Supreme Court dismisses appeal on evidence weight grounds as law allows free judicial evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the municipal water company against a lower court judgment awarding fees to a civil engineer. The engineer argued that the court improperly reduced the evidentiary weight of sworn testimonies and certificates, claiming a violation of statutory rules on evidence. The court rejected this claim, ruling that the specific procedure for fee disputes allows judges to freely evaluate evidence rather than being bound by fixed statutory weights. Consequently, the appeal was found inadmissible, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the engineer.
Legislator headnote
AI generatedΚώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 340; άρθρο 559 παρ. 12: In fee dispute proceedings, the court's free evaluation of evidence does not constitute a violation of law when no specific statutory weight is assigned to the evidence in question.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 586 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 586/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης & Αποχέτευσης Εορδαίας (Δ.Ε.Υ.Α.Ε.), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιορδάνη Καλαφάτη, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 2)Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΕΟΡΔΑΙΑΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 3)υπό εκκαθάριση Αναπτυξιακής Δημοτικής Επιχείρησης Πτολεμαΐδας με την επωνυμία "ΑΝΔΕΠ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Κεφαλίδου, που κατέθεσε προτάσεις, οι 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Λιάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2013 αγωγή του ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 156/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης, 402/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείο Κοζάνη και 99/2018 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση με την από 10/6/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η αυτοπροσώπως παρασταθείσα πληρεξούσια του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10-6-2019 και με αριθ. κατάθεσης ΑΝΡ12/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών εξ αμοιβών εργασίας υπ' αριθ. 99/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Η αναίρεση ασκείται εμπροθέσμως μη επικαλουμένης από τους διαδίκους ούτε προκυπτούσης από το φάκελο της δικογραφίας επιδόσεως της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 552, 564 § 3).
Ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος τοπογράφος μηχανικός, με την από 10-4-2013 αγωγή του κατά των λοιπών στην αναιρετική δίκη διαδίκων, επικαλούμενος προφορική ανάθεση από τον δήμαρχο Πτολεμαΐδας της σύνταξης μελετών για το δίκτυο ύδρευσης Πτολεμαΐδας, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν την αμοιβή του, ως ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο, κύρια από τη σύμβαση και επικουρικά με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης, με την υπ' αρ. 402/2017 οριστική του απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατ' ουσίαν ως προς την επικουρική της βάση κατά του τρίτου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου ΟΤΑ Δήμου Εορδαίας και απέρριψε αυτή ως προς τους λοιπούς εναγόμενους. Κατά της απόφασης αυτής ο μεν ενάγων Δ. Μ. άσκησε την υπ' αρ. 47/16-11-2017 έφεση κατά των τριών εναγομένων, ο δε ΟΤΑ Δήμος Εορδαίας την υπ' αρ. 46/15-11-2017 έφεση κατά του Δ. Μ. και της ΔΕΥΑ Εορδαίας. Το Μονομελές Εφετείο Κοζάνης με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τις εφέσεις αυτές και ως ουσιαστικά βάσιμες, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατ' ουσίαν ως προς την επικουρική της βάση (του αδικαιολόγητου πλουτισμού) κατά της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ΔΕΥΑ Εορδαίας και απέρριψε αυτή ως προς τους λοιπούς εναγόμενους.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικητή αντιδίκου του αναιρεσείοντος, όχι δε και κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος, ως προς τον οποίον είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέλαβε διάταξη υπέρ αυτού που βλάπτει τον αναιρεσείοντα (ΟλομΑΠ 24/1997, ΟλομΑΠ 15, 16/1996, ΑΠ 465/2019).
Επομένως, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η αίτηση αναίρεσης του ενός από αυτούς δεν μπορεί να απευθύνεται κατά του ομοδίκου του, έστω και αν στην έφεση εμφανίζονται ως αντίδικοι, εκτός αν η απόφαση περιλαμβάνει δυσμενή διάταξη ή αιτιολογία κατ' αυτού και υπέρ του αναιρεσιβλήτου (ΑΠ 650/2019, ΑΠ 53/2019, ΑΠ 157/2018).
Επομένως, η υπό κρίση αναίρεση κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου ΟΤΑ Δήμου Εορδαίας και της τρίτης αναιρεσίβλητης ΑΝΔΕ Πτολεμαΐδας, απλών ομοδίκων της ήδη αναιρεσείουσας στην ένδικη αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου κατ' αυτής, τους οποίους δεν αφορούν οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ανάγονται στην έλλειψη ευθύνης της ίδιας (ΔΕΥΑΕ) προς αποζημίωση του ενάγοντος -πρώτου αναιρεσιβλήτου και στην απόρριψη της αγωγής αυτού εναντίον της, αδιαφόρως (ως προς την ίδια, κατ' άμεσο έννομο συμφέρον) της ευθύνης των λοιπών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Η αναιρεσείουσα ως ηττηθείσα πρέπει να καταδικαστεί και στην αιτούμενη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων αυτών, που κατέθεσαν κοινές προτάσεις, σύμφωνα με το διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2).
Κατά τα λοιπά (μεταξύ της αναιρεσείουσας και του πρώτου αναιρεσίβλητου), η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 552, 553, 556 § 1, 558, 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 2, 566 § 1, 577 § 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ. 1 & 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως).
Διότι, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.
Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλομΑΠ 27/1998, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 259/2019). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 & 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο, πέμπτο και έκτο (ΟλομΑΠ 714/1973, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 255/2018, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 432/2016).λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο για τις από τους αρ. 1 § 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, συντελεσθείσες με την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 904 επ.
ΑΚ, που συνίστανται, αφενός, στην εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, που ανέλεγκτα δέχθηκε και, αφετέρου σε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του κριθέντος ζητήματος ότι η ΔΕΗΑΕ κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος -πρώτου αναιρεσίβλητου επί πλουτισμού που σώζεται.
Οι λόγοι αυτοί, είναι απαράδεκτοι, ως αόριστοι, αφού δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις, πλην της παράθεσης, σ' αυτό, περιορισμένων και κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, περικοπών της αγωγής και του κατά την εκδοχή της (αναιρεσείουσας) πραγματικού της μέρους. Ανεξαρτήτως, όμως, της αοριστίας τους, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και διότι τα περιστατικά, τα οποία διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή τους, δεν αποτελούν ζητήματα, αλλά αξιολόγηση των αποδείξεων, εκ μέρους της αναιρεσείουσας και επιχειρήματά της, ώστε με το πρόσχημα των επικαλουμένων πλημμελειών, να πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλομΑΠ 9/1997, ΑΠ 166/2016, ΑΠ 625/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί, που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 15/2020, ΑΠ 1462/2019). Ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 892/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη της ότι ο Δήμαρχος Πτολεμαΐδας συνάπτοντας την επίμαχη συμφωνία με τον ενάγοντα ενεργούσε ως εκπρόσωπος του Δήμου και όχι ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής (1ος λόγος), έλαβε υπόψη της τα περιστατικά που συνεπάγονταν την ακυρότητα της σύμβασης (έλλειψη έγγραφου τύπου) χωρίς να προταθούν (2ος λόγος) και δεν αξιολόγησε τον περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμό της, ότι δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος αυτής (4ος λόγος).
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, ως αόριστοι, διότι η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει στο αναιρετήριο τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς της, όπως τους προέβαλε, πρωτοδίκως και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε αναφέρει τον τρόπο προβολής τους, ώστε να μη μπορεί να κριθεί από αυτό (αναιρετήριο) αν αυτοί ήταν νόμιμοι και παραδεκτοί, και, εφόσον το δικαστήριο, στην προκειμένη περίπτωση, εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, δεν αναφέρει, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, τις κρίσιμες σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, υπό τις οποίες έγιναν οι επικαλούμενες παραβιάσεις.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στην παραβίαση των ορισμών του νόμου ως προς την δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα, στις περιπτώσεις που έχει κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ δικαίωμα προς τούτο, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται στην ειδική διαδικασία των άρθρων 677 επ. (διαφορών εξ αμοιβών), κατά την οποία εκδικάσθηκε και η κρινόμενη υπόθεση, στην οποία ισχύει ο γενικός κανόνας του ως άνω άρθρου 340 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, εκτός, βέβαια, από την δικαστική ομολογία και τα δημόσια έγγραφα αναφορικά με τα γενόμενα από τον συντάκτη του εγγράφου ή ενώπιόν του, αφού στ' αποδεικτικά αυτά μέσα ο νόμος προσδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη, ανεξάρτητα από τη διαδικασία εκδίκασης συγκεκριμένης διαφοράς (ΚΠολΔ 352 § 1, 438, βλ. και επιφύλαξη "εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος..." στο άρθ. 340 ΚΠολΔ) (ΑΠ 1485/2012, ΑΠ 893/2012).
Επομένως η από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση του έβδομου λόγου αναιρέσεως, κατά την οποία το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, μη αποδίδοντας μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα υπ' αρ. 156/2014 πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και στην 10800/2014 ένορκη βεβαίωση που λήφθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος -πρώτου αναιρεσίβλητου, προεχόντως είναι απαράδεκτη, αφού κανένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα δεν έχει ορισμένη από το νόμο αποδεικτική δύναμη, αλλά όλα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2019 και με αριθ. κατάθεσης ΑΝΡ12/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 99/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ