Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of standing for one defendant and substantive rejection of others.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision, ruling it inadmissible regarding one defendant and substantively rejected for others. The appellants argued procedural defects, but the court found the appeal baseless because the lower court had already rejected the claim on the merits and did not examine the standing issue. Consequently, the appellants were ordered to pay legal costs to the local municipality and the second appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568, 576, 575, 226 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the defendant is absent without valid summons, and substantively rejected if the lower court already dismissed the claim on the merits without examining the standing objection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 579 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 579/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Β. του Ν., 2) Δ. Β. του Ν., 3) Π. Β. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αθανάσιο Λαμπρόπουλο και Αθανάσιο Θανόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: 1) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΦΑΙΣΤΟΥ", που εδρεύει στις μοίρες Ηρακλείου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φανταουτσάκη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε. συζύγου Ν. Τ., κατοίκου ... Κρήτης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Μαραζάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3) Μ. Σ. του Ν., 4) Ε. Γ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/10/1988 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 17/4/1989 προσεπίκληση σε κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 16/9/1989 κύρια παρέμβαση νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 728/1992 μη οριστική και 527/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 37/2008 μη οριστική και 117/2015 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/12/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά ανέγνωσε την από 12/2/2021 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Βασιλείου Μαχαίρα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4, 576 παρ. 2, 575 και 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης, με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου. Αν δε η συζήτηση αναβληθεί από το πινάκιο για μεταγενέστερη δικάσιμο, δεν απαιτείται νέα κλήτευση των διαδίκων, επομένως και του αναιρεσιβλήτου, για τη νέα αυτή δικάσιμο, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ' αναβολήν δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, οι τρίτος και τέταρτη των αναιρεσίβλητων δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση.
Όπως προκύπτει από τις με αριθμούς 3439 και 3437/12-7-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Ηρακλείου, Σ. Ν., τις οποίες οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, επικαλούνται και προσκομίζουν, οι τελευταίοι επέδωσαν στους ανωτέρω αναιρεσίβλητους, νόμιμα και εμπρόθεσμα, επίσημο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται η αρχική δικάσιμος της 6-4-2019 προς συζήτησή της, μαζί με κλήση για να παραστούν κατά τη δικάσιμο αυτή.
Κατά την ανωτέρω (αρχική) δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 74 παρ. 2 του Ν. 4690/2020 (Κύρωση Π.Ν.Π. σχ. με κορωνοϊό - επανάληψη δικαστηρίων) και ορίστηκε νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η 1-3-2021, εγγράφηκε δε στο πινάκιο και ορίστηκε ότι η εγγραφή αυτή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά τη νέα αυτή δικάσιμο η δίκη ανεστάλη κατ' εφαρμογή της ΥαΔ1α/2021 (ΦΕΚ Β 534 "Έκτακτα μέτρα προστασίας δημ. Υγείας από διασπορά covid-19 από 11-2-2021 έως 1-3-2021). Στη συνέχεια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 (Προστασία δημόσιας υγείας από covid-19, κοινωνική προστασία, επαναλειτουργία δικαστηρίων) ορίστηκε αυτεπαγγέλτως δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης η αναφερόμενη στην αρχή (6-12-2021), η υπόθεση εγγράφηκε στο πινάκιο και ορίστηκε, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, ότι η εγγραφή της ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού η αναβολή εκ του πινακίου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των κλητευθέντων, ως ανωτέρω, τρίτης και τέταρτου των αναιρεσίβλητων.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν. Διάδικοι είναι όσοι προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δικάστηκαν από αυτήν.
Αν πρόκειται για απόφαση Εφετείου αναιρεσίβλητοι είναι μόνο οι διάδικοι ενώπιον του Εφετείου και όχι οι διάδικοι κατά την πρωτόδικη δίκη (Ολ ΑΠ 11/1992, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 439/2019). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα:
Επί της από 11-10-1998 διεκδικητικής αγωγής και της σωρευόμενης με αυτήν αγωγής αποζημίωσης των εναγόντων κατά των εναγομένων (συνολικά 31, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η δεύτερη αναιρεσίβλητη, Ε. σύζυγος Ν. Τ.) και της συνεκδικαζόμενης, από 16-9-1989, κύριας παρέμβασης της Κοινότητας Πηγαϊδακίων Καινούργιου, εκδόθηκαν αρχικά η 728/1990 πράξη αποδείξεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και στη συνέχεια η 527/2000 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία ως προς την ανωτέρω εναγόμενη, Ε.
συζ. Ν. Τ., ανεστάλη η εκδίκαση της διεκδικητικής αγωγής λόγω εκκρεμοδικίας και αναβλήθηκε η συζήτηση της σωρευόμενης αγωγής αποζημίωσης, καθώς και η συζήτηση της κύριας παρέμβασης και, περαιτέρω, με οριστικές διατάξεις της, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη (η αγωγή) ως προς τους εναγόμενους, Μ. Σ. και Ε.
Γ. (ήδη τρίτο και τέταρτη αναιρεσίβλητους), έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν ως προς τους υπόλοιπους εναγόμενους, ενώ απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η κύρια παρέμβαση ως προς τους υπόλοιπους καθών. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν, οι ενάγοντες την από 29-7-2003 έφεση, την οποία απηύθυναν κατά της ανωτέρω αναιρεσίβλητης, Ε.
συζ. Ν. Τ., καθώς και κατά των υπόλοιπων τριών αναιρεσίβλητων, και ο Δήμος Μοιρών (καθολικός διάδοχος της κυρίως παρεμβαίνουσας Κοινότητας Πηγαϊδακίων), την από 20-7-2003 έφεση και τους από 5-12-2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Επί των εφέσεων εκδόθηκαν, αρχικά η 37/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης και στη συνέχεια η προσβαλλόμενη 117/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Με την πρώτη από τις πιο πάνω αποφάσεις (37/2008), η από 29-7-2003 έφεση των εναγόντων απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατά το μέρος που αφορούσε την ανωτέρω εναγόμενη, Ε. συζ. Ν. Τ. και ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους υπόλοιπους εφεσίβλητους, ενώ έγινε τυπικά δεκτή η έφεση του Δήμου Μοιρών, αναβλήθηκε η έκδοση της οριστικής απόφασης και διατάχθηκε επανάληψη της συζήτησης προς διεξαγωγή αποδείξεων.
Ακολούθως, μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, επανήλθε προς συζήτηση η από 20-7-2003 έφεση και οι από 5-12-2006 πρόσθετοι λόγοι έφεσης του Δήμου Μοιρών και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 117/2015 απόφαση. Με αυτήν, η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης του Δήμου Μοιρών, ήδη Δήμου Φαιστού, έγιναν δεκτοί κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε η προσβαλλόμενη 527/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και, αφού συνεκδικάστηκαν η αγωγή και η κύρια παρέμβαση, η μεν αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, η δε κύρια παρέμβαση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη 21-12-2015 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων - αναιρεσειόντων, απαραδέκτως στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, Ε. Τ., καθώς αυτή δεν ήταν διάδικος στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 117/2015 απόφαση, αφού η κατ' αυτής έφεση της ενάγουσας είχε απορριφθεί με οριστική διάταξη της μη προσβαλλόμενης με την αναίρεση 37/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, κατά της οποίας δεν έχει ασκηθεί ένδικο μέσο, όπως προκύπτει από το με αριθ.
πρωτ. 6/24-1-2019 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Κρήτης.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης ως προς την ανωτέρω αναιρεσίβλητη πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, με την κρινόμενη από 21-12-2015 (Αριθ. Έκθ. Καταθ. 51/2015, Αριθ. Δικ. 598/2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 117/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε επί της από 20-7-2003 έφεσης και των από 5-12-2006 πρόσθετων λόγων αυτής του Δήμου Μοιρών (ήδη Δήμου Φαιστού - πρώτου αναιρεσίβλητου) κατά της 527/2000 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 201/2017, ΑΠ 168/2015).
Εξάλλου, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 168/2015).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, το οποίο, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 278/2019 ΑΠ 201/2017).
Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017) και σε εκείνον του άρθρου 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 14/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του 559 ΚΠολΔ (δικονομικό απαράδεκτο), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την κύρια παρέμβαση της Κοινότητας Πηγαϊδακίων Καινούργιου Ηρακλείου (ήδη Δήμου Φαιστού, κατά τα προεκτεθέντα - πρώτου αναιρεσίβλητου), διότι δεν εκτίθεται σ' αυτό ο τρόπος κτήσης της ιδιότητας του επίδικου ακινήτου ως κοινόχρηστου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ότι ο εν λόγω ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες είχαν προβάλει τον ανωτέρω ισχυρισμό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τον επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο με λόγο έφεσης, ούτε αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός αυτός εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 γ ΚΠολΔ, ώστε να μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά ενώπιον του παρόντος Δικαστήριο, διότι αφορά τη δημόσια τάξη, είναι αβάσιμος, διότι η αοριστία της κύριας παρέμβασης, όπως και της αγωγής, δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 9/2020, ΑΠ 753/2020, ΑΠ 1277/2020). Όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθμ. 1, 8 και 14 του ΚΠολΔ, η επίκληση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου δεν είναι στοιχείο της αγωγής και δε δεσμεύει το δικαστήριο ο νομικός χαρακτηρισμός που δίδεται από τον ενάγοντα, διότι το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα επικαλούμενα προς θεμελίωση της αγωγής περιστατικά τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει την αγωγή στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική της βάση και το αίτημά της.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για την παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ιδρύεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη του γεγονότα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής.
Όταν όμως το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθεμένων σ' αυτήν πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος και προσδίδει στην προβαλλόμενη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, (από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται), δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ώστε να δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά υπάγει απλώς στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τον ενάγοντα (ΑΠ 421/2021, ΑΠ 2219/2014, ΑΠ 1392/2014, ΑΠ 33/2014, ΑΠ 223/2013).
Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν περιλαμβάνονται στην κύρια παρέμβαση της Κοινότητας Πηγαϊδακίων και συγκεκριμένα ότι το επίδικο ακίνητο ήταν εγκαταλελειμμένη γαία του άρθρου 97 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών, καθόσον το Εφετείο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, με βάση τα επικαλούμενα στην κύρια παρέμβαση περιστατικά και ειδικότερα ότι ο οικισμός Καλοί Λιμένες, στον οποίο βρίσκεται το επίδικο υφίστατο και επί τουρκοκρατίας και ότι όλοι οι εντός των ορίων του χώροι (εκτός των οικιών) είναι κοινόχρηστοι και χρησιμοποιούντο από αμνημονεύτων χρόνων ως δρόμοι, πλατείες και άλση του χωριού, προσέδωσε τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπήγαγε την κύρια παρέμβαση στον ως άνω προσήκοντα κανόνα δικαίου.
Με το άρθρο 13 παρ. 2 του υπ` αριθμ. 2648/20.5.1917 δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε σε όλο το κράτος με το ν. 1072/1917, ορίσθηκε ότι επί των εκτάσεων που έχουν αφεθεί στην κοινή χρήση, κατά τον τούρκικο νόμο περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι βοσκές, εξακολουθούν οι κάτοικοι να ασκούν τα δικαιώματά τους χρήσεως, μέχρις ότου για τη διοίκηση των εκτάσεων αυτών προνοήσει ειδικός νόμος.
Ακολούθως, με το άρθρο 1 εδαφ. α'του ν. 2074/1920 "περί των εν ταις νέαις χώραις κοινοτικών γαιών", ορίσθηκε ότι οι γαίες που έχουν αφεθεί στην κοινή χρήση σύμφωνα με τα άρθρα 94, 95, 96, 98, 99 παρ. 1, 100 και 102 του ως άνω τουρκικού νόμου περί γαιών, όπως είναι και οι βοσκήσιμες γαίες, καθίστανται περιουσία των συνοικισμών, υπέρ των κατοίκων των οποίων είχαν ανέκαθεν προορισθεί, παραχωρούμενες στην πλήρη κυριότητα και κατοχή αυτών, που αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα.
Κατά δε το άρθρο 12 του ν. 1051/1917, το οποίο δυνάμει του άρθρου 2 του ν. 2074/1920 είναι εφαρμοστέο επί των ως άνω εκτάσεων, η περιουσία συνοικισμού που αναγνωρίζεται σε ιδία κοινότητα, καθίσταται περιουσία της κοινότητας, η οποία θα αποτελεσθεί από το συνοικισμό αυτό. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, από την έναρξη ισχύος του ν. 2074/1920, οι κοινότητες των νέων χωρών απέκτησαν αυτοδικαίως την κυριότητα των βοσκών, οι οποίες είχαν αφεθεί, ανέκαθεν, κατά το νόμο περί γαιών, στην κοινή χρήση των κατοίκων των χωρίων, που αποτέλεσαν τις ως άνω κοινότητες έστω και αν αυτές φέρουν διάφορο όνομα, και ότι επομένως έπαυσε έκτοτε να υπάρχει επί των γαιών αυτών το δικαίωμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου.
Ο προσδιορισμός της έννοιας των γαιών που έχουν αφεθεί ή εγκαταλειφθεί στην κοινή χρήση γίνεται με ευθεία παραπομπή στις σχετικές διατάξεις του περί γαιών νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ στις χώρες που διετέλεσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του οθωμανικού κράτους, και μετά την εισαγωγή σ` αυτές της Ελληνικής αστικής νομοθεσίας κατ` άρθρο 2 παρ. 4 ν. 147/1914.
Από τις διατάξεις δε αυτές και ειδικότερα από εκείνες των άρθρων 1 παρ. 4, 5 παρ. 2 και 91-102 του νόμου αυτού, προκύπτει ότι οι γαίες που είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση (εγκαταλειμμένες - μετρουκέ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι βοσκήσιμες εκτάσεις, αποτελούσαν ιδιαίτερη κατηγορία γαιών, διαφορετική από εκείνη των δημοσίων γαιών (εραζί - εμιριγέ), διότι ανήκαν μεν, όπως και οι τελευταίες, στο οθωμανικό δημόσιο (κράτος), αλλά, ενώ στις δημόσιες γαίες ήταν δυνατή η παραχώρηση σε ιδιώτες, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, του δικαιώματος εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), στις καθιερωμένες στην κοινή χρήση γαίες απαγορευόταν η με οποιοδήποτε τρόπο εξουσίασή τους από ιδιώτη και αυτές παραχωρούνταν, είτε επισήμως με την έκδοση αυτοκρατορικών διαταγμάτων (σουλτανικών φιρμανίων), είτε και απλώς κατ` ανοχήν του τουρκικού κράτους, στην αποκλειστική κοινή χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός ή περισσοτέρων χωρίων ή κωμοπόλεων, το δικαίωμα των οποίων μάλιστα είχε κατοχυρωθεί ως απαράγραπτο με το άρθρο 102 του περί γαιών νόμου.
Ενόψει δε του χαρακτήρα αυτού των αφιερωμένων στην κοινή χρήση γαιών και του εντεύθεν ανενεργού οποιουδήποτε δικαιώματος εξουσιάσεως επ` αυτών του οθωμανικού δημοσίου, πλέον έντονη είναι η διάκριση της κατηγορίας των γαιών αυτών, από εκείνη των δημοσίων - κρατικών γαιών, η οποία, χωρίς να θεσμοθετείται ειδικώς στο νόμο περί γαιών, αναγνωριζόταν και αποτελούσε τις γαίες που ανήκαν στην άμεση διοίκηση του οθωμανικού κράτους ως δημόσια ιδιοκτησία με τη σύγχρονη έννοια της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου.
Η αυτή, επομένως, επιβάλλεται διάκριση μεταξύ των αφεθεισών στην κοινή χρήση γαιών και εκείνων των γαιών, που αποτελούσαν τα δημόσια οθωμανικά κτήματα της κατηγορίας "ιμλιάκια" (εμλάκι μιριγέ), ήτοι εκείνα που προηγουμένως μεν ονομάζονταν γαίες του αυτοκρατορικού στέμματος (εμλάκι Χουμαγιούν), μεταγενέστερα δε αποτέλεσαν δημόσια ιδιοκτησία, ως προς τα οποία, εφόσον διατελούσαν υπό την συνεχή και άμεση επιτήρηση του οθωμανικού δημοσίου, δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2074/1920, η οποία αναφέρεται αποκλειστικώς στις γαίες που χαρακτηρίζονται ως καθιερωμένες στην κοινή χρήση, κατά τις διατάξεις του περί γαιών νόμου.
Από το πνεύμα αλλά και τη ρητή γραμματική διατύπωση των μνημονευθεισών διατάξεων του νόμου περί γαιών, οι οποίες, ως προς το χαρακτηρισμό των γαιών ως αφιερωμένων στην κοινή χρήση, χρησιμοποιούν τον όρο "έκπαλαι" ή "ανέκαθεν" (το δεύτερο χρησιμοποιεί και το άρθρο 1 του ν. 2074/1920 για να υποδηλώσει τις γαίες αυτές), προκύπτει ότι στην ειδική κατηγορία των γαιών αυτών ανήκουν εκείνες, οι οποίες από αμνημονεύτου χρόνου είχαν αφεθεί στην αποκλειστική χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός ή περισσοτέρων χωρίων ή κωμοπόλεων, με έννοια παραπλήσια εκείνης της αμνημονεύτου αρχαιότητας του β.ρ.δ., σε τρόπον ώστε η κοινή χρήση να αποτελεί τη μόνη γνωστή μορφή συλλογικής εξουσιάσεως του είδους αυτού των γαιών, διαμορφωμένη δε κατά την κυριαρχία του οθωμανικού κράτους, όπως το τελευταίο τούτο προκύπτει από τη μνημονευθείσα διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2074/1920, η οποία όχι μόνο παραπέμπει ρητώς για τον προσδιορισμό της έννοιας των αφιερωμένων στην κοινή χρήση γαιών στις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών, αλλά και σαφώς υπονοεί ότι τα δικαιοπαραγωγικά γεγονότα της κατηγορίας αυτής των γαιών είχαν συντελεσθεί στην περιοχή του οθωμανικού κράτους και υπό την κυριαρχία αυτού (ΑΠ 1702/2018, ΑΠ 1726/2017, ΑΠ 1005/2009, ΑΠ 160/2004, ΑΠ 1139/2002, ΑΠ 449/1994).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, είτε αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 10/2011).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση, τούτο δε συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 4/2018, ΑΠ 233/2020, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1081/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Η έκταση αυτή, κατά την εποχή της Οθωμανικής κατοχής στην Κρήτη, είχε αφεθεί στην κοινή χρήση των κατοίκων της Κοινότητας Μιαμούς και βέβαια, όσων επισκέπτονταν την περιοχή και αποτελούσε τον οικισμό των Καλών Λιμένων.
Οι ως άνω κάτοικοι είχαν ανεγείρει οικίες, στις οποίες διέμεναν, είχαν διαμορφώσει μονοπάτια για να μεταβαίνουν στις οικίες τους και στη θάλασσα, ελεύθερο χώρο, "πλατεία", όπου συναθροίζονταν και έδεναν τα ζώα τους στον ίσκιο των δέντρων, τα οποία χρησιμοποιούσαν ως μέσα μεταφοράς, οι ψαράδες της εποχής τοποθετούσαν τα ξύλινα σκάφη τους και κατά το μέρος, που αποτελούσε βοσκήσιμη έκταση, έβοσκαν τα πρόβατά τους.
Η έκταση αυτή, υπάγεται στις κατά το άρθρο 97 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών της 7 Ραμαζάν έτους εγίρας (δηλαδή 1856 μ.Χ.) "εγκαταλελειμμένες γαίες" (εραζίν - μετρουκέ), των οποίων η μεν κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο, το δε δικαίωμα χρήσεως στους κατοίκους μόνο του χωριού, στο οποίο ήταν προορισμένο τούτο (ακίνητο).
Μετά την, κατά το έτος 1899, κήρυξη της νήσου Κρήτης σε αυτόνομη Πολιτεία, περιήλθε αυτοδικαίως κατά κυριότητα στην Κρητική Πολιτεία, χωρίς να αναιρεθεί το κατά το άρθρο 97 του Οθωμανικού Νόμου, περί Γαιών, δικαίωμα των κατοίκων των Καλών Λιμένων, να κάνουν χρήση της έκτασης αυτής, κατά το άρθρο 94 του ίδιου νόμου.
Η ύπαρξη οικισμού κατά την περίοδο της Οθωμανικής κατοχής, αποδεικνύεται σαφώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων και ιδιαίτερα από την κατάθεση του μάρτυρος Ε. Κ., ο οποίος εξετάστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο οποίος κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως ότι "ο οικισμός Καλών Λιμένων υπάρχει από αμνημονεύτων χρόνων, από Τουρκοκρατίας ακόμη, υπήρχε πάντα στο ίδιο μέρος, υπήρχαν μονοπάτια ανάμεσα στα σπίτια που συνέδεαν τα σπίτια με την πλατεία".
Η άνω κρίση, περί ύπαρξης οικισμού στο επίδικο, κατά την περίοδο της Οθωμανικής κατοχής, ενισχύεται και (α) από καρτ - ποστάλ της εποχής, του φωτογράφου Α., η οποία φέρει τον τίτλο "Καλοί Λιμένες 1902", στην οποία παρουσιάζονται εμφανώς, περί τις επτά κατοικίες, ενώ διαπιστώνεται η ύπαρξη μονοπατιών, ως υποτυπώδες οδικό δίκτυο και η ύπαρξη ελεύθερου χώρου, όπου συναθροίζονταν οι κάτοικοι και έδεναν τα ζώα τους.
Οι οικίες αυτές είναι κτισμένες με υλικά της εποχής και προφανώς προϋπήρχαν του 1902, (β) από το με αρ. 3831/3-1-1910 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μοιρών, Γεωργίου Μποταγιαννάκη, με το οποίο μεταβιβάστηκε στον Κωνσταντίνο Καρτεράκη, από τους κυρίους του, "κτήμα κείμενον εν τη περιφερεία του χωρίου Γιαλομονόχωρο εις την παραλία Καλοί Λιμένες, ήτοι εν οίκημα ισόγειον άστεγον με την περιοχή του γύρωθεν, συνορευόμενον κτήμασιν Αγαθαγγέλου Τζωρτζακάκη Μύρωνος Συβανάκη και δρόμω".
Με το συμβόλαιο αυτό μεταβιβάστηκε ισόγειο κτίσμα ημιερειπωμένο, γεγονός το οποίο αποδεικνύει την ύπαρξη κτισμάτων στην επίδικη έκταση πολύ πριν το έτος 1898. Ακολούθως, η κυριότητα του ακινήτου αυτού περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με τη Συνθήκη των Αθηνών της 1/14 Νοεμβρίου 1913, που κυρώθηκε με το Ν.Δ ΣΙΓ της 14/14 Νοεμβρίου 1913, "περί ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας".
Τέλος, το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα της Κοινότητας Μιαμούς, στην οποία υπαγόταν τότε ο οικισμός των Καλών Λιμένων, πρωτοτύπως, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 2074/1920 "περί των εν ταις νέαις χώραις κοινοτικών γαιών", καθόσον σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, οι γαίες που έχουν αφεθεί στην κοινή χρήση, σύμφωνα με τα άρθρα 94, 95, 96, 98, 99 παρ. 100 και 102 του ως άνω τουρκικού νόμου περί γαιών, όπως είναι και η επίδικη έκταση, καθίστανται περιουσία των συνοικισμών, υπέρ των κατοίκων των οποίων είχαν ανέκαθεν προοριστεί, παραχωρούμενες στην πλήρη κυριότητα και κατοχή αυτών, που αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα.
Εξάλλου, αποδείχθηκε, ότι το επίδικο, που αποτελούσε τον οικισμό των Καλών Νερών, με το με αρ. 148/13 Ιουνίου 1925 τεύχος πρώτο ΦΕΚ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1051/17, αποσπάται από την Κοινότητα Μιαμούς, στην οποία μέχρι τότε υπαγόταν, υπαγόμενος πλέον στην Κοινότητα Πόμπιας, ενώ με το με αρ. 5/12-1-1927 τεύχος πρώτο ΦΕΚ, αναγνωρίστηκε ως Κοινότητα ο συνοικισμός Πηγαϊδάκια, ο οποίος αποσπάστηκε από την Κοινότητα Πόμπιας και μαζί με τους συνοικισμούς Γιαλαμονόχωρο, Καλούς Λιμένες και Μονή Οδηγήτριας, αποτέλεσαν ίδια κοινότητα.
Τα παραπάνω αποδεικνύονται πλήρως και από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τον κυρίως παρεμβαίνοντα Δήμο, ως διάδοχο της Κοινότητας, ως άνω ΦΕΚ, καθώς και από τα "στοιχεία συστάσεως και εξελίξεως των δήμων και κοινοτήτων νομού Ηρακλείου", που εκδόθηκε με επιμέλεια του Υπουργείου Εσωτερικών τον Ιανουάριο του 1962, που προσκομίζεται επίσης με επίκληση από τον κυρίως παρεμβαίνοντα.
Εξάλλου, το Υπουργείο Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, με το με αρ. 40331/9-8-2005 έγγραφό του απευθυνόμενο στη Βουλή των Ελλήνων, σε απάντηση της με αρ. 510/18-7-2005 ερώτησης των βουλευτών Νομού Ηρακλείου, Μ. Σ., Μ. Φ., Β. Κ. και Β. Σ., αναφέρει, ότι ο οικισμός των Καλών Λιμένων, προϋφίσταται του έτους 1923 και με βάση το διάταγμα 3-1-1927 ΦΕΚ Α5/1927 αναγνωρίστηκε ως συνοικισμός, που αποτελούσε την τότε κοινότητα Πηγαϊδακίων.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε, ότι ο οικισμός των Καλών Λιμένων, με τη μορφή που προαναφέρθηκε, εξακολούθησε να υπάρχει και κατά την απογραφή του 1928, είχε μόνιμο πληθυσμό 23 ατόμων, ενώ κατά την απογραφή του έτους 1951, είχε μόνιμο πληθυσμό 24 ατόμων. Περαιτέρω, αποδείχτηκε, από την έκθεση φωτοερμηνευτικής έρευνας, ότι το έτος 1945 στην περιοχή υπήρχαν επτά κτίσματα μικρά και απλής κατασκευής, εξυπηρετούμενα από "υποτυπώδες" δίκτυο μονοπατιών, από το οποίο εξυπηρετούντο τα οικήματα αυτά, ενώ δεν υπάρχει σύνδεση με αμαξιτή οδό.
Η εικόνα αυτή είναι συμβατή με τις συνθήκες, που επικρατούσαν τότε σε ολόκληρη την Ελλάδα, αλλά και στη συγκεκριμένη περιοχή, μετά την κατοχή και δεν αναμενόταν η ύπαρξη αμαξιτής οδού, αφού οι μετακινήσεις, σαφώς, γίνονταν πεζή ή με τα ζώα. Από την ίδια έκθεση φωτοερμηνείας, αποδείχτηκε, ότι το έτος 1960, ο αριθμός των οικημάτων ανέρχεται στα είκοσι πέντε, ένα σημαντικό τμήμα της παραλίας έχει συνδεθεί με την ενδοχώρα, με αμαξιτή οδό, ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν τα μονοπάτια.
Το γεγονός ότι η ως άνω έκθεση αναφέρει, ότι οι οικίσκοι ήταν μικροί, φτωχικοί και ισόγειοι, δεν άγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε οικισμός και λαμβανομένου υπόψη της ένδειας και του χαμηλού βιοτικού επιπέδου, που υπήρχε την περίοδο αυτή, οι οικίες δεν θα μπορούσαν να έχουν τη μορφή σύγχρονων κατοικιών.
Να σημειωθεί, ότι και ο μάρτυρας των εναγόντων, Ν. Λ., κτηνοτρόφος, κατέθεσε ενώπιον του εισηγητή δικαστή ότι "το 1948 που πήγα εκεί, ήταν σπίτια, αλλά δεν γνωρίζω να υπήρχε οικισμός. Τα σπιτάκια αυτά ήταν διάσπαρτα γύρω στο λιμανάκι των Καλών Λιμένων... Ανάμεσα στα σπίτια υπήρχαν δρόμοι, δηλαδή μονοπάτια που επικοινωνούσαν τα σπίτια μεταξύ τους και υπήρχε και πλατεία...
μετά το 1948 γνωρίζω ότι υπήρχαν καφενεία... το 1948 που πήγα οι Καλοί Λιμένες μου άφηναν την εντύπωση χωριού ... μετά το 1963 οι Β. διαμόρφωσαν το χώρο", ενώ ο μάρτυρας των εναγόντων, Π. Κ., ο οποίος ήταν στην περιοχή από το 1962, κατέθεσε ότι "πριν από το 1962 υπήρχαν στον οικισμό Καλοί Λιμένες σπίτια, τον αριθμό των οποίων δεν γνωρίζω, υπήρχε καφενείο, το λειτουργούσε ο Κ.
Ε.... τα παλιά σπίτια στον οικισμό είναι περίπου 32... ο οικισμός Καλοί Λιμένες από όσο γνωρίζω έχει αναγνωριστεί ως τοιούτος δηλ. από το έτος 1927, αν καλώς έχω πληροφορηθεί". Τέλος, ο μάρτυρας του κυρίως παρεμβαίνοντος, Μ. Ξ., ο οποίος ήταν 43 ετών, το έτος 1995 που κατέθεσε, αναφέρει για το θέμα αυτό "θυμάμαι από πολύ παλιά, ότι υπήρχε η πλατεία του οικισμού των Καλών Λιμένων, στην οποία στάθμευαν τα αυτοκίνητα και κυρίως κατά το χρόνο της πρωτομαγιάς και τα καλοκαίρια, το θυμάμαι δε χαρακτηριστικά και σαν παιδί, μου έχει μείνει στη μνήμη μου...
το καλοκαίρι μαζεύονταν και εκατό οικογένειες... σπίτια μπορεί να ήταν είκοσι έως τριάντα, πλατεία υπήρχε πάντα στον οικισμό, στο ίδιο μέρος που είναι και τώρα, από παλιά πριν γίνει ο δρόμος υπήρχε ένας ελεύθερος χώρος, περίπου τρία στρέμματα, που χρησιμοποιείται σαν πλατεία από τους κατοίκους του οικισμού και από όποιους έρχονταν εκεί το 1920 - 1930, από ότι έχω ακούσει από τους συγγενείς μου, υπήρχε οργανωμένος οικισμός με σπίτια, καφενείο, δρόμους...
από τον παππού μου ξέρω ότι το μοναστήρι της Μονής Οδηγήτριας είχε ένα κτίσμα, που χρησιμοποιείτο από το 1930 σαν καφενείο και το οποίο μια εποχή πριν το 1940 το έκανε ο παππούς μου. Το καφενείο αυτό υπάρχει και σήμερα και μένει ο Μ. Κ. και έχει κάνει δίπλα άλλο καφενείο... το λιμάνι αυτό επειδή είναι ο μόνος όρμος, που μπορούσε στη νότια περιοχή να προσαράξει καράβι, πάντα κατοικούνταν και είχε κόσμο...
ο Α. Π. προσάραξε σ' αυτό το λιμάνι, σε μια από τις περιοδείες του... το 1940 οι Γερμανοί έβαλαν εκεί ναρκοπέδια γιατί ήθελαν να καταστρέψουν το λιμάνι... Οι Β. ήρθαν στην περιοχή μετά το 1960 και όταν ήρθαν υπήρχαν και σπίτια και δρόμος και η πλατεία και οι ίδιοι χρησιμοποιούσαν το δρόμο". Εξάλλου, οι ίδιοι οι ενάγοντες στην από 25 Απριλίου 1985 αίτηση ακυρώσεως απευθυνόμενη ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας, με την οποία ζητούσαν την ακύρωση αποφάσεων της Πολεοδομίας Ν.
Ηρακλείου, με τις οποίες του επιβλήθηκαν πρόστιμα αυθαίρετων οικοδομών και πρόστιμο διατήρησης αυθαιρέτου, αναφέρουν ότι "οι επίμαχες οικοδομές μας, βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλης, στην αγροτική περιοχή Καλών Λιμένων Καινούργιου Κρήτης, όπου υπάρχει οικισμός προ του 1923". Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι από το 1920, η Κοινότητα Μιαμούς και Πόμπιας, στις οποίες ανήκε αρχικά ο οικισμός και στη συνέχεια η Κοινότητα Πηγαϊδακίων, στην οποία ανήκε ο οικισμός Καλών Λιμένων, συνεχώς επέβλεπε και διαφύλαττε τα συμφέροντα του οικισμού, ενώ προέβαινε συνεχώς στην κατασκευή έργων, που προήγαγαν τους κοινοτικούς σκοπούς, όπως είναι η διάνοιξη οδού Πηγαϊδάκια - Καλοί Λιμένες κατά το έτος 1957 (βλ.
από 13-8-1962 έγγραφο της Νομαρχίας Ηρακλείου μετά των συνημμένων προς την Κοινότητα Πηγαϊδακίων) και η κατασκευή υδατοδεξαμενής του έτος 1964 (βλ. με αρ. 33.28-6-1964 χρηματικό ένταλμα πληρωμής της Κοινότητας Πηγαϊδακίων για την κατασκευή της υδατοδεξαμενής). Εξάλλου, αποδείχτηκε, ότι ο πατέρας των εναγόντων, Ν.
Β., που αποβίωσε στις 2-7-1973, είχε αγοράσει τμηματικά, δυνάμει των με αρ. 33119/1961, .../1962, .../1962, .../1962, .../1963, .../1966, νομίμως μεταγεγραμμένων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Ηρακλείου, Μίνωα Κοσμαδάκη, το ακίνητο, όπως ειδικότερα περιγράφεται σ' αυτά, που ευρίσκεται στον όρμο Καλών Λιμένων, της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Πηγαϊδακίων Καινούργιου Ν.
Ηρακλείου, στη θέση Σαμόλακος, Μεσάρμι και Καραβόβρυση, συνολικής εκτάσεως, περίπου 5400 στρεμμάτων... Όμως, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε νομή στην επίδικη έκταση, στο σύνολό της ή σε τμήμα της, από τους ενάγοντες ή τους φερομένους ως δικαιοπαρόχους τους, σε τέτοια έκταση χρόνου, που να έχει συμπληρωθεί χρόνος χρησικτησίας μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.δ. 31/1968, δεδομένου ότι αποκλείεται μεταγενέστερα η νομή τρίτου επί δημοτικής έκτασης, ακόμα και αν δεν ασκούνται πράξεις νομής από τον επιχώριο Ο.Τ.Α.
Και τούτο, διότι, ενόψει της ιδιότητας του επιδίκου ως υπαγόμενου στις κατά το άρθρο 97 του Οθωμανικού Νόμου, περί Γαιών της 7 Ραμαζάν έτους εγίρας (δηλαδή 1856 π.Χ.) "εγκαταλελειμμένες γαίες" (εραζίν - μετρουκέ), των οποίων η μεν κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο, μετά την κατά το έτος 1899 κήρυξη της νήσου Κρήτης σε αυτόνομη Πολιτεία, περιήλθε αυτοδικαίως κατά κυριότητα στην Κρητική Πολιτεία, χωρίς να αναιρεθεί το κατά το άρθρο 97 του Οθωμανικού Νόμου, περί Γαιών, δικαίωμα των κατοίκων των Καλών Λιμένων, να κάνουν χρήση της έκτασης αυτής, κατά το άρθρο 94 του ίδιου νόμου.
Στη συνέχεια, όπως προεκτέθηκε, το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα της Κοινότητας Μιαμούς, στην οποία υπαγόταν τότε ο οικισμός Καλών Λιμένων, πρωτοτύπως, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 20741920 "περί των εν ταις νέαις χώραις κοινοτικών γαιών". Εξάλλου, η ύπαρξη των τίτλων των φερομένων ως δικαιοπαρόχων τους, που αναφέρουν οι ενάγοντες, οι απώτεροι των οποίων ανάγονται στο έτος 1906..., 1915...
και 1917..., ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν αποδεικνύεται ότι αυτοί αφορούν και την επίδικη έκταση, δεν προσδίδουν σ' αυτούς κυριότητα, καθόσον λόγω της ιδιότητας του επιδίκου, αυτοί απέκτησαν παρά μη κυρίου. Οι επικαλούμενες από τους ενάγοντες πράξεις νομής του δικαιοπαρόχου τους, Ν. Β., ήτοι η κατασκευή του ξενοδοχείου ..., του ξενώνα για το προσωπικό της εταιρείας "...", των αποθηκών, των κτιρίων στεγάσεως τελωνείου και αστυνομικού σταθμού και η φύτευση ελαιοδέντρων και οπωροφόρων, δεν έχουν καμία σχέση με την επίδικη έκταση, ...
Έτσι από το έτος 1920, που μεταβιβάστηκε η κυριότητα της επίδικης έκτασης, στη δικαιοπάροχο Κοινότητα του κυρίως παρεμβαίνοντος, στην οποία υπαγόταν τότε ο οικισμός των Καλών Λιμένων, δεν καταλύθηκε η κυριότητα αυτή εκ μέρους των εναγόντων και των φερομένων δικαιοπαρόχων τους, έκτοτε και μέχρι την έναρξη εφαρμογής (2-12-1968) του ν.
δ/γματος 31/1968, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως για την προστασία των κτημάτων τους, οι διατάξεις των άρθρων 21 του ν.δ της 22 Απριλίου/16 Μαΐου 1926 και 4 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ με το 53 του ΕισΝΑΚ...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 2 του Ν. 2648/1917 και 1 εδαφ.
α του Ν. 2074/1920, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ` αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού του συλλογισμού. Ειδικότερα, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην περί βασιμότητας της κύριας παρέμβασης κρίση του, δέχθηκε, όπως σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με ευθεία παραπομπή στις ανωτέρω διατάξεις του περί γαιών νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) (ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ στις χώρες που διετέλεσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του οθωμανικού κράτους, και μετά την εισαγωγή σ` αυτές της Ελληνικής αστικής νομοθεσίας κατ` άρθρο 2 παρ. 4 ν. 147/1914), στον οποίο η αναφορά ως γαιών των βοσκών είναι ενδεικτική, ότι το επίδικο ακίνητο, περιλαμβάνον δρόμους, πλατείες και βοσκήσιμη έκταση, ανήκε στην κατηγορία των γαιών που είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση (εγκαταλελειμμένες γαίες - μετρουκέ).
Επίσης δέχθηκε ότι η έκταση αυτή, υπό την κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους ανήκε στην κατηγορία των εγκαταλειμμένων ή αφιερωμένων στην κοινή χρήση γαιών, ως από αμνημονεύτου χρόνου, συλλογικώς εξουσιαζόμενη από τους κατοίκους του οικισμού Καλών Λιμένων, οι οποίοι από την εποχή της Τουρκοκρατίας χρησιμοποιούσαν τους δρόμους (μονοπάτια) για να μεταβαίνουν στις οικίες τους και στη θάλασσα, συναθροίζονταν στην πλατεία, στον ίσκιο των δένδρων της οποίας έδεναν τα ζώα τους, ενώ έβοσκαν τα πρόβατά τους στο τμήμα του επιδίκου που αποτελούσε βοσκήσιμη έκταση.
Ακόμη, δέχθηκε ότι μετά την κατά το έτος 1899 κήρυξη της νήσου Κρήτης ως αυτόνομης Πολιτείας, η επίδικη έκταση περιήλθε στην Κρητική Πολιτεία και διατηρήθηκε το δικαίωμα των κατοίκων να κάνουν χρήση της έκτασης αυτής και τέλος ότι περιήλθε στην κυριότητα της Κοινότητας Μιαμούς, στην οποία υπαγόταν τότε ο οικισμός των Καλών Λιμένων, ότι το 1925 αποσπάσθηκε από την Κοινότητα Μιαμούς και υπήχθη στην Κοινότητα Πόμπιας και τέλος ότι από το έτος 1927, που αναγνωρίστηκε ως Κοινότητα ο συνοικισμός Πηγαϊδάκια, αποσπάστηκε από την Κοινότητα Πόμπιας και αποτέλεσε ίδια Κοινότητα Πηγαϊδακίων, της οποίας διάδοχος ήταν αρχικά ο Δήμος Μοιρών και στη συνέχεια ο πρώτος αναιρεσίβλητος Δήμος Φαιστού.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν την προσβαλλόμενη απόφαση ότι εφάρμοσε εσφαλμένα τις προαναφερόμενες διατάξεις είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 12, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο σιωπηρά αντιπαρήλθε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, που θεμελιώνουν την ένστασή τους περί της ιδιότητας του επιδίκου ως μη κοινόχρηστου χώρου ανήκοντος στον πρώτο αναιρεσίβλητο, όπως συνάγεται από δημόσια έγγραφα που έχουν συνταχθεί από τον ίδιο τον αναιρεσίβλητο, καθόσον ο ίδιος είχε εκδώσει βεβαιώσεις ιδιοκτησίας και μη καταλήψεως κοινοχρήστου χώρου για τους δεύτερη και τρίτο των αναιρεσίβλητων (ειδικά για τον τελευταίο την 619/1986 βεβαίωση), προκειμένου να οικοδομήσουν τους χώρους που αυθαίρετα κατέλαβαν και συμπεριλαμβάνονται μέσα στο μείζον επίδικο ακίνητο, την δε ανωτέρω βεβαίωση είχαν επικαλεστεί και αυτοί (αναιρεσείοντες) με την έφεσή τους και της επ' αυτής προτάσεις τους, η οποία ως δημόσιο έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη έναντι πάντων.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 12, λόγω αοριστίας, διότι οι αναιρεσείοντες δεν διαλαμβάνουν στο αναιρετήριο εάν το Εφετείο έλαβε υπόψη τις εν λόγω βεβαιώσεις (από τις οποίες άλλωστε μόνο μία προσδιορίζεται) και ποια αποδεικτική δύναμη τους προσέδωσε (ΑΠ 491/2014, ΑΠ 662/2014), κατά το σκέλος του από τον αριθμό 8, διότι ο ισχυρισμός περί της ιδιότητας του επίδικου ακινήτου ως μη κοινόχρηστου αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό της ιστορικής βάσης της κύριας παρέμβασης και συνεπώς, δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και κατά το σκέλος του από τον αριθμό 19, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επιγραμματικά διατείνονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει αιτιολογίες σχετικά με τον ισχυρισμό τους περί της ιδιότητας του επιδίκου ως μη κοινόχρηστου, λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνουν τη διάταξη του κανόνα δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης, ούτε εξειδικεύουν την ανεπάρκεια που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία (ΟλΑΠ 2005, ΑΠ 510/2021).
Επίσης, είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω αοριστίας και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες με την επίκληση ότι "Εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκτιμούσε ορθά τα πράγματα, δεν θα δεχόταν ότι ο επίδικος χώρος είχε την ιδιότητα της εγκαταλελειμμένης γαίας από Τουρκοκρατίας και συνεπώς, είχε περιέλθει στην κυριότητα του Δήμου, ενώ ταυτόχρονα δέχεται ότι μέσα σ' αυτόν ο ίδιος Δήμος αναγνώριζε χωριστές ιδιοκτησίες τρίτων, ιδιωτών".
Τούτο διότι στο αναιρετήριο γίνεται επιγραμματική αναφορά του αποδεικτικού πορίσματος, δεν παρατίθενται οι παραδοχές της απόφασης, ούτε αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 43/2021, ΑΠ 510/2021). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η αιτίαση ανάγεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 553 παρ. 1 β και παρ. 2ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη.
Αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση, θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές που έχουν εκδοθεί προηγουμένως, και αν δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους η αναίρεση. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι, σε περίπτωση απόφασης εν μέρει οριστικής και εν μέρει μη οριστικής, εφόσον αφορά τα κεφάλαια της ίδιας αγωγής, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά της οριστικής διάταξης, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη και επιπλέον η αναίρεση αυτή, κατά το μέρος που αφορά την οριστική διάταξη της εν μέρει οριστικής απόφασης, πρέπει να απευθύνεται κατά της εν μέρει οριστικής αυτής απόφασης, γιατί η οριστική αυτής διάταξη δεν θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται, αν δεν απευθύνεται και κατ` αυτής η αναίρεση (ΑΠ 1054/2019, ΑΠ 2152/2014, ΑΠ 1188/2003).
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η 37/2008 εν μέρει οριστική απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με αυτήν το Εφετείο Κρήτης απέρριψε με οριστική διάταξη την από 29-7-2003 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 527/2000 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, κατά το μέρος μεν που στρεφόταν κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, Ε.
συζ. Ν. Τ., ως απαράδεκτη, κατά το μέρος δε που στρεφόταν κατά των τρίτου και τέταρτης των αναιρεσίβλητων, Μ. Σ. και Ε. Γ., αντίστοιχα, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τους έκτο, έβδομο και όγδοο αναιρετικούς λόγους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 12, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι σιωπηρά αντιπαρήλθε χωρίς αιτιολογίες τους λόγους έφεσής τους και τους προταθέντες με αυτούς αυτοτελείς ισχυρισμούς και ενστάσεις τους (α) κατά των δεύτερης, τρίτου και τέταρτης των αναιρεσίβλητων περί του αβάσιμου της αναγνώρισης της κυριότητάς τους επί του καταληφθέντος από καθένα ακινήτου, όπως συνάγεται από δικαστική ομολογία τους, που περιέχεται στο δικόγραφο της προσεπίκλησης (έκτος λόγος), (β) κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης περί του αβασίμου της αναστολής της προόδου της δίκης ως προς αυτήν (έβδομος λόγος) και (γ) κατά του τρίτου αναιρεσίβλητου περί του αβάσιμου της αναγνώρισης της κυριότητάς του επί του καταληφθέντος από αυτόν ακινήτου (όγδοος λόγος).
Ωστόσο, οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν με την αίτηση αναίρεσης μόνο την 117/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης και όχι και την ανωτέρω 37/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία, όπως προεκτέθηκε, απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων κατά των ανωτέρω αναιρεσίβλητων, η οποία, όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ως προς την ανωτέρω οριστική της διάταξη, δεν συμπροσβάλλεται με την απεύθυνση της αναίρεσης μόνο κατά της 117/2015 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου.
Συνεπώς, οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι, που πλήττουν την μη προσβαλλόμενη 37/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι (ειδικά δε κατά το μέρος που αφορούν την δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως προς την οποία, όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι προβάλλονται και αλυσιτελώς).
Με τον ένατο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους περί μη αναφοράς του αριθμού μεταγραφής της συμβολαιογραφικής πράξης γονικής παροχής του επίδικου ακινήτου στα τέκνα της τέταρτης αναιρεσίβλητης, που θεμελίωνε την αντένστασή τους περί αοριστίας της ένστασης αυτής (τέταρτης αναιρεσίβλητης) περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής της στην αγωγή τους και εσφαλμένα δεν κήρυξε απαράδεκτη, κατ' άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, ως αόριστη την ένσταση αυτή.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η αμφισβήτηση της παθητικής της νομιμοποίησης αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό της αγωγής και όχι "πράγμα" και συνεπώς δεν θεμελιώνει λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επίσης, η άρνηση της παθητικής νομιμοποίησης δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 14 του άνω άρθρου, διότι αυτός αναφέρεται σε δικονομικές ακυρότητες, εκπτώσεις και απαράδεκτα, ενώ η διαδικαστική προϋπόθεση της νομιμοποίησης του διαδίκου αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή έννομης προστασίας και ελέγχεται αναιρετικά μέσω του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008,ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 1253/2020, ΑΠ 82/2016, ΑΠ 1595/2014).
Σε κάθε περίπτωση ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, της 37/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης και της 527/2010 πρωτόδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, προκύπτει ότι η αγωγή των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε κατ' ουσίαν ως προς την τέταρτη αναιρεσίβλητη με την πρωτόδικη απόφαση (527/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου), ενώ με την 37/2008 απόφαση Εφετείου Κρήτης απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και ο σχετικός λόγος της έφεσης των αναιρεσίβλητων.
Η δε προσβαλλόμενη απόφαση δεν προέβη σε οποιαδήποτε έρευνα του ισχυρισμού της ανωτέρω αναιρεσίβλητης περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής της και της άρνησης του ισχυρισμού αυτού από τους αναιρεσείοντες.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου Δήμου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά τα άρθρα 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "περί κυρώσεως του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, σε συνδ. με το άρθρο 285 του Ν. 3852/2010, καθώς επίσης και στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως προς την οποία η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, κατά το σχετικό αίτημα που υπέβαλε με τις προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται για τους τρίτο και τέταρτη των αναιρεσίβλητων, διότι αυτοί, λόγω της ερημοδικίας τους, δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την από 21-12-2015 αίτηση αναίρεσης (Αριθ. Έκθ. Καταθ. 51/2015, Αριθ. Δικ. 598/2019) της 117/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, Ε. χήρα Ν. Τ..
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της ανωτέρω αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την ανωτέρω, από 21-12-2015, αίτηση για αναίρεση της 117/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Φαιστού", τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ