Legislator Case Law & Legislation
592/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds and failure to specify content of rejected claim.

Case Number 592/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a labor court judgment. The appellant argued the lower court erred by rejecting a claim for 160,000 euros as vague, but failed to specify the claim's content in the cassation petition. The court ruled that without this specific comparison, the alleged error cannot be verified, leading to the rejection of the appeal and the award of costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 8 and 14 of the Code of Civil Procedure; The grounds for cassation must explicitly state the content of the claim rejected as vague and the specific factual assumptions of the lower court to allow for verification of the alleged error.

Keywords

AI generated
cassation appeal vague claim labor dispute procedural defect code of civil procedure legal error court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 592 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 592/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 2/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Ερατώ Κολέση και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Γ., σύζ. Γ. Τ., κατοίκου … Αττικής, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Τσάκωνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κατόπιν διάσπασής της με απόσχιση από τον κλάδο της τραπεζικής δραστηριότητας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Σουμελά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις,.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1245/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4653/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-8-2019 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1653/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2023 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20.2.2023 κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 3.8.2019 αίτηση αναίρεσης, μετά την έκδοση της υπ'αριθ.1653/2022 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, επειδή δεν είχε κληθεί η αναιρεσίβλητη.

Με την υπό κρίση από 3-8-2019 (αριθ. έκθ. κατάθεσης …) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 4653/10-10-2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία α) έγινε δεκτή η από 5-12-2014 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 1245/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 30-11-2010 (αριθ. έκθ. κατάθεσης …) αγωγή αυτής κατά της αρχικώς εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, και β) αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δικάστηκε εκ νέου η αγωγή και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ως προς το αίτημα καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, ως αόριστη ως προς το αίτημα επιδίκασης ποσού 160.000 ευρώ ως κινήτρου εθελουσίας εξόδου από την υπηρεσία και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς τα λοιπά αιτήματά της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2112/1920, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας (23-6-2005), απόλυση ιδιωτικού υπαλλήλου, ο οποίος προσελήφθη για μη ορισμένο χρόνο, εφόσον αυτός διήρκεσε περισσότερο από δύο μήνες, δεν δύναται να λάβει χώρα χωρίς προηγούμενη έγγραφη καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης, η οποία πρέπει να γίνει σύμφωνα με τους κατωτέρω όρους:

α)..., β)..., γ)..., δ)..., ε)..., στ) για υπαλλήλους που συμπλήρωσαν δεκαετή υπηρεσία, έξι μήνες πριν την απόλυση, ζ) για κάθε έτος υπηρεσίας πέραν της δεκαετίας προστίθενται στα ανωτέρω χρονικά όρια τριάντα ημέρες μέχρι το πολύ δύο έτη (άρθρο 1, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 Ν. 4558/1930). Εργοδότης ο οποίος παραμελεί την κατά τα ανωτέρω υποχρέωση καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης, οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση ίση προς το σύνολο των τακτικών αποδοχών, τις οποίες θα ελάμβανε κατά τον χρόνο προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία, εκτός αν από σύμβαση ή έθιμο οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση (άρθρο 3 παρ. 1 εδ.

α'). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού για καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το Ν. 2112/1920 ή το Β.Δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 αποζημίωσης, είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός έξι (6) μηνών αφότου η αξίωση κατέστη απαιτητή. Η προθεσμία αυτή είναι αποσβεστική, εφόσον ο νόμος τάσσει προθεσμία, μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το σχετικό δικαίωμα (άρθρο 279 ΑΚ), όταν δε παρέλθει άπρακτη, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος για καταβολή ή συμπλήρωση της αποζημίωσης απόλυσης (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 2234/2013, 705/2013).

Η μη κοινοποίηση δηλαδή της αγωγής στον εργοδότη εντός της ως άνω εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο πλήττει το δικαίωμα του εργαζομένου να απαιτήσει την καταβολή ή συμπλήρωση της αποζημίωσης απόλυσης, ως εκ τούτου δε, αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 48/2023, 524/2018, 1147/2017, 2234/2013, ΑΠ 1619/2006).

Η ως άνω εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ) και καταλαμβάνει κάθε αξίωση του μισθωτού για καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το Ν. 2112/1920 ή το Β.Δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 οφειλόμενης αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 2234/2013, 705/2013, 65/2012).

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 669 ΑΚ προκύπτει ότι, σε αντίθεση με τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκειά της είναι σαφώς καθορισμένη, είτε διότι συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε διότι συνάγεται από τον σκοπό και το είδος της (ΑΠ 225/2021, 57/2015, 1248/2014, 115/2013).

Σύμβαση ορισμένου χρόνου κατά την παραπάνω έννοια υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του οριζόμενου ορίου ηλικίας (ΟλΑΠ 8/2007, ΑΠ 225/2021, 57/2015, 214/2014). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 672 εδ. α' ΑΚ, καθένα από τα μέρη έχει τη δυνατότητα να καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση οποτεδήποτε, χωρίς να τηρήσει προθεσμία, εφόσον υφίσταται σπουδαίος προς τούτο λόγος, ως εκ τούτου δε, εάν ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου πριν τη λήξη της χωρίς σπουδαίο λόγο, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (ΑΠ 225/2021, 504/2017, 57/2015, 1248/2014, 1115/2013).

Η κατά τα ανωτέρω σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να καταγγελθεί, σύμφωνα με το άρθρο 672 ΑΚ, οποτεδήποτε χωρίς την τήρηση προθεσμίας, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ότι σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία λήγει με την πάροδο ορισμένου χρονικού σημείου, χωρίς να απαιτείται προς τούτο καταγγελία ή προειδοποίηση, υφίσταται και όταν από τον κανονισμό ή οργανισμό λειτουργίας της επιχείρησης του εργοδότη προβλέπεται η αποχώρηση του μισθωτού λόγω συμπλήρωσης ορισμένου ορίου ηλικίας, οπότε η σύμβαση δύναται να λυθεί πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας του μισθωτού μόνο για σπουδαίο λόγο με καταγγελία ενός των μερών, εάν όμως αναγνωρίζεται και δικαίωμα του εργοδότη ή του μισθωτού ή αμφοτέρων να καταγγείλουν ελεύθερα τη σύμβαση και προ του χρόνου συμπλήρωσης από τον μισθωτό του ορίου ηλικίας, χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, η σύμβαση, ως εξαρτώμενη από γεγονός μέλλον και αβέβαιο, τελεί υπό διαλυτική αίρεση.

Μόνη η ύπαρξη της διαλυτικής αίρεσης δεν μεταλλάσσει τη σύμβαση από ορισμένου χρόνου σε αορίστου, αλλά απαιτείται προς τούτο να πληρωθεί η αίρεση, οπότε πλέον η σύμβαση μεθίσταται αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου και τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των Ν. 2112/1920 και 3198/1955 ως προς την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης, οι οποίες αφορούν μόνο συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Η εξάρτηση της σύμβασης από τη διαλυτική αίρεση αφορά αποκλειστικά το ενδεχόμενο καταγγελίας αυτής χωρίς την επίκληση σπουδαίου λόγου, όχι δε και το ενδεχόμενο καταγγελίας για σπουδαίο λόγο, η οποία προβλεπόμενη κατά τα ανωτέρω από τη διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της σύμβασης, ως εκ τούτου δε η πλήρωση της αίρεσης προκαλείται μόνο εάν καταγγελθεί η σύμβαση χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, ενώ εάν καταγγελθεί για σπουδαίο λόγο, δεν επέρχεται πλήρωση της αίρεσης και δεν μεταβάλλεται η σύμβαση ως προς τον χαρακτήρα αυτής από ορισμένου χρόνου σε αορίστου, οπότε και δεν οφείλεται αποζημίωση (ΑΠ 225/2021, 1037/2019).

Επομένως, η καταγγελία για σπουδαίο λόγο της ορισμένου χρόνου σύμβασης πριν τη λήξη του χρόνου, για τον οποίο συνομολογήθηκε, δεν την καθιστά ούτε τη μετατρέπει σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και συνεπώς δεν έχουν επ' αυτής εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 2 και 5 του Ν. 3198/1955, σύμφωνα με τις οποίες για το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου απαιτείται η προηγούμενη καταβολή της προβλεπόμενης από αυτές αποζημίωσης (ΑΠ 225/2021).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 673 ΑΚ, αν ο σπουδαίος λόγος, για τον οποίο καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, συνίσταται ή οφείλεται σε αθέτηση της σύμβασης, εκείνος που την αθέτησε έχει υποχρέωση σε αποζημίωση. Η προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη (673 ΑΚ) αποζημίωση δεν ταυτίζεται με την αποζημίωση απόλυσης των άρθρων 3 του Ν. 2112/1920 και 2, 4, 5, 6 και 8 του Ν. 3198/1955, αλλά περιλαμβάνει την ανόρθωση κάθε ζημίας που προήλθε από την καταγγελία.

Έτσι, αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου έγινε από τον εργοδότη, δικαιούται αυτός να αποζημιωθεί για κάθε ζημία που υπέστη από την καταγγελία, π.χ. από την άκαιρη διακοπή της εργασίας, τη μη ανεύρεση αντικαταστάτη κλπ., ενώ αν αυτή έγινε από τον εργαζόμενο, ο τελευταίος δικαιούται να απαιτήσει τους μισθούς μέχρι τη λήξη του χρόνου για τον οποίο συνομολογήθηκε η σύμβαση, καθώς και κάθε τυχόν άλλη επιπλέον ζημία, θετική ή αποθετική.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Με τον ίδιο ως άνω λόγο ελέγχονται, επίσης, τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση του παραδεκτού της αγωγής, υπό την έννοια ότι ελέγχεται αναιρετικά η τυχόν παραβίαση διατάξεων που θεσπίζουν ουσιαστικό απαράδεκτο, όπως εκείνες του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 3198/1955 (ΑΠ 215/2023, 48/2023, 524/2018, 1147/2017, 2234/2013, 1619/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη α) κατά το πρώτο σκέλος της, σε παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 σε συνδ. με εκείνες του Ν. 2112/1920, καθώς και των άρθρων 673 ΑΚ και 31 του κανονιστικής ισχύος Οργανισμού Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας, με το οποίο (άρθρο 31) αφενός θεσπίζεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση των υπαλλήλων της με τη συμπλήρωση του οριζόμενου ορίου ηλικίας και αφετέρου ορίζονται οι περιπτώσεις πρόωρης λύσης των συμβάσεων εργασίας του προσωπικού της, η οποία (παραβίαση) είχε ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης ως προς το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης, επειδή ασκήθηκε μετά την πάροδο της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, ενώ το σχετικό αίτημα είχε ως βάση το άρθρο 673 ΑΚ, δηλαδή ζητήθηκε η επιδίκαση αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της ένδικης σύμβασης για τον σπουδαίο λόγο του άρθρου 673 ΑΚ και όχι η επιδίκαση αποζημίωσης απόλυσης, και β) κατά το δεύτερο σκέλος της, σε παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 250 αριθ. 17 ΑΚ, η οποία (παραβίαση) είχε ως συνέπεια την απόρριψη των αγωγικών αιτημάτων για επιδίκαση μισθολογικής διαφοράς, καθώς και διαφοράς μεταξύ καταβληθείσας και καταβλητέας σύνταξης ως κατ' ουσίαν αβάσιμων λόγω παραγραφής.

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, έστω συνοπτικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 250 αριθ. 17 ΑΚ.

Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, ο ανωτέρω λόγος είναι προεχόντως αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής ως προς το επίμαχο αίτημα καταβολής αποζημίωσης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε, ως προς το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα, τα εξής: "....

Στο τέλος του έτους 2004 προκηρύχθηκε η θέση του Δ/ντή Τομέα Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων, για την οποία έκρινα ότι είχα όλα τα απαραίτητα προσόντα, αφού την είχα καταλάβει και τηρήσει σαν αναπληρώτρια για δύο συνολικά χρόνια και συγκεκριμένα από 1/6-31/12/96, 1/1-30/6/97 και από 1/1-31-12-98. Αντ' εμού όμως.... επελέγη και από αρχές 2005 άσκησε τα καθήκοντά της η κα Χ.

Κ., η οποία είχε συγκριτικά με εμένα τα εξής προσόντα.... Η πράξη αυτή της εναγομένης ήταν η πρώτη από μία σειρά πράξεων που είχαν προφανώς στόχο τη μείωσή μου χωρίς να υπάρχει καμία δικαιολογία για τη συμπεριφορά της αυτή. Η τοποθέτηση σε θέση ανώτερη ατόμου που υστερεί καταφανώς σε γενικά και ειδικά προσόντα, χωρίς να υπαγορεύεται από το συμφέρον της υπηρεσίας, προσέβαλε την προσωπικότητά μου....

το κλίμα που διαμορφώθηκε σταδιακά σε βάρος μου ήταν εξαιρετικά βαρύ και υποτιμητικό, με τη στέρηση κάθε πρωτοβουλίας και σχετικής αυτονομίας, που μέχρι τότε είχα. Αυτή η συμπεριφορά της εναγομένης, εντελώς αιφνιδιαστικά, υπήρξε εντελώς άδικη και υποτιμητική και διήρκεσε, με συνεχώς αυξανόμενη ένταση, για διάστημα μηνών (των πρώτων μηνών του 2005), ώστε να δημιουργήσει αφόρητη ψυχολογική πίεση και γενικότερα τέτοιες συνθήκες, ώστε καλόπιστα και αντικειμενικά να μην είναι πλέον δυνατή η εκπλήρωση των υποχρεώσεών μου με πνεύμα αμοιβαίας κατανοήσεως και συνεργασίας.

Επέφερε δε τέτοια ηθική μείωση στην προσωπικότητά μου, ώστε η περαιτέρω συνέχιση της εργασίας μου στο χώρο της επιχειρήσεως της εναγομένης να καθίσταται αδύνατη ή τουλάχιστον ιδιαιτέρως δυσχερής, την οποία μη μπορώντας να αντέξω χωρίς άλλες παρενέργειες αναγκάσθηκα να παραιτηθώ την 23/6/2005, πριν συμπληρώσω τα συντάξιμα χρόνια για πλήρη σύνταξη....

Η εναγομένη δημιουργώντας την κατάσταση σε βάρος μου που δημιούργησε, με εξανάγκασε σε παραίτηση, πράγμα που ισοδυναμεί με αναίτια και απροειδοποίητη καταγγελία της σύμβασής μου, για την οποία μου οφείλει αποζημίωση, ανάλογα με τα 29 χρόνια υπηρεσίας μου, ίση με 24 μισθούς μου, όπως νόμιμα υπολογίζονται με την αναλογία σε αυτούς των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας....".

Από τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει σαφώς ότι η ενάγουσα ζήτησε την επιδίκαση αποζημίωσης απόλυσης ίσης με μισθούς δύο ετών, βάσει των άρθρων 1 περ. στ' και ζ' και 3 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, όπως αυτά ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (23-6-2005), θεωρώντας ότι η εναγομένη με τη συμπεριφορά της την εξανάγκασε σε παραίτηση, η οποία ισοδυναμεί με αναίτια και απροειδοποίητη εκ μέρους της τελευταίας καταγγελία της σύμβασης εργασίας της (ενάγουσας), και όχι την επιδίκαση αποζημίωσης βάσει της διάταξης του άρθρου 673 ΑΚ.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 περ. στ' και ζ', 3 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, τις οποίες εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την αγωγή ως προς το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης απόλυσης, επειδή αυτή ασκήθηκε μετά την πάροδο της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, ούτε όμως τη διάταξη του άρθρου 673 ΑΚ, την οποία ορθώς δεν εφάρμοσε.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατά το πρώτο σκέλος του. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, είναι και η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.

Ωστόσο, η αγωγή δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση ούτε η υπαγωγή με αυτή των επικαλούμενων περιστατικών σε συγκεκριμένη νομική διάταξη είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων.

Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 83/2019, 2091/2013).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ' αρχάς το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (OλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 70/2023, 32/2022, 14/2022, 83/2019, 1321/2015, 2091/2013).

Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1106/2023, 83/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 και κατ' ορθή νομική υπαγωγή του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αόριστο το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση ποσού 160.000 ευρώ ως κινήτρου εθελουσίας εξόδου από την υπηρεσία.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής ως προς το αίτημα που απορρίφθηκε ως αόριστο ούτε αναφέρονται, άλλωστε, οι σχετικές με αυτό παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε κατόπιν αντιπαραβολής προς αυτές του περιεχομένου της αγωγής να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλη-της, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-8-2019 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 7787/ 741/2019) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4653/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ