Supreme Court dismisses appeal and remands appeal case to keep trial on merits, awarding costs to parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's decision regarding the appeal but remanded the case to the Court of Appeal to rule on the merits. The Court found the government's 2006 objection to the creditor list was legally unfounded, as the lower courts had already resolved the substantive legal issues. Consequently, the Court of Appeal was ordered to dismiss the appeal on the merits and award costs to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 176, 183, 191, 495 of the Code of Civil Procedure; When an appeal annuls a decision but leaves no legal ground for the lower court to retry the case, the Supreme Court may rule on the merits directly without remanding to a lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 589 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 589/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθ'ης η κλήση: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Παπαδοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιώς που εδρεύει στον Πειραιά, τον Προϊστάμενο του Ε' Τελωνείου Πειραιώς που εδρεύει στο Κερατσίνι Πειραιά και τον Προϊστάμενο του Β' Τελωνείου Οινοπνευματωδών και Καπνικών Πειραιώς που εδρεύει στον Πειραιά, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/3/2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4531/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 43/2013 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 27/1/2016 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 756/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για τους λόγους που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 14/10/2021 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 27-1-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, 43/2013 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο δεχόμενο την από 20-7-2011 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 4531/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δικάζοντας την υπόθεση, δέχτηκε την από 2-3-2006 ανακοπή του κατά της ήδη αναιρεσείουσας και μεταρρύθμισε την προσβαλλομένη με αυτή τροποποιητική πράξη του πίνακα κατάταξης δανειστών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της.
Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση, ύστερα από την έκδοση της 756/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου (Α1 Πολιτικού τμήματος), με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης που είχε παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος αυτού.
Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε εντός της ισχύουσας κατά το χρόνο έκδοσης της αναιρεσιβαλλομένης τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την έκδοση αυτής, είναι παραδεκτή (άρθρ.144 παρ.1,3, 553, 556, 558, 564, 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., Ολ.Α.Π. 10/2018) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 979, 980 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συντάσσει τον πίνακα κατατάξεως και προσκαλεί εγγράφως τον επισπεύδοντα, τον καθού η εκτέλεση και τους αναγγελθέντες δανειστές να λάβουν γνώση αυτού, έτσι ώστε, όποιος έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει ανακοπή κατ` αυτού.
Ο συμβολαιογράφος, ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, κύριο όργανο της διαδικασίας κατάταξης, προβαίνει σε νομική και ουσιαστική αξιολόγηση των απαιτήσεων που αναγγέλθηκαν, το δε δικαστήριο ελέγχει τις ενέργειές του, μετά από άσκηση ανακοπής και χάριν της αρχής της οικονομίας της δίκης, ως οιονεί όργανο εκτέλεσης, προβαίνει στη διόρθωση του πίνακα και δεν αναπέμπει την υπόθεση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού.
Μετά τη σύνταξη και καταχώρηση στο βιβλίο εκθέσεων του πίνακα κατάταξης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού απεκδύεται κάθε περαιτέρω εξουσίας, δεν μπορεί αυτεπαγγέλτως να ανακαλέσει, τροποποιήσει ή διορθώσει αυτόν, αλλά ούτε μπορεί, παρακάμπτοντας τον ήδη συνταχθέντα πίνακα, να συντάξει νέο, προκειμένου να κατατάξει ορθότερα, κατά την κρίση του, τους δανειστές που έχουν αναγγελθεί.
Η διόρθωση ή η μεταρρύθμιση του πίνακα γίνεται μόνο από το δικαστήριο με την απόφασή του, στην περίπτωση που γίνει δεκτή εκ του άρθρου 979 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή, χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή του υπαλλήλου του πλειστηριασμού. Εάν παρά ταύτα ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος προβεί στην σύνταξη τέτοιου διορθωτικού ή τροποποιητικού πίνακα, ο διορθωτικός ή τροποποιητικός αυτός πίνακας πάσχει απόλυτη ακυρότητα και ως διαδικαστική πράξη μπορεί να προσβληθεί στην προθεσμία του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναλογικά εφαρμοζομένου, με ανακοπή του άρθρου 933 του ίδιου Κώδικα και όχι αυτή του άρθρου 979, αφού η τελευταία ανακοπή παρέχεται μόνο για τη μεταρρύθμιση και όχι για την ακύρωση του πίνακα (Α.Π.399/2019, Α.Π.931/2018).
Τυχόν δε ανακοπή του καταταγέντος με αυτόν τον πίνακα (τον τροποποιητικό-διορθωτικό) με την οποία διώκει ο τελευταίος την ορθή κατάταξή του είναι μη νόμιμη (Α.Π.931/2018). Τέλος, αν ασκηθούν περισσότερες ανακοπές κατά του πίνακα κατάταξης και δεν συνεκδικασθούν, και κατά παραδοχή τους μεταρρυθμιστεί ο πίνακας με περισσότερες αποφάσεις με αποβολή ενός δανειστή, εναντίον του οποίου ασκήθηκαν οι περισσότερες, μη συνεκδικασθείσες, ανακοπές, και κατάταξη στο ίδιο ποσό των διαφόρων δανειστών που άσκησαν τις μη συνεκδικασθείσες ανακοπές, η αντίθεση των διατάξεών τους θεραπεύεται με άσκηση τριτανακοπής εκ μέρους οποιουδήποτε από τους περισσότερους καταταγέντες δανειστές.
Εξ άλλου κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 974 ΚΠολΔ (Α.Π.931/2018, Α.Π. 77/2008), που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένως, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, 7/2006, 4/2005).
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον λόγο αυτόν αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στην αίτηση αναίρεσης τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Με επίσπευση της καθ'ης και ήδη εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικώς στις 17-4-2002, έναντι πλειστηριάσματος 675.000 ευρώ, ένα ακίνητο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του δήμου …, που ανήκε στην καθ' ης η εκτέλεση ανώνυμη εταιρεία "..." και συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 4161/2002 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Πειραιώς Στέφανου Βασιλάκη.
Στον εν λόγω πλειστηριασμό αναγγέλθηκαν μεταξύ άλλων νομίμως για προνομιακές απαιτήσεις τους: στις 19-4-2002 η καθ' ης τραπεζική εταιρεία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" για το ποσό του 1.074.361,98 €, για το οποίο αυτή είχε εγγράψει αρχικά προσημείωση υποθήκης επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου για ποσό 200.000.000 δραχμών που τράπηκε σε υποθήκη στις 9-10-2000 (βλ.
το υπ' αριθμ. 11226/2000 πιστοποιητικό του αρμόδιου υποθηκοφύλακα), στις 12-1-1998 η τραπεζική εταιρεία "EFG Eurobank Ergasias ΑΕ" για το ποσό των 167.237,25 δολλαρίων ΗΠΑ, για το οποίο αυτή είχε εγγράψει υποθήκη επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, στις 8-1-2001 ο Α. Τ. για το ποσό των 33.488,65 € για απαιτήσεις από παροχή εργασίας, στις 23-4-2002 ο Α.
Κ. για το ποσό των 11.300,65 € επίσης για απαιτήσεις από παροχή εργασίας, στις 29-4-2002 με ενιαίο δικόγραφο αναγγελίας άλλα 120 φυσικά πρόσωπα για τις καθ' έκαστον απαιτήσεις τους, προερχόμενες από την παροχή εξαρτημένης εργασίας στην καθ' ης η εκτέλεση, στις 25-4-2002 η ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιώς για το ποσό των 4.057.573,76 €, στις 13-6-2000 το Ε' Τελωνείο Πειραιώς για τo ποσό των 3.083,04 πλέον τελών εκπρόθεσμης καταβολής και στις 15-4-2002 το Β' Τελωνείο Οινοπνευματωδών και Καπνικών Πειραιώς για το ποσό των 26.334,10 €.
Πλην όμως, επειδή δεν επαρκούσε το πλειστηρίασμα για την ικανοποίηση της επισπεύδουσας και των αναγγελθέντων δανειστών, συντάχθηκε από τον άνω συμβ/φο ο υπ' αριθμ. 4452/2002 πίνακας κατατάξεως δανειστών. Με τον πίνακα αυτόν ο υπάλληλος αυτός του πλειστηριασμού, αφού αφαίρεσε από το πλειστηρίασμα την αμοιβή του ίδιου με την ανωτέρω ιδιότητά του, στη συνέχεια κατέταξε συμμέτρως στο υπόλοιπο του πλειστηριάσματος (671.651,92 €) αφ' ενός οριστικά την επισπεύδουσα για τα έξοδα εκτελέσεως (4.333,73 €) και τυχαία (υπό την αίρεση τελεσιδικίας των απαιτήσεών τους) τους αναγγελθέντες για απαιτήσεις από παροχή εργασίας και δη τον Α.
Τ. για το ποσό των 8.375,79 €, τον Α. Κ. για το ποσό των 12.698,12 € και τους λοιπούς 120 εργαζόμενους για τα καθ' έκαστον ποσά που αναφέρονται στον πίνακα. Όμως μετά την άσκηση ανακοπής εκ μέρους του και νυν ανακόπτοντος ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ κατά του εν λόγω πίνακα εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4373/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία κρίθηκε ότι πρέπει να μεταρρυθμιστεί ο ανωτέρω πίνακας και να αποβληθούν μεν οι 4ος έως και 126ος των καθ' ων η ανακοπή και να καταταγούν προνομιακά μεν και τυχαία ο Α.
Τ. για ποσό 4.996,91 € και ο Α. Κ. για ποσό 4.846,67 €, προνομιακά δε το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο για ποσό 657.475,91 €. Μετά από εφέσεις κατά της αποφάσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 882/2005 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία μεταρρυθμίστηκε ο πίνακας μόνο ως προς την κατάταξη του Α. Τ., τον οποίο κατέταξε οριστικά για το ποσό των 4.996,91 €.
Εξ άλλου επί άλλης ανακοπής της εταιρείας "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που δεν συνεκδικάστηκε με την προηγούμενη, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4441/2003 απόφαση του άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μετ' έφεση δε η υπ'αριθμ. 667/2005 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με τις οποίες κρίθηκε καθ' όμοιο τρόπο ότι μετά την αποβολή των ιδίων προαναφερομένων εργαζομένων η ανακόπτουσα πρέπει να καταταγεί προνομιακά στο ποσό των 586.940,57 €, ποσό που αντιστοιχεί δηλ.
σ' αυτό των 200.000.000 δραχμών. Μετά την έκδοση των δύο πιο πάνω αποφάσεων (4373/2003 και 4441/2003) ο εν λόγω υπάλληλος του πλειστηριασμού προέβη στην ανακοπτόμενη υπ' αριθμ. 7533/2006 πράξη τροποποίησης του πιο πάνω πίνακα κατάταξης. Με αυτήν, αφού διαπιστώνεται ότι από το αρχικό πλειστηρίασμα των 675.000 € είχαν αφαιρεθεί από τον ανωτέρω υπάλληλο τα έξοδα του πλειστηριασμού (ποσού 3.348,08 €), τα προκαταβληθέντα έξοδα εκτελέσεως (ποσού 4.333,73 €) και τα δικαιούμενα από τους Α.
Κ. και Α. Τ. ποσά (4.846,07 € και 4.996,91 €, αντιστοίχως), δηλ. συνολικά ποσό 17.524,79 €, απέμεινε προς διανομή πλειστηρίασμα ποσού 657.475,21 €. Ο εν λόγω υπάλληλος, αφού περαιτέρω αφαίρεσε τα τέλη και αμοιβή για τη σύνταξη της πράξεως αυτής, τα έξοδα για την πρόσκληση δανειστών και για τις κοινοποιήσεις αυτής (292,20 + 295 + 260 €, αντίστοιχα και συνολικά 847,20 €), διαίρεσε το νέο υπόλοιπο (657.475,21- 847,20= 656.628,01 €) σε 1/3 και 2/3 και στο μεν 1/3, ποσού 218.876 €, κατέταξε το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο, στα δε 2/3, ποσού 437.752,01 €, κατέταξε την καθ' ης η ανακοπή "Τράπεζα Πειραιώς".
Πλην όμως εσφαλμένα τέθηκε ως βάση το ποσό των 656.628,01 €, προκειμένου να διαιρεθεί περαιτέρω σε 1/3 και 2/3, αφού η εγγραφή της υποθήκης εκ μέρους της καθ' ης η ανακοπή είχε γίνει για ποσό 586.940,57 € [δηλ. στο αντίστοιχο των 200.000.000 δραχμών], για το οποίο και ήταν εμπραγμάτως ασφαλισμένη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1269 ΑΚ.
Άλλωστε γι' αυτό και μόνο το ποσό είχε κριθεί (βλ. την υπ'αριθμ. 667/2005 απόφαση) ότι έπρεπε να καταταγεί προνομιακά. Θα έπρεπε δηλ. επί της διαφοράς μεν που απελευθερώνεται (656.628,01- 586.940,57= 69.687,44 €) να καταταγεί το ανακόπτον ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ για τις προνομιακές του απαιτήσεις και εν συνεχεία το ποσό των 586.940,57 € να διαιρεθεί σε 1/3 και 2/3 και στο μεν 1/3 (586.940,57 : 3= 195.646,86 €) να καταταγεί και πάλι το ανακόπτον, η δε καθ' ης ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ στα 2/3 αυτού, ποσού (586.940,57 X 2/3=) 391.293,71 ευρώ.
Θα πρέπει λοιπόν, δεκτής γενομένης της ανακοπής ως κατ' ουσία βάσιμης, να μεταρρυθμιστεί η ανακοπτόμενη υπ' αριθμ. 7533/2006 πράξη τροποποίησης προς το σκοπό αποβολής της καθ' ης "Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε." από το ποσό της διαφοράς μεταξύ του ποσού που κατετάγη (437.752,01 €) και αυτού που έπρεπε να καταταγεί (391.293,71 €), δηλ.
του ποσού των 46.458,30 € και κατατάξεως του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου στο ποσό αυτό, πέραν εκείνου που έχει οριστικά καταταγεί..". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε νόμιμη την από 2-3-2006 ανακοπή του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη, πρωτοδίκως, με την εκκαλουμένη υπ'αριθμ. 4531/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και μετά από παραδοχή της έφεσης και εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, δέχθηκε και κατ'ουσίαν την ανακοπή και μεταρρύθμισε την προσβαλλομένη με αυτήν υπ'αριθ.7533/2006 τροποποιητική πράξη του πίνακα κατάταξης δανειστών, αποβάλλοντας την καθ'ης η ανακοπή ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.
από το ποσό των 46.458,30 ευρώ και κατατάσσοντας στο ποσό αυτό το ανακόπτον ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο. Η ένδικη όμως ανακοπή, με την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δίωκε την μεταρρύθμιση της με αυτήν (ανακοπή) προσβαλλομένης υπ'αριθ.7533/2006 τροποποιητικής πράξης του συμβολαιογράφου Πειραιώς Στέφανου Βασιλάκη, ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού, με την οποία ο τελευταίος, αυτοβούλως, προέβη στη μεταρρύθμιση του αρχικώς υπ'αυτού συνταγέντος υπ'αριθ.4452/2002 πίνακα κατάταξης δανειστών, κατατάσσοντας το Ελληνικό Δημόσιο, μετά από αποβολή της Τράπεζας Πειραιώς, στο πλειστηρίασμα- ήταν μη νόμιμη.
Και τούτο διότι, μετά την σύνταξη του ως άνω αρχικού πίνακα κατατάξεως ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος απεκδύθηκε της εξουσίας του και έκτοτε δεν εδικαιούτο να προβεί στη μεταρρύθμισή του, με την προσβαλλόμενη τροποποιητική πράξη του πίνακα κατάταξης δανειστών, αποβάλλοντας με αυτή την καθής η ανακοπή ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα Πειραιώς και κατατάσσοντας το ανακόπτον ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στο αντίστοιχο ποσό, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα.
Ο αρχικός πίνακας είχε μεταρρυθμιστεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, με τις υπ'αριθμ. 4373/2003 και 4441/2003 αποφάσεις του, μετά από παραδοχή ανακοπών του άρθρου 979 παρ.2 ΚΠολΔ, του Ελληνικού Δημοσίου και της Τράπεζας Πειραιώς, αντίστοιχα, στρεφομένων αμφοτέρων κατά των ιδίων καταταγέντων δανειστών, οι οποίες δεν συνεκδικάστηκαν με συνέπεια να εκδοθούν οι ανωτέρω αντίθετες μεταξύ τους αποφάσεις, καθόσον, στο ίδιο ποσό, μετά την αποβολή των ιδίων καταταγέντων δανειστών, κατατάχθηκαν και οι δύο ανακόπτοντες, το Ελληνικό Δημόσιο και η Τράπεζα Πειραιώς.
Η αντίφαση αυτή, που προκύπτει από τις ως άνω αντίθετες αποφάσεις, θεραπεύεται με την άσκηση τριτανακοπής εκ μέρους οποιουδήποτε από τους ως άνω δύο καταταγέντες δανειστές, δηλαδή είτε από την Τράπεζα Πειραιώς είτε από το Ελληνικό Δημόσιο, οπότε το δικαστήριο της τριτανακοπής θα συγκρίνει τις απαιτήσεις των δύο ως άνω δανειστών και θα κατατάξει στη θέση του (ενός) αποβληθέντος τον έχοντα προνόμιο έτερο ως άνω δανειστή, χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, μετά τη σύνταξη του (αρχικού) πίνακα απεκδύθηκε κάθε περαιτέρω εξουσίας και δεν ηδύνατο κατά νόμο να τον μεταρρυθμίσει αυτοβούλως με την ένδικη τροποποιητική πράξη του πίνακα κατάταξης δανειστών, υπολαμβάνοντας εσφαλμένως ότι με την ένδικη πράξη του θα συντονίζονταν μεταξύ τους οι αντίθετες διατάξεις των άνω αποφάσεων.
Έτσι, με την ως άνω κρίση του, το Εφετείο εσφαλμένως εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 974 ΚΠολΔ και επομένως, ο πρώτος, κατ' εκτίμηση, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αρ. 19 του αυτού άρθρου) λόγος της αιτήσεως, με τον οποίον η αναιρεσείουσα προβάλλει την περί τούτου αιτίαση, είναι βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' & β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ.Α.Π. 42/2005, Ολ.Α.Π. 41/2002, Ολ.Α.Π. 25/2001, Α.Π. 836/2019).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, που σύμφωνα με τα παραπάνω, κρίνεται ότι η από 2-3-2006 ανακοπή του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου είναι αβάσιμη, όπως απεφάνθη σε πρώτο βαθμό και το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, τέτοιο δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το Μονομελές εφετείο Πειραιά δικάζον την έφεση του αναιρεσιβλήτου, μετά την κατά τα άνω αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεσμευόμενο ως προς το νομικό ζήτημα που λύθηκε, δεν υφίσταται, καθότι το μόνο που απομένει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είναι η κατ' ουσίαν απόρριψη της έφεσης.
Επομένως, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν Τμήμα η υπόθεση, να απορριφθεί η από 20-7-2011 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ.854/2011) έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατ' ουσίαν και να καταδικαστεί το ηττηθέν εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, καθώς και να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 4, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου του αναιρεσείουσας για την αναιρετική δίκη, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ Ν.
ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 43/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 20-7-2011 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ.854/2011) εφέσεως του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ.4531/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Απορρίπτει την άνω έφεση κατ'ουσίαν. Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας της προκειμένης δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ