Legislator Case Law & Legislation
57/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on child support due to vague grounds and unreviewable factual assessment.

Case Number 57/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's child support order. The appellant argued the lower court ignored evidence of his high income and property, but the Court found these claims vague and focused on the unreviewable discretion of the trial judge regarding factual circumstances. Consequently, the appeal was dismissed entirely, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(g), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the non-consideration of evidence is inadmissible if the grounds are vague and merely challenge the trial court's unreviewable assessment of factual circumstances.

Keywords

AI generated
child support enforcement appeal admissibility factual assessment review evidence consideration legal costs award vague appeal grounds parental obligation

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(g) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 1, 2, 4 and 9 of Law 3226/2004
577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.
Article 8 of Law 3226/2004

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 57 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 57/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. - Γ. Ν. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρύσανθο Φράγκο, ο οποίος διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν.3226/2004 και την 162/2020 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ν. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Εδιρνέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/2/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20125/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/5/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 07-05-2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών γονέων και τέκνων υπ' αριθμ. 71/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την από 17-1-2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 20125/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 4-2-2016 αγωγή του αναιρεσείοντος περί επιδίκασης διατροφής σ' αυτόν από τον αναιρεσίβλητο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 798/2010).

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ` ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και

προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 424/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 393/2018, ΑΠ 58/2008).

Περαιτέρω ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 429/2019).

Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ΟλομΑΠ 469/1984, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 625, 701/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.

Επίσης, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 10/2008), καθώς και τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανέλεγκτα (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 1416/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 22/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το σχετικό σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα, που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με το ύψος του απαιτούμενου κατά μήνα ποσού για τη διατροφή του και να προσδιορίσει αυτό στο ποσό των 550,00 ευρώ, ενώ, εάν ελάμβανε υπόψη τα έγγραφα, θα κατέληγε στην κρίση ότι το απαιτούμενο κατά μήνα ποσό για τη διατροφή του ανερχόταν στο ποσό των 2.000 ευρώ.

Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν επικαλείται ο αναιρεσείων στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και δεν εξειδικεύει τα έγγραφα που φέρεται ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, ούτε γίνεται επίκληση του περιεχομένου τους και του παραδεκτού της προσαγωγής τους, ώστε από το περιεχόμενο αυτών να κριθεί αν αυτά ήταν ή όχι κρίσιμα για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό σκέλος του από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη των προσκομιζόμενων αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Ο ίδιος ως άνω λόγος, προβαλλόμενος ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ότι το ύψος των μηνιαίων αναγκών του για διατροφή ανέρχεται στο ποσό των 2.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να προσδιορίσει τις μηνιαίες ανάγκες του για διατροφή στο ποσό των 550,00 ευρώ, δεν ιδρύεται, διότι τα όσα αυτός επικαλείται για τη στοιχειοθέτηση των μηνιαίων αναγκών του για τη διατροφή του, συνιστούν αιτιάσεις, που, υπό το πρόσχημα της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττουν την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία πορίσματα δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω.

Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 19/2020).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθέμενων περιστατικών, η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση του εσφαλμένου καθορισμού ως συνυπολογιστέου στο ποσό των 550,00 ευρώ που έκρινε το Εφετείο ότι απαιτείται κατά μήνα για τη διατροφή του, του ποσού των 313,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στο Προνοιακό επίδομα που εισπράττει αυτός κατά μήνα λόγω της αναπηρίας του, γιατί η παροχή αυτή που καταβάλλεται σε άτομα με ειδικές ανάγκες, δεν αποτελεί εισόδημα και δεν συνυπολογίζεται.

Ο λόγος αυτός θα πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, γιατί δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όπως απαιτείται για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ λόγου αναίρεσης, κατά τα προεκτεθέντα. Και τούτο ανεξαρτήτως της σε κάθε περίπτωση αβασιμότητάς του, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 1493 ΑΚ για τον προσδιορισμό της διατροφής κατιόντος, το δικαστήριο πρέπει, αφού λάβει υπόψη του τις από τις συνθήκες ζωής του δικαιούχου, στις οποίες αναμφισβήτητα περιλαμβάνεται και η κατάσταση της υγείας του, προκύπτουσες ανάγκες αυτού, να δεχθεί αυτές όπως πραγματικά υφίστανται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και συνεπώς, εάν αυτές, κατά ένα μέρος τους καλύπτοντα από παροχή κάποιου τρίτου (εκτός του υποχρέου σε διατροφή) που από άλλη νομική αιτία υποχρεώνεται για την κάλυψη αυτή, πρέπει να συνυπολογίσει και την παροχή αυτή για τον προσδιορισμό της έκτασης των αναγκών του δικαιούχου (ΑΠ 1079/1986).

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Για να είναι όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015).

Επομένως, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης(ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 319/2017).

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτών των αναιρετικών λόγων, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή τους με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 81/2020). Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το σχετικό σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 άρθρου 559 KΠολΔ και ειδικότερα αποδίδεται στο Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του ύψους της δικαιούμενης κατά μήνα διατροφής του αναιρεσείοντος-ενάγοντος και της συνεισφοράς του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου πατέρα του σ' αυτήν κατά το ποσό των 150,00 ευρώ μηνιαίως, και εντεύθεν της αποδοχής εν μέρει της αγωγής του, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα αυτό.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό του έλεγχο. Τούτο δε διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, και σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκαν, ούτε διαλαμβάνονται με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, παρά μόνο αποσπάσματα αυτής, τα οποία επέλεξε, κατά το δοκούν, ο αναιρεσείων, αλλά με βάση αυτά και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς τους.

Επομένως, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

IV. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 118/2019, ΑΠ 1416/2018, ΑΠ 1057/2009).

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα αξιολόγησε και δεν εκτίμησε ορθά τις προσκομισθείσες αποδείξεις, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του προσδιορισμού του αναλόγου προς τις οικονομικές δυνατότητες (εισοδήματα και περιουσία) των γονέων του (εναγομένου-αναιρεσιβλήτου πατέρα του καθώς και της μητέρας του-υπόχρεης σε συνεισφορά),ποσοστού συμμετοχής εκάστου εξ' αυτών στη διατροφή του ενήλικου τέκνου τους (ενάγοντος-αναιρεσείοντος).

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την πληττόμενη απόφασή του, εσφαλμένα δεν δέχθηκε ότι τα εισοδήματα του εναγομένου ήσαν πολύ μεγαλύτερα από τα προσδιορισθέντα, καθώς και η αξία της ακίνητης περιουσίας του και ότι εσφαλμένα δέχθηκε αναφορικά με τη μητέρα του την ύπαρξη εισοδημάτων από εκμίσθωση ακινήτων ύψους 600,00 ευρώ μηνιαίως, καθώς και την ύπαρξη ακίνητης περιουσίας, η οποία όμως είναι σε κακή κατάσταση και μη εκμεταλλεύσιμη, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στη κρίση ότι ο εναγόμενος πατέρας του είναι σε θέση να καλύψει ποσό 150,00 ευρώ για τη διατροφή του ενάγοντος, ενώ η μητέρα του, έχουσα συντρέχουσα υποχρέωση διατροφής του, καλύπτει ποσό 87,00 ευρώ με την προσφορά των προσωπικών υπηρεσιών και των λοιπών συνδεόμενων με τη συνοίκηση παροχών, ενώ από τα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα) αποδεικνυόταν ότι ο εναγόμενος-πατέρας του είχε πολύ μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα.

Οι λόγοι αυτοί είναι, πρωτίστως, απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων ουδόλως αναφέρει την αποδιδόμενη στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 ΚΠολΔ, την παραβιασθείσα διάταξη νόμου καθώς και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενου των λόγων, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ` άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες ο αναιρεσείων έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση.

Ήτοι οι λόγοι αυτοί ερείδονται επί αιτιάσεων που στο σύνολό τους αφορούν εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, του οποίου η κρίση, ως αναφερόμενη σε εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων), είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ενώ από το περιεχόμενο των λόγων αναίρεσης προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις.

Συνεπώς οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης κρίνονται απορριπτέοι. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει κατά το σχετικό αίτημά του να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 4 και 9 του Ν. 3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος", προκύπτει σαφώς ότι η παροχή νομικής βοήθειας δεν εμποδίζει το Δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έλαβε τη νομική βοήθεια, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων σύμφωνα με την υπ` αριθ. 162/2020 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, να επιβάλλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δε μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου Δικαστή (ΑΠ 424/2021, ΑΠ 399/2020, ΑΠ 146/2020, ΑΠ 1484/2018).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 07-05-2020 αίτηση του Ι.-Γ. Ν. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 71/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ