Supreme Court dismisses appeal where one appellant withdraws before oral hearing, leaving others' claims inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by five appellants against a labor court decision regarding employee classification. The court noted that the sixth appellant withdrew their appeal before the oral hearing began, rendering their specific claim inadmissible. Consequently, the remaining appellants' arguments were rejected as the withdrawal of one party effectively terminated the procedural standing for the entire appeal in this context.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Withdrawal of an appellant from the appeal petition before the start of the oral hearing, even without the appellee's consent, results in the appeal being deemed not filed and the case being dismissed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 577 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 577/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Λ. του Χ., 2) Κ. Π. του Γ., αμφοτέρων κατοίκων ..., 3) Ι. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 4) Λ. Σ. του Χ., κατοίκου ...,5) Μ. Β. του Μ., 6) Μ. Φ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 7) Σ. Τ. του Α. και 8) Γ. Κ. του Ν., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Σωτηροπούλου-Πηλίχου, η οποία δήλωσε ότι ο με α/α 6ος των αναιρεσειόντων, παραιτείται από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αναίρεσης και ως προς τους δύο αναιρεσίβλητους, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." (.... Α.Ε,), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." (.... Α.Ε.) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …. η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3057/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4899/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-1-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Η πληρεξούσια των αναιρεσείοντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (ΚΠολΔ 573 παρ.1), συνάγεται ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υποθέσεως μπορεί να γίνει ακόμη και χωρίς συναίνεση του αναιρεσίβλητου, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο.
Η παραίτηση αυτή, εφ' όσον υφίσταται πληρεξουσιότητα του προσώπου που προβαίνει στη σχετική δήλωση (ΚΠολΔ 96 παρ.3), έχει ως αποτέλεσμα το ότι η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται πως δεν έχει ασκηθεί και επιφέρει κατάργηση της δίκης (ΟλΑΠ 20/1999, ΑΠ 984/2012]. Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 29-5-2018 γραπτή δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου Μαρίας Σωτηροπούλου-Πηλιχού (βλ.
το …45/25.5.2018 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ε. θυγ. Α. Σ.), που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος δικαστηρίου την 31/05/2018, ήτοι πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υποθέσεως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και επιδόθηκε στις αναιρεσίβλητες (βλ. τις ...67β/...69β/4.6.2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ.
Μ. Κ.), ο έκτος των αναιρεσειόντων Μ. Φ. του Ε. παραιτήθηκε από το δικόγραφο της υπό κρίση από 19-1-2018 αιτήσεως για αναίρεση της 4899/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η ένδικη αίτηση δεν έχει ασκηθεί ως προς τον ανωτέρω αναιρεσείοντα .
2. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν στο νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Σε αντίθετη περίπτωση, η αγωγή είναι αόριστη και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει για το λόγο αυτό, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας, με βάση τον οποίο ζητείται η παραδοχή του αιτήματος που υποβάλλεται.
Εξ άλλου, το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει περισσότερα στοιχεία απ` όσα, πράγματι, απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά απ` αυτά, οπότε υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 3, 3, 4 παρ. 1 και 8, 5 παρ. 3 και 4 και 42 παρ. 4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ... (ΚΚΠ/...), που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β` 1274/1973) με την 2842/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως, κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και επέχει ισχύ νόμου, όπως ισχύει μετά τη δημοσίευση τής από 23-3-1990 ΣΣΕ Προσωπικού ... (ΦΕΚ Β` 227/1990), το προσωπικό συνδέεται με τη ...
με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο. Προσωπικό έκτακτο είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών και μπορεί να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό με απόφαση του διοικητή, μετά από γνώμη του πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσεως.
Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, υποδιαιρούμενους σε κατηγορίες, που μπορούν να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ποσοστό οργανικών θέσεων, που καθορίζεται για κάθε κατηγορία με απόφαση του γενικού διευθυντή, ανάλογα με τις υπάρχουσες ανάγκες.
Κάθε μισθωτός, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, κατατάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο, προς πλήρωση οργανικής θέσεως Η κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο αποτελεί αποκλειστικά μισθολογική διαβάθμιση και δεν παρέχει δικαίωμα ασκήσεως καθηκόντων ορισμένης θέσεως στη διάρθρωση των υπηρεσιών της επιχείρησης.
Ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων καθορίζεται κάθε φορά από το διοικητικό συμβούλιο και είναι αντίστοιχος με την εκάστοτε ισχύουσα διάρθρωση της επιχείρησης, ενώ η κατανομή αυτών ενεργείται ανάλογα προς τις υφιστάμενες ανάγκες με απόφαση του διοικητή, ο οποίος μπορεί να μεταβάλλει το ποσοστό αναλογίας των οργανικών θέσεων.
Η κατάταξη γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας με απόφαση του διοικητή, κατόπιν προτάσεως της ιεραρχίας. Το διοικητικό συμβούλιο, μετά από εισήγηση του διοικητή, αποφασίζει για την ένταξη των τακτικών μισθωτών σε οποιοδήποτε μισθολογικό κλιμάκιο κάθε κατηγορίας. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε οργανικές θέσεις του τακτικού προσωπικού, μετά τη συμπλήρωση του ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας, αποτελεί υποχρέωση της ..., η οποία απορρέει από τις διατάξεις του ΚΚΠ/..., σε συνδυασμό με την ατομική σύμβαση εργασίας ενός εκάστου μισθωτού, που έχει προσληφθεί ως έκτακτος και με τις εκάστοτε ισχύουσες επιχειρησιακές ΣΣΕ.
Η υποχρέωση αυτή, που βρίσκεται απέναντι στο αντίστοιχο δικαίωμα του μισθωτού, έχει ενοχικό χαρακτήρα και πρέπει να εκπληρώνεται από τον εργοδότη όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ` όψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 288). Η μη εκπλήρωσή της από τη ..., που ενδέχεται να εκδηλωθεί είτε με τη μη ένταξη του μισθωτού είτε με την ένταξή του σε κατηγορία διαφορετική από εκείνη, στην οποία αυτός είχε δικαίωμα να ενταχθεί, συνιστά αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης και όχι αδικοπραξία (ΑΠ 244/2013, ΑΠ 185/2005).
Περαιτέρω, όμως, από τις ως άνω διατάξεις του ΚΚΠ/... συνάγεται με σαφήνεια ότι για την ένταξη του έκτακτου στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης και την κατάταξή του σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, εκτός των άλλων, η ύπαρξη αντίστοιχης, κενής οργανικής θέσης κατά το χρόνο που διενεργείται ή επιδιώκεται η ένταξη (ΑΠ 1252/2008).
Συνεπώς, στο δικόγραφο αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της ... να κατατάξει τον ενάγοντα μισθωτό αυτής σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού της, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΚΠ/..., απαιτείται να διαλαμβάνεται, εκτός των άλλων στοιχείων, η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης κατά τον αναφερόμενο χρόνο ένταξης, από του οποίου ζητείται η ορθή κατάταξη, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και, ως εκ τούτου, απαράδεκτη ( ΑΠ698/2015, 1113/2011, 646/2008).
3. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 21-12-2007 αγωγή τους επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση οι ήδη αναιρεσείοντες (πλην του έκτου) εξέθεσαν τα εξής: Ότι κατά την αναφερόμενη για τον καθένα ημερομηνία προσλήφθηκαν από την εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, επιχείρηση ηλεκτρισμού, αρχικά ως έκτακτο προσωπικό με σύμβαση ετήσιας διάρκειας και τοποθετήθηκαν στην κατηγορία Τ4, ως τεχνικοί με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο 10.
Ότι, στη συνέχεια, εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό της ο πρώτος την 3.6.1994,ο δεύτερος την 27.6.1994,ο τρίτος την 1.4.2002,ο τέταρτος την 1.8.2002 ,ο πέμπτος την 1.8.2002,ο έβδομος την 1.11.2006και ο όγδοος την 1.11.2006 στην κατηγορία Τ4 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 10. Ότι οι ενάγοντες ήσαν πτυχιούχοι σχολών ανώτερης εκπαίδευσης , περιστατικό το οποίο είχαν γνωστοποιήσει στην εναγομένη, η οποία θα έπρεπε να έχει εντάξει στο μισθολογικό κλιμάκιο 8 της κατηγορίας Τ3, τον πρώτο από 20.11.1994, τον δεύτερο από 21.3.1996,τον τρίτο από 25.8.2002,τον τέταρτο από 30.6.2002,τον πέμπτο από 21.9.2002 τον έβδομο από16.9.2007 και τον όγδοο από 18.10.2007 και, έκτοτε, να τους προάγει ανά τριετία, σύμφωνα με τον ΚΚΠ/...
και τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΣΣΕ, σε επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο και να καταβάλλει σ` αυτούς τις εκάστοτε υψηλότερες, νόμιμες αποδοχές. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες, επικαλούμενοι τις διατάξεις του ΚΚΠ/... και του άρθρου 288 ΑΚ, σε συνδυασμό με την από 28-2-1990 ΕΣΣΕ, ,επικουρικώς με βάση την αρχή της ισότητας και της ίσης ματαχείρισης ζήτησαν:
Α) Να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη έπρεπε να τους έχει εντάξει από τις ανωτέρω αναφερόμενες για τον καθένα ημερομηνίες ένταξής τους στο τακτικό προσωπικό στο μισθολογικό κλιμάκιο 8 της κατηγορίας Τ3 , και να τους προάγει στη συνέχεια και Β) Να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον καθένα τις μισθολογικές διαφορές, που προκύπτουν από την παράλειψη της ορθής ένταξής του και της μετά ταύτα μισθολογικής εξέλιξής του, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της δήλης ημέρας κατά την οποία οι εν λόγω διαφορές θα έπρεπε να έχουν καταβληθεί μαζί με τον, αντιστοίχως, οφειλόμενο μισθό.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η 3075/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την κυρία βάση της και ως αόριστη κατά την επικουρική. Επί ασκηθείσας εφέσεως κατ' αυτής από τους ενάγοντες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του έκτου εκκαλούντος ως προς την κυρίως εφεσίβλητη ...
ΑΕ και την επικουρικώς εφεσίβλητη ... ΑΕ, έγινε δεκτή αυτή ως προς τους λοιπούς και εξαφανίστηκε η εκεί εκκαλουμένη κατά την κυρία βάση της. Στη συνέχεια ,το Εφετείο δίκασε εκ νέου την αγωγή κατά την ανωτέρω βάση και την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας .
4.Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή κατά την κυρία βάση της ήταν απορριπτέα ως αόριστη για το λόγο ότι σ' αυτήν δεν αναφερόταν ότι κατά τους χρόνους κατά τους οποίους ζητήθηκε να αναγνωρισθεί ότι οι ενάγοντες έπρεπε να ενταχθούν στα αναφερόμενα μισθολογικά κλιμάκια υπήρχαν αντίστοιχες κενές οργανικές θέσεις.
Και τούτο διότι με βάση τις ρηθείσες διατάξεις του ΚΚΠ/... (που κυρώθηκε με το ν.δ. 210/1974 και επέχει ισχύ νόμου, αποτελεί δε γενεσιουργό λόγο των ενδίκων αξιώσεων) κατά τις οποίες για την ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε κάποια από τις κατηγορίες του τακτικού προσωπικού και για την εν συνεχεία προαγωγή ή εξέλιξή του απαιτείται η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής που είναι θεμελιωτική του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρώς αλλά πρέπει να εκτίθεται σαφώς στο αγωγικό δικόγραφο.
Το γεγονός ότι η επιχείρηση είχε ανάγκη από τις υπηρεσίες του εργαζομένου διότι τον απασχολούσε ως έκτακτο, δεν υποδηλώνει και την ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης, αφού σύμφωνα με τον ΚΚΠ/... το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται για την εξυπηρέτηση έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών για τις οποίες δεν επαρκεί το προσωπικό που καλύπτει τις οργανικές θέσεις.
Και το γεγονός ότι αργότερα η επιχείρηση κατέταξε τον εργαζόμενο στην προσήκουσα κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο δεν σημαίνει επίσης ότι υπήρχε αντιστοίχως κενή οργανική θέση και κατά την προγενέστερη ημερομηνία από την οποία ο εργαζόμενος επιδιώκει την κατάταξη που αναφέρεται στην αγωγή.
Γι' αυτό πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην αγωγή, ώστε να αποτελεί αντικείμενο απόδειξης, ότι κατά την ημερομηνία της ένταξης της οποίας η ορθότητα αμφισβητείται, υπήρχε κενή οργανική θέση και στην οποία η διοίκηση της επιχείρησης ενεργώντας αντίθετα προς την καλή πίστη παρέλειψε να κατατάξει τον εργαζόμενο, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση και για τη μετέπειτα υπηρεσιακή του εξέλιξη και προαγωγή και τη στηριζόμενη στα ανωτέρω περαιτέρω αξίωση για καταβολή μισθολογικών διαφορών.
Συνεπώς το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 4 παρ. 2, 5 παρ. 3, 5 παρ. 4, 6, 22 παρ. 1, 22 παρ. 3 εδ. β και 42 παρ. 4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ... (ΚΚΠ/...) και 288 Α.Κ. Ειδικότερα το εφετείο δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την κατάταξη και προαγωγή των εναγόντων μισθωτών σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού της εναγομένης. Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1,19 και 14 πράγματι δε μόνο αριθ. 1 ( η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.19 προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας ) Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος . 5.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού η έρευνα του δεύτερου λόγου αποβαίνει περιττή, καθόσον αφορά μόνον τον έκτο αναιρεσείοντα ήδη παραιτηθέντα από το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως , πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες (εκτός του 6ου) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ... ΑΕ, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής. (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΘΕΩΡΕΙ ότι δεν έχει ασκηθεί από τον Μ. Φ. του Ε., έκτο αναιρεσείοντα, η από 19-1-2018 αίτηση για αναίρεση της 4899/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες την από 19 -1-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 4899/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών -Και,
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες (εκτός του 6ου) στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ... ΑΕ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019. -Και
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ