Supreme Court annuls public works appeal decision and remands case to new three-member court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Thessaloniki Regional Court's decision dismissing a public works execution claim as inadmissible due to lack of administrative pre-litigation. The court held that pending public works cases must be tried by the court where originally filed, requiring a remand to a new three-member court. Consequently, the appellant was awarded costs while the respondent was ordered to pay the legal expenses.
Legislator headnote
AI generatedArticles 13 of Law 1418/1984 and Article 77 of Law 3669/2008; Pending public works cases filed before November 1, 2017, are tried by the court where filed, necessitating remand to a new three-member court upon annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 593 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 593/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στα Γιαννιτσά Πέλλης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νίκη Γιαννουλάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην Έδεσσα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κοκκονό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας.
Εκδόθηκε η 347/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης. Ακολούθως, εκδόθηκαν η 418/2021 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/6/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία του άρθρου 13 του ν. 1418/1984 και ήδη του άρθρου 77 του ν. 3669/2008, με αριθμό 418/2021 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 23-3-2013 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης, για αξίωσή της από την εκτέλεση του αναφερόμενου δημοτικού έργου, ως απαράδεκτη, λόγω της μη τήρησης της διοικητικής προδικασίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 1 παρ. 1 και 3, 2 παρ. 1 και 3 εδ. δ του ν. 1418/1984 και του άρθρου 1 του ν. 3669/2008, με τον οποίο κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι προγενέστερες διατάξεις για την κατασκευή δημοσίων έργων, συνάγεται ότι τα δημόσια έργα είναι έργα υποδομής της Χώρας, που καλύπτουν βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, συμβάλλουν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων, στην αύξηση του εθνικού προϊόντος, στην ασφάλεια της Χώρας και γενικά αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του λαού, εκτελούμενα από φορείς του δημόσιου τομέα, που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994, μεταξύ των οποίων εντάσσονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και ειδικότερα και οι δημοτικές επιχειρήσεις.
Οι διατάξεις των νόμων αυτών εφαρμόζονται στα έργα, που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους ανωτέρω φορείς. Για την επίλυση των διαφορών από δημόσια έργα, που περιλαμβάνουν και ακυρωτικά αιτήματα, με τα οποία προσβάλλονται βλαπτικές για τον ανάδοχο πράξεις και αποφάσεις ή παραλείψεις των οργάνων της διοίκησης του κυρίου του έργου (και όχι μόνον αναγνωριστικά ή καταψηφιστικά αιτήματα για εκκαθαρισμένες και αναγνωρισμένες από τον κύριο του έργου απαιτήσεις, οπότε πρόκειται περί ευθείας αγωγής), ασκείται το ένδικο βοήθημα της προσφυγής με υποχρεωτική τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας και αντικείμενο την ακύρωση ή τροποποίηση των προσβαλλόμενων βλαπτικών πράξεων ή παραλείψεων (ανεξαρτήτως αν σωρεύεται σ' αυτήν και αίτημα αναφερόμενο σε αποζημίωση του αναδόχου), που μπορεί μεν να έχει ως πρότυπο θεσμούς του διοικητικού δίκαιου, προβλέπεται όμως από ειδικές δικονομικές διατάξεις του ν. 1418/1984 και 3669/2008, οι οποίες κατισχύουν των γενικών διατάξεων του ΚΠολΔ, προς τον σκοπό της ενιαίας ρύθμισης και της ταχείας εκδίκασης των διαφορών από δημόσια έργα.
Ειδικότερα, δια της προσφυγής ελέγχεται το κύρος και η νομιμότητα των ανωτέρω πράξεων και αποφάσεων, οι οποίες, ακόμη και όταν εκδίδονται από υπαγόμενα στις διατάξεις του ν. 3669/2008 νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν θεωρούνται μεν εκτελεστές διοικητικές πράξεις βάσει του οργανικού κριτηρίου (αν και λειτουργικά προσομοιάζουν σε τέτοιες), έχουν, όμως, ως δηλώσεις δικαιοπρακτικής βούλησης, έννομη σημασία για την εξέλιξη της εργολαβικής σύμβασης και τις από αυτή αξιώσεις του αναδόχου εργολάβου, που έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση ή τροποποίησή τους, επικαλούμενος ελαττώματά τους.
Διαφορετικά, όλες οι διαφορές που θα ανέκυπταν κατά το διάστημα από την έναρξη εκτέλεσης του έργου μέχρι την περάτωση και παράδοσή του, από τέτοιες βλαπτικές των συμφερόντων του αναδόχου πράξεις και αποφάσεις των οργάνων του κυρίου του έργου, δεν θα ήταν δυνατόν να επιλυθούν και θα παρέμεναν εκκρεμείς αν οι συμβαλλόμενοι αρνούνταν να τις άρουν συμβατικά.
Ο νομοθέτης μάλιστα, επιδιώκοντας να εκλείψει το ενδιάμεσο αυτό στάδιο νομικής αβεβαιότητας, προέβλεψε με συγκεκριμένη και ειδική διάταξη περίπτωση δικαστικής διάπλασης, δηλαδή δυνατότητα άσκησης προσφυγής με ακυρωτικά (διαπλαστικά) αποτελέσματα και στις διαφορές που αναφύονται στα δημόσια έργα των ΝΠΙΔ, μη υπακούοντας σε δογματικές δικονομικές ανάγκες, αλλά αποβλέποντας στο ευεργετικό για την πρόοδο των δημόσιων έργων αποτέλεσμα της εξάλειψης της ανωτέρω αβεβαιότητας (ΑΠ 500/2021, ΑΠ 1066/2018, ΑΠ 1038/2017).
Περαιτέρω, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1418/1984, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 του ν. 2940/2001 και το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3212/2003, (ήδη, άρθρο 76 παρ. 1 του ν. 3669/2008, που κωδικοποίησε τη νομοθεσία που αφορά στα δημόσια έργα), ορίζεται ότι: ''Κατά των πράξεων ή παραλείψεων της Διευθύνουσας Υπηρεσίας που προσβάλλουν έννομο συμφέρον του αναδόχου χωρεί ένσταση, που ασκείται με κατάθεση στη Διευθύνουσα Υπηρεσία μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δεκαπέντε ημερών από την κοινοποίηση της πράξης ή τη συντέλεση της παράλειψης, εκτός αν σε ειδικές περιπτώσεις ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτόν ή στα προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με εξουσιοδότησή του''.
Εξάλλου, με το άρθρο 13 του ίδιου νόμου, όπως αυτό ίσχυε μετά την αντικατάσταση της παρ. 1 αυτού, με το άρθρο 4 παρ. 3α του ν. 3481/2006 (ήδη άρθρο 77 ν. 3669/2008), ορίζονταν τα εξής: ''1. Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου επιλύεται με προσφυγή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων.
Η κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διάκριση μεταξύ των ένδικων βοηθημάτων της προσφυγής και της αγωγής (άρθρα 63 και 71) ισχύει και στις διαφορές του παρόντος νόμου. 2. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο.
Παρέκταση αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται ..... 3. Της προσφυγής στο εφετείο προηγείται υποχρεωτικά αίτηση θεραπείας σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, διαφορετικά η προσφυγή κηρύσσεται απαράδεκτη. Η προσφυγή στο εφετείο ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης που εκδόθηκε στην αίτηση θεραπείας ή από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας της παραγράφου 7 του προηγούμενου άρθρου .....''.
Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων, 5 παρ. 8 του ν. 1418/1984 και 40 παρ. 7 του π.δ/τος 609/1985, προκύπτει ότι προϋπόθεση για την τμηματική πληρωμή του αναδόχου αποτελεί κατά τα άρθρα 5 παρ. 8 του ν. 1418/1984 και 40 παρ. 7 του π.δ/τος 609/1985 η εκτέλεση των αντίστοιχων εργασιών από τον ανάδοχο και η νομότυπη υποβολή από αυτόν του οικείου λογαριασμού προς έλεγχο, ενδεχομένως διόρθωση και έγκριση από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία, ο εγκεκριμένος δε λογαριασμός αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του αναδόχου.
Αν η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν επιστρέψει τους λογαριασμούς προς διόρθωση, αλλά και δεν τους εγκρίνει, δεν στερείται ο ανάδοχος του δικαιώματος να πληρωθεί για τις εργασίες που εκτέλεσε. Πρέπει προς τούτο να υποβάλει ένσταση κατά της παράλειψης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας να εγκρίνει τους λογαριασμούς και, σε περίπτωση απόρριψης της ένστασης, να ασκήσει αίτηση θεραπείας κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο 12 του ν. 1418/1984 (ήδη, άρθρο 76 παρ. 1 του ν. 3669/2008).
Ειδικότερα, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, όταν εκδίδεται από τη διοίκηση πράξη βλαπτική για τον ανάδοχο δημόσιου έργου, αυτός οφείλει, επί ποινή απαραδέκτου, πρώτα να ακολουθήσει την προβλεπόμενη ενδικοφανή διαδικασία επίλυσης της διαφοράς και μόνο μετά το πέρας της μπορεί να ασκήσει προσφυγή στο αρμόδιο εφετείο, είτε κατά της πράξης στην οποία η διαδικασία αυτή κατέληξε, είτε κατά της παράλειψης έκδοσής της, αφού έτσι ανακύπτει διαφωνία.
Η ίδια διαδικασία πρέπει να προηγείται και στην περίπτωση της αποζημιωτικής αγωγής, εφόσον με αυτήν επιδιώκεται η αποκατάσταση ζημίας του αναδόχου, ως συνέπεια της βλαπτικής γι' αυτόν πράξης ή παράλειψης της διοίκησης, αφού και στην περίπτωση αυτή πρέπει να προηγηθεί η ακύρωση (με προσφυγή) της υπαρκτής ατομικής πράξης.
Όταν, όμως, δεν πρόκειται περί βλαπτικής για τον ανάδοχο πράξης της διοίκησης, αλλά αντίθετα περί πράξης της οποίας αυτός επιδιώκει την υλοποίηση, όπως επί πράξης της διευθύνουσας υπηρεσίας εγκριτικής του τελικού ή κάποιου ενδιάμεσου λογαριασμού του έργου, η οποία αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του, τότε, στη περίπτωση που στη συνέχεια η Διοίκηση αρνείται να ικανοποιήσει την απορρέουσα από την εν λόγω πράξη απαίτησή του, το ένδικο βοήθημα με το οποίο ο ανάδοχος μπορεί να διεκδικήσει δικαστικά την καταβολή του σχετικού ποσού, είναι η ευθεία αγωγή (καταψηφιστική ή αναγνωριστική), η οποία εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο.
Περαιτέρω, ενόψει της ανάγκης ταχείας περάτωσης των δημόσιων έργων και της χωρίς καθυστέρηση πληρωμής του αναδόχου παρέπεται ότι, με την άπρακτη πάροδο των ανωτέρω προθεσμιών, ο υποβληθείς λογαριασμός θεωρείται αυτοδικαίως, έκτοτε εγκεκριμένος, με συνέπεια τυχόν μεταγενέστερη έγκρισή τους να είναι τυπική και να επιβεβαιώνει, απλώς, την προηγούμενη αυτοδίκαιη έγκρισή του (ΟλΑΠ 10/2016, ΑΠ 810/2022, ΣτΕ 377/2006).
Ανάκληση της άνω πράξης δεν νοείται, δεδομένου ότι επί ιδιωτικών συμβάσεων, όλες οι σχετικές μ' αυτήν αποφάσεις του εργοδότη ή του φορέα του έργου δεν έχουν διοικητικό χαρακτήρα, αλλά αποτελούν απλές μονομερείς δηλώσεις παράστασης ή βούλησης, που δεν έχουν έννομες συνέπειες ανατρέψιμες με ακυρωτική προσφυγή και πάσχουν, ενδεχομένως, ακυρότητα ή ακυρωσία κατά τις διατάξεις του ΑΚ, εάν παράγουν αποτελέσματα, ως μονομερείς δικαιοπραξίες.
Ακολούθως, με τη διάταξη της παρ. 14 του άρθρου 41 του ν. 3316/2005 ορίστηκε ότι, για τη δικαστική επίλυση των διαφορών που προκύπτουν μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών κατά την εκτέλεση των συμβάσεων του άρθρου 1, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 1418/1984, όπως ισχύουν κάθε φορά. Στη συνέχεια, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 3481/2006 προστέθηκε στην παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 1418/1984 εδάφιο στο οποίο ορίζεται ότι, ''η κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διάκριση μεταξύ των ενδίκων βοηθημάτων της προσφυγής και της αγωγής (άρθρα 63 και 71) ισχύει και στις διαφορές του παρόντος νόμου'', ενώ στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 13 του ν. 1418/1984 προστέθηκε εδάφιο, ως ακολούθως: ''Δεν απαιτείται η τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας στις περιπτώσεις που ασκείται από τον ενδιαφερόμενο αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας δεν σωρεύεται αίτημα ακύρωσης ή τροποποίησης διοικητικής πράξης ή παράλειψης''.
Με την μεταβατικού δε χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι ''οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 4 εφαρμόζονται και στις ήδη εκτελούμενες συμβάσεις έργων. Αγωγές που έχουν ασκηθεί ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων χωρίς την τήρηση της ενδικοφανούς προδικασίας, δεν θεωρούνται απαράδεκτες για το λόγο αυτόν''.
Με τη θέσπιση των ανωτέρω διατάξεων (αρχικών και μεταγενέστερων) που έχουν εφαρμογή σε κάθε σύμβαση δημόσιου έργου που καταρτίζεται και εκτελείται ή εκτελέστηκε μετά την έναρξη εφαρμογής του (28.2.1984), ο νομοθέτης δεν θέλησε να ανατρέψει τα μέχρι τότε ισχύοντα, ότι δηλαδή απαιτείται η τήρηση της ενδικοφανούς προδικασίας σε κάθε περίπτωση, εφόσον προσβάλλεται με προσφυγή βλαπτική για τον ανάδοχο πράξη ή παράλειψη της διευθύνουσας το έργο αρχής στο δικόγραφο της οποίας παραδεκτά σωρεύεται και αγωγή (καταψηφιστική ή αναγνωριστική), αλλά να καλύψει το απαράδεκτο των αγωγών που δεν περιείχαν ακυρωτικό αίτημα και για τις συμβάσεις που ήδη εκτελούνταν κατά το χρόνο έναρξης ισχύος των τροπο-ποιητικών ως άνω διατάξεων του άρθρου 13 ν. 1418/84, ιδιαίτερα όταν με αυτές επιδιώκονταν η υλοποίηση εγκριτικής πράξης της διοίκησης, αφού πρόκειται για γεγονός που δεν δημιουργεί διαφωνία μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, ούτε υπάρχει πράξη ή παράλειψη βλαπτική των συμφερόντων του αναδόχου (ΟλΑΠ 10/2016, ΑΠ 810/2022, ΑΠ 918/2021).
Τέλος, σε περίπτωση απόρριψης ως απαράδεκτης της προσφυγής - αγωγής, λόγω μη τήρησης της ανωτέρω προδικασίας (που ωστόσο δεν ήταν αναγκαία), η απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο οποίος περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων λόγων αναίρεσης στην παρ. 6 του άρθρου 13 του ν. 1418/1984 (ήδη 77 παρ. 6 ν. 3669/2008), διότι οι ανωτέρω διατάξεις, παρά την απειλούμενη κύρωση του ''απαραδέκτου'' αν δεν έχει τηρηθεί η ενδικοφανής προδικασία είναι όχι μόνο δικονομικού, αλλά και ουσιαστικού δικαίου, καθόσον η μη τήρηση αυτών συνεπάγεται ουσιαστικά την απώλεια του άξιου δικαστικής προστασίας με προσφυγή - αγωγή ιδιωτικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 10/2016, ΑΠ 1959/2021, ΑΠ 256/2017, ΑΠ 570/ 2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το σχετικό μέρος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, απορρίπτοντας την ένδικη (ευθεία) αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης, ως απαράδεκτη, λόγω της μη τήρησης της διοικητικής προδικασίας των άρθρων, 12, 13 ν. 1418/1984, (ήδη άρθρα, 76, 77 του ν. 3669/2008, με τον οποίο κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι προγενέστερες διατάξεις για την κατασκευή δημοσίων έργων), παραβίασε τους κανόνες των άρθρων αυτών, τους οποίους εφάρμοσε, αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέοι, διότι η προβλεπόμενη από τα άρθρα αυτά προδικασία δεν ήταν αναγκαία, καθόσον η ένδικη αγωγή δεν περιείχε ακυρωτικό αίτημα σχετικής πράξης της Διοίκησης.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 23-3-2013 αγωγής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Εδέσσης, το περιεχόμενο του οποίου ελέγχεται στα πλαίσια του άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι η ενάγουσα (αναιρεσείουσα), εξέθεσε σ' αυτή, τα εξής: Ότι, στα πλαίσια μειοδοτικού διαγωνισμού, που προκήρυξε η εναγομένη δημοτική επιχείρηση, (αναιρεσίβλητη), για την εκτέλεση του έργου, "Αντικατάσταση Αγωγών Ύδρευσης", στην περιοχή ευθύνης της, χρηματοδοτούµενο από το πρόγραµµα "ΘΗΣΕΑΣ" της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, ανακηρύχθηκε η ίδια (ενάγουσα) τελευταία μειοδότης, αποτέλεσμα που εγκρίθηκε με την αναφερόμενη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης.
Ότι ακολούθως καταρτίστηκε, η µε αριθμό ... σύμβαση, δυνάµει της οποίας ανέλαβε ως ανάδοχος την εκτέλεση του άνω έργου, µε χρόνο περαίωσης τους 18 µήνες, έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος ύψους 350.600 ευρώ πλέον ΦΠΑ 19% ύψους 62.814 ευρώ, .... Ότι στις 28-8-2009, ζήτησε επέκταση του χρονοδιαγράµµατος, λόγω ελλιπών διαθεσίμων στοιχείων κατά τη φάση της σύνταξης της μελέτης που είχε εκπονήσει άλλη εταιρία και ότι τα στοιχεία που δεν λήφθηκαν υπόψη για τη σύνταξη της μελέτης αφορούσαν το ανάγλυφο και τη μορφολογία της περιοχής.
Ότι η εναγοµένη της επέβαλε την αλλαγή χάραξης των σημείων τοποθέτησης των αγωγών ύδρευσης, ενέργεια αναγκαία τόσο λόγω της πραγματικής κατάστασης του εδάφους, όσο και λόγω της, µετά την κατάρτιση της παραπάνω σύμβασης, χωροθέτησης νέου αθλητικού κέντρου στην περιοχή "..." στην Έδεσσα και ότι με τη µε αρ. ...
απόφαση της διευθύνουσας υπηρεσίας, ορίσθηκε νέα ηµεροµηνία περαίωσης του έργου η 30-11-2009. Ότι συνέταξε τον 1ο Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Εργασιών (ΑΠΕ) πριν τη περαίωση του έργου, λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικές συνθήκες που εμφανίστηκαν κατά την εκτέλεση αυτού και δεν ήταν δυνατό να προβλεφθούν κατά τη σύνταξη της μελέτης ή να εκτιμηθούν µε ακρίβεια κατ' αυτήν, εξαιτίας της δυσκολίας προσπέλασης στο χώρο και περιλαμβάνοντας σ' αυτόν ποσοστό έκπτωση 42% και κονδύλιο αναθεώρησης που δεν είχε συμπεριληφθεί στον προϋπολογισμό της δηµοπράττησης.
Ότι ο 1ος αυτός ΑΠΕ είχε ύψος 413.644 ευρώ, ήτοι 280.168,94 ευρώ για εργασίες και υλικά + (50.450,41 ευρώ για Γενικά Έξοδα και Όφελος Εργολαβικό 18%) + 0,65 ευρώ για απρόβλεπτα έξοδα + 17.000 ευρώ για αναθεώρηση + 66.044 ευρώ για ΦΠΑ 19%. Ότι µετά την ολοκλήρωση του εργασιών, λόγω αυξομειώσεων αυτών, συντάχθηκε ο 2ος Ανακεφαλαιωτικός Πίνακας Εργασιών, ο οποίος διαφοροποιείται από τον 1ο ΑΠΕ µόνο ως προς το κονδύλιο της αναθεώρησης, όπου πλέον εµφανίζεται το πραγµατικό της κόστος, για το λόγο ότι εκδόθηκαν στο µεταξύ οι οριστικές τιµές των συντελεστών αναθεώρησης.
Ο 2ος ΑΠΕ είχε ύψος 409.888,71 ευρώ που αναλύονται σε 280.168,94 ευρώ για εργασίες και υλικά + (50.450,41 ευρώ για Γ.Ε και Ο.Ε 18%) + 0,65 ευρώ για απρόβλεπτα έξοδα + 13.844,94 ευρώ για αναθεώρηση + 65.444,42 για ΦΠΑ. Ότι µαζί µε τον 2ο ΑΠΕ και σε ενιαίο σύνολο, συντάχθηκε και η 1η Συμπληρωματική Σύμβαση του ίδιου έργου, το ύψος της οποίας δεν υπερέβη το 50% της αρχικής σύμβασης και σ' αυτή υπολογίστηκε έκπτωση 42%, η οποία ήταν απαραίτητη για το λόγο ότι κατά τη διάρκεια του έργου υπήρξαν υπερβάσεις του προϋπολογισμού, που οφειλόταν στην κατά τα ανωτέρω αιτία.
Ότι οι αυξομειώσεις των εργασιών προέκυψαν κατά την εφαρµογή της μελέτης και όχι από την αλλαγή της. Ότι οι συμπληρωματικές εργασίες δεν διαφοροποιούνται από αυτές της αρχικής σύμβασης, ούτε τροποποιούσαν το αρχικό αντικείµενο του έργου, ενώ ήταν απαραίτητες για την ολοκλήρωσή του και δεν μπορούν να διαχωριστούν ούτε τεχνικά ούτε οικονομικά από την αρχική σύµβαση.
Ότι η 1η Συμπληρωματική Σύμβαση είχε ύψος 192.788,85 ευρώ (105.767,06 ευρώ για εργασίες και υλικά) + (19.038,07 ευρώ για Γ.Ε. και Ο.Ε 18%) + 18.720 ευρώ για απρόβλεπτα έξοδα + 13.213 ευρώ για αναθεώρηση = 156.738,90 ευρώ + 36.049,95 ευρώ ΦΠΑ. Ότι ο 2ος ΑΠΕ και η 1η Συμπληρωματική Σύμβαση µαζί µε την 2η προσµέτρηση που αναφέρεται σ' αυτούς και το Πρωτόκολλο Κανονισμού Νέων Τιμών Μονάδος Εργασιών υποβλήθηκαν, υπογεγραμμένα από την επιβλέπουσα το έργο μηχανικό της εναγοµένης, Θ.
Σ. και από την ανάδοχο εταιρία και στις 17-12-2010 η προϊσταμένη της διευθύνουσας Υπηρεσίας και Διευθύντρια της αρμόδιας ΤΥΔΕ Ε. Ο., εισηγήθηκε την έγκρισή τους, ενώ στις 9-12-2009 υποβλήθηκε η Αναλυτική Επιμέτρηση Εργασιών του Έργου, η οποία συνυπογράφηκε από την ανωτέρω επιβλέπουσα μηχανικό της εναγοµένης και από την ενάγουσα.
Ότι µε το µε αρ. ... πρακτικό, το Νομαρχιακό Συμβούλιο Δημοσίων Έργων γνωµοδότησε ομόφωνα την έγκριση του 2ου ΑΠΕ και της 1ης Συμπληρωματικής Σύμβασης, κάνοντας δεκτή την αιτιολογική έκθεση της διευθύνουσας υπηρεσίας που συντάχθηκε από την προϊσταμένη της ΤΥΔΕ Ε. Ο., την οποία εισηγήθηκε ενώπιόν του και η επιβλέπουσα μηχανικός το έργο Θ.
Σ.. Ότι µετά τα ανωτέρω η εναγοµένη αναγνώρισε τη συνολική οφειλή από τον 2ο ΑΠΕ και τη 1η συμπληρωματική σύμβαση που αποτελούσαν ενιαίο σύνολο, πλην όµως εξόφλησε μερικώς την οφειλή της και αρνήθηκε να καταρτίσει (µε την υπογραφή του εγγράφου) την 1η συμπληρωματική σύμβαση και να εξοφλήσει την αμοιβή της ενάγουσας από την εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών ύψους 192.788,85 ευρώ.
Ότι ο 2ος ΑΠΕ και η 1η ΣΣ θεωρήθηκαν και εγκρίθηκαν χωρίς να τροποποιηθούν ή να διορθωθούν και αποτελούν πιστοποίηση για την πληρωμή της ενάγουσας. Ότι η ενάγουσα µε την από 20-5-2012 εξώδικη δήλωση, που κοινοποιήθηκε στην εναγοµένη στις 20-7-2012, κάλεσε την εναγοµένη να προβεί σε προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου, στην οποία η εναγοµένη δεν απάντησε και η προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου θεωρείται ότι έγινε αυτοδίκαια τριάντα ηµέρες από την εν λόγω κοινοποίηση δηλαδή στις 20-8-2012, καταβάλλοντας µόνο µέρος της αμοιβής της ενάγουσας µε την εξόφληση του 1ου ΑΠΕ και όχι και της 1ης συμπληρωματικής σύμβασης.
Ότι όχλησε επανειλημμένα την εναγοµένη προς υπογραφή της 1ης Συμπληρωματικής Σύμβασης και η τελευταία κατέστη υπερήµερη και ότι η εναγοµένη της οφείλει ολόκληρο το ποσό της αμοιβής της από τη 1η Συμπληρωματική Σύμβαση, λόγω ακυρότητας της σύμβασης αυτής, καθόσον δεν υπεγράφη ποτέ από την εναγοµένη και διατηρεί κατ' αυτής χρηµατική αξίωση µε βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (904 ΑΚ) διότι κατέστη κατά το ποσό αυτό πλουσιότερη εξοικονομώντας την αντίστοιχη δαπάνη, την οποία θα έκανε, αν κατέβαλε το ποσό αυτής σε άλλον της ίδιας ειδικότητας για το εν λόγω έργο.
Ενόψει των ανωτέρω, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγοµένη να της καταβάλλει, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, το ποσό των 192.788,85 ευρώ νομιμότοκα από την επομένη της οριστικής παραλαβής του έργου (20-8-2012), άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η µε αρ. 347/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, που κήρυξε εαυτό αναρµόδιο και παρέπεµψε την υπόθεση στο Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, με την οποία, το δικαστήριο, αφού εκτίμησε ότι πρόκειται για ευθεία αγωγή της ενάγουσας για αξιώσεις της από έγκυρη σύμβαση έργου, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω της μη τήρησης της διοικητικής προδικασίας της παρ. 3 του άρθρου 77, σε συνδ.
µε το άρθρο 76 ν. 3669/2008 (που κωδικοποιεί το άρθρο 13 παρ. 2 ν. 1418/1984), δεχόμενο κατά το μέρος αυτό, τα εξής: Περαιτέρω από τα ιστορούµενα στην προσφυγή- αγωγή πραγματικά περιστατικά καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας που προσκοµίζουν µε επίκληση οι διάδικοι και επισκοπούνται παραδεκτώς από το δικαστήριο κατά την έρευνα της τήρησης της απαιτούµενης προδικασίας για τη δικαστική επίλυση της διαφοράς (κατ' άρθρο 77 παρ. 3 του ν. 3669/2008) και συνακόλουθα και του παραδεκτού της άσκησης της υπό κρίση αγωγής, που ενδιαφέρουν τις επίδικες συμπληρωματικές εργασίες και συγκεκριµένα, 1) από το νόµιµα και αρµοδίως εγκριθέντα από τον κύριο του έργου - εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ., 1ο Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Εργασιών, ποσού (συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ) 347.600 ευρώ, 2) από την από 17-12-2010 εισήγηση της επιβλέπουσας μηχανικού της εναγοµένης, περί έγκρισης του συνταχθέντος, µετά την ολοκλήρωση του εργασιών, 2ου Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών ποσού 409.888,71 ευρώ και της 1ης Συμπληρωματικής Σύμβασης ποσού 192.788.85 ευρώ, που συνοδεύεται από τον αναλυτικό ανακεφαλαιωτικό πίνακα και τη 2η προσµέτρηση, υπογεγραμμένα από την επιβλέπουσα µηχανικό, την προϊσταμένη διευθύνουσας υπηρεσίας και τον ανάδοχο, 3) από το από 22-12-2010 πρακτικό του Νομαρχιακού Συµβουλίου Δημοσίων Έργων που γνωμοδότησε ομόφωνα, στα πλαίσια της χρηµατοδότησης του έργου από το πρόγραµµα ΘΗΣΕΑΣ (ν. 3274/2004 άρθρα 6-10), περί της έγκρισης του 2ου ΑΠΕ και της 1ης Συμπληρωματικής Σύμβασης, στο οποίο επισυνάπτονται η σχετική εισήγηση και η αιτιολογική έκθεση της προϊσταμένης διεύθυνσης ΤΥ.Δ.Ε Ε.
Ο., 4) από την από 27-8-2012 τελική επιµέτρηση εργασιών που δεν φέρει υπογραφή της προϊσταμένης της διευθύνουσας υπηρεσίας αλλά µόνο του αναδόχου και της επιβλέπουσας μηχανικού, 5) από τον από 18-12-2009 συνοπτικό πίνακα των πιστώσεων και πληρωμών, νόµιµα υπογεγραμμένο, µε τον οποίο η κυρία του έργου δίνει εντολή να πληρωθεί η ενάγουσα ανάδοχος του έργου µε το ποσό των 344.444,29 ευρώ, (6ο λογαριασμό και πιστοποίηση), 6) από το από 30-6-2014 Πρωτόκολλο Προσωρινής και Οριστικής Παραλαβής του έργου αντικατάστασης αγωγών ύδρευσης, τελικής δαπάνης 344.444,29 ευρώ, υπογεγραμμένο από όλα τα συµβληθέντα µέρη, χωρίς επιφύλαξη και τη συνοδεύουσα αυτό 58η απόφαση έγκρισης πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής έργου συνολικής δαπάνης 344.444,29 ευρώ, προκύπτει ότι η ενάγουσα υπέγραψε τα ανωτέρω έγγραφα χωρίς επιφύλαξη, η δε κυρία του έργου ...
υπέγραψε και ενέκρινε µόνο το έργο της αρχικής και έγκυρης σύμβασης (µε αρ. ...) για το οποίο συνετελέσθη και η οριστική παραλαβή του έργου, µη συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής των 192.780,85 ευρώ για τις συμπληρωματικές εργασίες. Επίσης, η εναγοµένη δεν υπέγραψε την 1η συμπληρωματική σύμβαση διαφωνώντας στην κατάρτιση αυτής.
Σημειωτέον ότι δεν προσκοµίζεται από την ενάγουσα ούτε ημερολόγιο του έργου, µε καταχωρηµένη προφορική εντολή της εναγοµένης για υπερσυµβατικές εργασίες. Από τα ανωτέρω, προκύπτει ότι η χρηματική αξίωση της αναδόχου ενάγουσας δεν δύναται να επιδιωχθεί µε ευθεία αγωγή, διότι οι συμπληρωματικές εργασίες, που επικαλείται ότι εκτέλεσε χωρίς να καταβληθεί η αμοιβή της, δεν εγκρίθηκαν από την κυρία του έργου, για το παραδεκτό δε της άσκησης της υπό κρίση προσφυγής- αγωγής, η ενάγουσα δεν τήρησε τη διαδικασία της παρ. 3 του άρθρου 77, σε συνδ.
µε το άρθρο 76 ν. 3669/2008 (που κωδικοποιεί το άρθρο 13 παρ. 2 ν. 1418/1984), δηλαδή δεν προέβη σε άσκηση ένστασης κατά της, βλαπτικής για τα συμφέροντά της, παράλειψης του κυρίου του έργου ν.π.ι.δ. ... να υπογράψει την 1η συμπληρωματική σύμβαση, απευθυνόµενη προς τη Διευθύνουσα Υπηρεσία εντός 15 ηµερών από τη συντέλεση της παράλειψης και σε περίπτωση απόρριψης αυτής ή παρόδου άπρακτης της προθεσμίας έκδοσης απόφασης (δύο µηνών), σε άσκηση αίτησης θεραπείας εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας τριών µηνών από τη κοινοποίηση της απόφασης ή τη πάροδο άπρακτης της προθεσμίας των δύο µηνών, απευθυνόµενη προς τον Υπουργό Χωροταξίας Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων, ώστε σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης θεραπείας, να ασκήσει παραδεκτά προσφυγή ενώπιον του Εφετείου εντός προθεσμίας δύο µηνών από την κοινοποίηση της απόφασης (άρθρα 76 και 77 ν. 3669/2008).
Επομένως, η υπό κρίση προσφυγή-αγωγή, για την άσκηση της οποίας δεν τηρήθηκε η παραπάνω υποχρεωτική διαδικασία της ένστασης κατά της βλαπτικής γι' αυτήν παράλειψης της εναγοµένης και της αίτησης θεραπείας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω µη τήρησης της επιβαλλομένης από το νόµο προδικασίας προς δικαστική επίλυση της ένδικης διαφοράς''.
Ωστόσο, ενόψει του περιεχομένου και αιτήματος της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης, όπως παρατέθηκαν παραπάνω, πρόκειται περί ευθείας αγωγής, η οποία δεν περιέχει ακυρωτικό αίτημα πράξης της διοίκησης, αλλά μόνον αίτημα καταβολής των εν αυτή αναφερομένων χρηματικών ποσών και λογαριασμών.
Συνακόλουθα, δεν ήταν προϋπόθεση της παραδεκτής άσκησης της ένδικης αγωγής, η τήρηση της διοικητικής προδικασίας του άρθρου 12 Ν. 1418/1984 και ακολούθως η άσκηση αυτής μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δύο μηνών, το δε Εφετείο κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως ανωτέρω, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων 12 και 13 παρ. 3 εδαφ.
α' Ν. 1418/1984 και υπέπεσε στην εκ του αριθμό 1, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Συνεπώς, ο άνω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει κατά παραδοχή του άνω λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων. Περαιτέρω, με το άρθρο 26 του Ν. 4491/2017, καταργήθηκε το άρθρο 64 παρ. 4 του ΕισΝΚΠολΔ, που προέβλεπε την συγκρότηση του πολιτικού Πενταμελούς Εφετείου για τις διαφορές από δημόσια έργα, στην περίπτωση που αυτές αναφύονται από ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις, σε οποιαδήποτε νομική βάση και αν θεμελιώνονται, ενώ με το άρθρο 28 του ιδίου Ν. 4491/2017 έγινε ειδική ρύθμιση για τις εκκρεμείς κατά την 1-11-2017 προσφυγές ή αγωγές και, ειδικότερα, προστέθηκε στο άρθρο 379 του Ν. 4412/2016, παράγραφος 14, με το ακόλουθο περιεχόμενο ''Προσφυγές ή αγωγές, που έχουν κατατεθεί μέχρι την 1-11-2017, δικάζονται από το Δικαστήριο, στο οποίο έχουν κατατεθεί.
Εξαιρετικά, όσες από αυτές εκκρεμούν στο πολιτικό Πενταμελές Εφετείο, αλλά δεν είναι εγγεγραμμένες στο πινάκιο, γιατί έχει ματαιωθεί η συζήτησή τους, όταν επαναφερθούν για συζήτηση, θα εισαχθούν στο πολιτικό Τριμελές Εφετείο''. Η τελευταία αυτή ρύθμιση πρέπει να ισχύσει αναλογικά και για την περίπτωση της αγωγής που εισήχθη πριν την 1-11-2017 ενώπιον του (αρμόδιου τότε) πολιτικού Πενταμελούς Εφετείου και έχει εκδοθεί επ' αυτής απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία αναιρείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση) και διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), οπότε, ενόψει της κατάργησης του πολιτικού Πενταμελούς Εφετείου κατά τα προεκτεθέντα, θα πρέπει η υπόθεση, κατ' ανάλογη εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης της παρ. 14 του άρθρου 379 του Ν. 4412/2016 (όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 28 του 4491/2017), να παραπεμφθεί για εκδίκαση στο αρμόδιο πολιτικό Τριμελές Εφετείο, στο οποίο και θα εισαχθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων κατ' άρθρο 581 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1303/2023, ΑΠ 212/2023).
Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πολιτικό Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη δημοτική επιχείρηση που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 Ν. 3693/1957 και 281 παρ. 2 Ν. 3463/2006, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, διότι οι δημοτικές επιχειρήσεις, όπως η αναιρεσίβλητη απολαμβάνουν όλα τα δικαστικά, δικονομικά και φορολογικά προνόμια του Δημοσίου (άρθρα 276 παρ. 1 ν. 3463/2006 και 281 παρ. 2 του ν. 3852/1010, ΑΠ 173/2023, ΑΠ 1572/2021, ΑΠ 828/2019, ΑΠ 256/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 418/2021 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο πολιτικό Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν για το παραδεκτό της αίτησης, παραβόλου.
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ