Legislator Case Law & Legislation
588/2021 AI generated

Greek Supreme Court dismisses appeal due to insufficient and contradictory reasoning in the lower court's decision.

Case Number 588/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against a regional court ruling regarding land ownership disputes. The State argued the lower court failed to properly address the administrative expulsion protocol's legal consequences for the plaintiffs. The court rejected this claim because the lower court's reasoning was vague, lacked necessary legal citations, and contained internal contradictions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on insufficient or contradictory reasoning is inadmissible if the lower court's decision lacks clear factual premises or fails to cite the substantive law violated.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning contradictory reasoning appeal admissibility substantive law violation civil procedure code land ownership dispute administrative expulsion

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 588 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 588/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Γ. του Τ., κατοίκου ..., 2) Α. Γ. του Τ., κατοίκου ..., 3) Ν. Ι. συζ. Μ. Ζ., το γένος Τ. Γ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αχιλλέα Τσιχτή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Ι. Γ. του Χ., 5) Μ. Γ. του Χ., κατοίκων …, ο οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-1998 αγωγή και την από 7-3-1999 ανακοίνωση σε δίκη των τριών πρώτων ήδη αναιρεσιβλήτων προς το ήδη αναιρεσείον, το οποίο ακολούθως άσκησε την από 15-9-1999 κύρια παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2000 μη οριστική, 85/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 41/2012 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-2-2015 αίτησή του.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη ανέγνωσε την από 18-11-2020 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 10682Δ/11-5-2020 και 10683Δ/11-5-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Άρτας Α. Τ., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει την συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων Ι. Γ. και Μ. Γ.. Ωστόσο, οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 558 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων των διαδίκων έναντι των οποίων ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης δηλαδή κατ" εκείνων έναντι των οποίων ηττήθηκε, αν δε οι προτεινόμενοι λόγοι αναίρεσης δεν αφορούν κάποιο διάδικο, η σχετική αίτηση είναι απαράδεκτη ως προς αυτόν. Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τετάρτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων Ι. Γ. και Μ. Γ., οι οποίοι ηττήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού απορρίφθηκε και η δική τους έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, οι δε προτεινόμενοι από το αναιρεσείον λόγοι αναίρεσης δεν αφορούν και τους διαδίκους αυτούς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ελλείψει έννομου συμφέροντος του αναιρεσείοντος στην άσκηση της.

Με την κρινόμενη από 9-2-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 41/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που απέρριψε την έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 85/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, με την οποία είχε γίνει δεκτή διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε απορριφθεί η κυρία παρέμβαση του αναιρεσείοντος. Η αίτηση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 (όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔικ).

Κατά το άρθρο 1072 ΑΚ, "η κοίτη ποταμού μη πλευσίμου που εγκαταλείφθηκε,, ανήκει στους κυρίους των παραποταμίων κτημάτων". Το αμέσως προηγούμενο άρθρο 1071 ΑΚ ρυθμίζει πως γίνεται η κατανομή νησιού που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο στους κυρίους παραποτάμιων κτημάτων, ορίζοντας ότι " το νησί που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο ανήκει στους κυρίους των παραποταμίων κτημάτων.

Σε καθένα από αυτούς ανήκει το τμήμα που περιλαμβάνεται μεταξύ νοητής γραμμής κατά μήκος και στη μέση του ποταμού και γραμμών που σύρονται κάθετα προς αυτήν και στην άκρη της πλευράς κάθε κτήματος". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι ιδιοκτήτες παραποτάμιων κτημάτων γίνονται κύριοι του εδάφους της κοίτης μη πλευσίμου ποταμού που εγκαταλείφθηκε οριστικά, είτε από φυσικά αίτια είτε, προ του Ν. 116/1975, ο οποίος με το άρθρο 1 αυτού τροποποίησε σιωπηρώς το 1072 ΑΚ, από τεχνικά έργα του Δημοσίου (Ολ ΑΠ 46/1990).

Περαιτέρω από την προπαρατιθέμενη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1072 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 966, 967 και 968 του ίδιου κώδικα, σαφώς συνάγεται ότι ο μη πλεύσιμος ποταμός που ρέει με ελεύθερη και αέναη ροή και το καταλαμβανόμενο από την κοίτη του έδαφος, είναι κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγματα, που ανήκουν στο Δημόσιο, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά και ότι προϋπόθεση εφαρμογής της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 1072 ΑΚ είναι η ύπαρξη παραποτάμιου κτήματος ή κτημάτων τα οποία βρίσκονται σε επαφή με τον ποταμό, του οποίου η κοίτη εγκαταλείφθηκε.

Ως "εγκατάλειψη της κοίτης του ποταμού, κατά την αληθή έννοια του ανωτέρω άρθρου 1072 ΑΚ, νοείται η πλήρης και ολοκληρωτική εγκατάλειψη της κοίτης αυτού, με το σχηματισμό νέας κοίτης, η οποία αποτελεί φυσικό φαινόμενο με προοπτική σταθερότητας και διάρκειας, και όχι η μερική εγκατάλειψη ή ορθότερα ο περιορισμός της κοίτης του ποταμού, που συχνά δεν έχει διάρκεια.

Συνεπώς αν η κοίτη μη πλεύσιμου ποταμού, η οποία ανήκει στο Δημόσιο, περιορίστηκε κατά τρόπο, ώστε μεταξύ της ιδιοκτησίας τρίτου και της περιορισθείσης κοίτης του ποταμού να παρεμβάλλεται έκταση, αυτή εξακολουθεί να ανήκει στο Δημόσιο και δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 1072 παρ. 1 ΑΚ (Ολ ΑΠ 24/2001). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 116/1975, ισχύοντος από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α" 172/20-8-1975, άρθρο 2 αυτού), ορίζεται ότι:

Ή εν ποταμώ μη πλευσίμω συνεπεία εκτελέσεως τεχνικών έργων αναφανείσα νήσος ή εγκαταλειφθείσα κοίτη ποταμού μη πλευσίμου ανήκουν εις το Δημόσιον". Η τελευταία αυτή διάταξη, περιλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις εγκατάλειψης της κοίτης μη πλευσίμου ποταμού εξαιτίας της εκτέλεσης τεχνικών έργων, η οποία οπωσδήποτε έλαβε χώρα μετά την έναρξη της ισχύος του αμέσως πιο πάνω νόμου, δηλαδή μετά τις 20-8-1975 (ΑΠ 1430/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ' αυτό από τους διαδίκους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ1 ανέλεγκτη κρίση, ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Μ.

Γ. του Π. είχε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του ένα πορτοκαλεώνα, εκτάσεως 38 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." και ήδη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου … πλησίον της ... που συνορεύει ολόγυρα και εν όλω με πορτοκαλεώνες Ε. Π., Κ. Τ., ιδιοκτησίες Γ., Β., Ε. και Χ. Γ. και Ε. Π., ιδιοκτησία Α.

Γ., με ιδιοκτησία Μ. Μ. (ήδη κληρονόμων Ά. χας Μ. Μ.) και με κοίτη ποταμού .... Η κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου είχε περιέλθει στο Μ. Γ. με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το ισχύον τότε Βυζαντινορωμαικό Δίκαιο, αφού το κατείχε και το νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 30 ετών και συγκεκριμένα από το έτος 1881 έως το χρόνο του θανάτου του στις 12-4-1921, ασκώντας επ' αυτού όλες τις διακατοχικές πράξεις που άρμοζαν στη φύση και στον προορισμό του, δηλαδή το είχε περιφράξει και προέβαινε στη συστηματική καλλιέργεια σε αυτό εσπεριδοειδών και στη συγκομιδή των καρπών τους, τους οποίους μεταπωλούσε, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν.

Ο Μ. Γ. κατά το χρόνο του θανάτου του, κατέλειπε την υπ' αριθμ. …/…-4-1921 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αρτας Ηλία Καφεντζή, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 9/28-4-1921 πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης του Πρωτοδικείου Άρτας. Με τη διαθήκη του αυτή, κατέλειπε τον ανωτέρω κατά ψιλή κυριότητα πορτοκαλεώνα στον υιό του και πατέρα των εναγόντων, Τ.

Γ., απαγορεύοντας, όμως, ρητά την απαλλοτρίωση αυτού και τη μεταβίβασή του σε τρίτο, ώστε μελλοντικά να περιέλθει στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του ανωτέρω κληρονόμου του, συστήνοντας κατά τον τρόπο αυτόν οικογενειακό καταπίστευμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1929 Α.Κ. και 95 ΕισΝ.Α.Κ. Την επικαρπία δε του ανωτέρω ακινήτου, ο διαθέτης, κατέλειπε στη σύζυγο του, Β.

Γ., η οποία απεβίωσε στις 28-3-1959, αποσβεσθείσας έτσι της επικαρπίας αυτής. Ο Τ. Γ., αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα του, αναμείχθηκε στην παραπάνω κληρονομιά, παρέλαβε στη νομή και κατοχή του τον πορτοκαλεώνα και τον εκμεταλλεύονταν αδιάκοπα και ανενόχλητα με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946), μετέπειτα δε με διάνοια κυρίου, μέχρι του θανάτου του που επισυνέβη στις 20-10-1994, συνεχίζοντας όπως και ο δικαιοπάροχος του, να ασκεί επ' αυτού όλες τις διακατοχικές πράξεις που άρμοζαν στη φύση και στον προορισμό του, δηλαδή να συντηρεί την περίφραξή του, να τον επιτηρεί, να καλλιεργεί τα εσπεριδοειδή και να πωλεί τους καρπούς τους.

Ο τελευταίος συνέταξε την από 10-6-1978 μυστική διαθήκη του, η οποία είχε κατατεθεί στο Συμβολαιογράφο Άρτας Θωμά Γόγαλη και δημοσιεύθηκε νομίμως με το υπ' αριθμ. …/…-11-1994 πρακτικό δημοσιεύσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, δυνάμει της οποίας κατέλιπε : α) στα τρία τέκνα του και ήδη ενάγοντες, κατά ποσοστό 1/3 στον καθένα, ένα περιβόλι εσπεριδοειδών εκτάσεως 30 στρεμμάτων στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρεις του Δήμου …, β) σε καθέναν από τους δύο πρώτους ενάγοντες τα 270/960 εξ αδιαιρέτου μερίδια της κείμενης στην …, επί της οδού ..., οικίας του, ενώ στην τρίτη ενάγουσα τα 150/960 εξ αδιαιρέτου μερίδια του ιδίου ακινήτου και 3) στους τρεις ενάγοντες, κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρία, κάθε λοιπή κινητή και ακίνητη περιουσία του.

Δυνάμει της υπ' αριθμ. …/…-8-1995 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμ/φου Άρτας Θωμά Γόγαλη, η οποία έχει μεταγραφεί στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Άρτας στον τόμο … και με α.α. … , οι ενάγοντες αποδέχθηκαν ρητά το ως άνω κληρονομικό καταπίστευμα που συνέστησε υπέρ αυτών ο παππούς τους, Μ.

Γ., αφού οι ίδιοι ήταν οι μόνοι εν ζωή κληρονόμοι του βεβαρημένου με το καταπίστευμα Τ. Γ., και κατέστησαν συγκύριοι του περιλαμβανόμενου σε αυτό ακινήτου, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Από το χρόνο δε του θανάτου του πατέρα τους παρέλαβαν οι ίδιοι το ακίνητο αυτό και άρχισαν να το εκμεταλλεύονται σύμφωνα με τον ανωτέρω προορισμό του.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι εξαιτίας των ισχυρών βροχοπτώσεων που σημειώθηκαν στην περιοχή της Άρτας, τα νερά του μη πλεύσιμου ποταμού ... τα οποία έτρεχαν ορμητικά, άρχισαν με την πρόοδο του χρόνου, αφήνοντας τη μέχρι τότε παλιά κοίτη του, να εκτρέπονται δυτικότερα και αυτοδυνάμως σχηματίσθηκε μέχρι το έτος 1970, περίπου νέα κοίτη:

Συνεπεία της ανωτέρω εκτροπής, που είχαν σχέση σε φυσικά αίτια και όχι σε ανθρώπινες ενέργειες, τμήματα του εδάφους της κοίτης που εγκαταλείφθηκε, προστέθηκαν στις ήδη υφιστάμενες σε επαφή παραποτάμιες ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων και η προαναφερόμενη ιδιοκτησία του πατέρα των εναγόντων, στην οποία συγκεκριμένα προστέθηκε μία εδαφική λωρίδα εμβαδού 1.367,40 τ.μ..

Η τελευταία περιλαμβάνεται μεταξύ της νοητής γραμμής που διέρχεται κατά μήκος και στο μέσον του ποταμού και των καθέτων προς αυτήν αγομένων γραμμών από των άκρων της πλευράς του βορείως ευρισκομένου ως άνω πορτοκαλεώνα, και συνορεύει, ανατολικά και σε πλευρά μήκους 12,01μ. με εγκαταλειφθείσα συνεχόμενη κοίτη του ποταμού ...

και με ιδιοκτησία Π. Ε. σε πλευρά μήκους 11,58 μ., δυτικά και σε πλευρά μήκους 13,91 μ. με ιδιοκτησία Θ. Γ., βόρεια και σε πλευρά επί τεθλασμένης γραμμής μήκους 99,40 μ. με πορτοκαλεώνα ιδιοκτησίας Γ. και νότια, σε πλευρά επί ευθείας γραμμής μήκους 99,14 μ, με δρόμο επί εγκαταλειφθείσας κοίτης του ποταμού .... Το εδαφικό αυτό τμήμα περιήλθε στην κυριότητα του Τ.

Γ., με πρωτότυπο τρόπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1071 και 1072 ΑΚ, αφού αυτός ήταν κατά το χρόνο εκείνο (1970) κύριος του παρόχθιου πορτοκαλεώνα, έστω και βεβαρημένος με το καταπίστευμα. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο βεβαρημένος με καταπίστευμα κληρονόμος από της επαγωγής του καταπιστεύματος έχει βασικά την θέση την οποία θα είχε αν δεν υπήρχε το καταπίστευμα, δηλαδή του κληρονόμου του αποβιώσαντος διαθέτη και ως τέτοιος καθίσταται πλήρης κύριος των κληρονομιαίων ακινήτων, με τη διαφορά ότι η κυριότητά του αυτή είναι μετακλητή και παύει να υπάρχει συγχρόνως με την επαγωγή του καταπιστεύματος στον καταπιστευματοδόχο.

Μετά δε το θάνατο του Τ. Γ. η κυριότητα του ανωτέρω εδαφικού τμήματος περιήλθε στους ενάγοντες, σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ως κληρονόμων του, δυνάμει της ως άνω αναφερόμενης από 10-6-1978 μυστικής διαθήκης του, στην οποία όριζε ότι τους κατέλιπε κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρία, κάθε λοιπή κινητή και ακίνητη περιουσία του, ενώ αυτοί αποδέχθηκαν ρητά την κληρονομιά αυτή, δυνάμει της υπ' αριθμ.

…/…-11-1998 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμ/φου Άρτας Θωμά Γόγαλη, η οποία έχει μεταγραφεί στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Άριας στον τόμο … και με α.α. …. Η παραδοχή των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών στηρίζεται στις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως Μ. Ζ., συζύγου της τρίτης ενάγουσας, και Χ.

Ζ., οι οποίες περιλαμβάνονται στην προαναφερόμενη εισηγητική έκθεση του Δικαστηρίου τούτου και οι οποίοι κατέθεσαν, αφενός μεν ότι, ο παππούς των εναγόντων αρχικά και ο πατέρας τους κατόπιν, ήταν κύριοι ενός παραποτάμιου πορτοκαλεώνα, τον οποίο νέμονταν και κατείχαν ανενόχλητα για χρονικό διάστημα, που έφθανε τα εκατό έτη, ασκώντας επ' αυτού όλες διακατοχικές πράξεις που άρμοζαν στη φύση και στον προορισμό του, αφετέρου δε ότι η επίδικη εδαφική έκταση δημιουργήθηκε περί το έτος 1970 και αποτελεί τμήμα της οριστικώς εγκαταλειφθείσας, από φυσικά αίτια, κοίτης του ποταμού ....

Αυτή ήταν η κατάσταση της προσαρτηθείσας στην ιδιοκτησία Γ. ως άνω εδαφικής λωρίδας μέχρι το έτος 1980 περίπου, οπότε ο Χ. Γ., παράνομα και αυθαίρετα, κατέλαβε αυτήν, την ισοπέδωσε και κατόπιν την περιέφραξε με φράκτη από σιδηρένιους πασσάλους και συρματόπλεγμα, αποβάλλοντας το δικαιοπάροχο των εναγόντων από τη νομή της.

Για την πράξη του αυτή της αυτογνωμόνως καταλήψεως δημοσίου κτήματος που βρισκόταν στην αναμφισβήτητη κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 23 Α.Ν. 1539/38 ως αντίκ. με άρθρο 2 § 1 ΑΝ. 236/68), ο τελευταίος καταδικάσθηκε με την αριθμό 1311/16-12-1996 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας σε ποινή φυλακίσεως 15 ημερών με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας.

Μάλιστα ο τελευταίος με δήλωση που καταγράφηκε στα οικεία πρακτικά δήλωσε ότι παραιτείται της εκτάσεως αυτής. Μετά δε το θάνατο του ανωτέρω στις 21 -5-1996, τα δύο τέκνα του και ήδη εναγόμενοι, Ι. και Μ. Γ., κατέλαβαν από κοινού την επίδικη εδαφική λωρίδα και εξακολουθούν να την κατέχουν και να τη νέμονται παρά τη θέληση των εναγόντων.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, ότι το επίδικο είναι τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, που αποτελούσε άλλοτε την κοίτη του ποταμού ..., δημιουργήθηκε εξαιτίας αντιπλημμυρικών έργων που εκτελέσθηκαν στην περιοχή κατά το παρελθόν και ότι περιήλθε στην κυριότητά του ως παραποτάμιου ιδιοκτήτη, ορθά απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο προέβη στην κατασκευή αντιπλημμυρικών έργων κατά τα έτη 1938-1939 και ότι εξαιτίας αυτών δημιουργήθηκε η επίδικη έκταση, αφού ο μεν πρώτος μάρτυρας που εξετάσθηκε με την επιμέλειά του (Ελληνικού Δημοσίου), Β. Τ., καταθέτοντας ανέφερε ότι εκτελέσθηκαν τέτοιου είδους έργα αλλά η δημιουργία της έκτασης αυτής δεν είναι συνέπεια τούτων, η δε δεύτερη μάρτυρας Ε.

Μ., δεν κατέθεσε κάτι σχετικό. Ομοίως, ορθά απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος, από την εκκαλουμένη ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου ότι το ίδιο ήταν αναγκαστικά παραποτάμιος ιδιοκτήτης, καθόσον στην περιοχή δεν υπήρχε άλλη ιδιωτική έκταση, αφού, όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, η παραποτάμια έκταση ανήκε στην ιδιοκτησία των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, ενώ το γεγονός ότι ο ...

αποτελούσε κατά το παρελθόν το διαχωριστικό όριο της Ελληνικής Επικράτειας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν αρκεί από μόνο του, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από το κυρίως παρεμβαίνον, για να το καταστήσει κύριο και της παραποτάμιας ζώνης. Τέλος, ορθά απορρίφθηκε με την ίδια απόφαση, ως ουσιαστικά αβάσιμος ο επικουρικά προβληθείς ισχυρισμός του κυρίου παρεμβαίνοντος, ότι δηλαδή η επίδικη εδαφική λωρίδα δημιουργήθηκε λόγω των τεχνικών έργων του υδροηλεκτρικού, φράγματος ...

που κατασκευάσθηκαν κατά το παρελθόν και συνεχίσθηκαν και μετά την 2-8-1975 (χρόνος έναρξης της ισχύος του ν.116/1975). Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε από την κατάθεση της δεύτερης μάρτυρος Ε. Μ. του παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα κυρίως έργα για την κατασκευή του φράγματος ... άρχισαν το έτος 1976 ενώ η ολοκλήρωση του έργου έγινε το 1981.

Συνεπώς, η δημιουργία της επίδικης έκτασης ήταν αδύνατο να έγινε χρονικά πριν το έτος 1975. Ο όψιμος ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου, ότι μέχρι το έτος 1974 δεν είχε δημιουργηθεί ακόμη το επίδικο εδαφικό τμήμα αλλά στη θέση του βρίσκονταν η κοίτη του ποταμού, τον οποίο (ισχυρισμό) υποστήριξαν στις καταθέσεις τους και οι δύο μάρτυρες που εξετάσθηκαν με την επιμέλειά του, διαψεύδεται από την αεροφωτογραφία της επίδικης περιοχής του έτους 1960, που το ίδιο το κυρίως παρεμβαίνον προσκομίζει και στην οποία απεικονίζεται ξεκάθαρα το επίδικο ακίνητο σε αρκετή απόσταση μάλιστα από την κοίτη του ποταμού.

Συντρέχουν επομένως στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη, οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1072 Α.Κ, αφού σύμφωνα με τα παραπάνω αναφερόμενα, υπήρξε στο συγκεκριμένο σημείο παρόχθιος ιδιοκτήτης, οπότε το επίδικο ακίνητο ως μέρος της εγκαταλειφθείσας κοίτης του πιο πάνω ποταμού, ανήκει στην κυριότητα των εναγόντων -εφεσιβλήτων, ως κληρονόμων του κυρίου της κοίτης του ένα λόγω ποταμού, κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη .

Πρέπει να σημειωθεί, ότι η έκδοση του με αριθ πρωτ. …/…-5-1986 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Οικονομικού Εφόρου Άρτας, με το οποίο ο πατέρας των Ι. και Μ. Γ., Χ. Γ. αποβλήθηκε από δημόσια έκταση εμβαδού 880 τ.μ. δεν έχει έννομη συνέπεια ως προς τους ενάγοντες - εφεσίβλητους, αφού δεν προκύπτει γνώση των τελευταίων ως προς την δικαστική διένεξη που υπήρχε μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του καθ' ου η ανακοπή Χ.

Γ. πατέρα των εναγομένων-εκκαλούντων".? Στη συνέχεια το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του ηττηθέντος πρωτοδίκως, κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου (όπως και την έφεση των εναγομένων Ι. Γ. και Μ. Γ.). Με αυτά που δέχθηκε και έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1072 εδ.

α ΑΚ σε συνδυασμό με τα αρθρ. 966, 967, 968 ΑΚ, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νομική σκέψη και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού.

Ο δεύτερος επομένως λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αρ. 1 του αρθ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί κυριότητάς του στην επίδικη έκταση, ως κοινόχρηστης, διότι αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης της κοίτης του μη πλεύσιμου ποταμού ...

που εγκαταλείφθηκε οριστικά εξαιτίας της εκτέλεσης εκ μέρους του τεχνικών αντιπλημμυρικών έργων κατά τα έτη 1938-1939, με αποτέλεσμα να περιέλθει στην κυριότητά του κατά τις διατάξεις του ν. 116/1975 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη κλπ), από δε την ειδική αναφορά της αποφάσεως σε κάποιο από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη.

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος ως προς την ιδιότητα του ακινήτου ως δημοσίου ή ιδιωτικού κτήματος, δεν έλαβε υπόψη και τα ακόλουθα νομίμως προσκομισθέντα από το αναιρεσείον δημόσια έγγραφα, από τα οποία προέκυπτε η αναμφισβήτητη κυριότητά του στην επίδικη έκταση και ότι, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη α) την από 27-5-1986 έκθεση αυτοψίας καταληφθείσας δημόσιας έκτασης του υπαλλήλου της οικονομικής εφορίας Άρτας Χ.

Μ. και το αντίστοιχο με αρ. πρωτ. …/…-5-1986 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του οικονομικού εφόρου Άρτας, β) την από 6-10-1986 αίτηση και την από 6-10-1986 δήλωση του άρθρου 1 Ν.Δ 105/1969 του Χ. Γ. προς την οικονομική εφορία Άρτας, γ) την υπ' αριθμ.1311/1986 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας, δ) την υπ' αριθμ. πρωτ.

…/…-5-1988 αίτηση του Τ. Γ. προς τον τότε οικονομικό έφορο Άρτας, ε) το από έτους 1974 τοπογραφικό του Υπουργείου Οικονομικών, στ) το από έτους 1985 τοπογραφικό του Δήμου Αρταίων για την επέκταση του σχεδίου πόλεως και ζ) το απόσπασμα από το Γενικό Βιβλίο Καταγραφής στο οποίο καταγράφηκε την 30-12-1986 ως δημόσιο κτήμα η μείζονα έκταση, ενώ επιπλέον δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων του Ελληνικού Δημοσίου Β.

Τ. και Ε. Μ.. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και, ιδιαίτερα, από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και οι καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που περιέχονται στην με αριθμό 15/2005 εισηγητική έκθεση, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της, όπου γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στα υπό στοιχ.

α' (πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και γ' (υπ' αριθμ. 1311/1986 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας) έγγραφα (φύλ. 6ο και 7ο), καθώς και στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος (φύλλο 7°) δεν γεννιέται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη, ως προς το παραπάνω ζήτημα, του αποδεικτικού του πορίσματος.

Οι αιτιάσεις του ερευνώμενου λόγου ότι στην πλειοψηφία τους τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα δεν μνημονεύονται ούτε ονομαστικά στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι απαράδεκτες, αφού, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τούτο δεν επιβάλλεται από καμία διάταξη νόμου, ενώ προσέτι απαράδεκτες είναι και οι αιτιάσεις κατά τις οποίες από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, καθόσον αυτές πλήττουν την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ως προς την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.? Κατά το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Για να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει η αντίφαση ανάμεσα στις διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης να εντοπίζεται στο διατακτικό, ώστε να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και, κατ' επέκταση, να είναι αδύνατη η εκτέλεση της. (ΑΠ 1297/2007) Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, υποστηρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναφερόμενη στο άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα, ότι δέχτηκε αντιφατικά στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι ο Χ.

Γ. καταδικάστηκε με την 1311/16-12-1996 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας σε φυλάκιση 15 ημερών "για την πράξη της αυτογνωμόνως κατάληψης δημοσίου κτήματος (τμήματος της επίδικης έκτασης) που βρισκόταν στην αναμφισβήτητη κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 23 Α,Ν 1539/38 ως αντικ. με άρθρο 2 παρ. 1 Α.Ν 236/68)", δηλαδή, ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η επίδικη έκταση αποτελεί δημόσιο κτήμα, στη συνέχεια απέρριψε, ως αβάσιμο, τον ισχυρισμό του περί αποκλειστικής κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί της επίδικης έκτασης και συγκεκριμένα "ο ισχυρισμός του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, ότι το επίδικο είναι τμήμα μεγαλύτερης έκτασης...

και ότι περιήλθε στην κυριότητα του ως παραποτάμιου ιδιοκτήτη, ορθά απορρίφθηκε, με την εκκαλουμένη απόφαση ως ουσιαστικά αβάσιμος" και δέχθηκε πως η παραποτάμια έκταση ανήκε στην ιδιοκτησία των 1ου, 2ου και 3ης των αντιδίκων και των δικαιοπαρόχων τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αναφερόμενη αντίφαση δεν εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης, ούτε επέρχονται από αυτήν οι ανωτέρω αναφερόμενες συνέπειες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 32/1996). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιό δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 1199/2018, 69/2016).

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί διαλαμβάνει ανεπαρκή, αλλά και αντιφατική αιτιολογία για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα σύμφωνα με το λόγο αυτό, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, ενώ δέχεται ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύουν αναμφισβήτητα την αποκλειστική κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί της επίδικης έκτασης, όπως η καταδίκη σε φυλάκιση του Χ.

Γ., για την πράξη της κατάληψης δημοσίου κτήματος, καθώς και η έκδοση του …/…-5-1986 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής από τμήμα της επίδικης έκτασης, σε βάρος του προαναφερόμενου προσώπου, για τον ίδιο λόγο, εν τούτοις, δέχθηκε ότι η ύπαρξη του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής δεν έχει έννομη συνέπεια για τους τρεις πρώτους των αναιρεσιβλήτων, διότι "δεν προκύπτει γνώση των τελευταίων ως προς τη δικαστική διένεξη που υπήρχε μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Χ.

Γ.". Ο λόγος αυτός, όμως, είναι, προεχόντως, αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος, επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτόν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ενώ διαλαμβάνονται αποσπασματικές και μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ενόψει τούτων και, εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-2-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 41/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ