Legislator Case Law & Legislation
683/2015 AI generated

Supreme Court dismisses hospital's appeal, ruling lower court properly evaluated evidence without separate listing.

Case Number 683/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the General Hospital Bolu's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment ordering it to pay €13,419 to an orthopedic company. The hospital argued the appellate court failed to consider specific documents regarding material procurement procedures, yet the court found the lower court had implicitly weighed all evidence. The appeal was rejected because the appellate court's reasoning sufficiently demonstrated that all submitted documents were evaluated, making a separate reference unnecessary.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to separately list evidence does not constitute a ground for cassation if the overall reasoning proves all evidence was duly considered.

Keywords

AI generated
cassation appeal appellate review evidence evaluation separate listing implied consideration civil procedure court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 41 of Law 496/1974
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 544/2005
AP 190/1995
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 683 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 683/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΒΟΛΟΥ "ΑΧΙΛΛΟΠΟΥΛΕΙΟ"" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Αποστολάκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΘΟΛΑΝΤ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΑ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ & ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χρυσάφη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1092/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5517/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22/10/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 20/3/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κράνη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 5517/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αίτησης αυτής και να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την από 22-10-2013αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5517/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η πρωτόδικη 1092/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν η αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε το ήδη αναιρεσείον Νοσοκομείο να της καταβάλει εντόκως το ποσό των 13.419 ευρώ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ) Με το άρθρο 41 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." ορίζεται ότι κάθε σύμβαση για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ., που έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών (ήδη 2.500 € σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 2/42053/0094/02 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών) ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου.

Το ποσό αυτό δύναται να αυξομειούται δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πρόταση κατάρτισης σύμβασης και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δια ιδιαιτέρων εγγράφων. Η εκ της μη τήρησης του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης αίρεται σε περίπτωση εκπλήρωσης της σύμβασης.

Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ. ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, και για το λόγο αυτό η έλλειψή του καθιστά, κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 του Α.Κ. άκυρη τη σύμβαση, αίρεται δε η ακυρότης σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης μόνο όταν για την σύναψή της προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (Ολ.

Α.Π. 862/1984, ΑΠ 324/2014, ΑΠ 1160/2013). Η πρόταση, η οποία είναι μονομερής και απευθυντέα σε τρίτο δήλωση βούλησης και αποτελεί ουσιώδες κατ’ άρθρο 192 ΑΚ στοιχείο της σύμβασης, πρέπει να είναι πλήρης κατά περιεχόμενο και ορισμένη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς.

Ο κανόνας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και Ολ. ΑΠ 4/2005,ΑΠ 68/2013, ΑΠ 70/2013). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ.

Α.Π.18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ.15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ’ αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.

Ο ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως επίσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος (ΑΠ 536/2011, Α.Π. 554/1995, 1316/1992).

Έτσι η αγωγή, με την οποία ο πωλητής ζητεί την καταδίκη του αγοραστή στην καταβολή του τιμήματος, που οφείλεται κατά τη μεταξύ τους σύμβαση πώλησης, πρέπει να περιέχει τα ουσιώδη κατά το άρθρ. 513 του ΑΚ στοιχεία της σύμβασης αυτής, που είναι το πωλούμενο πράγμα ή δικαίωμα (αντικείμενο της πώλησης), το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων σχετικά με τη μεταβίβαση του πράγματος κατά κυριότητα ή του δικαιώματος και την πληρωμή του τιμήματος.

Σε περίπτωση δε που πρόκειται για σύμβαση με ΝΠΔΔ, το αντικείμενο της οποίας υπερβαίνει τα 2.500 ευρώ, τότε θα πρέπει για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρεται ότι τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος ή τουλάχιστον ότι υπήρξε έγγραφη πρόταση για κατάρτιση της σύμβασης και εκπλήρωση αυτής (σύμβασης).

ΙΙΙ) Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με αυτή η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι με διαδοχικές συμβάσεις, για τις οποίες εξέδωσε τα αναφερόμενα στην αγωγή επτά τιμολόγια και δελτία αποστολής, πώλησε και παρέδωσε στο αναιρεσείον Νοσοκομείο ιατρικό υλικό (φουσκωτά γιλέκα αποσυμπίεσης της σπονδυλικής στήλης με αντίστοιχες μπάρες airback) και ότι παρά τις οχλήσεις της το αναιρεσείον αρνείται να της καταβάλει το οφειλόμενο τίμημα, ανερχόμενο σε 1.917 ευρώ αναφορικά με την κάθε σύμβαση και συνολικά σε 13.419 ευρώ.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα ουσιώδη κατά το άρθρο 513 ΑΚ στοιχεία που προαναφέρθηκαν, δηλαδή περιγραφή και εξειδίκευση του ιατρικού υλικού, που κατά τη συμφωνία των διαδίκων πωλήθηκε και παραδόθηκε στο αναιρεσείον Νοσοκομείο, όπως και το οφειλόμενο τίμημα, ενώ, κατά τα λοιπά, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στην αγωγή για ποιο τμήμα του αναιρεσείοντος Νοσοκομείου παραγγέλθηκε ή σε ποιο τμήμα παραδόθηκε το πωληθέν ιατρικό υλικό ή ποια η χρήση αυτού ούτε ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται εξ αρχής με το αγωγικό δικόγραφο το πρόσωπο που συμβλήθηκε για λογαριασμό του αναιρεσείοντος Νοσοκομείου.

Τα αντίθετα λοιπόν που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, ότι δηλαδή παρά το νόμο το Δικαστήριο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη, είναι αβάσιμα και πρέπει ο σχετικός λόγος να απορριφθεί.

Επίσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο τέταρτος κατά το πρώτο μέρος του και ο πέμπτος των λόγων της αίτησης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 8β Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, καθόσον παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει με τους λόγους αυτούς το αναιρεσείον Νοσοκομείο, το Εφετείο έλαβε υπόψη και σιωπηρά απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση αοριστίας της ένδικης αγωγής, που πρότεινε αυτό πρωτόδικα, αλλά και κατ’ έφεση.

IV) Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

ΑΠ 20/2005). Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ’ αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Η παράλειψη δηλαδή του δικαστηρίου να παραθέσει στην απόφασή του τις διατάξεις, στις οποίες στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά αναιρετέα την απόφασή του, αρκεί να υφίστανται τέτοιες διατάξεις που να στηρίζουν την αγωγή, οπότε ο Άρειος Πάγος επιτρεπτά συμπληρώνει μ’ αυτές, κατά το άρθρ. 578 ΚΠολΔ, την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού η μεν συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρ. 93§3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ενώ ως αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες στη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που ιδρύει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, νοούνται μόνον οι αντιφατικές ή ανεπαρκείς ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης(ΑΠ 104/2014, ΑΠ 951/2013, ΑΠ 282/2010, ΑΠ 1020/2005).Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρ. 65, 67, 68, 70, 211, 216, 229, 232 και 713 του ΑΚ, συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να καταρτίστηκε είτε από το όργανο που το διοικεί και ενήργησε μέσα στα όρια της εξουσίας του, όπως αυτή προσδιορίζεται από τη συστατική πράξη ή το καταστατικό του νομικού προσώπου, είτε από άλλο ή άλλα πρόσωπα, στα οποία, κατά πρόβλεψη της συστατικής πράξης ή του καταστατικού του νομικού προσώπου, παρασχέθηκε σχετική εξουσία από το όργανο που το διοικεί (ΑΠ 1172/2008).

Κατά την έννοια αυτή η εκπροσώπηση του νομικού προσώπου και η διαχείριση της περιουσίας του έχει μεν οργανικό χαρακτήρα, εφόσον ασκείται από τα καταστατικά όργανα διοίκησης αυτού ή από υποκατάστατα πρόσωπα, τα οποία εκφράζουν και αυτά πρωτογενώς τη βούληση του νομικού προσώπου, ως όργανα της διοίκησής του, αντλώντας την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό του ή αναλόγως τη συστατική του πράξη, όμως δεν εμποδίζονται τα όργανα διοίκησης του νομικού προσώπου, καταστατικά ή υποκατάστατα, να αναθέσουν με απόφασή τους, που μπορεί να συνάγεται και ερμηνευτικώς, κατά τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, την εκτέλεση συγκεκριμένων πράξεων σε άλλα πρόσωπα, για να ενεργήσουν στο όνομα ή για λογαριασμό του νομικού προσώπου ως άμεσοι αντιπρόσωποί του ή ανάλογα ως εντολοδόχοι του (έμμεσοι αντιπρόσωποι).

Μάλιστα τα πρόσωπα αυτά θεωρούνται ότι ενεργούν ως άμεσοι αντιπρόσωποι του νομικού προσώπου κατά την κατάρτιση δικαιοπραξίας, όταν η εξωτερίκευση της δράσης τους, όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από το κοινό, παρέχει την εντύπωση, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές ως προς το είδος της δραστηριότητας του νομικού προσώπου, ότι με απόφαση των διοικητικών οργάνων του ή των υποκατάστατων οργάνων της διοίκησής της ή έστω με την ανοχή τους ανατέθηκε στα ως άνω πρόσωπα ο κύκλος των ενεργειών, που περιλαμβάνει και τη δικαιοπραξία στην οποία συνέπραξαν(πρβλ.

ΑΠ 1324/2014, ΑΠ 1363/2011, ΑΠ 470/2006). Παρέπεται έτσι ότι όταν προβάλλεται έλλειψη νόμιμης εκπροσώπησης του νομικού προσώπου κατά τη σύναψη δικαιοπραξίας, με συνέπεια να αμφισβητείται τότε το κύρος της, εκείνος μεν που επικαλείται τη δικαιοπραξία πρέπει να προτείνει και να αποδείξει ότι καταρτίστηκε από αυτόν που εκπροσωπεί νόμιμα το νομικό πρόσωπο, το δε δικαστήριο υποχρεούται, αντίστοιχα, να προσδιορίσει με την απόφασή του το πρόσωπο που ενήργησε στο όνομα ή για λογαριασμό του νομικού προσώπου.

Από τις διατάξεις των άρθρων 221 και 224 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, μολονότι δεν υπάρχει πληρεξουσιότητα, εν τούτοις κρίνεται άξια προστασίας η εμπιστοσύνη του τρίτου στην ύπαρξή της. Με βάση τις διατάξεις αυτές και την αρχή της εμπιστοσύνης, διαπλάστηκε η έννοια της "φαινομένης πληρεξουσιότητας".

Πρόκειται για την περίπτωση που ο αντιπροσωπευόμενος δεν παρέσχε πληρεξουσιότητα ή την είχε παράσχει μεν κατά το παρελθόν, στην συνέχεια, όμως, την ανακάλεσε και ούτε ανέχθηκε, ούτε γνώριζε τη συμπεριφορά του φερομένου "αντιπροσώπου" του, αλλά θα μπορούσε να τη γνωρίζει και να την είχε εμποδίσει, αν επιδείκνυε την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, ενώ, από την άλλη πλευρά, ο συναλλαχθείς τρίτος δικαιούται, με βάση την καλή πίστη και τις αντιλήψεις των συναλλαγών, να πιστέψει ευλόγως ότι στον εμφανιζόμενο, ως αντιπρόσωπο, έχει παρασχεθεί πληρεξουσιότητα.

Γι’ αυτό, όμως, απαιτείται διαρκής επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του φερομένου "αντιπροσώπου" και καλή πίστη στο πρόσωπο του τρίτου που συναλλάχθηκε. Ο τελευταίος δεν προστατεύεται, αν γνώριζε την έλλειψη της πληρεξουσιότητας ή την αγνοούσε από αμέλειά του. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, καταλογίζεται στον "αντιπροσωπευόμενο", ότι με τη συμπεριφορά του δημιούργησε στους τρίτους την εύλογη πεποίθηση για την ύπαρξη πληρεξουσιότητας και αν πρόκειται για σύμβαση, αυτή θεωρείται καταρτισμένη, διά μέσου του "κατά φαινόμενο πληρεξουσίου".

Ο τρίτος που συναλλάχθηκε έχει στην περίπτωση αυτή κατά του αντιπροσωπευομένου τις αξιώσεις που πηγάζουν από τέτοια σύμβαση (ΑΠ 274/2013, ΑΠ 1659/2005, ΑΠ 939/2004, ΑΠ 1187/2000).

V) Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) είναι ανώνυμη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας ιατροφαρμακευτικών εν γένει ειδών, εξέδωσε προς το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. (αναιρεσείον) τα με αριθμούς... τιμολόγια πώλησης εξωτερικών γιλέκων αποσυμπίεσης της σπονδυλικής στήλης, τα οποία προορίζονταν για νοσηλευόμενους ασθενείς του σε εκτέλεση αντίστοιχων συμβάσεων πώλησης που κατάρτισε με το εναγόμενο..

Εξέδωσε ακόμη (η ενάγουσα) τα αντίστοιχα με αριθμούς... δελτία αποστολής, η δε συνολική αξία των τιμολογίων (με Φ.Π.Α.) συμποσούται στο ποσό των 13.419 ευρώ. Τα παραπάνω είδη παραλήφθηκαν από το εναγόμενο Νοσοκομείο και χρησιμοποιήθηκαν πράγματι από συγκεκριμένους νοσηλευόμενους ασθενείς του τελευταίου, το ονοματεπώνυμο των οποίων αναγράφεται στα τιμολόγια και στα δελτία αποστολής....

Σημειώνεται ότι δεν τίθεται ζήτημα ακυρότητας των συμβάσεων πώλησης που αφορούν τα επίδικα τιμολόγια, αφού το αντικείμενο καθεμιάς σύμβασης είναι κατώτερο των 2.500 ευρώ, ώστε δεν απαιτείται ο κατά το άρθρ. 41 του ν.δ/τος 496/1974 έγγραφος τύπος... Το γεγονός της παραλαβής και της χρησιμοποίησής τους για τους κατονομαζόμενους ασθενείς συνομολογεί το εναγόμενο, το οποίο διενήργησε μάλιστα μέσω των αρμόδιων οργάνων του ένορκη διοικητική εξέταση (ΕΔΕ) για το ζήτημα αυτό.

Σχετικά σχηματίσθηκε το υπ’ αριθμ. πρωτ. ΕΜΠ 158/17.12.2009 πόρισμα ένορκης διοικητικής εξέτασης και το υπ’ αριθμ. ...30.12.2009 πόρισμα συμπληρωματικής ένορκης διοικητικής εξέτασης, σύμφωνα με τα οποία δεν ακολουθήθηκε η νόμιμη διαδικασία για την παραγγελία και τη χορήγηση των ειδών που αναγράφονται στα τιμολόγια και στα δελτία αποστολής της ενάγουσας εταιρίας.

Συγκεκριμένα η παραγγελία των ως άνω υλικών έγινε κατόπιν παραγγελίας των υπαλλήλων του τμήματος προμηθειών του εναγομένου, ενώ, σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. ...29.9.2004 έγγραφο του διοικητή του εναγομένου, οι παραγγελίες για την προμήθεια των υλικών των ορθοπεδικών κλινικών και η παραλαβή τους έπρεπε να γίνονταν από το τμήμα διαχείρισης υλικών.

Σημειώνεται ότι το εναγόμενο δεν ισχυρίζεται καν ότι η ενάγουσα γνώριζε ή αγνοούσε από αμέλειά της, έστω και ελαφριά, το εν λόγω εσωτερικό έγγραφο του εναγομένου. Με τα δεδομένα αυτά το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 13.419 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής".

VΙ) Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αφού απ’ όσα ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής τους.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, τη συμβατική δέσμευση του αναιρεσείοντος νοσοκομείου από τις επίδικες συμβάσεις πώλησης στήριξε στο γεγονός ότι η παραγγελία των παραπάνω ιατρικών ειδών, που έγινε από το τμήμα προμηθειών αυτού, αφορούσε νοσηλευόμενους ασθενείς του Νοσοκομείου, ότι τα παραγγελθέντα ιατρικά είδη τα παρέλαβε και τα χρησιμοποίησε για νοσηλευόμενους ασθενείς του, καθώς και ότι το ως άνω τμήμα προμηθειών του νοσοκομείου εμφανίστηκε ως αρμόδιο για την εν λόγω συναλλαγή των νοσηλευόμενων ασθενών, παρά την ύπαρξη του υπ’ αριθμ. ...29.9.2004 εγγράφου του διοικητή του Νοσοκομείου, σύμφωνα με το οποίο οι παραγγελίες για την προμήθεια των υλικών των ορθοπεδικών κλινικών και η παραλαβή τους έπρεπε να γίνονταν από το τμήμα διαχείρισης υλικών.

Εξ άλλου, σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφαση, δεν προέκυψε ότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε ή από αμέλειά της, έστω και ελαφριά, αγνοούσε το παραπάνω εσωτερικό έγγραφο του Διοικητή του Νοσοκομείου, σύμφωνα με το οποίο η παραγγελία των ιατρικών αυτών ειδών έπρεπε να γίνει από το τμήμα διαχείρισης υλικών του αναιρεσείοντος και όχι από το τμήμα προμήθειας αυτού.

Ως εκ τούτου εύλογα πίστευε η αναιρεσίβλητη ότι υπάρχει η εν λόγω πληρεξουσιότητα, ενώ δεν όφειλε να ελέγξει επισταμένως και ενδελεχώς την ύπαρξη αυτής, ρωτώντας άλλους υπαλλήλους του νοσοκομείου γι’ αυτό, με συνέπεια λόγω του προκληθέντος αυτού "φαινομένου πληρεξουσιότητας", να δεσμεύεται το αναιρεσείον Νοσοκομείο έναντι της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, από τις καταρτισθείσες για λογαριασμό του, μέσω του τμήματος προμήθειας υλικών αυτού, συμβάσεις.

Εξ άλλου, δεν πρόκειται για εκ του καταστατικού εκπροσώπηση, οπότε οποιαδήποτε πλάνη ως προς το πρόσωπο του εκπροσώπου του αναιρεσείοντος δεν θα ήταν δικαιολογημένη, αλλά πρόκειται για εξουσία εκπροσώπησης εσωτερικής φύσεως μεταξύ των τμημάτων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. V

ΙΙ) Με τον τρίτο λόγο της αίτησής του το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 8α Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια (κατ’ εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου ), ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η παραγγελία των ιατρικών ειδών, που αφορούν τα αναγραφόμενα στην ένδικη αγωγή τιμολόγια και δελτία αποστολής της αναιρεσίβλητης, έγινε από υπαλλήλους του τμήματός του προμηθειών, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, αφού στη μεν ένδικη αγωγή δεν υπάρχει ο οποιοσδήποτε σχετικός ισχυρισμός, στη δε έφεση της αναιρεσίβλητης διαλαμβάνεται ο ισχυρισμός ότι η παραγγελία των ως άνω ειδών έγινε από θεράποντες ιατρούς νοσηλευομένων σ’ αυτό (Νοσοκομείο) ασθενών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον αποτελεί αντικείμενο τελικά της αποδεικτικής διαδικασίας η εξειδίκευση των προσώπων που συμβλήθηκαν για λογαριασμό του αναιρεσείοντος Νοσοκομείου και δεν ήταν αναγκαίο ούτε εξ αρχής να προσδιορίζονται με το αγωγικό δικόγραφο ούτε εμποδιζόταν το δικαστήριο της ουσίας να δεχθεί ότι για λογαριασμό του αναιρεσείοντος συμβλήθηκαν άλλα πρόσωπα απ’ αυτά που ανέφερε η αναιρεσίβλητη, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα, αν τα πρόσωπα αυτά μπορούσαν έγκυρα να συμβληθούν για λογαριασμό του. V

ΙΙΙ) Με τον τέταρτο λόγο της αίτησής του, κατά το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο μέρος αυτού, το αναιρεσείον αποδίδει στην εφετειακή απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς του ότι η δαπάνη αγοράς των επίδικων ιατρικών ειδών δεν βαρύνει αυτό αλλά τους ίδιους τους ασθενείς και τα ασφαλιστικά τους ταμεία, στο όνομα των οποίων θα έπρεπε να εκδοθούν και τα σχετικά τιμολόγια, καθώς και ότι δεν ακολουθήθηκε για την προμήθεια των ειδών αυτών για λογαριασμό του αναιρεσείοντος η προβλεπόμενη διαδικασία, σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε η σχετική παραγγελία να γίνει εγγράφως από το τμήμα διαχείρισης υλικού του αναιρεσείοντος ύστερα από έγκριση του Διοικητή του Νοσοκομείου, η δε παραλαβή των ειδών θα έπρεπε να γίνει από τριμελή επιτροπή.

Το γεγονός όμως ότι η δαπάνη αγοράς των παραπάνω ιατρικών ειδών βαρύνει κανονικά τους ασθενείς και τα ασφαλιστικά τους ταμεία δεν σημαίνει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η παραγγελία δεν μπορούσε να γίνει στο όνομα και για λογαριασμό του αναιρεσείοντος ούτε ότι οι σχετικές συμβάσεις πώλησης είναι άκυρες, επειδή δεν ακολουθήθηκε η εσωτερική διαδικασία που καθόρισε το υπ’ αριθ. ...29.9.2004 έγγραφο του Διοικητή του Νοσοκομείου.

Υπό την έννοια αυτή οι ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος κατατείνουν στην άρνηση της όποιας συμβατικής δέσμευσής του από τις επίδικες πωλήσεις, δηλαδή είναι απλοί αρνητικοί ισχυρισμοί, που δεν εμπίπτουν στην εμβέλεια του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και τους οποίους το Εφετείο σιωπηρά εν τέλει απέρριψε ως αλυσιτελείς.

Συνεπώς ως αβάσιμος πρέπει κατά τα αντίστοιχα ως άνω δεύτερο, τρίτο και τέταρτο μέρη του να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. IX) Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ.

Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα από αυτά κατ’ είδος αναφερόμενα, κατά το νόμο επιτρεπτά (Α.Π. 544/2005, 190/1995). Με τον έκτο και τον έβδομο των λόγων της αίτησής τούτο αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 γ Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στην εφετειακή απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω έγγραφα και συγκεκριμένα:

α)το υπ’ αριθ. 44313/ 22.12.2009 έγγραφο της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης του Τμήματος Κίνησης Ασθενών του αναιρεσείοντος, β)τις εγκυκλίους 35/1385/1999 Ο.Α.Ε.Ε. και 79/20.12.2000 ΙΚΑ, το Π0413/231 έγγραφο του Τμήματος Παροχών του ΙΚΑ και τον 162/1978 Κανονισμό Ασθένειας Τ.Υ.Δ.Ε., γ) τα υπ’ αριθ. 7529/27.2.2008, 33545/5.10.2009, 43888/18.12.2009 και 387/7.1.2010 έγγραφα του Υποδιευθυντή της Οικονομικής του Υπηρεσίας και δ) το υπ’ αριθ. 4833/30.12.2009 πόρισμα ΕΔΕ, τα οποία επικαλέστηκε και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι για το σχηματισμό του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, και όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αλλά και από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα παραπάνω έγγραφα, που στηρίζουν τους αρνητικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, οι οποίοι, όμως, κατά τα προεκτεθέντα, σιωπηρά απορρίφθηκαν ως αλυσιτελείς, γι’ αυτό και δεν έγινε ιδιαίτερη αναφορά στα έγγραφα αυτά, όπως άλλωστε δεν ήταν υποχρεωτικό,.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

X) Με τον όγδοο λόγο της αίτησής του το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, ισχυριζόμενο ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι σύμφωνα με το υπ’ αριθ. ...29.9.2004 έγγραφο του Διοικητή του Νοσοκομείου oι παραγγελίες για την προμήθεια όλων γενικώς των υλικών των ορθοπεδικών κλινικών του Νοσοκομείου και η παραλαβή τους έπρεπε να γίνονταν από το τμήμα διαχείρισης υλικών, ενώ το έγγραφο αυτό δεν αφορά τα επίδικα είδη. Ωστόσο η εσφαλμένη αυτή, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, εκτίμηση του παραπάνω εγγράφου από το Εφετείο δεν θεμελιώνει την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, γι’ αυτό και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός ως απαράδεκτος.

Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 5517/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ