά επιπλέον 4-5 τοις εκατό σωρευτικά για την περίοδο 2012 - 2013 λόγω της επιδείνωσης του εξωτερικού περιβάλλοντος, της αναγκαίας δημοσιονομικής προσαρμογής, της προσαρμογής των αποδοχών του ιδιωτικού τομέα και των προσαρμογών στο τραπεζικό σύστημα. - Η ανταγωνιστικότητα προβλέπεται να βελτιωθεί με επιταχυνόμενο ρυθμό στηριζόμενη στις αρχικές μεταρρυθμίσεις τής αγοράς εργασίας και σε ένα ολοκληρωμένο σύνολο μεταρρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων.
Ο πληθωρισμός αναμένεται να μειωθεί σημαντικά κάτω από το επίπεδο της ευρωζώνης, καθώς οι μεταρρυθμίσεις που μειώνουν το κόστος και οι μειώσεις των αποδοχών αποτυπώνονται στις τιμές. Μέχρι το τέλος του προγράμματος, θα είναι δυνατό να συρρικνωθεί σημαντικά το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας σε σχέση με τους εμπορικούς εταίρους και το οικονομικό σύστημα θα πρέπει να συνεχίσει να προσαρμόζεται για κάποιο διάστημα κατόπιν αυτού ώστε να εξαλειφθεί πλήρως το κενό.
Το εξωτερικό ισοζύγιο αναμένεται ότι θα έχει μέτρια προσαρμογή για το υπόλοιπο του 2012 δεδομένης της επιδείνωσης των παγκόσμιων οικονομικών συνθηκών. Ωστόσο, καθώς η εγχώρια ζήτηση συνεχίζει να μειώνεται και η ανταγωνιστικότητα βελτιώνεται, ο ρυθμός της εξωτερικής προσαρμογής θα πρέπει να αυξηθεί. Παρόλα ταύτα αναμένεται ότι θα πάρει κάποιο χρόνο πριν το έλλειμμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας πέσει σε ένα επίπεδο το οποίο θα επιτρέψει στο εξωτερικό χρέος της Ελλάδας να μειωθεί σταθερά. 4.
Το πρόγραμμα πολιτικής της κυβέρνησης, υποβοηθούμενο από την ελάφρυνση χρέους οπό τους ιδιώτες πιστωτές και τη στήριξη από το δημόσιο τομέα με ευνοϊκούς όρους, θα πρέπει να θέσει το δημόσιο χρέος σε βιώσιμη πορεία. Στο βασικό σενάριο του προγράμματος μας, το δημόσιο χρέος θα παραμείνει υψηλό κατά τη διάρκεια του προγράμματος, αλλά αναμένεται να μειωθεί περίπου στο 120 τοις εκατό του ΑΕΠ μέχρι το 2020, με συνεχείς μειώσεις στη συνέχεια.
Δεδομένης της μακράς περιόδου των υψηλών επιπέδων χρέους, και της συνεχιζόμενης ευαισθησίας της Ελλάδας σε κλονισμούς, αναγνωρίζουμε ότι η πλήρης και έγκαιρη εφαρμογή των πολιτικών του προγράμματος θα είναι κρίσιμη για να επιτευχθεί αυτή η τροχιά του χρέους, παρά την ευνοϊκή χρηματοδότηση που έχουμε λάβει.
Αυτές οι πολιτικές και η χρηματοδότηση του προγράμματος αναλύονται με περισσότερες λεπτομέρειες στην συνέχεια. Ακολούθως, περιγράφονται ποικίλες δράσεις που θα αναληφθούν σε ένα ευρύ φάσμα τομέων της δημόσιας πολιτικής. Μεταξύ άλλων αναφέρονται, εντασσόμενα στο πρόγραμμα του Μνημονίου και περιγραφόμενα αναλυτικά, μέτρα σχετικά με περαιτέρω μειώσεις στη μισθολογική δαπάνη του δημόσιου τομέα, στις δαπάνες για συντάξεις, για την υγεία και για κοινωνικά επιδόματα, αναδιάρθρωση της κυβερνητικής λειτουργίας, μεταρρυθμίσεις στο φορολογικό σύστημα, στην δομή και λειτουργία της διοίκησης των φόρων και της συλλογής των κρατικών εσόδων, αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και μεταρρύθμιση του τραπεζικού τομέα, ανακεφαλαιοποίηση και των τραπεζών, αποκρατικοποιήσεις, καθώς και με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις αγορές εργασίας, προϊόντων και υπηρεσιών.
Στο Κεφάλαιο Ε, με τίτλο "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις", του προαναφερόμενου Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, αναφέρονται, στις παραγράφους 28 και 29, τα εξής: "28. Όπως σημειώθηκε προηγουμένως, η πλέον επείγουσα προτεραιότητα της Κυβέρνησης είναι να αποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητα και την οικονομική ανάπτυξη.
Αναγνωρίζουμε την ανάγκη να επιταχύνουμε σημαντικά την εφαρμογή συνολικών και σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με στόχο την τόνωση της απασχόλησης, της παραγωγής και αύξησης της παραγωγικότητας με την απελευθέρωση των αγορών εργασίας, προϊόντων και υπηρεσιών και αφαιρώντας υπάρχοντα εμπόδια στο επιχειρηματικό περιβάλλον.
Ωστόσο, καθώς αυτά προφανώς θα χρειαστούν κάποιο χρόνο για να μεταφραστούν πλήρως σε βιώσιμη ανάπτυξη θα λάβουμε και προκαταρκτικά μέτρα για να επιτρέψουμε μια μείωση στους ονομαστικούς μισθούς για να κλείσει γρήγορα το κενό μας στην ανταγωνιστικότητα και να τεθεί μια πρώιμη βάση για την βιώσιμη ανάπτυξη η κυβέρνηση θα λάβει μέτρα για τη βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς εργασίας.
Οι αγκυλώσεις στην αγορά εργασίας εμποδίζουν την προσαρμογή των μισθών στις οικονομικές συνθήκες και οδηγούν την απασχόληση στη μαύρη εργασία. Για την προστασία της απασχόλησης και την εξάλειψη του κενού ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας με μεγαλύτερη ταχύτητα, η κυβέρνηση σκοπεύει να στοχεύσει σε μία μείωση του ανά μονάδα κόστους εργασίας κατά περίπου 15 τοις εκατό κατά τη διάρκεια του προγράμματος.
Εάν ο συνεχιζόμενος κοινωνικός διάλογος είναι ανεπιτυχής στον καθορισμό συγκεκριμένων λύσεων έως το τέλος Φεβρουάριου για την επίτευξη του στόχου αυτού, η κυβέρνηση θα λάβει τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα, με γνώμονα το επείγον δημόσιο συμφέρον, για να επιτρέψει την προσαρμογή του μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους όπως απαιτείται.
Το πακέτο των μέτρων για την αγορά εργασίας το οποίο θα εφαρμοσθεί συμπεριλαμβάνει: Διαρθρωτικά μέτρα γιο το επίπεδο των συλλογικών συμβάσεων, τα βασικά μέτρα που θα νομοθετήσουμε (ως προαπαιτούμενες ενέργειες) περιλαμβάνουν: - Διάρκεια των συλλογικών συμβάσεων και αναθεώρηση της "μετενέργειας" των συλλογικών συμβάσεων.
Οι αλλαγές θα ορίζουν ότι: (i) όλες οι συλλογικές συμβάσεις θα πρέπει να έχουν μια μέγιστη διάρκεια 3 ετών, (ii) οι συλλογικές συμβάσεις που υπάρχουν ήδη για 24 μήνες ή περισσότερο θα λήξουν όχι αργότερα από 1 έτος από την ψήφιση του νόμου, (iii) η περίοδος χάριτος μετά την λήξη της σύμβασης μειώνεται από τους 6 στους 3 μήνες, και (iν) σε περίπτωση κατά την οποία δεν είναι δυνατή η επίτευξη μιας νέας συλλογικής σύμβασης μετά από προσπάθειες τριών μηνών, η αμοιβή θα επανέλθει στον βασικό μισθό συν τα παρακάτω γενικό επιδόματα (αρχαιότητας σε υπηρεσία, τέκνου, εκπαίδευσης και επικινδυνότητας).
Αυτό θα συνεχίσει να ισχύει μέχρι να αντικατασταθεί από όρους που καθορίζονται σε μια νέα συλλογική συμφωνία ή σε νέα ή ατομική σύμβαση. Αφαίρεση της "μονιμότητας" σε όλες τις παραδοσιακές συμβάσεις σε όλες τις εταιρείες. H νέα νομική διάταξη θα μεταμορφώσει αυτομάτως τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου (οι οποίες ορίζονται ως έχουσες λήξη κατά το όριο ηλικίας ή την σύνταξη) σε συμβάσεις αορίστου χρόνου για τις οποίες ισχύουν οι κανονικές διαδικασίες απόλυσης.
Πάγωμα της "ωρίμανσης" που προβλέπεται από τον νόμο και/ή τις συλλογικές συμβάσεις (που αναφέρεται σε όλες τις αυτόματες αυξήσεις μισθών με βάση το χρόνο) μέχρι η ανεργία να πέσει κάτω από 10%. Εξάλειψή της μονομερούς προσφυγής σε διαιτησία, επιτρέποντας αιτήσεις για διαιτησία μόνο εάν συναινούν και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη.
Την ίδια στιγμή, θα διευκρινίσουμε (με νόμο ή με εγκύκλιο) ότι (i) δεν επιτρέπεται οι διαιτητές να εισάγουν κάποια διάταξη για μπόνους, επιδόματα ή άλλες αποζημιώσεις, και ως εκ τούτου μπορούν να αποφαίνονται μόνο για τον βασικό μισθό και (II) θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη τα οικονομικά και χρηματοπιστωτικά ζητήματα μαζί με τα νομικά.
Προσαρμογή του κατώτατου μισθού. Αυτό θα βοηθήσει να διασφαλίστε! ότι καθώς προσαρμόζεται η οικονομία και οι συμβάσεις συλλογικής διαπραγμάτευσης ανταποκρίνονται στις αλλαγές, οι επιχειρήσεις και οι υπάλληλοι δεν θα βρεθούν δεσμευμένοι σε ένα κατώτατο όριο (και ένα όριο το οποίο είναι πολύ υψηλό σε διεθνή σύγκριση):
Θα νομοθετήσουμε: (I) μια άμεση επανευθυγράμμιση του επιπέδου του κατώτατου μισθού που καθορίζεται από την εθνική γενική συλλογική σύμβαση κατά 22 τοις εκατό σε όλα τα επίπεδα βάσει της προϋπηρεσίας, της οικογενειακής κατάστασης και των ημερήσιων / μηνιαίων μισθών, (ii) το πάγωμα του κατώτατου μισθού μέχρι το τέλος της περιόδου του προγράμματος, και (iii) μια επιπλέον μείωση 10 τοις εκατό του κατώτατου μισθού για τους νέους, η οποία θα ισχύει γενικά και χωρίς περιοριστικούς όρους (για τα άτομα κάτω των 25) (προαπαιτούμενη δράση).
Τα μέτρα αυτά θα δώσουν τη δυνατότητα μείωσης της απόκλισης στο επίπεδο του κατώτατου μισθού σε σχέση με τους ανταγωνιστές μας (Πορτογαλία, Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη). Αναμένουμε ότι το μέτρο αυτό θα βοηθήσει στην αντιμετώπιση της υψηλής ανεργίας των νέων, την απασχόληση ατόμων στα περιθώρια της αγοράς εργασίας και θα ενθαρρύνει την αλλαγή από τον ανεπίσημο στον επίσημο τομέα εργασίας.
Μαζί με τους κοινωνικούς εταίρους, θα συντάξουμε ένα σαφές χρονοδιάγραμμα για την λεπτομερή αναμόρφωση της εθνικής συλλογικής σύμβασης έως το τέλος Ιουλίου 2012. Αυτό θα ευθυγραμμίσει το πλαίσιο του κατώτατου μισθού της Ελλάδας με αυτό συγκρίσιμων κρατών και θα του επιτρέψει να εκπληρώσει την βασική του λειτουργία, δηλαδή της διασφάλισης ενός ενιαίου δικτύου ασφαλείας για όλους τους υπαλλήλους.
Προσαρμογή του μη μισθολογικού κόστος εργασίας. Για να βοηθήσουμε στη μείωση του μη μισθολογικού κόστους και να ενθαρρύνουμε την απασχόληση, θα ευθυγραμμίσουμε το φορολογικό βάρος στην εργασία στην Ελλάδα με αυτό των συγκρίσιμων Ευρωπαϊκών χωρών: Θα θεσπίσουμε νομοθεσία για την μείωση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης για τους εργοδότες στο ΙΚΑ κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες και θα λάβουμε μέτρα για να διασφαλίσουμε ότι η μείωση αυτή δεν θα έχει δημοσιονομική επίπτωση.
Οι εισφορές θα μειωθούν μόνο όταν έχουν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα για να καλυφθούν οι μειώσεις στα έσοδα... Επόμενες ενέργειες. Θα επισκοπούμε σε συνεχή βάση τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων στην αγορά εργασίας και στο ανά μονάδα κόστος εργασίας και, εάν χρειαστεί, θα λάβουμε πρόσθετα διορθωτικό μέτρα για να διευκολυνθεί η συλλογική διαπραγμάτευση ώστε να διασφαλιστεί η ευκαμψία μισθών και υψηλότερη απασχόληση.
Εάν μέχρι το τέλος του:2012 τα αποτελέσματα στην αγορά δεν έχουν αποτέλεσμα, θα εξετάσουμε τη περίπτωση πιο άμεσων παρεμβάσεων". Εξ άλλου, στο Κεφάλαιο 4, με τίτλο "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης", του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής αναφέρονται, στην παράγραφο 4.1, τα εξής: "4.1 Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας.
Δεδομένου ότι η έκβαση ταυ κοινωνικού διαλόγου για την προώθηση της απασχόλησης και της ανταγωνιστικότητας δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες, η Κυβέρνηση θα λάβει μέτρα για την ενθάρρυνση της ταχείας προσαρμογής του κόστους εργασίας ώστε να καταπολεμηθεί η ανεργία και να αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα με βάση το κόστος, για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των πρόσφατων μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας, για την ευθυγράμμιση των συνθηκών της εργασίας στις πρώην κρατικές επιχειρήσεις με αυτές του υπόλοιπου ιδιωτικού τομέα και για την ευελιξία των συμφωνιών για τις ώρες εργασίας.
Η στρατηγική αυτή πρέπει να στοχεύει στη μείωση του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας κατά 15% στο διάστημα 2012 -14. Συγχρόνως, η Κυβέρνηση θα προωθήσει την ομαλή διαπραγμάτευση των μισθών στα διάφορα επίπεδα και θα καταπολεμήσει την αδήλωτη εργασία. Εξαιρετικά νομοθετικά μέτρα γιο το καθορισμό των μισθών.
Πριν την εκταμίευση, υιοθετούνται τα παρακάτω μέτρα: Οι ελάχιστοι μισθοί που ορίζονται από την εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας (ΕΓΣΣΕ) θα μειωθούν κατά 22% σε σύγκριση με το επίπεδο που 'Ισχυε την 1η Ιανουαρίου 2012. Για τους νέους (ηλικίας κάτω των 25), οι μισθοί που ορίζονται οπό την εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας θα μειωθούν κατά 32% χωρίς περιοριστικούς όρους.
Αναστέλλονται οι διατάξεις του νόμου και των συλλογικών συμβάσεων που προβλέπουν αυτόματες αυξήσεις μισθών, περιλαμβανομένων εκείνων περί ωριμάνσεων. Μεταρρυθμίσεις στο σύστημα καθορισμού των μισθών. Η Κυβέρνηση θα εργασθεί μαζί με τους κοινωνικούς εταίρους για τη μεταρρύθμιση του συστήματος καθορισμού των μισθών σε εθνικό επίπεδο.
Έως το τέλος Ιουλίου 2012 θα καταρτιστεί ένα χρονοδιάγραμμα για την αναθεώρηση της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας. Η πρόταση θα στοχεύει στην αντικατάσταση του ύψους των μισθών που ορίζονται στην ΕΓΣΣΕ με ελάχιστο ύψος μισθού νομοθετημένο από την κυβέρνηση σε διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους.
Μέτρα για την ενθάρρυνση της επαναδιαπραγμάτευσης των συλλογικών συμβάσεων. Πριν την εκταμίευση, τροποποιείται η νομοθεσία περί συλλογικών συμβάσεων με σκοπό τη προώθηση της προσαρμογής του συλλογικά διαπραγματευόμενου μισθού και των μη μισθολογικών όρων στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, σε τακτική και συχνή βάση.
Ο Νόμος 1876/1990 θα τροποποιηθεί ως εξής: Συλλογικές συμβάσεις που αφορούν μισθολογικούς και μη μισθολογικούς όρους μπορούν να συναφθούν για μέγιστη διάρκεια 3 ετών. Συμβάσεις που έχουν ήδη συναφθεί για 24 μήνες ή περισσότερο, θα έχουν υπολειπόμενη διάρκεια 1 έτους, Συλλογικές συμβάσεις που έχουν λήξει θα παραμείνουν σε ισχύ γιο μέγιστο χρονικό διάστημα 3 μηνών.
Εάν δεν συναφθεί νέα συμφωνία, μετά το διάστημα αυτά, η αμοιβή θα επανέλθει στο βασικά μισθό και τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, εκπαίδευσης και βαρέων επαγγελμάτων θα συνεχίσουν να ισχύουν, έως στου αντικατασταθούν από εκείνα της νέας συλλογικής σύμβασης ή των νέων ή τροποποιημένων ατομικών συμβάσεων.
Αυξάνοντας τη δυναμική των πρόσφατων μεταρρυθμίσεων της αγοράς εργασίας. Πριν την εκταμίευση, αναθεωρείται η νομοθεσία ώστε να λαμβάνει χώρα διαιτησία όταν αυτό συμφωνηθεί οπό εργαζομένους και εργοδότες. Η κυβέρνηση θα ξεκαθαρίσει ότι η διαιτησία ισχύει μόνο για το βασικό μισθό και όχι για άλλες αμοιβές, και ότι λαμβάνονται υπόψη μαζί με τις νομικές διαστάσεις, οι οικονομικές και οι χρηματοπιστωτικές.
Επίσης, έως τον Οκτώβριο του 2012, θα καταρτιστεί μία ανεξάρτητη αξιολόγηση της λειτουργίας της διαιτησίας και της μεσολάβησης, προκειμένου να βελτιωθούν οι υπηρεσίες διαιτησίας και μεσολάβησης ώστε να διασφαλιστεί πως οι αποφάσεις της διαιτησίας αντανακλούν επαρκώς τις ανάγκες της μυθολογικής προσαρμογής.
Δεσμεύσεις από το παρελθόν και ειδικοί εργασιακοί όροι. Πριν την εκταμίευση, καταργούνται οι όροι περί μονιμότητας (συμβάσεις ορισμένου χρόνου που ορίζεται ότι λήγουν σε κάποιο όριο ηλικίας ή στη συνταξιοδότηση) που περιλαμβάνονται σε νόμο ή σε συμβάσεις εργασίας. Η κυβέρνηση διεξάγει μία αναλογιστική μελέτη των πρώτου πυλώνα συνταξιοδοτικών ταμείων σε εταιρείες όπου οι εισφορές για τα ταμεία αυτά υπερβαίνουν τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα σε συγκρίσιμες επιχειρήσεις/βιομηχανίες που καλύπτονται από το ΙΚΑ.
Με βάση τη μελέτη αυτή, η Κυβέρνηση μειώνει τις κοινωνικές εισφορές για τις εταιρείες αυτές κατά δημοσιονομικά ουδέτερο τρόπο. Μη μισθολογικά εργασιακά κόστη, καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας και της εισφοροδιαφυγής...".
Στην αιτιολογική έκθεση του ως άνω V. 4046/2012 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εθνικό χρέος της Κυβέρνησης είναι η διασφάλιση της θέσης της χώρας μέσα στην Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή 'Ενωση. Αυτή είναι η ιστορική ευθύνη της Κυβέρνησης, ευθύνη προς την οποία ανταποκρίνεται αταλάντευτα με αποκλειστικό γνώμονα τα συμφέρον του Ελληνικού Λαού.
Μέσα στη δίνη της πιο σοβαρής οικονομικής κρίσης που αντιμετώπισε η Χώρα στην πρόσφατη ιστορία της, αποτελεί πρόκλησή επιβίωσης να διασφαλιστούν σήμερα οι όροι και οι προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν στο άμεσο μέλλον να ανακτήσει η Χώρα τη δημοσιονομική της ισορροπία, να αποκτήσει πρωτογενή πλεονάσματα και να είναι σε θέση να μετέχει ισότιμα και με ισχυρό λόγο στις σχέσεις με τους εταίρους της στην Ευρωζώνη, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τους διεθνείς συνομιλητές της.
Για να μετατραπεί η κρίση σε ευκαιρία, είναι ανάγκη να συνειδητοποιηθεί από όλες τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις της Χώρας, ότι το στοίχημα της υπέρβασης αυτής της κρίσης συνδέεται άρρηκτα με την αυστηρή τήρηση όλων των δεσμεύσεων που αναλαμβάνει η Χώρα στο πλαίσιο της απαιτούμενης δημοσιονομικής προσαρμογής αλλά και τη συλλογική προσπάθεια για σύνθεση από όλες τις πολιτικές κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις αναπτυξιακού ορίζοντα ο οποίος θα βασίζεται στην ανταγωνιστικότητα, τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Χώρας και τις δυνατότητες του ανθρώπινου δυναμικού της και ιδιαίτερα τις δυνατότητες και τις δεξιότητες των νέων ανθρώπων, μακριά από αγκυλώσεις, συντεχνιακές νοοτροπίες και εσωστρέφεια.
Τα τελευταία τρία χρόνια, η ραγδαία επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών εκτόξευσε το κόστος δανεισμού της Χώρας σε απαγορευτικά επίπεδα, με αποτέλεσμα να αποκλειστεί από τις διεθνείς αγορές και να διογκωθεί το δημόσιο χρέος σε πολύ υψηλά επίπεδα. Σταθμοί στην προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης ήταν:
Η συμφωνία και υπογραφή στις 3 Μαΐου 2010 του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που ενεργούσε για λογαριασμό των κρατών - μελών της Ευρωζώνης και της Ελληνικής Δημοκρατίας μετά συστατικά μέρη του, ήτοι: (α) Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, (β) Μνημόνιο Συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και (γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης.
Η υπογραφή του εν λόγω Μνημονίου αποτελούσε προαπαιτούμενο για τη σύναψη της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης, καθώς και την έγκριση της χρηματοδότησης από το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Δ.Ν.Τ.. Η Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης ύψους 80.000.000.000 ευρώ της 8ης Μαΐου 2010 ύψους που συνομολογήθηκε μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος με τα κράτη - μέλη της Ευρωζώνης, η οποία προέβλεπε την ενίσχυση της σταθερότητας στην Ελλάδα σε διακυβερνητικό πλαίσιο μέσω συγκεντρωτικών διμερών δανείων.
Η έγκριση της 9ης Μαΐου 2010 από το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου της χρηματοδότησης αμέσου ετοιμότητας για την Ελλάδα ισοδύναμης με Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα 26.432,9 εκατομμυρίων. Η κατάρτιση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012- 2015. Παρά το γεγονός ότι η Χώρα και οι πολίτες της κατέβαλαν τεράστια προσπάθεια σταθεροποίησης σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, η προσπάθεια εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών και μείωσης του ελλείμματος προσέκρουσε στην επιδείνωση της ύφεσης της ελληνικής οικονομίας, η οποία ταλανίζει τη Χώρα, μειώνοντας τα έσοδα σε σχέση με τα εκάστοτε προσδοκώμενα και αυξάνοντας τα δημόσιο χρέος ως ποσοστά του ΑΕΠ.
Συγκεκριμένα, το δημόσιο χρέος ανήλθε στα 299 δισ. ευρώ το 2009, ή 129,3% του ΑΕΠ, αυξήθηκε στα 329 δισ. ευρώ το 2010, ή 144,9% του ΑΕΠ, ενώ το 2011, σύμφωνα μετά έως τώρα στοιχεία, Σημειώνει περαιτέρω επιδείνωση, φτάνοντας τα 368 δισ. υπερβαίνοντας το 169% του ΑΕΠ. Το μεγαλύτερο ποσοστό του χρέους λήγει εντός των αμέσως επομένων ετών, γεγονός που καθιστά τις άμεσες ταμειακές ανάγκες του Δημοσίου επιτακτικές και ζήτημα ζωτικής σημασίας για την εθνική οικονομία.
Οι δυσοίωνες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας αποτυπώνονται εμφανώς στις αγοραίες τιμές τίτλων εκδοθέντων ή εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο. Αυτές οι ιστορικά πρωτόγνωρα χαμηλές τιμές αντικατοπτρίζουν την εκτίμηση των επενδυτών ότι η πλήρης εξυπηρέτηση του χρέους στο σύνολό του, από το Ελληνικό Δημόσιο, μπορεί να καταστεί αδύνατη.
Η δυναμική του χρέους, η οποία αναπτύσσεται σε περιβάλλον αρνητικών ρυθμών μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας για τέταρτη συνεχή χρονιά το 2012 και σε περιβάλλον παγκόσμιας οικονομικής ανασφάλειας, επιβάλλει τη λήψη άμεσων μέτρων προς την κατεύθυνση της ελάφρυνσής του.
Συγκεκριμένα, επιβάλλεται μια ουσιαστική αναδιάταξη του δημόσιου χρέους για να καταστεί το δημόσιο χρέος βιώσιμο τόσο βραχυπρόθεσμό όσο και μακροπρόθεσμα. Η έλλειψη μιας τέτοιας αναδιάταξης θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες για την ελληνική οικονομία και τον ελληνικό λαό, τους πιστωτές και το ευρύτερο διεθνές χρηματοοικονομικά σύστημα.
Στην περίπτωση που η Χώρα αδυνατούσε να συνεχίσει τις πληρωμές, οι πιστωτές θα έχαναν σχεδόν το συνολικό μέρος, αν όχι όλη την αξία των επενδύσεών τους, γεγονός που θα απαιτούσε την άμεση στήριξη ορισμένων πιστωτών από τις εθνικές κυβερνήσεις. Η μετάδοση των συνεπειών θα επιδείνωνε την κρίση χρέους σε άλλα δημοσιονομικά αδύναμα κράτη της Ευρωζώνης.
Οι δυσμενείς συνέπειες θα ήταν απρόβλεπτες για την ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία ... Επί της αρχής αυτής της τριμερούς χρηματοδότησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ενός κράτους - μέλους της Ευρωζώνης, η οποία αδυνατεί να προσφύγει στις αγορές για να χρηματοδοτηθεί με τρόπο βιώσιμο, υιοθετήθηκε η προσέγγιση για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους στη Σύνοδο Κορυφής της 26ης Οκτωβρίου 2011 σε συνέχεια της δήλωσης της 21ης Ιουλίου 2011 από τους επικεφαλής των κρατών - μελών της ευρωζώνης και των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης βάσει της οποίας συστάθηκε στις 7 Ιουνίου 2011 το "Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας" (E.T.X.Z.) "European Financial Stability Facility" (EFSF), με σκοπό την εξασφάλιση σταθερότητας στα κράτη - μέλη της Ευρωζώνης...
To EDS μπορεί να παρέχει χρηματοδοτική ενίσχυση με τις ακόλουθες μορφές: "Συμβάσεις Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης" "Financial Assistance Facility Agreement", με τη μορφή εκταμίευσης δανείων σύμφωνα με ένα πρόγραμμα, προληπτικές διευκολύνσεις, διευκολύνσεις για τη χρηματοδότηση της ανακεφαλαιοποίησης πιστωτικών ιδρυμάτων κράτους - μέλους της Ευρωζώνης (μέσω δανείων στις κυβερνήσεις αυτών των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων χωρών εκτός προγράμματος), διευκολύνσεις για την αγορά ομολόγων στις δευτερογενείς αγορές επί τη βάσει ανάλυσης της ΕΚΤ, που αναγνωρίζει την ύπαρξη εξαιρετικών συνθηκών και κινδύνων της χρηματοπιστωτικής αγοράς που απειλούν την οικονομική σταθερότητα ή διευκολύνσεις για την αγορά ομολόγων στην πρωτογενή αγορά.
Σύμφωνα με τη δήλωση των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων της Ευρωζώνης και των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 21ης Ιουλίου και 26ης Οκτωβρίου 2011, το Ε.Τ.Χ.Σ. θα χρησιμοποιηθεί ως φορέας χρηματοδότησης για μελλοντικές εκταμιεύσεις από την Ελλάδα υπό την χρηματοδοτική ενίσχυση των κρατών - μελών της Ευρωζώνης.
Για το λόγο αυτόν προβλέπεται η υπογραφή του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ελλάδας και της Τράπεζας της Ελλάδος, πριν από την υπογραφή των συμβάσεων χρηματοδοτικής διευκόλυνσης, τα σχέδια των οποίων προτείνεται να εγκριθούν με το παρόν σχέδιο νόμου. Στο Μνημόνιο Συνεννόησης περιλαμβάνονται αναλυτικά οι όροι και οι προϋποθέσεις που αποτελούν προαπαιτούμενο για την υπογραφή και θέση σε ισχύ των συμβάσεων χρηματοδοτικής διευκόλυνσης.
Συγκεκριμένα το Μνημόνιο Συνεννόησης αποτελείται από τα ακόλουθα μέρη: (α) Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, (β) Μνημόνιο Συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και (γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης. Το Μνημόνιο Συνεννόησης αποτελεί ξεχωριστό και συμπληρωματικό έγγραφο προς το αρχικό Μνημόνιο Συνεννόησης που υπεγράφη στις 3 Μαΐου 2010, όπως έχει πρόσφατα αναθεωρηθεί από το συμπληρωματικό Μνημόνιο Συνεννόησης (Πέμπτο Παράρτημα) της 6ης Δεκεμβρίου 2011, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ελλάδας και της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η διαθεσιμότητα των Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης συναρτάται με την εφαρμογή από την Ελλάδα των μέτρων που περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο Συνεννόησης, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται σε αυτές. Το νέο οικονομικό πρόγραμμα που συμφωνήσαμε με τους ευρωπαίους εταίρους μας και το ΔΝΤ επικαιροποιεί και τροποποιεί το αρχικό πρόγραμμα που είχε υιοθετηθεί τον Μάιο του 2010, όπως αυτό αναθεωρήθηκε περιοδικά έκτοτε, ανάλογα με την πορεία της ελληνικής οικονομίας και τη δυναμική του χρέους μας..." Στη συνέχεια, κατ' εξουσιοδότηση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 εκδόθηκε η πράξη 6 της 28.2.2012 (Π.Υ.Ε.)0, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Ά 38/28.2.2012,, για τη ρύθμιση "θεμάτων προς εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012".
Στην τελευταία αναφέρεται ότι το Υπουργικό Συμβούλιο "έχοντας υπόψη: 1. Την παράγραφο α6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 (Α' 28), 2. Τις ρυθμίσεις του Κεφαλαίου Ε' "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις", παράγραφος 299 του Μνημονίου οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίθηκαν κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 1 και προσαρτήθηκαν ως παράρτημα V στο ν. 4046/2012, 3.
Το γεγονός, ότι οι ανωτέρω ρυθμίσεις συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012, 4. Την ανάγκη να ρυθμιστούν αναγκαία ζητήματα για την εφαρμογή των ανωτέρω ρυθμίσεων, 5. Την ανάγκη εφαρμογής συνολικών και σημαντικών διαρθρωτικών ρυθμίσεων, με στόχο την τόνωση της απασχόλησης και της παραγωγής και την αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας με την απελευθέρωση των αγορών εργασίας, όπως αυτές δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου συμφέροντος συνδεόμενους με τη λειτουργία της Εθνικής Οικονομίας και την ανάγκη λήψης έκτακτων μέτρων για την προστασία της. 6.
Το άρθρο 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά όργανα (ΠΔ 63/2005, α', 98). 7. Το γεγονός ότι από την πράξη αυτή δεν προκαλείται δαπάνης ε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, 8. Την από 28.2.2012 εισήγηση του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου αποφασίζει... 'Αρθρο 4.
Από 14.2.2012 και μέχρι το ποσοστό της ανεργίας να διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10%, αναστέλλεται η ισχύς διατάξεων νόμων, κανονιστικών πράξεων, ΣΣΕ ή Δ.Α., οι οποίες προβλέπουν αυξήσεις μισθών ή ημερομισθίων, περιλαμβανομένων και εκείνων περί υπηρεσιακών ωριμάνσεων, με μόνη προϋπόθεση την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου εργασίας, όπως ενδεικτικά το επίδομα πολυετίας, το επίδομα χρόνου εργασίας, το επίδομα τριετίας και το επίδομα πενταετίας.
Για την εφαρμογή του προηγουμένου εδαφίου λαμβάνεται υπόψη ο μέσο όρος του εθνικού ποσοστού ανεργίας των τελευταίων τεσσάρων τριμήνων, όπως αυτός αποτυπώνεται στην έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ".
Με το Ν. 4093/2012 "έγκριση Μεσοπρόθεσμου πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016" 1) θεσπίστηκε νέο σύστημα διαμόρφωσης νόμιμου κατώτατου μισθού υπαλλήλων και ημερομισθίου εργατοτεχνικών μέχρι τη λήξη της περιόδου οικονομικής προσαρμογής που προβλέπουν τα μνημόνια που προσαρτάται στο Ν. 4046/2012, 2) Κρίθηκε επιβεβλημένη η θέσπιση, με πράξη Υπουργικού Συμβουλίου, διαδικασίας διαμόρφωσης νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου μισθού και κατώτατου ημερομισθίου για τους εργαζόμενους ιδιωτικού δικαίου, καθώς και η εντός ενός έτους από την εφαρμογή της αξιολόγησης της διαδικασίας αυτής ως προς τη μείωση της ανεργίας την αύξηση της απασχόλησης και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.
Στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερο την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.
Ιδιαίτερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία στην εργασία, δηλαδή το δικαίωμα καθενός να εργάζεται, χωρίς να παρεμποδίζεται σχετικώς και να επιλέγει ο ίδιος, χωρίς περιορισμό, το είδος, τον τόπο και τη διάρκεια της απασχόλησής του (άρθρο 22 παρ.1 του Συντάγματος). Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία σύναψης και καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της συμβάσεως κλπ), όπως ειδικότερα, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ.
Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συνάδει, κατ' αρχήν, οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός εάν μια τέτοια επέμβαση δικαιολογείται από το ότι η άσκηση της ελευθερίας προσβάλλει δικαιώματα τρίτων ή προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών ή, τέλος, αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 παρ.3 και 106 παρ.2 του Συντάγματος.
Επίσης η ελευθερία αυτή, μπορεί να περιοριστεί, όπως τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Η συνδρομή περιστατικών, στα οποία, κατ' εξαίρεση, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, ερευνάται από τα δικαστήρια στο πλαίσιο του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων (άρθρα 87 παρ.2 και 93 παρ.4 του Συντάγματος, βλ.
Ολ.ΑΠ 33/2002, ΑΠ 4/1998) Εξάλλου το άρθρο 22 του Συντάγματος ορίζει ότι "1. Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και |προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού. ... 2. Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία. 3....".
Το δε άρθρο 23 τού Συντάγματος ορίζει ότι "1. Το Κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών μ' αυτή δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου. 2. Η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 22 του Συντάγματος, η ρύθμιση από τον νομοθέτη κατ' αποκλειστικό τρόπο όρων εργασίας και ζητημάτων που αφορούν τις εργασιακές σχέσεις και, συνακόλουθα, η αφαίρεσή τους από την ύλη της συλλογικής αυτονομίας, που αποτελεί περιεχόμενο της συνδικαλιστικής ελευθερίας, είναι επιτρεπτή όταν συντρέχουν λόγοι δημοσίου και γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με την λειτουργία της εθνικής οικονομίας και ενόσω αυτοί διαρκούν (πρβλ ΣτΕ 2307/2014, ΣτΕ 2426/1983, 2370/1984, 2289/1987, 2377/1988,4063/1989, 2190/1991,4555/1996 κ.α.).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα τα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν.
Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Με την ως άνω διάταξη ο νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα, νομικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας.
Η αρχή αυτή, ως γενική αρχή του δικαίου δεσμεύει το νομοθέτη, το δικαστή και τη διοίκηση. Όλα τα μέσα άσκησης της κρατικής εξουσίας ο νόμος, η δικαστική απόφαση και η διοικητική πράξη, πρέπει να πληρούν τα τρία κριτήριά της να είναι δηλαδή α) κατάλληλα, ήτοι πρόσφορα για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαία, ώστε να προκαλούν τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό στον ιδιώτη ή το κοινό και τέλος γ) υπό στενή έννοια αναλογικά, να τελούν δηλαδή σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της επερχόμενης επ' αυτών βλάβης, (ΟλΑΠ 9/20115, ΟλΑΠ 6/2009, ΑΠ 1056/2020, ΑΠ 1632/2017).
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ,ότι η έννομη συνέπεια, που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό (ΟλΑΠ 9/2015).
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω συνάγεται ότι, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, εάν υπό τις δεδομένες συνθήκες κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και συμβατός με τις αρχές της αναλογικότητας (ΑΠ 1632/2017, ΣτΕ 493/2015).
Οι διατάξεις της ως άνω ΠΥΣ με την οποία αναστέλλεται η ισχύς διατάξεων νόμου, όρων συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων οι οποίες προβλέπουν αύξηση μισθών και ημερομισθίων με προϋπόθεση την πάροδο ορισμένου χρόνου εργασίας (υπηρεσιακές ωριμάνσεις), δεν αντιβαίνουν στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 22, 23, και 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Ειδικότερα από τις άνω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει ότι η ρύθμιση των αποδοχών των μισθωτών αποτελεί το πρώτο και κύριο θέμα των συλλογικών διαπραγματεύσεων και δεν μπορεί να γίνεται από τον νόμο κατά τρόπο αποκλειστικό, να αφαιρεθεί δηλαδή από την ύλη της συλλογικής συμβάσεως, εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος και ενόσω αυτοί διαρκούν.
Οι ρυθμίσεις της επίμαχης διάταξης ου άρθρου 4 της ΠΥΣ περιορίζουν το πεδίο της συλλογικής αυτονομίας καθώς και μισθολογικά και εν γένει εργασιακά δικαιώματα των μισθωτών. Εντάσσονται όμως σε ένα σύστημα ρυθμίσεων και μέτρων που αποσκοπούν, κατά αναφερόμενα στις άνω εισηγητικές εκθέσεις, στην αντιμετώπιση του οξύτατου προβλήματος της διόγκωσης του δημοσίου χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας της μείωσης του κόστους εργασίας, της καταπολέμησης της ανεργίας και της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Κατά την κρίση δε του Δικαστηρίου, το οποίο στερείται της εξουσίας ελέγχου των νομοθετικών επιλογών, τα μέτρα αυτά, που λήφθηκαν υπό τις εκτεθείσες όλως εξαιρετικές περιστάσεις, δηλαδή προ του κινδύνου στάσης πληρωμών και κατάρρευση της εθνικής οικονομίας με απρόβλεπτες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, δικαιολογούνται από τη συνδρομή, λόγων υπέρτερου κοινωνικού συμφέροντος.
Ενόψει τούτων, τα μέτρα αυτά στο πλαίσιο του οριακού ελέγχου συνταγματικότητας της ρύθμισης δεν παρίστανται ως μη πρόσφορα και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκομένων με αυτά σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν ήταν αναγκαία, για την επίτευξη των άνω δημοσιονομικών στόχων, προς διάσωση της οικονομίας από στάση πληρωμών και κατάρρευση, η οποία θα είχε απρόβλεπτες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες και βεβαίως θα έθετε σε σοβαρότατο κίνδυνο και την απόλαυση των δικαιωμάτων όλων των φυσικών και νομικών προσώπων.
Ούτε θίγουν τον πυρήνα των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα άρθρα 22 παρ. 1 και 2 και 23 του Συντάγματος, εφόσον η συνδικαλιστική ελευθερία και το δικαίωμα της απεργίας δεν θίγονται και οι θεσμοί της συλλογικής αυτονομίας διατηρούνται κατά τρόπο ώστε να παρέχεται στους μισθωτούς η δυνατότητα να διεκδικούν τη βελτίωση της θέσης τους και την άμβλυνση των δυσμενών συνεπειών της οικονομικής κρίσης και των επίμαχων μέτρων.
Κατ' ακολουθία δεδομένου ότι με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 4095/2012, α) ο καθορισμός από το νόμο κατώτατου μισθού και κατώτατου ημερομισθίου συνδέεται με την περίοδο οικονομικής προσαρμογής και β) επιβάλλεται η θέσπιση με πράξη υπουργικού συμβουλίου διαδικασίας νόμιμου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου για τους εργαζόμενους ιδιωτικού δικαίου, ο οποίος κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου συνιστά την αφετηρία επί της οποίας οικοδομούνται συμφωνημένα μεταξύ των κοινωνικών εταίρων επίπεδα αμοιβών σε κλαδικό όμοιο επαγγελματικό και επιχειρησιακό επίπεδο είναι ανεκτή συνταγματικά η ρύθμιση της ανωτέρω διατάξεως της ΠΥΣ 6/2012 και των αντίστοιχων ρητρών του Μνημονίου, στο πλαίσιο εφαρμογής του παραπάνω Κυβερνητικού προγράμματος έως τη λήξη του ήτοι μέχρι τέλους 2016 και πάντως για διάστημα τριετίας από την έκδοση της προσβαλλομένης ΠΥΣ 6/2012, της αναστολής ισχύος εκτεινομένης στους σχετικούς όρους όλων των μορφών συλλογικών συμβάσεων, ήτοι κλαδικών, ομοιοεπαγγελματικών και επιχειρησιακών (ΟλΣτΕ 2307/2014, ΟλΣτΕ 668/2012, ΣτΕ 493/2015).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560" παρ.1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και "οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε. περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 381/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το Ειρηνοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη, ως προς τα πράγματα κρίση τα ακόλουθα: "...Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, τις γραπτές προτάσεις των διαδίκων που αναπτύχθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους και τις ομολογίες που συνάγονται από αυτές, είτε ρητά είτε σιωπηρά, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προσλήφθηκε την 25-6-1999 και σύμφωνα με το άρθρο 5 περ. Γ του ΕΚΠ ΟΤΕ, η μισθολογική εξέλιξη και προαγωγή των υπαλλήλων της εναγομένης σε μισθολογικά κλιμάκια εξαρτάται τόσο από τη συμπλήρωση του κατά περίπτωση απαιτούμενου χρόνου για την ένταξη στην επόμενη μισθολογική βαθμίδα (θετική προϋπόθεση) αλλά και εφόσον πληρούνται λοιπές - μη χρονικές - προϋποθέσεις (αρνητικές) που προβλέπονται στην ίδια παράγραφο του άρθρου 5 περ Γ παρ. 1, ήτοι το προσωπικό : 1) να μην διατελεί σε κατάσταση αργίας 2) να μην εγκαλείται για οποιοδήποτε πειθαρχικό αδίκημα 3) να μην έχει καταταγεί σε βαθμίδα κατώτερη της μέσης βαθμίδας αξιολόγησης, κατόπιν της εφαρμογής των προβλεπόμενων διαδικασιών εσωτερικής αξιολόγησης (αρνητικές προϋποθέσεις).
Ταύτα ισχύουν και ως προς το Επίδομα Χρόνου Υπηρεσίας (Χρονοεπίδομα) που προβλέπεται από το άρθρο 34 παρ. 1 του ΕΚΠ-ΟΤΕ καθώς κι εδώ να τίθενται, εκτός από την (Θετική) προϋπόθεση της παρόδου του χρόνου και πρόσθετες (αρνητικές) προϋποθέσεις, συνδεόμενες άμεσα και ευθέως με την ευδόκιμη υπηρεσία των μισθωτών, καθώς η εξέλιξη του Χρονοεπιδόματος τελεί, εξαιτίας της συνάρτησής του από τη Γενική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα (Γ.Υ.Α.), όπως αυτή καθορίζεται από το άρθρο 36 ΕΚΠ-ΟΤΕ, υπό τη αίρεση της μη ύπαρξης: α) αδειών άνευ αποδοχών πλέον των 30 ημερών κατ' έτος β) αδικαιολόγητης απουσίας γ) χρόνου σε κατάσταση αργίας κατ' άρθρο 33 παρ. 6 ΕΚΠ-ΟΤΕ και δ) χρόνου προσωρινής απόλυσης κατόπιν επιβολής σχετικής πειθαρχικής ποινής.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα~τηΥπροσω7ακότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε δικαίωμα (ατομικό και συλλογικό μέσω ΣΣΕ) η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της χώρας και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία. Ειδική πλευρά της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία της εργασίας (ως ατομικό δικαίωμα), δηλαδή το δικαίωμα καθενός να εργάζεται και να επιλέγει ελεύθερα το είδος, τον τόπο και το χρόνο της εργασίας, στην οποία περιλαμβάνεται η ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία σύναψης και καταγγελίας της σύμβασης, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κλπ). Έτσι με την ελευθερία των συμβάσεων (ατομικών και συλλογικών), ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συμβιβάζεται κατ' αρχήν μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ελευθερία αυτή προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή ασκείται κατά παραβίαση του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, καθώς επίσης κατά τις περιπτώσεις που ασκείται εις βάρος της Εθνικής Οικονομίας (βλ. Ολ. ΑΠ 33/2002, 34/2002, 35/2002,4/1998 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Εξάλλου, το άρθρο 22 ταυ Συντάγματος ορίζει ότι" 1. Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού. ... 2. Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία. 3....". Το δε άρθρο 23 του Συντάγματος ορίζει ότι "1. Το Κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών μ' αυτή δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου...".
Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 2 και 23 παρ. 1 Σ. καθορισμός των αποδοχών των μισθωτών, ο οποίος μάλιστα είναι το πρώτο ιστορικά και καίριο θέμα της συλλογικής διαπραγμάτευσης, απαγορεύεται η ρύθμιση από τον νομοθέτη κατ' αποκλειστικό τρόπο όρων εργασίας και ζητημάτων που αφορούν τις εργασιακές σχέσεις και συνακόλουθα η αφαίρεσή τους από την ύλη της συλλογικής αυτονομίας, που αποτελεί περιεχόμενο της συνδικαλιστικής ελευθερίας, είναι επιτρεπτή μόνο όταν συντρέχουν λόγοι δημοσίου και γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας και μόνο ενόσω αυτοί διαρκούν (βλ. Ολ.ΣτΕ 2289/1987, ΣτΕ 2426/1983, 2370/1984, 2377/1988, 4063/1989, 2190/1991, 4555/1996 κ.α. ΤΝΠ Νόμος).
Εξάλλου, στο άρθρο 25 παρ. 1 Σ, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ορίζεται ότι "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Σύμφωνα με την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, στην "αρχή της αναλογικότητας" προσδόθηκε ρητώς "συνταγματική υφή" έτσι, ώστε στο πλαίσιο του κράτους δικαίου η απόλαυση των ατομικών δικαιωμάτων ενός προσώπου να μην περιορίζεται, ούτε από την κρατική εξουσία ούτε από τη δικαιοδοτική λειτουργία, περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία είτε των δημοσίων συμφερόντων είτε των ατομικών δικαιωμάτων άλλου προσώπου.
Η θεμελίωση της αρχής της αναλογικότητας στο Σύνταγμα και η τοποθέτηση της στην κορυφή της ιεραρχίας των νομικών κανόνων και αρχών δεσμεύει τόσο τη νομοθετική όσο και την εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Αποτελεί κριτήριο εξέτασης της συνταγματικότητας κάθε δραστηριότητας, δηλαδή τόσο των νόμων που περιορίζουν τις ατομικές ελευθερίες όσο και των διοικητικών πράξεων και δικαστικών αποφάσεων.
Ως εκ τούτου ανήκει στις θεμελιώδεις κατευθυντήριες γραμμές κάθε κρατικής δραστηριότητας και αποτελεί γενικό όριο (ή περιορισμό) των περιορισμών που δεσμεύουν τον κοινό νομοθέτη κατά την εισαγωγή περιορισμών των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Εφαρμόζεται κατά τον έλεγχο της ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης όσο και κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων.
Στην τελευταία δε περίπτωση πρόκειται για απευθείας εφαρμογή ρητής συνταγματικής επιταγής μετά και τη ρητή αναγνώριση της αρχής της αναλογικότητας ως όριο περιορισμού των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων από το αναθεωρημένο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ του Συντάγματος. Εξάλλου η αρχή της αναλογικότητας συνιστά συγκεκριμενοποίηση της αρχής του κράτους δικαίου.
Απορρέει από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία σαν έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου δεν επιτρέπεται να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από ό,τι είναι αναγκαίο για την προστασία των δημοσίων συμφερόντων.
Ειδικότερα, όταν τα δικαστήρια επιλαμβάνονται ιδιωτικών διαφορών, πρέπει να εφαρμόζουν τις προσήκουσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Με άλλα λόγια, πρέπει να επιλύουν τις ιδιωτικές διαφορές με τρόπο που να εξασφαλίζει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα ανατιθέμενα συμφέροντα, χάριν αποτελεσματικής προστασίας των εκατέρωθεν θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Πράγμα που σημαίνει ότι το είδος ή τα μέσα του δικαστικού καταναγκασμού και οι έννομες συνέπειες, που από αυτόν επέρχονται υπέρ του δικαιούχου ή σε βάρος του υπόχρεου, πρέπει να είναι α) πρόσφορα, ήτοι απολύτως κατάλληλα για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαία, ήτοι να τηρούν το μέτρο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέσα δικαστικού καταναγκασμού, το οποίο επιφέρει τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό των δικαιωμάτων του διαδίκου σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και γ) αναλογικά, ήτοι να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η ωφέλεια που επιφέρουν στον δικαιούχο να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν στον υπόχρεο.
Η αρχή της αναλογικότητας συνδυάζει τον έλεγχο μέσων - σκοπών με την ισορρόπηση των συγκρουόμενων συμφερόντων και παρέχει αδιαμφισβήτητα εχέγγυο, για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων. Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, ελέγχεται ευθέως ως αναιρετική πλημμέλεια σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 ή/και αρ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 370/2018).
Εξάλλου, στο άρθρο 25 παρ. 3 Σ, όπως ισχύει ήδη από το Σύνταγμα του 1975, ορίζεται ότι "Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται".
Εν προκειμένω, η ρύθμιση του άρθρου 4 της υπ' αριθμ. 6/28.2.2012 ΠΥΣ εισάγει κατ' αρχήν περιορισμό των προστατευόμενων με τα άρθρο 5, 22 και 23 του Συντάγματος εργασιακών δικαιωμάτων και συνιστά σοβαρή 'υποχώρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και αντίστοιχη εξασθένηση της θέσης τους έναντι των εργοδοτών. (Βλ. Ολ.ΣτΕ 2307/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και μετέβαλε ουσιώδη και δομικά χαρακτηριστικά των εφαρμοστέων ΕΣΣΕ, παγώνοντας την μισθολογική εξέλιξη συνολικά όλου του προσωπικού, ενώ μάλιστα είχε συναφθεί η εγγύτατη χρονικά από 2-11-2011 ΕΣΣΕ και εφαρμοστέα για την επίδικη περίοδο των ετών 2012-2015, η οποία αποτύπωνε το αποτέλεσμα ελεύθερης και επιτυχούς συλλογικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών (με ρητή και σαφή, μάλιστα δέσμευση, ότι δεν θα μεταβληθεί το Μισθολόγιο για τα έτη 2012, 2013 και 2014 εφόσον αυτό θα είναι σύννομο, βλ. όρο 1.0 της προαναφερθείσας ΕΣΣΕ) και συνακόλουθα, σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις, αυτή η επέμβαση στην ύλη της συλλογικής αυτονομίας (εν προκειμένω οι επίμαχες ΕΣΣΕ), είναι ανεπίτρεπτη, παρά μόνο αν προκύπτει κάποιος λόγος δημοσίου και γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, συνδεόμενος με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας που να δικαιολογεί αυτήν την επέμβαση και μόνο ενόσω αυτός ο λόγος διαρκεί.
Δεν υποδεικνύεται όμως κανένας λόγος γενικού συμφέροντος που να συνδέεται με το .συμφέρον της εναγόμενης, για να εισαχθεί ο ως άνω ανεπίτρεπτος περιορισμός της επιχειρησιακής συλλογικής αυτονομίας και συνεπώς και των όρων των επίμαχων ΕΣΣΕ, καθώς η οικονομική ευρωστία της εναγόμενης (ανθηρή επιχείρηση, μία από τις 10 μεγαλύτερες στην Ελλάδα και σίγουρα η μεγαλύτερη εταιρεία στις τηλεπικοινωνίες με δεσπόζουσα θέση στην σχετική αγορά, με υψηλά κερδοφόρους ισολογισμούς) δεν δικαιολογεί καμία κρατική επέμβαση στη σφαίρα του περιεχομένου μίας ισχύουσας και νομίμως συναφθείσης ΕΣΣΕ μεταξύ ιδιωτών, με την επίκληση του σοβαρού λόγου δημοσίου συμφέροντος, που συνιστά, πράγματι, η ανάγκη εξόδου της χώρα από την παρούσα οικονομική κρίση, ούτε μόνο η περαιτέρω γενική αναφορά στην ανάγκη μείωσης του κόστους εργασίας και βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, την οποία επικαλείται η εναγόμενη. Όπως δεν αρκεί επίσης η επίκληση κειμένων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η παράθεση του Μνημονίου ως κυβερνητικού προγράμματος (βλ. ΣτΕ 668/2012).
Άλλωστε τα συμβαλλόμενα μέρη (ΟΤΕ - ΟΜΕ ΟΤΕ) είχαν ήδη αυτορρυθμίσει τις μεταξύ τους σχέσεις, για όλο το χρονικό διάστημα στο οποίο υποτίθεται θα εφαρμόζονται οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις (έτη 2012- 14, βλ. παρ. 4.1 Παραρτ. V 2 EΛΛ του ν. 4046/2012) λαμβάνοντας υπόψιν τους κάθε σχετικό οικονομοτεχνικό και κοινωνικό δεδομένο και αποτυπώνοντας τις ανάγκες αμφιμερώς και επίκαιρα.
Εξάλλου το γεγονός ότι οι περιοριστικές ρυθμίσεις του άρθρου 4 της ΠΥΣ 6/2012 προβλέφθηκε να ισχύουν "μέχρι το ποσοστό της ανεργίας να διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10%" αποτελεί ευθεία παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης της χρονικής ασυνέπειας ή υπερβολής, καθώς σε κάθε περίπτωση περιορισμοί στη συλλογική αυτονομία μπορούν να επιτραπούν μόνο όταν αυτοί Θεσπίζονται για συγκεκριμένο ορισμένο χρόνο και όχι επ' αόριστον, όπως στην πράξη λειτουργεί η προϋπόθεση τη μείωσης σε ποσοστό κάτω του 10%, η οποία έχει αποδειχθεί ότι είναι χρονικά παντελώς απροσδιόριστη και αβέβαιη (βλ. Ολ.ΣτΕ 2289/1987. ΣτΕ 2370/1984, 2426/1983 ΤΝΠ Νόμος).
Άλλωστε, ακόμα κι αν ο επίδικος περιορισμός του άρθρου 4 της ΠΥΣ 6/2012 συνδεόταν με το γενικό συμφέρον, τα σκοπούμενα αποτελέσματα του ν. 4046/2012 δεν δικαιολογούν σύμφωνα με τις επιμέρους πτυχές της αρχής της αναλογικότητας τον περιορισμό των επίδικων και εφαρμοστέων ΕΣΣΕ, καθώς όπως αποδείχθηκε δεν είναι ούτε πρόσφορος, ούτε αναγκαίος, ούτε αναλογικός (strictu sensu) για την επίτευξη των ρητά οριζομένων στόχων στα Παραρτήματα του ν. 4046/2012 (βλ. ως ανωτέρω παρ. 29 Κεφ. Ε' Παραρτ. V 1 EΛΛ και παρ. 4.1 Παραρτ. V 2 EAA του ν. 4046/2012).
Ειδικότερα, σκοποί σύμφωνα με την παρ. 29 Κεφ. Ε' Παραρτ. V 1 EAA του ν. 4046/2012 ήταν οι εξής : α) να αρθούν οι αγκυλώσεις στην αγορά εργασίας που εμποδίζουν την προσαρμογή των μισθών στις οικονομικές συνθήκες, όμως εν προκειμένω καμία αγκύλωση δεν εμποδίζει την προσαρμογή του μισθολογίου της εναγομένης στις οικονομικές συνθήκες, καθώς αναπροσαρμόζονται όπως αναλύθηκε κατά τακτά χρονικά διαστήματα, μέσω ΕΣΣΕ ενώ για τα έτη 2012-14 συμφωνήθηκε μέσω της ΕΣΣΕ περίπου 23% μείωση, οπότε ο περιορισμός ήταν μη αναγκαίος β) να αρθούν οι αγκυλώσεις που οδηγούν στην απασχόληση στη μαύρη εργασία, σκοπός ο οποίος είναι λογικά άσχετος με τον επίδικο περιορισμό και συνεπώς ο περιορισμός είναι απρόσφορος γ) να προστατευθεί η απασχόληση, ο οποίος είναι επίσης άσχετος στόχος με τον επίδικο περιορισμό και συνεπώς ο περιορισμός είναι επίσης απρόσφορος δ) να εξαλειφθεί το κενό ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας, σκοπός ο οποίος δεν μπορεί να συνδεθεί λογικά με το πάγωμα της μισθολογικής εξέλιξης των εργαζομένων της εναγομένης, η οποία παραμένει απολύτως ανταγωνιστική και κερδοφόρος σε διεθνές επίπεδο και για αυτό μάλιστα ιδιωτικοποιήθηκε και εξαγοράσθηκε από Γερμανική εταιρεία, εντασσόμενη σε διεθνή όμιλο με διεθνή δραστηριότητα και συνεπώς ο εν λόγω περιορισμός κρίνεται μη αναγκαίος και μη πρόσφορος ως προς τον σκοπό αυτό ε) να μειωθεί το ανά μονάδα κόστος εργασίας κατά περίπου 15%, σκοπός ο οποίος ικανοποιείτο πλήρως από την ισχύουσα ΕΣΣΕ για τα έτη 2012-14, καθώς συμφωνήθηκε 23% μείωση και όχι μόνο περίπου 15%, δηλαδή 50% περισσότερο και συνεπώς ο περιορισμός μη αναγκαίος.
Παράλληλα στόχοι σύμφωνα με την παρ. 4.1 Παραρτ. V 2 EΛΛ του ν. 4046/2012 ήταν : α) να καταπολεμηθεί η ανεργία, σκοπός ο οποίος είναι λογικά άσχετος με τον επίδικο περιορισμό και συνεπώς ο περιορισμός είναι απρόσφορος β) να αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα με βάση το κόστος, σκοπός οποίος ικανοποιείται ήδη στην εναγομένη και συνεπώς μη αναγκαίος ο περιορισμός, καθώς είναι απολύτως ανταγωνιστικός και κερδοφόρος όντας η πρώτη εταιρεία τηλεπικοινωνιών στην Ελλάδα γ) η ευθυγράμμιση των συνθηκών της εργασίας στις πρώην κρατικές επιχειρήσεις με αυτές του υπόλοιπου ιδιωτικού τομέα, σκοπός ο οποίος ικανοποιήθηκε στην ουσία από τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις και αναπροσαρμόστηκε επίκαιρα μέσω της από 2.11.2011 ΕΣΣΕ στον ΟΤΕ όπου συμφωνήθηκε μείωση 23% και όχι μόνο 15%, με αποτέλεσμα ο περιορισμός να μην είναι αναγκαίος δ) η ευελιξία των συμφωνιών για τις ώρες εργασίας, σκοπός ο οποίος είναι άσχετος με τον επίδικο περιορισμό και συνεπώς απρόσφορος ο περιορισμός ως προς τον σκοπό αυτό ε) η μείωση του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας κατά 15% στο διάστημα 2012-14, σκοπός ο οποίος όπως προελέχθη ικανοποιείτο πλήρως στην εναγομένη κατά 50% περισσότερο και συνεπώς μη αναγκαίος ο περιορισμός στ) η προώθηση της ομαλής διαπραγμάτευσης των μισθών στα διάφορα επίπεδα, σκοπός, ο οποίος ικανοποιείται πλήρως και διαχρονικά στην εναγόμενη επιχείρηση, με αποτέλεσμα ο περιορισμός να είναι μη αναγκαίος και ζ) η καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας, στόχος ο οποίος είναι επίσης άσχετος με τον επίδικο περιορισμό καθιστώντας τον παντελώς απρόσφορο.
Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, προκύπτει αναμφίβολα ότι η επίδικη διάταξη του άρθρου 4 της ΠΥΣ 6/2012 αντίκειται στα άρθρα 5 παρ. 1, 22 παρ. 2 και 23 παρ. 1, 25)παρ. 1 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος καθώς δεν συντρέχουν λόγοι που επέβαλαν τη ρύθμιση αυτί) (προσβολή δικαιωμάτων άλλων, παραβίαση του Συντάγματος, προσβολή των χρηστών ηθών, ή βλάβη της Εθνικής Οικονομίας), αλλά ακόμα κι αν συνέτρεχαν γενικώς, η εφαρμογή της, στην επίδικη έννομη σχέση θα παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας, όπως αναλύθηκε εκτενώς και επομένως η διάταξη αυτή, ως αντισυνταγματική, κρίνεται ανεφάρμοστη (άρθρο 93 παρ. 4 του Σ).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αν δεν είχε εφαρμοσθεί στην επίδικη σύμβαση εργασίας το άρθρο 4 της ΠΥΣ 6/2012, ο ενάγων, ο οποίος απολύθηκε την 30-6-2015, θα είχε εξελιχθεί μισθολογικά το έτος 2013 στη 9η μβ με βασικό μισθό 1.421,82 ευρώ, το έτος 2014 στη 9η μβ με βασικό μισθό 1.437,34 ευρώ και το έτος 2015 στη 10η μβ με βασικό μισθό 1.457,37 ευρώ και θα ελάμβανε χρονοεπίδομα 54% από 1-1-2013 και 60% από 1-1-2015, αντί των 1.387,14 και 1.402,28 ευρώ που αντιστοιχούν στην 8η μβ της κατηγορίας ΤΈ και χρονοεπίδομα 48% και θα έπαιρνε τις αποδοχές που δικαιούται και αντιστοιχούσαν σ' αυτές, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της αγωγής, την ορθότητα των οποίων δεν αμφισβητεί η εναγομένη και οι οποίες ανέρχονται μέχρι 30-6-2015 στο ποσό των 5.798,38 ευρώ. Συγκεκριμένα ο ενάγων δικαιούται τις ακόλουθες μισθολογικές διαφορές: α) από 1-1-2013 έως 31-2-2013: 1.912,82 ευρώ β) από 1-1-2014 έως 31-12-2014: 1.933,82 ευρώ και γ) από 1-1-2015 έως 30-6-2015: 1.951,74 ευρώ και συνολικά: 1.912,82 + 1.933,82 + 1.951,74 = 5.798,38 ευρώ. Το ως άνω ποσό ο ενάγων δικαιούται να λάβει με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας από το τέλος κάθε έτους εντός του οποίου γεννήθηκε κάθε επιμέρους ετήσιο κονδύλιο, όπως ζητεί. Επομένως η κρινόμενη αγωγή είναι νόμιμη ως προς την πρώτη κύρια βάση της που πηγάζει από τη σύμβαση εργασίας, και στηρίζεται στις προδιαληφθείσες διατάξεις και αυτές των άρθρων 648 επ. 653, 655, 341, 345, 346 του Α.Κ., 907, 908 και 176 του Κ.Πολ.Δ.
Πρέπει, επομένως, κατ' ακολουθία των παραπάνω σκέψεων, η κρινόμενη αγωγή ως προς την κύρια βάση της που πηγάζει από τη σύμβαση εργασίας, να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των πέντε χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα οκτώ ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτών (5.798,38), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ετήσιο κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κατά τα προεκτεθέντα..." Η προσβαλλόμενη απόφαση που διέλαβε τις ως άνω παραδοχές ότι η ΠΥΣ 6/2012, στη συγκεκριμένη ατομική περίπτωση αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 22 παρ. 1, 23 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, άλλως και αν συνέτρεχε γενικώς η εφαρμογή της στην επίδικη έννομη σχέση θα παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας και ακολούθως έκρινε την αγωγή νόμιμη ως προς την κύρια βάση της από τη σύμβαση εργασίας και τη δέχθηκε κατ' ουσίαν, επιδικάζοντας το ποσό των 5.798,38 ευρώ που αντιστοιχούσε σε χρονοεπίδομα διαστήματος από 1.1.2013 μέχρι 30.6.2015, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε τις έχουσες ουσιαστική ισχύ διατάξεις της παραπάνω Π.Υ.Σ., περί αναστολής των υπηρεσιακών ωριμάνσεων, οι οποίες όμως ήταν εφαρμοστέες, ως μη αντιτιθέμενες στις ως άνω διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος, όπως προεκτέθηκε.
Η αναστολή των ωριμάνσεων που εισήχθη με νόμο απρόσωπο θεσπίστηκε ως υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους, χωρίς δυνατότητα εξατομικευμένης κρίσεως περί εφαρμογής ή όχι των συγκεκριμένων μειώσεων σε κάθε εργαζόμενο, διότι διαφορετικά θα παρείχετο προστασία συνταγματικής τάξεως σε ατομικό επίπεδο, που θα προσέκρουε στην ανάγκη εξυπηρετήσεως του γενικού συμφέροντος.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης ως προς το σκέλος του από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. κατ' ορθή εκτίμηση, καθώς και ο τρίτος λόγος αυτής επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, αποδίδοντας σ' αυτήν την πλημμέλεια ότι κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 της ΠΥΣ 6/2012, έκρινε αυτές ως αντίθετες στις πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις, ενώ δεν υπάρχει καμία αντίθεση είναι βάσιμοι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.
Συνεπώς, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που έκανε δεκτή την κύρια βάση της από 13.11.2011 αγωγής, από τη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 5.798,38 ευρώ, για χρονοεπίδομα, χρονικού διαστήματος από 1.1.2013 μέχρι 30.6.2015.
Επειδή δε η αναιρετική εμβέλεια των λόγων αυτών καταλαμβάνει ολόκληρη την προσβαλλομένη απόφαση παρέλκει η έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου, ως προς το έτερο σκέλος του από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (και όχι του άρθρου 559 παρ. 19 Κ.Πολ.Δ., όπως παρατίθεται ενάριθμα στο δικόγραφο της αίτησης), καθώς και του τέταρτου και τελευταίου αναιρετικού λόγου, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 (και όχι των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
που παρατίθενται). Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο πρώτος λόγος της ένδικης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 παρ. 1 που ενάριθμα παραθέτει) αιτώμενη ότι έσφαλε το Ειρηνοδικείο που έκρινε ότι η αριθ. 6/2012 ΠΥΣ, δεν εφαρμόζεται, διότι οι προβλεπόμενες στον Κανονισμό του ΟΤΕ μισθολογικές προαγωγές και αυξήσεις δεν υπάγονται στην έννοια των υπηρεσιακών ωριμάνσεων της ΠΥΣ.
Και αυτό, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε κρίσει περί μη εφαρμογής της ΠΥΣ, ως μη καταλαμβάνουσας τον κανονισμό του ΟΤΕ, αν και κάνει αναφορά στις προβλέψεις των άρθρων 55 και 36 του ΚΚΠ - ΟΤΕ, χωρίς όμως παραδοχές ότι δεν υπάγονται στην έννοια των υπηρεσιακών ωριμάνσεων του άρθρου 1 της ΠΥΣ 6/2012, αλλά διότι οι διατάξεις αυτής αντίκεινται στο Σύνταγμα.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 1335/2015 Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, γιατί δεν έχει ανάγκη άλλης διευκρίνισης, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας, δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.
Τούτο συμβαίνει και όταν οι οικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις, όσες δεν θίγονται από την αναιρετική απόφαση, δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, ως προς τα καταστάντα εκκρεμή μετά την αναίρεση κεφάλαια της αποφάσεως (ΑΠ 790/2019, ΑΠ 1316/2019, ΑΠ 1338/.2019, ΑΠ 41/2017, ΑΠ 1239/2015).
Σύμφωνα με το άρθρο 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε η αιτία παράνομη ή ανήθικη. Από τον κανόνα του άρθρου αυτού, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, αν δηλαδή η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διατάξεως νόμου, όπως σε περίπτωση προσλήψεως υπαλλήλου με άκυρη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 41/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση μετά την αναίρεση της τελεσίδικης αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως προς την κύρια βάση της, από τη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως προς την οποία κρίθηκε δεσμευτικά από τον 'Αρειο Πάγο για το δικαστήριο της παραπομπής ότι ο ενάγων δεν δικαιούται κατά νόμο υπηρεσιακές ωριμάνσεις κατά το ένδικο χρονικό διάστημα αναβιώνει η εκκρεμοδικία ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, η οποία δεν ερευνήθηκε πρωτοδίκως.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη όχι μόνο κατά την κυρία βάσης της, αλλά και ως προς την επικουρική του αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι σ' αυτήν εκτίθεται ότι ο ενάγων προσλήφθηκε και άσκησε καθήκοντα δυνάμει εγκύρου συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ώστε να μην τίθεται νομίμως ζήτημα ωφέλειας της εργοδότριας - εναγομένης χωρίς νόμιμη αιτία, και δεν γίνεται επίκληση ακυρότητας ή ελαττωματικότητας της συμβάσεως, ώστε να στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Επομένως στην προκειμένη περίπτωση δεν απομένει στο δικαστήριο της ουσίας παρά μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, αφού οι δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις, δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντας την οριστική λύση της διαφοράς. Ενόψει τούτων πρέπει μετά ταύτα να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο, και να απορριφθεί η αγωγή τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική βάση της.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του (άρθρ. 176 και 1833 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο 'Αρειος Πάγος, αν υποβλήθηκε αίτημα με το αναιρετήριο ή με το δικόγραφο των προτάσεων, ή με αυτοτελές δικόγραφο, (που κατατίθενται το δύο τελευταία στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζήτησης), διατάσσει με την αναιρετική απόφασή του την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από τη εκτέλεση.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο Άρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει αυτή είτε εκούσια είτε αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση, και όχι με άλλη, γιατί στην τελευταία περίπτωση την επαναφορά διατάσσει, κατά το άρθρο 581 παρ. 3 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο της παραπομπής ενώπιον του οποίου συζητείται και πάλι η έφεση μετά την αναίρεση (ΑΠ 1134/2012, 557/2010, 1677/2008, 1877/2005).
Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων χρηματικών ποσών του κεφαλαίου των τόκων και των δικαστικών εξόδων και επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, γιατί από το χρόνο αυτό καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος κατ' άρθρ. 340 AKL (ΑΠ 134/2020, ΑΠ 845/2019, ΑΠ 3 14/2017, ΑΠ 3 15/2017, ΑΠ 605/2017, ΑΠ 20/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, υπέβαλε αίτηση, με την οποία ζητάει να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπάρχει πριν από την εκτέλεση και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της αποδώσει το ποσό των 848,26 ευρώ, τα οποία κατέβαλε σε εκτέλεση της προσωρινώς εκτελεστής προσβαλλομένης υπ' αριθ. 37/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου. Η αίτηση είναι παραδεκτή και νόμιμη πρέπει δε να γίνει δεκτή και βάσιμη στην ουσία της, αφού από το προσκομιζόμενο με επίκληση από 31.7.2019 αποδεικτικό κατάθεσης στην Εθνικής Τράπεζα της Ελλάδος, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 848,26 ευρώ συμμορφούμενη εκουσίως στην αναιρούμενη απόφαση, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται από τον τελευταίο.
Συνεπώς, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει το εν λόγω ποσό την αναιρεσείουσα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του, ,όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 37/2019 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την από 13.11.2017, με αριθμό καταθέσεως 6321/2017 αγωγή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την άνω αγωγή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εναγομένης - αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των οκτακοσίων σαράντα οκτώ ευρώ και είκοσι έξι λεπτών (848,26), με το νόμιμο τόκο την επίδοση της παρούσας απόφασης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ