Legislator Case Law & Legislation
593/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to procedural default and inadmissible vague legal grounds.

Case Number 593/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for retrial, first voiding the hearing due to the non-appearance of a party. The appellant argued that the lower court failed to cite specific substantive law articles regarding property acquisition, but the court found this argument inadmissible. Consequently, the court ruled that the appeal was procedurally defective and legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 260(1) and 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Article 260(1) of the Code of Civil Procedure mandates the voiding of proceedings if parties do not participate normally, while Article 576(1)-(2) grants the court authority to expedite hearings and declare them inadmissible if a summoned party fails to appear or participate as required by law.

Keywords

AI generated
procedural default inadmissible appeal voiding of hearing substantive law citation non-appearance of party

Cited Legislation

AI generated
Article 260(1) of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 593 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 593/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Ξ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσίβλητων:1.Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2.Κ. συζ. Κ. Κ., θυγ. Ε. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ρεββέκα Παρχά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ικαρίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2005 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 32/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-9-2007 αίτησή του την οποία επαναφέρει μετά από ματαίωση λόγω των εκλογών ο 1ος αναιρεσίβλητος με την από 16-6-2019 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ανθή Γκάμαρη, ανέγνωσε την από 8-5-2019 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 1 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 573 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, ορίζεται ότι "Αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται". Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται, ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 16-6-2019 κλήση των αναιρεσιβλήτων επαναφέρεται για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 5-2-2020, λόγω ματαίωσης της συζήτησης κατά την αρχική δικάσιμο της 22-5-2019 (λόγω εκλογών), η από 17-9-2007 αίτηση του καθού η κλήση για αναίρεση της 32/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη έφεση του αναιρεσείοντος κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου Ικαρίας, με την οποία είχε απορριφθεί αγωγή του, διεκδικητική κυριότητας εδαφικής λωρίδας, στρεφόμενη κατά των αναιρεσιβλήτων και επικυρώθηκε η τελευταία.

Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας, κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 5-2-2020, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ο αναιρεσείων-καθού η κλήση και ο πρώτος αναιρεσίβλητος- πρώτος καλών, οι οποίοι ήταν απόντες.

Επομένως, μεταξύ των απόντων αυτών διαδίκων πρέπει να ματαιωθεί τη συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 260 παρ. 1 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η συζήτηση της αναίρεσης του απόντος αναιρεσείοντος, ως προς τη νομότυπα παραστάσα δεύτερη αναιρεσίβλητη -δεύτερη καλούσα, πρέπει να προχωρήσει, παρά την απουσία αυτού (άρθρο 576 παρ. 2 εδ α και γ ΚΠολΔ), καθόσον ο τελευταίος κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για τη συζήτηση της αναίρεσής του.

Ειδικότερα, από τις .../21-11-2018 και ...17-10-2019 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Σάμου, Ε. Χ., που προσκομίζεται από την παραστάσα δεύτερη αναιρεσίβλητη-δεύτερη καλούσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Γ τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 22-5-2019, κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε η συζήτηση ματαιώθηκε, καθώς και ακριβές αντίγραφο της από 16-6-2019 κλήσης των αναιρεσιβλήτων με την οποία επαναφέρεται για συζήτηση η αναίρεση, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση αυτής για την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο της 5-2-2020 επιδόθηκαν με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων-καλούντων νομότυπα και εμπρόθεσμα προς το δικηγόρο Ιωάννη Χατζηκωνσταντή, ο οποίος είχε παραστεί στο δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, και επιπρόσθετα έχει υπογράψει ως πληρεξούσιος δικηγόρος την αναίρεση (άρθρο 143 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν αυτή δεν έχει ασκηθεί νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπάγγελτα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή, τα στοιχεία κάθε δικογράφου και να αναφέρει τους λόγους αναίρεσης, ήτοι τα παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ή στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Πρέπει δε να περιέχει έστω και έναν ορισμένο λόγο αναίρεσης, από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικά ως άνω στο άρθρο 559 ή, αν πρόκειται για απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του Πρωτοδικείου που δίκασε κατ' έφεση, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Ο λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, όταν εκτίθενται με σαφήνεια τα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν το σφάλμα, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός έλεγχός της.

Συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή στο δικόγραφο της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο ή στον Άρειο Πάγο δεν είναι δυνατή (ΟλΑΠ 20/2005, 27/1998, 32/1996). Επίσης, η συμπλήρωση αυτή δεν επιτρέπεται ούτε με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, που υπάρχει στη δικογραφία, διότι, πλην άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.

Η θέση αυτή είναι απόλυτα σύμφωνη και με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, γιατί διασφαλίζει την αρχή της δίκαιης δίκης, που το άρθρο αυτό αξιώνει, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του δικαιώματος πρόσβασης καθενός στα δικαστήρια, που κατοχυρώνει και το Σύνταγμα (άρθρα 8 παρ. 1, 20 παρ. 1) και το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής, η οποία θα επιτρέπει, λόγω του ορισμένου του περιεχομένου της, την παροχή από το δικαστήριο της αιτούμενης έννομης προστασίας και γι' αυτό τα όσα απαιτεί ο νόμος, ώστε να θεωρηθεί ορισμένο το δικόγραφο της προσφυγής, μορφή της οποίας είναι και η αναίρεση, δεν δυσχεραίνουν, αλλά διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού έτσι συγκεκριμενοποιείται το είδος της προστασίας αυτής (ΟλΑΠ 20/2005).

Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλομένης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης των παραπάνω άρθρων 559 ή 560 ΚΠολΔ για τους οποίους ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 100/2019), ενώ εξάλλου για το ορισμένο του λόγου δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης χωρίς προσδιορισμό κατά τα ως άνω των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 275/2017, ΑΠ 1008/2018).

Η αοριστία του αναιρετηρίου έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως νομικά αβάσιμης, αν η αοριστία αφορά στην περιγραφή του λόγου αναίρεσης και ως απαράδεκτης σε κάθε άλλη περίπτωση (ΑΠ 100/2019, ΑΠ 857/2017, 1340/2015). Ειδικά δε, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, και η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 32/1996).

Ο προσδιορισμός μάλιστα της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε πρέπει να γίνεται ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 763/2018). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το αναιρετήριο και το μοναδικό λόγο, προβάλλει ότι πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω παράβασης του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, για παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Τούτο διότι, κατά τα εκτιθέμενα, "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει ποιόν κανόνα ουσιαστικού δικαίου εφαρμόζει, αφού τα πραγματικά περιστατικά έπρεπε να στηριχθούν στα άρθρα 1041, 1045 και 1046 ΑΚ". Ακολούθως, αφού αναλύει τις διατάξεις αυτές, και ότι αυτές ουδόλως αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση "ώστε να τύχουν εφαρμογής τα πραγματικά περιστατικά της επιδίκου αγωγής" επισημαίνει ότι ενώ στην απόφαση αναφέρονται οι διατάξεις και τα άρθρα με βάση τα οποία έκρινε "ορθά" ως αόριστη την αγωγή ως προς τη βάση αυτής την στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο, παρά ταύτα "ουδόλως αναφέρει, όπως όφειλε ποιόν κανόνα δικαίου εφαρμόζει όταν στη συγκεκριμένη υπόθεση αφορά σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, γεγονός που δεν έπραξε, αφού δεν αναφέρει καθόλου κανόνα δικαίου, σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρει ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι άνω διατάξεις των άρθρων 1041,1045 και 1046 ΑΚ.

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι "να στερείται λογικής η απόφαση τόσο ως προς την αιτιολογία όσο και το διατακτικό της που είναι εσφαλμένα". Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, ως αόριστος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και, συνακόλουθα, και η αίτηση αναίρεσης, καθόσον:

α) στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της (απέρριψε ενδεχόμενα την αγωγή, αναφορικά με τη βάση αυτής που στηριζόταν σε πρωτότυπο τρόπο, ως μη νόμιμη ή αόριστη), δεν καθορίζεται το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των επικαλούμενων διατάξεων του ΑΚ, β) στην περίπτωση που το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πλέον των ανωτέρω, δεν εκτίθενται οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου..

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Θέμα επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντος δεν τίθεται, λόγω έλλειψης σχετικού αιτήματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Ματαιώνει τη συζήτηση της από 17-9-2007 αίτησης του Ν. Ξ. για αναίρεση της 32/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου, που δίκασε ως Εφετείο, μεταξύ του αναιρεσείοντος και του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ