Legislator Case Law & Legislation
557/2010 AI generated

Appeal dismissed; remanded for re-examination of auction notice validity after seizure notice rejection.

Case Number 557/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to reinstate the case and order a refund of auction proceeds. The appellant argued that the auction notice lacked finality because the seizure notice was rejected, yet the auction proceeded. The court held that the rejection of the seizure notice does not automatically invalidate the auction notice, leaving its validity to be determined in the subsequent appeal trial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) C.P.D.; Art. 175(a) C.C.; Art. 176 C.C.; Art. 691(2) C.P.D.; Art. 700 C.P.D.: The final rejection of a seizure notice does not automatically render the auction notice invalid, as the validity of the auction notice must be determined in the subsequent appeal trial.

Keywords

AI generated
auction notice validity seizure notice rejection finality of decision reinstatement of case auction proceeds refund appeal remand civil procedure law

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) C.P.D.
Art. 175(a) C.C.
Art. 176 C.C.
Art. 691(2) C.P.D.
Art. 700 C.P.D.

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 557 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 557/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κουζουτζόγλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/10/2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30852/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2669/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/11/2008 αίτησή της και τους από 19/10/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 26/11/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου του κυρίως δικογράφου της από 18/11/2008 αίτησης αναίρεσης και του δευτέρου λόγου του από 19/10/2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2669/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 175 εδαφ. α ΑΚ, η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη, αν ο νόμος την απαγορεύει, κατά δε το επόμενο άρθρο 176, αν την απαγόρευση του προηγούμενου άρθρου έχει τάξει δικαστική απόφαση, ισχύει ό,τι και στην απαγόρευση από το νόμο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η προσωρινή διαταγή που εκδίδεται από το δικαστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων και καθορίζει τα ασφαλιστικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση, για την εξασφάλιση του δικαιώματος ή την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, δεν είναι δικαστική απόφαση, αφού δεν περιέχει καμιά αυθεντική διάγνωση της έννομης σχέσης που ρυθμίζει, στερείται των κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 305 του ΚΠολΔ στοιχείων της δικαστικής απόφασης, που ανάγονται από το νόμο σε προϋποθέσεις του κύρους αυτής και επίσης δεν υποβάλλεται σε δημοσίευση, η οποία αποτελεί, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 ΚΠολΔ, προϋπόθεση του υπαρκτού της δικαστικής απόφασης.

Είναι όμως τίτλος εκτελεστός, από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ' Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, τα ανωτέρω άρθρα 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ ορίζουν, ότι οι προσωρινές διαταγές διαλαμβάνουν "τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως έως την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης" και ότι "εκτελούνται μόλις καταχωριστούν, κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, με βάση σημείωση του δικαστή που τις εξέδωσε".

Οι διατάξεις αυτές καθιερώνουν τη δεσμευτικότητα των προσωρινών διαταγών, με την έννοια ότι αρνούνται να προσδώσουν έννομες συνέπειες σε πράξεις που αντίκεινται στο περιεχόμενο τους και επιβάλλουν σιωπηρώς την ακυρότητα, ως κύρωση της παράβασης τους. Από αυτά παρέπεται, ότι αν το μέτρο που ορίστηκε με την προσωρινή διαταγή και παραβιάστηκε, συνίσταται στην απαγόρευση διάθεσης του πράγματος (μεταβολής της νομικής του κατάστασης), η μεταγενέστερη της προσωρινής διαταγής διάθεση (εκποίηση) πλήττεται με ακυρότητα, η οποία θεμελιώνεται όχι στο άρθρο 175 ΑΚ, αφού ο νόμος (άρθρα 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ) δεν προβλέπει ακυρότητα της απαγορευμένης με προσωρινή διαταγή διάθεσης, αλλά στο άρθρο 176 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 691 παρ. 2 ΚΠολΔ, και αναλογία με τα ισχύοντα επί δικαστικής απόφασης, με την οποία προσομοιάζει, χωρίς να είναι η προσωρινή διαταγή.

Περαιτέρω, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 715 Κ.Πολ.Δ., "απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση η διάθεση των πραγμάτων που κατασχέθηκαν από εκείνον σε βάρος του οποίου έγινε η κατάσχεση", κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, "Στη συντηρητική κατάσχεση ακινήτου, πλοίου, αεροσκάφους ή εμπράγματου δικαιώματος, επάνω σ' αυτά, η ακυρότητα που αναφέρεται στην παρ. 1 ισχύει ως προς τους τρίτους, μόνον αν κατά το χρόνο της διάθεσης είχε γίνει εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, στο νηολόγιο ή στο μητρώο αεροσκαφών".

Από τις διατάξεις, αυτές, οι οποίες, κατά ρητή παραπομπή του νομοθέτη (άρθρο 727 ΚΠολΔ), τυγχάνουν εφαρμογής και επί δικαστικής μεσεγγύησης, που αντικατέστησε "τη συντηρητική κατάσχεση επί σκοπώ διεκδικήσεως" του προϊσχύσαντος δικαίου, συνάγεται ότι με αυτές τίθεται, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών, ως προϋπόθεση ισχύος, ως προς τους τρίτους, της ακυρότητας διάθεσης (η οποία είναι έννοια ευρύτερη της απαλλοτρίωσης και περιλαμβάνει οποιαδήποτε μεταβίβαση, σύσταση, επιβάρυνση και γενικώς νομική μεταβολή) των πραγμάτων που τέθηκαν υπό δικαστική μεσεγγύηση, η εγγραφή της απόφασης με την οποία διατάχθηκε η θέση του πράγματος υπό δικαστική μεσεγγύηση στα βιβλία κατασχέσεων της περιφέρειας του τόπου, όπου βρίσκεται το ακίνητο, κατά τον χρόνο της διάθεσης.

Επομένως, η προσωρινή διαταγή, που εκδίδεται στα πλαίσια της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων για τη θέση του πράγματος υπό δικαστική μεσεγγύηση, ως συνάρτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και τελολογικό παρεπόμενο της αντίστοιχης απόφασης, αποτελεί το πρόσφορο μέσο προς πραγμάτωση του με το ασφαλιστικό μέτρο επιδιωκόμενου σκοπού και δε μπορεί να είναι περισσότερο εξασφαλιστική από την ίδια την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων.

Έτσι η απαγόρευση, με προσωρινή διαταγή, της νομικής μεταβολής ακινήτου ή εμπράγματου δικαιώματος σ' αυτό, ισχύει έναντι των τρίτων με την προϋπόθεση ότι σημειώθηκε προηγουμένως η προσωρινή διαταγή στα αντίστοιχα δημόσια βιβλία κατασχέσεων, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 715 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. η οποία εφαρμόζεται αναλόγως. (Ολ.

ΑΠ 17/2009). Ειδικότερα, στην περίπτωση της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου για το οποίο προηγουμένως έχει εκδοθεί προσωρινή διαταγή μη μεταβολής της νομικής τουκατάστασης, άσχετα με το αν η προσημείωσηαυτή εγγράφεται αναγκαστικά δυνάμει διαταγήςπληρωμής η συναινετικά με τη σύμπραξη τουοφειλέτη η πράξη αυτή (η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης) εντάσσεται στη γενική έννοια της διάθεσης, κατά το άρθρο 176 ΑΚ, ενώ εφαρμογή έχει και η διάταξη του άρθρου 1259 ΑΚ σύμφωνα με την οποία η υποθήκη αποκτάται μόνο σε ακίνητα που μπορούν να εκποιηθούν.

Συνεπώς, η παρά την προσωρινή διαταγή εγγραφείσα προσημείωση υποθήκης είναι ασθενέστερη, διότι έχει εγγραφεί σε κτήμα, το οποίο δεν μπορεί να εκποιηθεί ως προς τον επιτυχόντα την προσωρινή διαταγή σε περίπτωση δε εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί του ακινήτου, του οποίου η διάθεση απαγορεύεται ως εν προκειμένω με προσωρινή διαταγή μπορεί να προταθεί η σχετική ακυρότητα και έναντι του προσημειούχου ενυποθήκου δανειστού, ώστε να προηγηθεί κατά τάξη η εκ της προσωρινής διαταγής συναρτιθείσα και μεταγενέστερα αυτής εγγραφείσα άλλη προσημείωση έστω και αν η παρά την ύπαρξη της προσωρινής διαταγής εγγραφείσα προσημείωση προηγήθηκε χρονικά της προσημειώσεως υπέρ εκείνου, στον οποίον χορηγήθηκε η προσωρινή διαταγή.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2669/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: Με επίσπευση της ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία 'ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΔΕΔ' κατόπιν, αλλαγής της επωνυμίας από 'ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ Λ.Τ.Δ.' στην παραπάνω, κατασχέθηκε αναγκαστικά, με την ιδιότητα της επισπεύδουσας ως ενυπόθηκης δανείστριας, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...

έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ... ενυπόθηκη ακίνητη περιουσία του Ζ, η οποία, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. ... περίληψης κατασχετήριου εκθέσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, εκπλειστηριάσθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ευδοκίας Στρογγύλη, στις 20-7-2005.

Ειδικότερα, εκπλειστηριάσθηκε το υπ' αριθμ. 2 οικόπεδο του 405 Ο. Τ. του Δήμου ..., εμβαδού 500 τ. μ., συνορευόμενο γύρωθεν με τα υπ' αριθμ. 1 και 3 οικόπεδα του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου με πλευρά 25 μ. με το καθένα, με πεζοδρόμο και με την οδό Β 7 με πλευρά 20 μ. με το καθένα, όπως το οικόπεδο αυτό εμφαίνεται με τα διακριτικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., το οποίο συνάπτεται στο υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Άννας Ζαχαρίαδου - Ταβλαρίδου. Το παραπάνω οικόπεδο βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ... στην περιφέρεια του Δήμου..., του Νομού και Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι δε τμήμα διηρημένης έκτασης 960 τ. μ. από μείζονα έκταση 2.038 τ. μ., εντός τ η ς ζώνης ενεργού πολεοδομίας [Ζ.

Ε. Π.]. Στη συνέχεια, όπως αποδείχθηκε, η καθ' ης η ανακοπή πέτυχε την έκδοση σε βάρος του οφειλέτη της, Ζ, της υπ' αριθμ. ...Διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδος, η οποία, με την παρά πόδας αυτής από ... επιταγή προς πληρωμή, επιδόθηκε νόμιμα στον παραπάνω οφειλέτη δυνάμει της υπ'αριθμ....

εκθέσεως επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως, .... Παράλληλα και προς εξασφάλιση της απαίτησης της καθ' ης η ανακοπή ζήτησε με την από 18-01-2005 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του ως άνω οφειλέτη της, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 10-02-2005, ενώ με την ίδια προαναφερομένη αίτηση ζητούσε και την έκδοση προσωρινής διαταγής, που εξέδωσε αυθημερόν [18-01-2005] ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας και με την οποία διατάσσονταν να μη μεταβληθεί η πραγματική και νομική κατάσταση της ακίνητης περιουσίας του Ζ, μέχρι την ορισθείσα ημερομηνία δικάσιμου, ήτοι στις 10-02-2005.

Η δε ισχύς της παραπάνω προσωρινής διαταγής διατηρήθηκε και μετά τη συζήτηση της ανωτέρω αίτησης κατά την προαναφερομένη δικάσιμο μέχρι την έκδοση της σχετικής απόφασης. Πλην, όμως, κι ενώ υφίστατο, πριν από την κατάσχεση και τον πλειστηριασμό του προπεριγραφόμενου ακινήτου, η ως άνω από 18-01-2005 προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, η ανακόπτουσα, έχοντας απαίτηση κατά του οφειλέτη της, Ζ, αιτήθηκε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. ...

διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, δυνάμει της οποίας ενέγραψε στις 20-01-2005 στο Υποθηκοφυλακείο Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης στον τόμο 90 και με α.α.268 προσημείωση υποθήκης επί του προαναφερομένου ακίνητου [οικοπέδου] του ανωτέρω οφειλέτη της για το ποσό των 200.000 ευρώ, η οποία μετατράπηκε σε υποθήκη στις 16-3-2005.

Στη συνέχεια, η καθ' ης η ανακοπή δυνάμει της υπ' αριθμ. 123\2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας πέτυχε στις 11-3-2005 την εγγραφή προσημειώσεως σε βάρος της παραπάνω αναφερομένης ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη της, Ζ, για το ποσό των 80.000 ευρώ, η οποία εγγράφηκε στα οικεία βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης στον τόμο 91 και με α.α. 525.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, όταν, παρά την ύπαρξη προσωρινής διαταγής, εγγράφεται προσημείωση υποθήκης, αυτή έχει τάξη ασθενέστερη από την προσημείωση που εγγράφεται μεταγενέστερα υπέρ του δανειστή, ο οποίος είχε επιτύχει την έκδοση της προσωρινής διαταγής. Η μεταγενέστερη δε προσημείωση υποθήκης έχει τάξη αντίστοιχη προς το [μεταγενέστερο] χρόνο εγγραφής της, υπερισχύει όμως της παρά την προσωρινή διαταγή εγγραφείσας προγενέστερη προσημείωσης υποθήκης.

Μάλιστα, αν η προσημείωση υπέρ τρίτου έγινε μετά την έκδοση προσωρινής διαταγής, η οποία απαγόρευε τη μεταβολή της νομικής κατάστασης της περιουσίας του καθού, είναι άκυρη και νόμιμα ζητείται η ανάκληση της απόφασης και εξάλειψη της προσημείωσης. Στην προκείμενη περίπτωση, η εκκαλούσα με τον λόγο της εφέσεώς της ισχυρίζεται ότι, η προσημείωση υποθήκης, που ενέγραψε επί της ακίνητου περιουσίας του οφειλέτη, Ζ, την 20-1-2005, ήτοι μετά την έκδοση της υπέρ της εφεσίβλητης από 18-1-2005 προσωρινής διαταγής, δεν εμπίπτει στην παραπάνω απαγόρευση, διότι αυτή εγγράφηκε αναγκαστικά δυνάμει διαταγής πληρωμής και όχι συναινετικά μ ε τη σύμπραξη του ως άνω οφειλέτη.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός κρίνεται αβάσιμος με βάση τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι, η ακυρότητα της ως άνω διαθέσεως [η οποία χωρεί μετά την έκδοση προσωρινής διαταγής] αποτελεί έννομη συνεπεία της παραβάσεως της απαγορεύσεως, χωρίς να επιβάλλεται προηγουμένη μεταγραφή - της προσωρινής διαταγής από τις διατάξεις των άρθρων 1192 - 1198 ΑΚ η άλλη διάταξη κι ισχύει [η ακυρότητα] και παρά τη μη μεταγραφή της προσωρινής διαταγής και την εκκαλούμενη καλή πίστη εκείνου προς τον οποίο έγινε η διάθεση.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, η προσημείωση της εκκαλούσας, άσχετα με το είδος του τίτλου δυνάμει του οποίου εγγράφηκε, σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να αντιταχθεί απέναντι στην εφεσίβλητη, άλλα είναι ασθενέστερη από την υπέρ της εφεσίβλητης και συναρτηθείσα με την από 18-1-2005 υπέρ της εφεσίβλητης προσωρινή διαταγή προσημείωση υποθήκης, καθώς η προσημείωση της εκκαλούσας εγγράφηκε σε ακίνητο του οφειλέτη, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 1259 ΑΚ δεν μπορούσε να εκποιηθεί.

Συνεπώς, ορθά η εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι η χρονικώς προηγηθείσα εγγραφή της προσημείωσης της υποθήκης από την εκκαλούσα πάσχει από ακυρότητα, αφού έλαβε χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν της εκδόσεως της από 18-1-2005 προσωρινής υπέρ της εφεσίβλητης διαταγής, με την οποία απαγορεύονταν η μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη, Ζ, μέχρι τις 10-2-2005 και μάλιστα ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η προσημείωση δεν δόθηκε με τη συναίνεση του οφειλέτη η την εγγραφή σχετικής σημείωσης στα οικεία βιβλία υποθηκών η την αγνοία η την πίστη της εκκαλούσας.

Το Εφετείο που έκρινε και δέχθηκε ότι ίσχυε ως προς την αναιρεσείουσα καλόπιστη τρίτη η ανωτέρω απαγόρευση διάθεσης χωρίς την εγγραφή της υπέρ της αναιρεσίβλητης προσωρινής διαταγής στα βιβλία κατασχέσεων παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 175, 176 ΑΚ και 715§1, 3 Κ.Πολ.Δ. και γι' αυτό ο σχετικός δεύτερος λόγος του κυρίως δικογράφου και ο πρώτος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

κρίνονται βάσιμοι. Αντίθετα το Εφετείο που δέχθηκε ότι ίσχυε ως προς την αναιρεσείουσα τρίτη η ίδια απαγόρευση από την παραπάνω προσωρινή διαταγή υπέρ της αναιρεσίβλητης, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η υπέρ της αναιρεσείουσας εγγραφείσα προσημείωση έγινε αναγκαστικά δυνάμει διαταγής πληρωμής και όχι συναινετικά με τη βούληση του οφειλέτη και δεν περιείχε το στοιχείο της οικειοθελούς διάθεσης, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 724§1, 1259, 175 και 176 του Α.Κ.

και γι' αυτό οι σχετικοί πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου και ο δεύτερος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμοι. Πρέπει επομένως να γίνουν δεκτοί ο δεύτερος λόγος του κυρίως δικογράφου της από 18-11-2008 αίτησης αναίρεσης και ο δεύτερος λόγος του από 19-10-2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης και ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε τον πιο πάνω λόγο της ανακοπής της αναιρεσείουσας, και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη ως ηττώμενη στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Αρειος Πάγος (αν υποβλήθηκε αίτημα με το αναιρετήριο ή με το δικόγραφο των προτάσεων, ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθενται (τα δύο τελευταία στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζήτησης), διατάσσει με την αναιρετική απόφασή του την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από τη εκτέλεση.

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, η οποία με την επικύρωση της από το Εφετείο θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση (ΑΠ 648/2005). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο Αρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση πρέπει αυτή είτε εκούσια είτε αναγκαστική να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση, και όχι άλλη ή άλλο εκτελεστό τίτλο, γιατί στην τελευταία περίπτωση την επαναφορά διατάσσει κατά το άρθρο 581 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ, το δικαστήριο της παραπομπής ενώπιον του οποίου συζητείται και πάλι η έφεση μετά την αναίρεση (ΑΠ 1877/2005).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 980 του Κ.Πολ.Δ αν ασκήθηκε από κάποιον από τους δανειστές ανακοπή, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε καταβολή προς δανειστή του οποίου η κατάταξη προσβάλλεται με την ανακοπή, που σημαίνει ότι η διαταγή του πλειστηριάσματος προϋποθέτει "τελεσιδικία" του πινάκα κατάταξης (ΑΠ1380/1994).

Και αν μεν η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης γίνει δεκτή το Δικαστήριο δεν αναπέμπει την υπόθεση στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, αλλά μεταρρυθμίζει τον πίνακα, αποβάλλει τον καθού η ανακοπή και κατατάσσει στην θέση του τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 1779/2007 και 756/2001). Αντίθετα, εφ' όσον η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στη συνέχεια δε απορριφθεί και η έφεση του ανακόπτοντος κατά της απορριπτικής απόφασης, ο πίνακας κατατάξεως όπως είχε συνταχθεί από τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο καθίσταται "εκτελεστός", όχι όμως με την έννοια του εκτελεστού τίτλου των άρθρων 904 επ.

Κ.Πολ.Δ, αφού στην περίπτωση αυτή ο προσβληθείς πίνακας αναπτύσσει μόνο τις συνέπειές του ως διαδικαστικής πράξης, σε αντίθεση με τα ισχύοντα υπό το καθεστώς της προϊσχύσασας Πολιτικής Δικονομίας, όπου με την τελεσίδικη απόρριψη κατά του πίνακος κατάταξης παραγόταν τελεσιδικία με δύναμη δεδικασμένου (ΑΠ 530/1995).

Επομένως, όταν απορρίπτεται τελεσίδικα η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης, ο οποίος στη συνέχεια εκτελείται με τη διανομή του εκπλειστηριάσματος στους καταταχθέντες δανειστές από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, όπου έχει κατατεθεί το εκπλειστηρίασμα, δεν εκτελείται η απορριπτική της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης τελεσίδικη απόφαση, γι' αυτό σε περίπτωση αναίρεσης της τελεσιδικίας από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, δεν νοείται στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 579 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ επαναφορά των πραγμάτων από το ίδιο Δικαστήριο.

Επομένως το αίτημα της αναιρεσείουσας που υποβλήθηκε διαδικαστικά παραδεκτά με τις έγγραφες προτάσεις της, που κατατέθηκαν την παραμονή της συζητήσεως της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με το οποίο ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στη προτέρα κατάσταση ώστε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη στην επιστροφή του ποσού των 19.333,33 ευρώ που εισέπραξε ήδη με βάση του προσβληθέντα πίνακα κατάταξης στη επί του πλειστηριασμού συμβολαιογράφο, ώστε στη συνέχεια το ποσό αυτό να καταβληθεί στην ίδια κρίνεται απαράδεκτο και απορριπτέο, εφ' όσον άλλωστε με μόνη την αναίρεση της απορριψάσης την ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης απόφασης δεν ακυρώνεται αυτοδικαίως και ο προσβληθείς πίνακας κατάταξης, το κύρος του οποίου θα κριθεί στην μετ'αναίρεση κατά παραπομπή δίκη από το Εφετείο που θα ερευνήσει το κύρος αυτό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 2669/2007 απόφαση του Εφετείου

Θεσσαλονίκης, κατά εις το σκεπτικό αναφερόμενο μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.

Απορρίπτει το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση που υποβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με τις έγγραφες προτάσεις της.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ