Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to lack of new facts and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Court of First Instance of Patras. The appellant argued that the lower court erred in finding that the appellant's failure to submit a complete file to the Urban Planning Service constituted negligence, which prevented the issuance of a building permit and voided the contract. The court rejected these claims, ruling that the appellant's arguments were merely re-evaluations of evidence rather than new facts or procedural violations, and that the lower court's assessment of the causal link between the incomplete file and the lack of a permit was within its discretion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it merely re-evaluates evidence or challenges the lower court's assessment of facts without presenting new facts or procedural errors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 572 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 572/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην ……………. και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστρια αυτής, Μονοπρόσωπη Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Π. του Γ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ε. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Κατά την δικάσιμο της 17/9/2018 κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την σημερινή δικάσιμο, ο δικηγόρος Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος Θ. Π. του Γ., απεβίωσε στις 30/8/2018 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Κερατσινίου-Δραπετσώνας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Γ. Π. του Θ., ) Χ. χήρα Θ. Π., κάτοικοι ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/4/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 785/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 257/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/7/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ, που, κατ' άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία, προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και με το θάνατο κάποιου διαδίκου. Επέρχεται δε η διακοπή από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτού προς τον αντίδικο, η οποία μπορεί να γίνει με προφορική δήλωση, στο ακροατήριο, του πληρεξούσιου δικηγόρου του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος της διακοπής, από τον ίδιο δε (πληρεξούσιο δικηγόρο), με ρητή ή σιωπηρή δήλωση, μπορεί να γίνει εκουσίως και η επανάληψη αυτής και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας του διαδίκου αυτού ως κληρονόμου, ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 272/2012, ΑΠ 760/2011, ΑΠ 160/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται, από την προσκομιζόμενη με αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου, που συνέταξε ο Ληξίαρχος του Δήμου Κερατσινίου - Δραπετσώνας, στις 30-08-2018, απεβίωσε στην Αθήνα ο πρώτος αναιρεσίβλητος, Θ. Π., ο οποίος, όπως προκύπτει από το νομίμως προσκομιζόμενο 14699/05-09-2018 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Μοσχάτου - Ταύρου, κληρονομήθηκε από το τέκνο του Γ. Π. και, την εν ζωή σύζυγό του Χ. Π., το γένος Γ. και Δ. Ε., μοναδικούς, εξ αδιαθέτου, κληρονόμους του. Επομένως, αυτοί ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ως άνω αναιρεσίβλητου, που, κατά τ' ανωτέρω, απεβίωσε (άρθρα 1710, 1711, 1813, 1820, 1846 και 1857 παρ. 1 ΑΚ), εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, δυνάμει του 6285/03-07-2019 ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αρτέμιδας Παναγιώτη Μυλωνά, νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, το θάνατο του εν λόγω αναιρεσίβλητου και την εκούσια, στο όνομά τους, επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, λόγω του θανάτου αυτού και η ιδιότητά τους αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την αναιρεσείουσα.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ, "Ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 405 ΑΚ, "Η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.
Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμιά ζημία". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 330 ΑΚ, "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του, από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές", ενώ κατά το άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ, "αν για την εκπλήρωση της παροχής έχει συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής" και κατά το άρθρο 342 ΑΚ, "Ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα καταπίπτει, δηλαδή δημιουργείται η απαίτηση του δανειστή, σε σχέση με το αντικείμενο αυτής, όταν ο οφειλέτης αθετεί υπαίτια τις υποχρεώσεις του, όπως όταν αδυνατεί να εκπληρώσει την κύρια παροχή ή όταν περιέλθει σε υπερημερία, καθώς και όταν εκπληρώσει πλημμελώς την παροχή.
Οι προϋποθέσεις για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, σε περίπτωση συνομολόγησής της για την περίπτωση της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, είναι η υπερημερία του οφειλέτη, ως προς την εκπλήρωσή της, η οποία επέρχεται είτε με την όχληση, κατ' άρθρο 340 ΑΚ, είτε με την παρέλευση της δήλης ημέρας, που συμφωνήθηκε, κατ' άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ, καθώς και η υπαιτιότητά του, που προβλέπεται στο άρθρο 330 ΑΚ.
Γεγονός δε για το οποίο υπέχει ευθύνη ο οφειλέτης, κατά το προαναφερόμενο άρθρο 330 ΑΚ, είναι κατά κανόνα, κάθε δόλια ή από αμέλεια αθέτηση της ενοχικής υποχρέωσής του και γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη είναι κάθε εύλογη αιτία, λόγω της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, η οποία όμως δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλειά του, αλλά σε τυχηρό, ήτοι σε γεγονός, που δεν προβλέφθηκε, ούτε μπορούσε να προβλεφθεί ή να αποφευχθεί σε σχέση με τη μη εκπλήρωση ή η τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής από ένα μέσο συνετό άνθρωπο, όταν δηλαδή την ίδια συμπεριφορά θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος, ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια εκπλήρωσης (ΑΠ 1967/2017, ΑΠ 513/2016, ΑΠ 1980/2008).
Η υποκειμενική προϋπόθεση του οφειλέτη, ήτοι το γεγονός για το οποίο υπέχει ευθύνη, τεκμαίρεται και την έλλειψη της, στην περίπτωση ειδικότερα της υπερημερίας του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, κατά την οποία ο οφειλέτης καταλύει τις στηριζόμενες στην υπερημερία του απαιτήσεις του δανειστή, με την ένσταση, ότι η καθυστέρηση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο ίδιος (ΑΠ 1184/2019, ΑΠ 269/2012, ΑΠ 224/2012, ΑΠ 1011/2010, ΑΠ 1484/2009, ΑΠ 1980/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Η εναγομένη εταιρεία ασκεί επιχείρηση εμπορίας τροφίμων και άλλων ειδών και για τις ανάγκες της εμπορίας της αποφάσισε την ανέγερση ισογείου καταστήματος μετά βοηθητικών χώρων επιφάνειας 1.469,62 τ.μ.
στην Ε.Ο Πύργου - Κυπαρισσίας στη θέση ... του Νομού Μεσσηνίας. Προκειμένου να υλοποιήσει την ανωτέρω επιχειρηματική της απόφαση ήρθε σε επαφή με τους ενάγοντες, όπως επίσης και με τους Α. Α. και Ι. Α., για να αγοράσει τέσσερα όμορα αγροτεμάχια κυριότητάς τους στην περιοχή του ενδιαφέροντος της, ώστε από τη συνένωσή τους να προκύψει ένα ενιαίο αγροτεμάχιο συνολικής επιφάνειας 9.700,37 τ.μ., το οποίο ήταν της απαραίτητης έκτασης για την ανέγερση της υπεραγοράς.
Έτσι, η εναγομένη την 14.12.2007 σύναψε με τους τέσσερις κυρίους των αγροτεμαχίων που την ενδιέφεραν προσύμφωνα πώλησης με τα οποία εκείνοι υποσχέθηκαν να της πωλήσουν και να της μεταβιβάσουν κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή τα ακίνητα που περιγράφονταν στα προσύμφωνα. Ειδικότερα με το με αριθμό ...
προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Πατρών Ειρήνης Μητροπούλου - Καρακάση, ο κάθε ενάγων υποσχέθηκε την πώληση ενός αγροτεμαχίου επιφάνειας 3.154,23 τ.μ. έναντι τιμήματος 260.000 € για το καθένα καταβλητέο κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, με το με αριθμό ... προσύμφωνο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου ο Α.
Α. υποσχέθηκε την πώληση ενός αγροτεμαχίου 2.516,57 τ.μ. και με το με αριθμό ... προσύμφωνο επίσης της ίδιας συμβολαιογράφου ο Ι. Α. υποσχέθηκε την πώληση τμήματος 875,34 τ.μ. ευρύτερου αγροτεμαχίου του 939,22 τ.μ. με παλαιά ισόγεια οικία που δεν περιλαμβάνονταν στο προς μεταβίβαση τμήμα. Η συνολική έκταση (3.154,23 + 3.154,23 + 2.516,57 + 875,34=) 9.700,37 τ.μ.
που αποτέλεσε το αντικείμενο των τριών προσυμφώνων αποτυπώθηκε στο από 9.7.2007 τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ... του μηχανικού Β. Σ. που υπέγραψαν όλοι οι συμβαλλόμενοι και του οποίου έγινε μνεία στα προσύμφωνα. Σε τούτο το τοπογραφικό διάγραμμα η ιδιοκτησία του Ι. Α. φαίνεται με τα στοιχεία ... εμβαδού 875,34 τ.μ.
χωρίς την παλαιά οικία που άπτεται της πλευράς 2-3-4 του τμήματος του αγροτεμαχίου που προσυμφώνησε ο Ι. Α. να πωλήσει. Ισόγεια οικοδομή με όροφο (αρ. αδείας ...) υπάρχει εντός του αγροτεμαχίου του Α. Α.. Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο του ... προσυμφώνου πώλησης μεταξύ των διαδίκων, συμφωνήθηκε ότι η προσύμβαση αποσκοπεί στην απόκτηση συνολικά έκτασης 9.700,37 τ.μ., ότι η εναγομένη δεν έχει συμφέρον στην απόκτηση κανενός μεμονωμένου ακινήτου και ότι η υπογραφή της οριστικής σύμβασης της πώλησης θα γίνει στην Πάτρα ενώπιον της συντάξασας το προσύμφωνο συμβολαιογράφου ή του νομίμου αναπληρωτή της μέσα σε προθεσμία δώδεκα (12) μηνών από την ημέρα σύνταξης του προσυμφώνου και υπό τον όρο ότι οι καθ' υπόσχεση πωλητές θα έχουν προσκομίσει όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.
Επίσης, διελήφθη ότι η υπογραφή του οριστικού συμβολαίου τελεί υπό ορισμένες διαλυτικές αιρέσεις που τάχθηκαν υπέρ της εναγομένης - αγοράστριας και ότι η πλήρωση έστω και μίας εξ αυτών θα επέφερε τη λύση της προσύμβασης αζημίως για τα συμβαλλόμενα μέρη και η εναγομένη δεν θα είχε υποχρέωση σύναψης του οριστικού συμβολαίου.
Ειδικότερα δε, η σύναψη της οριστικής σύμβασης τέθηκε υπό τον όρο της μη πλήρωσης των αμέσως παρακάτω διαλυτικών αιρέσεων μέσα στην προθεσμία των δώδεκα μηνών από τη σύναψη του προσυμφώνου (βλ. σελ. 21, § 3 του ... προσυμφώνου): ι) της μη σύγχρονης πώλησης και μεταβίβασης των ιδιοκτησιών των εναγόντων με τις όμορες αυτών ιδιοκτησίες του Α.
Α. και του Ι. Α. και της μη απόκτησης των ιδιοκτησιών των τελευταίων επιφάνειας 2.516,57 τ.μ. και 875,34 τ.μ., ώστε να μην καταστεί δυνατόν η εναγομένη να αποκτήσει πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή στο ενιαίο ακίνητο επιφάνειας 9.700,37 τ.μ. όπως εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο από 9.7.2007 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Β.
Σ., ιι) της ύπαρξης πραγματικών και νομικών ελαττωμάτων, ενοχικής υποχρέωσης και βαρών των υποσχόμενων με το προσύμφωνο που συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων ("με το παρόν" κατά τον σχετικό όρο 2γ) ακινήτων προς πώληση και της παραβίασης της υποχρέωσης άμεσης σύμπραξης των εναγόντων και των ετέρων πωλητών στων οποίων τα προσύμφωνα υπάρχει σχετικός όρος για τη συνένωση των ακινήτων, ιιι) της πιστοποίησης από εξειδικευμένη εταιρία μόλυνσης του εδάφους και του υπεδάφους, ιν) της εξεύρεσης αρχαιοτήτων στα αγροτεμάχια, ν) της μη έγκρισης της δημιουργίας κυκλοφοριακού κόμβου εισόδου - εξόδου οχημάτων από και προς την Ε.Ο Κυπαρισσίας - Πύργου για την οποία έγκριση η εναγομένη θα έπρεπε να προβεί σε κάθε απαραίτητη ενέργεια όπως την υποβολή αιτήσεως με πλήρη φάκελο σε όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες και νι) της περίπτωσης που σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας δεν επιτρέπεται η έκδοση της οικοδομικής άδειας υπεραγοράς μικτού καταστήματος τροφίμων με εμβαδόν 1500 τ.μ.
περίπου και 100 περίπου υπέργειων θέσεων στάθμευσης για την οποία έκδοση αδείας θα ήταν υποχρεωμένη η εναγομένη να ενεργήσει τα απαραίτητα με δαπάνη της. Ο τελευταίος αυτός όρος, στο παραπάνω προσύμφωνο, υπό στοιχείο 2 δεύτερο γ (υπάρχουν δύο περιπτώσεις γ) έχει κατά λέξη ως εξής: " Ότι η αγοράστρια εταιρεία, με δικές της ενέργειες και δαπάνη, θα λάβει από τις αρμόδιες Αρχές, άδεια για την ανοικοδόμηση στο όλο ενιαίο ακίνητο κτίσματος μικτής επιφάνειας 1.500 τετραγωνικών μέτρων περίπου, για τη στέγαση υπεραγοράς/μικτού καταστήματος τροφίμων μετά 100 περίπου υπέργειων θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων ή όπως, ειδικά, θα αναφέρεται στην αίτηση της αγοράστριας εταιρείας για την έκδοση άδειας οικοδομής και για ζητούμενη χρήση και στο μέτρο του επιτρεπόμενου και όπως ειδικότερα αποτυπώνεται αυτή στην κάτοψη του όλου ακινήτου, που προσαρτάται στο παρόν και υπογράφεται από τα συμβαλλόμενα μέρη.
Η αφετέρου συμβαλλόμενη καθ' υπόσχεση αγοράστρια αναλαμβάνει με το παρόν την υποχρέωση να καταθέσει αίτηση για την έκδοση της παραπάνω άδειας στην αρμόδια πολεοδομική αρχή. Οι πωλητές ως κύριοι, νομείς και κάτοχοι σήμερα των προς μεταβίβαση ακινήτων, συναινούν ρητά και ανεπιφύλακτα, στην έκδοση της παραπάνω οικοδομικής άδειας επ' ονόματι της αγοράστριας εταιρείας καθώς επίσης και στην αναθεώρηση και τροποποίηση αυτής και υπόσχονται ότι θα παράσχουν κάθε αναγκαία για τον σκοπό αυτό βοήθεια, προς τούτο παραδίδουν από σήμερα την κατοχή των εν λόγω ακινήτων στην καθ' υπόσχεση αγοράστρια, ρητά παραιτούμενοι κάθε δικαιώματος τους και αξίωσής τους να ζητήσουν την καταβολή οιασδήποτε αποζημίωσης από την αφετέρου συμβαλλόμενη για την κατοχή και χρήση των ακινήτων απ' αυτή μέχρι την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου.
Η παράδοση της κατοχής των προς μεταβίβαση ακινήτων στην καθ' υπόσχεση αγοράστρια δεν παρέχει σ' αυτήν κανένα άλλο δικαίωμα, πλην της διενέργειας των απαραίτητων τομών, γεωτρήσεων που θα διενεργηθούν με τέτοιο τεχνικό τρόπο, ώστε να μην βλάπτεται η τυχόν υφιστάμενη κατάσταση της καλλιέργειας, οι οποίες, αποτελούν - κατά την κρίση της καθ' υπόσχεση αγοράστριας - το απαραίτητο στάδιο προεργασίας και προετοιμασίας ενόψει της αίτησης για την έκδοση άδειας οικοδομής για τη σκοπούμενη χρήση.
Σε καμία περίπτωση και μέχρι την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου της πώλησης, δεν επιτρέπεται η αποκοπή ή η εκρίζωση δένδρων, που υπάρχουν στα προς μεταβίβαση ακίνητα. Ρητά δηλώνεται ότι σε οποιαδήποτε περίπτωση ματαίωσης του οριστικού συμβολαίου η καθ' υπόσχεση αγοράστρια αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποκαταστήσει κάθε ζημία που ήθελε επέλθει στα προς μεταβίβαση ακίνητα από την από αυτήν κατοχή και χρήση τους.
Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές αρνηθούν την έκδοση της οικοδομικής άδειας επ' ονόματι της καθ' υπόσχεση αγοράστριας οι πωλητές δίνουν στην αγοράστρια από τώρα με το παρόν την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να εκδώσει την σχετική άδεια επ' ονόματι των καθ' υπόσχεση πωλητών, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση όπως αμέσως μόλις εκδοθεί η άδεια, μεταβιβάσουν αυτοί στην καθ' υπόσχεση αγοράστρια, χωρίς πρόσθετο αντάλλαγμα, ή και πριν την έκδοσή της να προβεί η καθ' υπόσχεση αγοράστρια σε κάθε απαραίτητη ενέργεια για την αναθεώρηση - τροποποίηση του φακέλου, ως προς τους δικαιούχους αυτής, με αποκλειστικό σκοπό η οικοδομική άδεια να ισχύσει τελικά επ' ονόματι της καθ' υπόσχεση αγοράστριας.
Σε περίπτωση που σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας, δεν επιτρέπεται η έκδοση της παραπάνω οικοδομικής άδειας υπεραγοράς - μικτού καταστήματος τροφίμων, με το προαναφερόμενο εμβαδόν και θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων, οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν και συναποδέχονται ότι πληρούται η παρούσα διαλυτική αίρεση, λαμβανομένου υπ' όψη ότι αναιρείται ο οικονομικός σκοπός και η νόμιμη αιτία κατάρτισης της παρούσας σύμβασης και καθίσταται ασύμφορη η κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου της πώλησης για την αφετέρου συμβαλλόμενη εταιρεία, οπότε η παρούσα σύμβαση θα λύνεται αζημίως και για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, τα οποία και θα ελευθερώνονται αμοιβαία από τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν εκατέρωθεν με το παρόν".
Εξάλλου για την περίπτωση ματαίωσης όλων των διαλυτικών αιρέσεων προβλέφθηκε ότι η εναγομένη θα είχε το δικαίωμα ακόμη και πριν την πάροδο της συμφωνηθείσας προθεσμίας των δώδεκα μηνών να καλέσει τους αντισυμβαλλόμενούς της να συμπράξουν στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης και σε περίπτωση που δεν το πράξουν να προβεί με αυτοσύμβαση στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου για την οποία οι ενάγοντες της χορήγησαν ανέκκλητα κάθε απαιτούμενη εντολή και πληρεξουσιότητα.
Σε περίπτωση δε μη υπογραφής του οριστικού συμβολαίου από υπαιτιότητα οιουδήποτε των συμβαλλομένων εντός της προθεσμίας των δώδεκα μηνών συμφωνήθηκε με τον όρο 12 του προσυμφώνου ότι θα καταπέσει σε βάρος του υπαίτιου μέρους ως ποινική ρήτρα ποσό ίσο με το 10% του παραπάνω συμφωνημένου τιμήματος της εκάστης σκοπούμενης πώλησης και ότι αυτή η ποινική ρήτρα δεν θα οφείλεται από κανέναν συμβαλλόμενο αν το οριστικό συμβόλαιο δεν καταρτιστεί τελικά από λόγο που σχετίζεται με τους ιδιοκτήτες των όμορων τεμαχίων.
Επίσης με τον όρο 13 του προσυμφώνου συμφωνήθηκε ότι οι συμβαλλόμενοι δηλώνουν ότι όπου συμφωνούνται ποινικές ρήτρες αυτές θα εισπράττονται με εκτέλεση του προσυμφώνου συμβολαίου που κηρύσσεται τίτλος εκτελεστός, βέβαιος και εκκαθαρισμένος. Το οριστικό συμβόλαιο δεν υπογράφτηκε εντός προθεσμίας δώδεκα μηνών από την υπογραφή του προσυμφώνου, ούτε άλλωστε και μετέπειτα και εκ του λόγου αυτού ζητήθηκε από τους ενάγοντες με την από 6.4.2010 και με αριθμό κατάθεσης 1556/14.4.2010 αγωγή τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών η ποινική ρήτρα που προβλέφθηκε κατά τα ανωτέρω από τον όρο 12 της προσύμβασης για την περίπτωση μη υπογραφής του προσυμφώνου εντός της συγκεκριμένης προθεσμίας.
Η εναγομένη κατά τη συζήτηση της αγωγής στη συνεδρίαση της 2.4.2013 στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο ταυτάριθμο με την εκκαλουμένη πρακτικό, αρνήθηκε την αγωγή και πρότεινε "1. Ένσταση αοριστίας της υπό κρίση αγωγής, 2. Επικουρικά ένσταση μείωσης της ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο", ενώ στις προτάσεις της ισχυρίστηκε ότι επειδή δεν εκδόθηκε η οικοδομική άδεια εντός των δώδεκα μηνών, χωρίς δική της υπαιτιότητα, πληρώθηκε αίρεση που είχε τεθεί υπέρ αυτής στο προσύμφωνο και της έδινε το δικαίωμα να μην προβεί στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης για τον λόγο αυτό.
Επίσης ισχυρίστηκε ότι είχε πληρωθεί και η διαλυτική αίρεση της αδυναμίας έκδοσης οικοδομικής άδειας, με βάση τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας, λόγω της κατάτμησης του ακινήτου του Ι. Α. πωλητή ενός εκ των άλλων ακινήτων, η οποία επίσης έδινε το δικαίωμα στην εναγομένη να μην συνάψει την οριστική σύμβαση.
Όμως από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε πως δεν ετάχθη ως διαλυτική αίρεση στην προσύμβαση που έδινε τη δυνατότητα στην εναγόμενη το δικαίωμα να μην συνάψει αζημίως τη σύμβαση, η έκδοση της οικοδομικής άδειας εντός δώδεκα μηνών από την υπογραφή του προσυμφώνου. Τούτο προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο του προσυμφώνου, όπου δεν υπάρχει διαλυτική αίρεση με το περιεχόμενο αυτό, ενώ η απουσία τέτοιας αίρεσης ήταν απολύτως συνεπής με το ότι η εναγόμενη και μόνο αυτή κατά τη σύμβαση είχε αναλάβει την έκδοση άδειας και αν υπήρχε αίρεση με το περιεχόμενο που ισχυρίζεται θα μπορούσε να μην ενεργεί αποτελεσματικώς για την έκδοση της άδειας και να επιτύχει δια του τρόπου αυτού να αποστεί της σύμβασης αζημίως.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ήτοι ότι δεν είχε συμφωνηθεί δικαίωμα της εναγομένης (ύπαρξη διάλυτικής αίρεσης υπέρ αυτής) να μη συνάψει την οριστική σύμβαση αζημίως στην περίπτωση που εντός δώδεκα μηνών από την υπογραφή του προσυμφώνου δεν εκδίδονταν η οικοδομική άδεια, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο σχετικός πρώτος λόγος έφεσης με τον οποίο γίνεται επίκληση κακής εκτίμησης των αποδείξεων για την κρίση αυτή να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επίσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο τρίτος λόγος της έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ότι δεν είχε συμφωνηθεί διαλυτική αίρεση υπέρ της εναγομένης για την περίπτωση που δεν εκδοθεί η οικοδομική άδεια εντός δώδεκα μηνών από την υπογραφή του προσυμφώνου, δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους ενάγοντες.
Τούτο διότι τα περιστατικά αυτά δεν αποτελούσαν αναγκαίο περιεχόμενο της ιστορικής βάσης της αγωγής και δεν στήριζαν το πραγματικό των νομικών διατάξεων περί ποινικής ρήτρας στις οποίες στηριζόταν η αγωγική αξίωση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, αλλά αποτελούσαν πραγματικά περιστατικά που ερευνήθηκαν προκειμένου να κριθεί η έλλειψη υπαιτιότητας της εναγομένης για τη μη σύναψη της σύμβασης εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας - το δε συμπέρασμα του δικαστηρίου ότι δεν είχε συμφωνηθεί διαλυτική αίρεση με το περιεχόμενο αυτό που προέκυψε από την εκτίμηση των αποδείξεων δεν θεωρείται "πράγμα"...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες παρέδωσαν από την ημέρα υπογραφής του προσυμφώνου στην εναγόμενη την κατοχή των ακινήτων τους, συναινώντας στην ενέργεια κάθε πράξης επ' αυτών εκ μέρους της εναγομένης που προβλέφθηκε και στο προσύμφωνο και εν γένει σε ο,τιδήποτε ήταν αναγκαίο προς τη διευκόλυνσή της για να επιτύχει την έκδοση άδειας (όπως τη δυνατότητα να εκδοθεί στο όνομά τους η άδεια και να τη μεταβιβάσουν στην εναγομένη, χορήγηση πληρεξουσιοτήτων κ.ά.
που καταγράφτηκαν και στο προσύμφωνο). Προσέτι, από το 11.9.2009 έγγραφο του μηχανικού Μ. Β. στο γραφείο του οποίου ανατέθηκε η έκδοση της οικοδομικής άδειας από την εναγομένη, το οποίο προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη - εκκαλούσα υπήρξαν μόνο εγκριτικές αποφάσεις των δημοσίων υπηρεσιών που εμπλέκονταν στην έκδοση της οικοδομικής άδειας, όπως η έγκριση της παρέκκλισης των όρων δόμησης, της κυκλοφοριακής σύνδεσης του ακινήτου με την Ε.Ο.
Πύργου - Κυπαρισσίας, της Υπηρεσίας Νεώτερων Μνημείων, της 26ης Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων κ. ά. Κάτι αντίθετο δεν συνάγεται από τις παρατηρήσεις του από 22.12.2008 ελέγχου της μελέτης που κατέθεσε η εναγομένη στο Πολεοδομικό Τμήμα Κυπαρισσίας για την έκδοση της απαιτούμενης οικοδομικής άδειας από τις οποίες φαίνεται ότι η εναγομένη είχε καταθέσει ελλιπή φάκελο την 11.12.2008 και χρειαζόταν συμπληρωματικά δικαιολογητικά σχετικά με τη δέσμευση χώρου για υποσταθμό της Δ.Ε.Η, τον καθορισμό οριογραμμών ρέματος, τον τρόπο συλλογής ομβρίων για την προστασία της Ε.Ο, όπως επίσης και σχεδιαγράμματα κυκλοφοριακής σύνδεσης, βεβαίωσης ορίου απαλλοτρίωσης και κτηματολογικό διάγραμμα, βεβαίωση της Διεύθυνσης Δασών και θεωρημένο σχεδιάγραμμα του Δασαρχείου.
Από τις ανωτέρω παρατηρήσεις του ελέγχου μελέτης μετά του από 30.12.2008 εγγράφου του Πολεοδομικού Τμήματος Κυπαρισσίας δεν συνάγεται αδυναμία έκδοσης της οικοδομικής άδειας για οποιονδήποτε άλλον λόγο πέραν του ελλιπούς φακέλου κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, που κατέθεσε η εναγομένη την 11.12.2008, η οποία είχε αναλάβει μόνη την ευθύνη έκδοσης της οικοδομικής άδειας.
Ούτε βέβαια αποτέλεσε λόγο της μη έκδοσης της οικοδομικής άδειας η κατάτμηση που είχε κάνει στο αγροτεμάχιο του ο Ι. Α., η οποία άλλωστε αποτέλεσε περιεχόμενο του προσυμφώνου που κατάρτισε με την εναγομένη, καθώς κάτι τέτοιο δεν συνάγεται ούτε από έγγραφο της αρμόδιας δημόσιας υπηρεσίας, ούτε από το περιεχόμενο του από 1.9.2009 εγγράφου του μηχανικού Μ.
Β.. Ούτε κάτι τέτοιο αποδεικνύεται από την από 10.2.2009 τεχνική έκθεση ακινήτου στην Κυπαρισσία του Τοπογράφου μηχανικού Κ. Κ. στην οποία αναφέρει ότι ο διαχωρισμός από την παλιά οικία που υπάρχει στο αγροτεμάχιο "είναι μια άκυρη κατάτμηση και πολεοδομικά δεν μπορεί να στηριχθεί (πλάγιες αποστάσεις-πρόσβαση στο κτίσμα).
Είναι αυτονόητο ότι αν προχωρούσαμε στην έκδοση οικοδομικής άδειας με αυτά τα δεδομένα θα είχαμε πρόβλημα στον έλεγχο τίτλων από τον μηχανικό εφαρμογής". Αντιθέτως από το περιεχόμενο του εγγράφου του Κ. Κ. δεν αποκλείεται η έκδοση οικοδομικής άδειας ("αν προχωρούσαμε στην έκδοση οικοδομικής άδειας") αλλά επισύρεται ο κίνδυνος αορίστως προβλημάτων στον έλεγχο τίτλων.
Επικαλέστηκε δε η εναγομένη την κατάτμηση του ακινήτου του Ι. Α. το πρώτον μετά την παρέλευση της συμβατικής προθεσμίας υπογραφής του προσυμφώνου για να θεωρηθεί ότι δεν απέστη της υπογραφής της οριστικής συμβάσεως υπαιτίως, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή της ποινικής ρήτρας που είχε συμφωνήσει, αλλά και για να καταδείξει, όπως επικαλείται και στην έφεσή της ότι με βάση τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας δεν επιτρεπόταν η έκδοση της οικοδομικής άδειας, περίπτωση που περιγράφτηκε ως διαλυτική αίρεση τεθείσα στο προσύμφωνο υπέρ αυτής.
Το αβάσιμο και προσχηματικό του ισχυρισμού της αυτού συνάγεται όχι μόνο από το ότι δεν αναφέρεται η κατάτμηση ως πρόβλημα μέχρι το τέλος του 2008, αλλά και επειδή ο Ι. Α., από τότε που έθεσε το πρόβλημα η εναγομένη και μετά της έκανε διάφορες προτάσεις στην αλληλογραφία που είχε μαζί της (επιστολές 2.5.2009, 12.5.2009 κ.ά), ενώ της πρότεινε μέχρι και την παραχώρηση ολόκληρου του αγροτεμαχίου του χωρίς επιπλέον τίμημα, προκειμένου να μην το προβάλει ως λόγο που την εμποδίζει από την επένδυση..., πλην όμως η εναγομένη δεν θέλησε να συνάψει συμβόλαιο αγοράς, είτε σε εκτέλεση του προσυμφώνου, είτε ως νέα συμφωνία, διότι είχε ήδη αποφασίσει να μην επενδύσει στην περιοχή και να διατηρήσει μικρή παρουσία στον χώρο της Πελοποννήσου και πάντως δεν επιθυμούσε πλέον την αγορά των ακινήτων που προσυμφώνησε για λόγους ανεξάρτητους με τους αντισυμβαλλόμενους της...".
Με τις σκέψεις του αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, η οποία, με όμοιες κρίσεις, είχε δεχθεί, εν μέρει, την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, επιδικάζοντας, ως ποινική ρήτρα, σε καθένα, από αυτούς, το ποσό των 12.000 ευρώ. Με τα πιο πάνω, ανελέγκτως, δεκτά γενόμενα, από το Εφετείο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, πληρούται το πραγματικό των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 404, 405, 330, 341 παρ. 1, 342 του ΑΚ και έγινε ορθή εξειδίκευση, με τη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, των αορίστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης και του, από αυτή, επελθόντος αποτελέσματος (ματαίωση σύναψη σύμβασης) και, έτσι, δικαιολογείται, η απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για έλλειψη υπαιτιότητάς της στη ματαίωση της σύναψης της ένδικης οριστικής σύμβασης και, συνακόλουθα, η παραδοχή της ένδικης αγωγής των αναιρεσίβλητων.
Τούτο δε διότι, όπως δέχθηκε το Εφετείο: α) η σύναψη της ένδικης, οριστικής, σύμβασης εντός της δωδεκάμηνης προθεσμίας, από την υπογραφή του ενδίκου προσυμφώνου, που έληγε στις 14-12-2008, ματαιώθηκε από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, εναγομένης. Και, β) η υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, εναγομένης, συνίσταται στο ότι αυτή, παρά τη συμβατική της υποχρέωση να μεριμνήσει, ώστε μέχρι την ως άνω ημερομηνία (14-12-2008) να έχει εκδοθεί, από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία, η εγκριτική άδεια κατασκευής κυκλοφοριακού κόμβου στο ένδικο ακίνητο, ως απαραίτητη προϋπόθεση, κατά το προσύμφωνο, για τη σύναψη της οριστικής σύμβασης, αμέλησε να πράξει τούτο, αφού κατέθεσε, στην αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία, ελλιπή φάκελο δικαιολογητικών, ήτοι χωρίς τα απαιτούμενα, συμπληρωματικά, δικαιολογητικά, σχετικά με τη δέσμευση χώρου για υποσταθμό της Δ.Ε.Η, τον καθορισμό οριογραμμών ρέματος, τον τρόπο συλλογής ομβρίων για την προστασία της Ε.Ο., σχεδιαγράμματα κυκλοφοριακής σύνδεσης, βεβαίωσης ορίου απαλλοτρίωσης, κτηματολογικό διάγραμμα, βεβαίωση της Διεύθυνσης Δασών και θεωρημένο σχεδιάγραμμα του Δασαρχείου και μάλιστα, έπραξε τούτο, καθυστερημένα, ήτοι στις 11-12-2008, τρεις ημέρες, δηλαδή, πριν εκπνεύσει η, συμφωνηθείσα, προθεσμία υπογραφής της οριστικής σύμβασης, στις 14-12-2008, με αποτέλεσμα να μην εκδοθεί, μέχρι τότε, η σχετική οικοδομική άδεια και, εντεύθεν, να ματαιωθεί η σύναψη της οριστικής σύμβασης, που, κατά τους όρους του ενδίκου προσυμφώνου, την προϋπέθετε (έκδοση οικοδομικής άδειας).
Επομένως, οι δύο αναιρετικοί λόγοι, από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνονται απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Πέραν του ότι, αναφορικά με την επικαλουμένη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την εξειδίκευση των ως άνω αορίστων νομικών εννοιών, ήτοι της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου, αμφότεροι οι αναιρετικοί λόγοι (αριθμ. 1 και 19 άρθρ. 559 ΚΠολΔ) είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, γιατί τα όσα αναφέρει η αναιρεσείουσα, στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή τους και δη ότι, ο επιθυμών να λάβει οικοδομική άδεια δεν ενεργεί αμελώς όταν αναθέτει σε τεχνικά γραφεία, πολιτικούς μηχανικούς, αρχιτέκτονες και μηχανολόγους την εκπόνηση των σχετικών σχεδίων και μελετών, πριν την υποβολή του τελικού φακέλου, με τα αναγκαία δικαιολογητικά, που είναι αναγκαία για την έκδοσή της και ότι ακόμη και αν δεν είχε μεσολαβήσει η αμελής συμπεριφορά της, ενόψει του μεγέθους του ενδίκου έργου, πάλι δεν θα μπορούσε, αντικειμενικά, να εκδοθεί η σχετική οικοδομική άδεια εντός 12 μηνών, δεν συνιστούν διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά επιχειρήματα αυτής αναφορικά με την, κατά την εκδοχή της, εκτίμηση των αποδείξεων και, έτσι, με πρόσχημα τις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες, αυτή πλήττει την ανέλεγκτη, από τον Άρειο Πάγο, εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που νίκησαν, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτών (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-07-2017 αίτηση, για αναίρεση της 257/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου