Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding filing deadlines and substantive legal errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision, ruling that additional appeal arguments were filed too late. The court found the lower court correctly dismissed the claim because the appellant had fully paid the legal fees for the four appeals, and the Second Instance Court properly distinguished between a denial of the defendant's passive legitimation and a substantive objection. Consequently, the appeal was dismissed as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 569 para. 2 lit. a, Art. 559 para. 8, Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; Additional appeal grounds must be filed thirty days prior to the hearing, and the court must distinguish between denials of passive legitimation and substantive objections regarding legal fees.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 862 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 862/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. Κ. του Ι., κατοίκου ... , παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητός της ως δικηγόρος μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αθανάσιου-Μιλτιάδη Κόκκινου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Σ. του Γ., κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία-Μιχαήλ Μαρκόπουλο, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 226/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2983/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-3-2012 αίτησή της και τους από 21-8-2013 πρόσθετους λόγους αυτής.
Εκδόθηκε η 1169/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης και την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 14-7-2014 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου, ανέγνωσε την από 4-10-2013 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε: Α) Την απόρριψη ως απαράδεκτων των από 21-8-2013 πρόσθετων λόγων, αν δε ήθελε κριθεί διαφορετικά την παραδοχή των. Β) Την παραδοχή του 4ου λόγου της κύριας αίτησης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, την παραδοχή του 3ου λόγου αυτής, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και την παραδοχή του πρώτου πρόσθετου λόγου, κατά το μέρος αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, την απόρριψη δε όλων των άλλων λόγων της από 21-3-2012 κύριας αίτησης και των πρόσθετων λόγων της για αναίρεση της 2983/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας και η αναιρεσείουσα ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την παράγραφο 2 εδ. α' του άρθρου 569 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνον με δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. παρ. 1, 2 του ίδιου Κώδικα που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Αρειος Πάγος την απορρίπτει αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν "Δεν τηρήθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων, δηλαδή κατάθεση του δικογράφου αυτών, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο της αναίρεσης και επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωση της, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (ΟλΑΠ 143/84, ΑΠ 259/2008).
Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες καταθέσεως και επιδόσεως, οι ημέρες Σάββατο και Κυριακή, οι προηγούμενες της δικασίμου καθώς και της συζητήσεως της αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 266/85). Στην προκειμένη περίπτωση, το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της αναιρεσείουσας κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 26-8-2013 (βλ.
σχετ. τη με αριθμό 101/26-8-2013 κατάθεση προσθέτων λόγων στην αρμόδια Γραμματέα του Αρείου Πάγου) και προσδιορίστηκε να δικαστεί μαζί με την αίτηση αναιρέσεως για τη αρχική δικάσιμο της υποθέσεως που ορίσθηκε στις 15-10-2013, κατά την οποία η υπόθεση, με αίτηση της αναιρεσείουσας, αναβλήθηκε ερήμην του αναιρεσιβλήτου, εκ του πινακίου την δικάσιμο της 18.3.2014.
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, που συζητήθηκε η υπόθεση, ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία-Μιχαήλ Μαρκόπουλο και στη συνέχεια εκδόθηκε η 1169/2014 με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων της, διότι κρίθηκε ότι "Από τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. ... /27-8-2013 και ... /27-8-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Β.
Α., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των από 21-8-2013 πρόσθετων λόγων αυτής, αντιστοίχως, στο τέλος των οποίων είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση αυτών η 15-10-2013, επιδόθηκαν (με θυροκόλληση), με επιμέλεια της αναιρεσείουσας "προς το Γεώργιο Βλάχο του Κοσμά, Δικηγόρο, κάτοικο Αθηνών, ως ειδικό πληρεξούσιο και αντίκλητο, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... /30-5-2012 πληρεξουσίου της Συμβ/φου Αθηνών Αικατερίνης Γλέζου, του προς ον η επίδοση, Β.
Σ., κατοίκου ... ... ". Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, ο αναιρεσίβλητος δεν εκπροσωπήθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη από τον Γεώργιο Βλάχο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του, αλλά από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ηρώ Βιδάλη, η οποία υπογράφει με την ίδια επίσης ιδιότητα την ασκηθείσα απ' αυτόν από 28-5-2008 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 226/2007 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου παρέστη η ίδια ως πληρεξούσια δικηγόρος του.
Επομένως, δεν αποδείχθηκε διορισμός του Γεωργίου Βλάχου, ως δικαστικού πληρεξουσίου του αναιρεσιβλήτου, για τη διεξαγωγή της δίκης αυτής. Εξ άλλου δεν αποδείχθηκε νόμιμος διορισμός του Γεωργίου Βλάχου, ως αντικλήτου του ενάγοντος, κατ' άρθρο 142 παρ. 1 και 4 Κ.Πολ.Δ., με την προσκομιδή αντιγράφου της, κατά το άρθρο 142 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., έκθεσης διορισμού του, στη γραμματεία του πρωτοδικείου της πρωτεύουσας, ως αφορώσας κάτοικο εξωτερικού, ούτε με ρήτρα σε σύμβαση, που να καλύπτει μόνο τις σχετικές με τη σύμβαση αυτή πράξεις.
Είναι δε ανίσχυρος, κατά τα εκτεθέντα στην αρχή της παρούσας, ο διορισμός αντικλήτου με μονομερή συμβολαιογραφική πράξη, όπως στην προκειμένη περίπτωση, με το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. ... /30-5-2012 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Γλέζου, με το οποίο, σε κάθε περίπτωση, όπως απ' αυτό προκύπτει, ο αναιρεσίβλητος, δήλωσε ότι διορίζει ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο του τον Γεώργιο Βλάχο, στον οποίο παρέχει την ειδική εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα προκειμένου Α) να προβεί σε κάθε απαραίτητη ενέργεια προκειμένου να εισπράξει τα σύμφωνα με το περιεχόμενο της 2983/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών αχρεωστήτως καταβληθέντα στην αναιρεσείουσα ποσά, Β) να προβεί σε κάθε απαραίτητη ενέργεια προκειμένου να εισπράξει το ποσό των δικαστικών δαπανών που προσδιορίζεται στην παρά πόδας επιταγή της ίδιας απόφασης.
Συνακόλουθα, οι επιδόσεις αυτές προς πρόσωπο, για το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι είχε την προς τούτο ιδιότητα του δικαστικού πληρεξουσίου και αντικλήτου του αναιρεσίβλητου είναι ανυπόστατες" Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα, αφού ο αναιρεσίβλητος ήταν μόνιμος κάτοικος εξωτερικού και δη της πολιτείας της Νέας Υόρκης, ... , Nέα Υόρκη, προέβη σε επίδοση όλων των ως άνω αναφερομένων δικογράφων (αίτηση αναίρεσης, πρόσθετοι λόγοι, κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο), κατά τις διατάξεις των άρθρων 134, 568, 569 ΚΠολΔ). (βλ.
Υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου 123/10-1-,2015 317/28-1-2015, 320/28-1-2015 δηλώσεις παραλαβής των συνοδευτικών εγγράφων-αποδεικτικών επιδόσεων με αριθμούς 30232906/5-12-2014, 30232939/2-12-2014 και 30158613/5-12-2014 των αρμοδίων αρχών των ΗΠΑ, νομίμως μεταφρασμένων, από τα οποία προκύπτει η επίδοση όλων των προαναφερομένων δικογράφων στον αναιρεσίβλητο).
Εφόσον λοιπόν, η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, είχε αρχικά οριστεί για την δικάσιμο της 15-10-2013, κατά την οποία η υπόθεση, με αίτηση της αναιρεσείουσας αναβλήθηκε ερήμην του εφεσιβλήτου για την 18.3.2014, κατά την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση και στη συνέχεια επανήλθε για συζήτηση κατά τη σημερινή δικάσιμο, με κλήση της αναιρεσείουσας, οι πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης, που κατατέθηκαν μεν την 26.8.2013, επιδόθηκαν όμως νομίμως, δηλαδή προς τον ίδιο τον αναιρεσίβλητο, (διότι η προς τον δικηγόρο Γεώργιο Βλάχο επίδοση ήταν μη νόμιμη) μόνον κατά την 12.11.2014, όπως προκύπτει από τις παραπάνω εκθέσεις επιδόσεως, δεν επιδόθηκαν εμπρόθεσμα, δηλαδή στην προθεσμία των τριάντα πλήρων ημερών πριν από την αρχική δικάσιμο της 15.10.2013 και συνεπώς πρέπει ν' απορριφθούν σαν απαράδεκτοι.
ΙΙ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 117, 134, 438 και 439 ΚΠολΔ, η επίδοση σε πρόσωπο της αλλοδαπής, γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο πρόκειται να εισαχθεί η δίκη. Ο Εισαγγελέας όταν παραλάβει το έγγραφο προς επίδοση οφείλει να το αποστείλει στον Υπουργό Εξωτερικών, ο οποίος έχει υποχρέωση να το διαβιβάσει σ' εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση. Για την επίδοση συντάσσεται η σχετική έκθεση, από το δημόσιο όργανο της αλλοδαπής που είναι επιφορτισμένο προς τούτο. Η έκθεση που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής, ή το αντίστοιχο όργανο της αλλοδαπής, συνιστά δημόσιο έγγραφο, αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό, ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο, ή ότι έγιναν ενώπιόν του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνον αν το έγγραφο αυτό προσβληθεί ως πλαστό.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω εκθέσεις επιδόσεως, που αναφέρονται στον αριθμό Ι της απόφασης αυτής, αυτές αφού διαβιβάστηκαν από το Υπουργείο Εξωτερικών, μετά την επίσημη μετάφραση των δικογράφων, επιδόθηκαν από τον αρμόδιο δημόσιο όργανο εντεταλμένο για την επίδοσή τους, όπως βεβαιώνεται στις εκθέσεις που συνέταξε, ο οποίος, αφού μετέβη στην αναγραφόμενη στην έκθεση κατοικία του αναιρεσιβλήτου, περί της οποίας δεν αντιλέγει ο αναιρεσίβλητος, παρέδωσε όλα τα δικόγραφα, ( ήτοι την αίτηση αναιρέσεως, του προσθέτους λόγους αυτής, καθώς και την κλήση για συζήτηση), βρήκε εκεί την σύνοικο του αναιρεσιβλήτου, όπως αυτή δήλωσε, JANE DOE, τα χαρακτηριστικά της οποίας, περιγράφει πλήρως και με λεπτομέρειες και επιβεβαιώνει ότι η τελευταία αποδέχθηκε την επίδοση.
Συνεπώς αφού αυτά επιδόθηκαν από λειτουργικά αρμόδιο υπάλληλο, στον αναιρεσίβλητο και δεν προσβάλλονται οι εκθέσεις επιδόσεως ως πλαστές, έχουν την αποδεικτική δύναμη του άρθρου 438 ΚπολΔ, δηλαδή αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα διαλαμβάνονται σ' αυτά και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου, ότι δεν του επιδόθηκε νομίμως η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει ν' απορριφθεί.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 ίδιου Κώδικα, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στο μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά το νόμο της αγωγής.
Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος, ή αν αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα.
Η ποσοτική δε ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του ίδιου άρθρου 559 του αυτού ΚΠολΔ, ενώ οι δικονομικές της ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφο της ελέγχονται κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 438/2001, 365/2000). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι επί αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία εδίωκε την καταβολή σ' αυτήν του αναφερόμενου χρηματικού ποσού, μεταξύ άλλου, ως υπολοίπου οφειλόμενης σ' αυτήν από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο δικηγορικής αμοιβής, εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή κατά ένα μέρος ως νόμιμη και βάσιμη, κατόπιν δε ασκηθείσας εφέσεως από τον εναγόμενο και αντεφέσεως από την ενάγουσα, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση, απέρριψε την αντέφεση και την αγωγή.
Με τον πρώτο λόγο της κύριας αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, το κονδύλιο της αγωγής που αφορά απαίτηση της ύψους 1208 ευρώ.
Από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι μ' αυτό, καθόσον αφορά τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, η ενάγουσα εξέθετε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω βεβαιώθηκαν από τη Δ.Ο.Υ Ηλιούπολης και το 14° Τ.Ε.Κ και προσαυξήσεις κλπ επί παραπάνω αναφερόμενων ποσών των προσφυγών συνολικού ύψους έως 16-5-2006 σύμφωνα με πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ Ηλιούπολης 60.444,38 ευρώ.
Το ανωτέρω ποσό, αποτελεί επίσης αντικείμενο των προσφυγών που έχουν ασκηθεί κατά τα άνω αναφερόμενα και συνεπώς ο Σ. Β. οφείλει να μου καταβάλει σύμφωνα με ... τα άρθρα ... του Κώδικα περί Δικηγόρων 60.444,38 Χ 2%=1208 ευρώ". Κατά τα αναφερόμενα δε στην αγωγή για τις "Α. υπ' αριθμ 135/2001 απόφαση επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ.
του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ηλιούπολης ποσού δρχ. 90.596.626 ή 265.874,18 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων κλπ., είχε ασκηθεί για λογαριασμό του αντιδίκου της από το δικηγόρο Αθηνών Ιωάννη Παριανό η από 5-9-2001 προσφυγή κατά της ως άνω απόφασης ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και Β. υπ' αριθμ. 136/2001 απόφαση επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ του Προϊστάμενου της Δ.Ο.Υ Ηλιούπολης, ποσού δρχ. 300.000 ή 880,41 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων κλπ είχε ασκηθεί για λογαριασμό του αντιδίκου της από το δικηγόρο Αθηνών Ιωάννη Παριανό η από 5-9-2001 … προσφυγή κατά της ως άνω απόφασης ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ότι ο αντίδικος της, της έδωσε ρητή εντολή και πληρεξουσιότητα να επικοινωνήσει με τον εν λόγω δικηγόρο και να λάβει απ' αυτόν τους φακέλους των συγκεκριμένων υποθέσεων το οποίο και έγινε και να χειριστεί εφεξής αυτές. Καθόσον δε αφορά τις αναφερόμενες από 17-3-2003 προσφυγές (α.α 72, 73, 74, 75, 76, 77, 78 και 79/19-3-2003), σχετικά α.
με την υπ' αριθμ. 1/23.12.2002 πράξη προσδιορισμού αποτελεσμάτων φορολογίας εισοδήματος του Προϊστάμενου 14ου ΤΕΚ ποσού ... 29.889,95 πλέον προσαυξήσεων, β. την υπ' αριθμ. 2/23-12-2002 πράξη προσδιορισμού αποτελεσμάτων φορολογίας εισοδήματος του ιδίου Προϊσταμένου, ποσού 17.564,20 ευρώ πλέον προσαυξήσεων, γ. υπ' αριθμ. 38/20-12-2002 απόφαση επιβολής προστίμου του ιδίου, ποσού 704 ευρώ, δ.
υπ' αριθμ. 39/20-12-2002 απόφαση επιβολής προστίμου του ιδίου Προϊσταμένου 14ου ΤΕΚ ποσού 2.112 ευρώ, ε. υπ' αριθμ 40/20-12-2002 απόφαση επιβολής προστίμου του ιδίου, ποσού 1760 ευρώ, στ. υπ' αριθμ. 14/20-12-2002 πράξη επιβολής προστίμου του ιδίου Προϊσταμένου, ποσού 586,95 ευρώ, ζ. υπ' αριθμ. 1/23-12-2002 πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ του αυτού Προϊσταμένου ποσού 50.230,14 και υπ' αριθμ 12/23-12-2002 πράξη επιβολής προστίμου του ιδίου ποσού 146 ευρώ η.
υπ'αριθμ. 2/2002 πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ ποσού 30.706,23 ευρώ και την υπ' αριθμ. 13/2002 πράξη επιβολής προστίμου του ιδίου Προϊσταμένου ποσού 440,24, εκθέτει στην αγωγή ότι η ίδια η αναιρεσείουσα πρoέβη στη σύνταξη των εν λόγω οκτώ προσφυγών. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα της αγωγής αυτή ήταν απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ως προς το κονδύλιο που αφορά αμοιβή ποσού 1,208,88 ευρώ (2% επί των προσαυξήσεων συνολικού ποσού έως 16-5-2006 60.444,38 ευρώ σύμφωνα με πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ.
Ηλιούπολης επί των αναφερομένων στις προσφυγές ενώπιον του Τριμελούς διοικητικού Πρωτοδικείου., και του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ... κατά των πράξεων του 14ου ΤΕΚ και ενώπιον του Τριμελούς ... και του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ... κατά πράξεων του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ηλιούπολης χρηματικών ποσών).
Ειδικότερα η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει της από 19/2/2003 προφορικής εντολής συνέταξε τις από 17/3/2003 προσφυγές (4 ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς και 4 ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς) κατά πράξεων του Προϊσταμένου του 14ου Τ.Ε.Κ. και 2) δυνάμει της από 2/2/2004 προφορικής εντολής ανέλαβε να προβεί στις αναγκαίες δικαστικές ενέργειες (σύνταξη υπομνήματος, παράσταση κατά τη συζήτηση) επί των από 5/9/2001 δύο προσφυγών ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών αντιστοίχως, που είχε συντάξει ο συνάδελφος της Ιωάννης Παριανός, δικηγόρος Αθηνών ως εντολοδόχος (τότε) του εναγομένου κατά πράξεων του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Ηλιούπολης, και ζήτησε, βάσει τούτων, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει ως αμοιβή το προαναφερόμενο ποσό των 1.208,88 ευρώ (2% επί των προσαυξήσεων ποσού 60.444,38 ευρώ επί των αναφερομένων στις ως άνω προσφυγές χρηματικών ποσών). Λαμβανομένου, όμως, υπόψη ότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, τις ανωτέρω, υπό στοιχείο 2 προσφυγές συνέταξε ο δικηγόρος Ιωάννης Παριανός, η ενάγουσα δεν επικαλείται το αναγκαίο για τη θεμελίωση του δικαιώματος αμοιβής της ποσό των προσαυξήσεων επί των χρηματικών ποσών που αφορούν οι προσφυγές που συνέταξε η ίδια κατά πράξεων του Προϊσταμένου του 14ου Τ.Ε.Κ., επί του οποίου (ποσού) ήθελε υπολογισθεί η αμοιβή της σε ποσοστό 2%.
Συνεπώς, εφόσον ο εναγόμενος παραπονείται για την παραδοχή κατ'ουσίαν του κονδυλίου αυτού, σύμφωνα δε με το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως, το Δικαστήριο τούτο έχει την εξουσία να εξετάσει το ορισμένο της αγωγής (ΚΠολΔ 522, 536), πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως του εναγομένου, με τον οποίο ζητεί την απόρριψη του ως άνω κονδυλίου ως αβασίμου κατ' ουσία, να ... απορριφθεί η αγωγή ως προς αυτό ως αόριστη." Υπό τα εκτεθέντα, το Εφετείο ορθώς απέρριψε ως απαράδεκτο το άνω κονδύλιο, λόγω αοριστίας, αφού η ενάγουσα επικαλούμενη συνολικό ποσό προσαυξήσεων που αποτέλεσε περιεχόμενο διαφορετικών προσφυγών, οι οποίες δεν συντάχθηκαν στο σύνολο τους από την ίδια, αλλά και από άλλο δικηγόρο, κατά τα ιστορούμενα από την ίδια, ουδόλως εξειδίκευσε το αναγκαίο για τη θεμελίωση του δικαιώματος αμοιβής της, από την ως άνω αιτία, ποσό που προέκυπτε μόνον από τις προσαυξήσεις που αποτέλεσαν περιεχόμενο των προσφυγών τις οποίες συνέταξε η ίδια. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της αίτησης, αληθώς εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Εξ άλλου, στο άρθρο 152 του ν.δ. 3026/1954 "Περί του Κωδικός Δικηγόρων" που είναι εντεταγμένο στο Γ Κεφάλαιο υπό τον τίτλο "Εργασία εις διοικητικάς υποθέσεις", το οποίο ρυθμίζει ειδικώς την αμοιβή των δικηγόρων για τις εργασίες σε διοικητικές υποθέσεις ορίζεται: "Διά την σύνταξιν αιτήσεως, υπομνήματος ή ενστάσεως ή προσφυγής ή αντιρρήσεων ή ανακοπής ή εφέσεως ή οιουδήποτε άλλου εγγράφου, απευθυνόμενων κατά τους διοικητικούς, φορολογικούς, τελωνιακούς, στρατολογικούς, εκλογικούς κ.λ.π.
νόμους προς ειρηνοδίκην ή διοικητικήν επιτροπήν ή άλλο διοικητικόν δικαστήριον, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δρχ. 30. 2) Εάν τα ως άνω έγγραφα απευθύνονται προς δευτεροβάθμιον διοικητικόν δικαστήριον ή Επιτροπήν β' βαθμού, προς ειρηνοδίκην δικάζοντα κατά β' βαθμόν, το όριον τούτο είναι δραχμαί 40".
Με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 4507/1966 "περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων", στο τέλος του άρθρου 155 του Κώδικα Δικηγόρων προστέθηκε παράγραφος 2, στην οποία ορίζεται ότι "Διά τις ενώπιον των φορολογικών δικαστηρίων υποθέσεις εφαρμόζονται οι διατάξεις, αι αφορώσαι τας πολιτικάς υποθέσεις κατά την εξής διάκρισιν:
α) Διά τας ενώπιον του μονομελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις, β) δια τας ενώπιον του τριμελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις και γ) δια τας ενώπιον του δευτεροβαθμίου φορολογικού δικαστηρίου (ανεξαρτήτως συνθέσεως) αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Εφετείου υποθέσεις.
Στη συνέχεια με το άρθρο 8 του ν. 950/1979 "περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων" ορίστηκε ότι "Αι διατάξεις του άρθρου 155 του ν.δ. 3026/1954, αι προστεθείσαι εις τούτο υπό της παραγάφου 2 του άρθρου 4 του ν. 4507/1966 εφαρμόζονται και επί των ενώπιον παντός διοικητικού δικαστηρίου κατά πάσαν διαδικασίαν εκδικαζομένων υποθέσεων".
Με τις επιγενόμενες ως άνω ρυθμίσεις δια των άρθρων 4 παρ. 2 του ν. 4507/1966 και 8 του ν. 950/1979 σκοπήθηκε ο καθορισμός της αμοιβής των δικηγόρων επί υποθέσεων στα μετά τη θέσπιση του Κώδικα Δικηγόρων ιδρυθέντα φορολογικά και ήδη διοικητικά δικαστήρια, κατά τρόπο ομοιόμορφο προς τα ισχύοντα επί πολιτικών υποθέσεων, και έτσι καταργήθηκε σιωπηρώς το άρθρο 152 του Κώδικα Δικηγόρων και ως προς τις αναγόμενες στην προδικασία των διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες.
Με την ως άνω ρύθμιση ο νομοθέτης θέλησε, κατ' αντιστοιχία των διατάξεων που ισχύουν και ρυθμίζουν τα των αμοιβών εν γένει των δικηγόρων επί υποθέσεων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, να ισχύουν και οι αμοιβές των δικηγόρων για τις ενώπιον των φορολογικών και ήδη διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες. (Ολ.ΑΠ 7/2005, ΑΠ 2080/2007, 1403/2006).
Συνακόλουθα, σε περίπτωση ελλείψεως ειδικής συμφωνίας, η αμοιβή του δικηγόρου επί υποθέσεων στα διοικητικά δικαστήρια κανονίζεται, αδιαφόρως αν πρόκειται για πράξεις της προδικασίας ή τέτοιες στο ακροατήριο τους, αναλογικώς με βάση τις διατάξεις του Δικηγορικού Κώδικα, που ισχύουν και ρυθμίζουν τα των δικηγορικών αμοιβών σε εργασίες ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 91 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΝΔ 3026/1954) "ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην των δαπανών, και αμοιβή για κάθε εργασία αυτού δικαστική ή εξώδικη". Κατά δε το άρθρο 92 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα "τα της αμοιβής του δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνία μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσα είτε την όλη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή άλλες πάσης φύσεως εργασίες, εν ουδεμία δε περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων των άρθρων 98 επ.".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου ως άμισθου δημόσιου λειτουργού, που έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση του εντολέα του ενώπιον των δικαστηρίων και κάθε αρχής, κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέως του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ' ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση.
Και αν δεν καταρτίστηκε συμφωνία για αμοιβή, ο δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή τα ελάχιστα όρια αυτής που ορίζονται στα άρθρα 98 και επόμενα του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΑΠ 2/2008). Κατά δε το άρθρο 98 παρ. 1 και 2 του ίδιου κώδικα "ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστον ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων, αυξανομένων κατά την κρίσιν του δικαστού ή του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητος της διαφοράς, των ιδιαζουσών αυτής περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών.
Κατά τον προσδιορισμό τούτου η αποτίμησις εκάστης πράξεως και ενεργείας δεν δύναται να ορισθεί υπό των δικαστηρίων και των δικαστικών αρχών κατωτέρα της εν τοις επομένοις άρθροις". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει, εκτός από τη δικαστηριακή ή άλλη δαπάνη που κατέβαλε, και αμοιβή, η οποία αν δεν έχει κανονισθεί με συμφωνία με τον εντολέα του, σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια που καθορίζονται από τα αρθρ. 98 επ.
του Κώδ. Δικηγόρων, ενώ κάθε συμφωνία για λήψη μικρότερης αμοιβής από τα παραπάνω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξαρτήτως του χρόνου συνάψεως της. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 91, 98, 100 επ. και 173 του Κώδικα περί Δικηγόρων προκύπτει ότι το δικαίωμα αμοιβής του δικηγόρου για κάθε παρεχόμενη στον εντολέα τούτου εργασία, στα πλαίσια της γενομένης μεταξύ τους συμφωνίας, προϋποθέτει ολοκληρωμένη ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται αμοιβή, ειδικότερα δε για τη σύνταξη αγωγής και προτάσεων απαιτείται, πέραν της διατυπώσεως του περιεχομένου τους, η υπογραφή και η κατάθεση τους, δια των οποίων πράξεων και μόνον ολοκληρώνεται, σε εκτέλεση της παρασχεθείσας στο δικηγόρο εντολής, η ενέργεια για την οποία αφορά η αμοιβή αυτού και εξασφαλίζονται τα συμφέροντα του εντολέα, στην προστασία των οποίων αποβλέπει η ενέργεια αυτή (ΟλΑΠ 9/2008, 14/2008).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ρηθεισών διατάξεων (αρθρ. 91, 98, 100 επ. και 173 του Κώδικα περί Δικηγόρων) και εκείνης του άρθρου 135 ίδιου Κώδικα κατά την οποία "Δεν οφείλεται αμοιβή διά την επιμέλειαν προς λήψιν αντιγράφου, διά την απλήν κατάθεσιν εγγράφων ή δικογραφιών εις τα δικαστήρια, διά την εγχείρισιν προτάσεων μεταξύ δικηγόρων, διά την επιμέλειαν προς επίδοσιν εγγράφου ή δικογράφου, καθώς και διά την επιμέλειαν προς εγγραφήν υποθέσεως εν τω πινακίω" προκύπτει ότι για την κατάθεση και μόνο τέτοιων δικογράφων στο δικαστήριο, δεν προβλέπεται ιδιαίτερη αμοιβή.
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 156 παρ. 1 και 2, 157, 158, 123, 152, 169 και 173 του Κωδικός περί Δικηγόρων, προκύπτει ότι αμοιβή για παροχή νομικής συμβουλής μετά μελέτη εγγράφων, οφείλεται, μόνο όταν σ' αυτήν περιορίζεται η ενέργεια του δικηγόρου, χωρίς να επακολουθήσει δικαστική ενέργεια. Οι συμβουλές, που δίνονται για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που εμφανίζονται και την πληρέστερη υπεράσπιση της υποθέσεως, από το δικηγόρο ο οποίος προέβη στην δικαστική ενέργεια, δεν αμείβονται ιδιαίτερα, αλλά λαμβάνονται υπόψει, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του Κ.Δ., για τον προσδιορισμό της προσήκουσας για τη δικαστική ενέργεια αμοιβής (ΑΠ 766/1987).
Κατά δε την αληθινή έννοια της διατάξεως του άρθρου 159 του ίδιου Κώδικα, αμοιβή οφείλεται για μελέτη δικογραφίας μη ποινικής υποθέσεως εφόσον δεν ήθελε επακολουθήσει γι' αυτήν κάποια διαδικαστική πράξη από μέρους του δικηγόρου που τη μελέτησε. Τούτο είναι αυτονόητο γιατί αν επακολουθήσει τέτοια ενέργεια θα οφείλεται αμοιβή γι' αυτήν στην οποία συμπεριλαμβάνεται και εκείνη για την μελέτη της δικογραφίας (ΑΠ 31/1998)-.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 144 ίδιου Κώδικα: "Δια την μελέτην δικογραφίας ποινικής υποθέσεως το πρώτον ανατιθέμενης προς υπεράσπισιν, το ελάχιστον όριο της αμοιβής είναι ... (παρ. 1). Δεν οφείλεται ιδιαιτέρα αμοιβή δια μελέτην δικογραφίας αφορώσης υπόθεσιν πταισματικήν ή δια μελέτην δικογραφίας οσάκις επηκολούθησε παράστασις αμειβομένη κατά το επόμενο άρθρο (παρ. 4).
Κατά δε το άρθρο 145 παρ. 2 του Κώδικα αυτού "Δια παράστασιν εις το ακροατήριον του Πλημμελειοδικείου προκείμενου μεν περί Μονομελούς το ελάχιστον όριο είναι ... ." Επισημαίνεται για την πληρότητα του νομικού ζητήματος και μόνο ότι οι διατάξεις του Δικηγορικού Κώδικα για τα ελάχιστα όρια της αμοιβής των δικηγόρων εξακολουθούν ισχύουσες και μετά τη διάταξη του άρθρου 7 § 2 ν. 2753/1999 και τις εκδοθείσες στο μεταξύ σχετικές υπ' αριθμούς 1314/2000, 1085081/1473/Α0012 και 120867/2005 Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις περί καθορισμού των κατωτάτων ορίων των προεισπρατόμενων δικηγορικών αμοιβών για δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις (ΑΠ 317/2007, 760/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε περαιτέρω τα ακόλουθα: "Καθόσον αφορά τα επί μέρους κονδύλια αμοιβής 456 ευρώ για κατάθεση 4 προσφυγών ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου (4X114 ευρώ) και 332 για κατάθεση 4 προσφυγών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (4X83 ευρώ) και συνολικά 88 ευρώ αυτά είναι μη νόμιμα, καθόσον κατ' άρθρο 135 Κωδικός περί Δικηγόρων δεν οφείλεται αμοιβή για την απλή κατάθεση δικογράφων.
Εξ άλλου, μη νόμιμο είναι και το κονδύλιο της αγωγής που αφορά αμοιβή για απασχόληση της ενάγουσας επί 377 ώρες συνολικά, για τις οποίες ισχυρίσθηκε ότι δικαιούται αμοιβής 62 ευρώ/ ώρα και συνολικά 23.374 ευρώ. Ειδικότερα, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι α) κατά το χρονικό διάστημα από 19/2/2003 που έλαβε την υπό ιδία ημερομηνία προφορική εντολή, έως 19/3/2003 (οπότε κατέθεσε τις από 17/3/03 8 προσφυγές ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά πράξεων του Προϊσταμένου του 14ου Τ.Ε.Κ.
απασχολήθηκε επί 101 ώρες για τη συνάντηση της με την ανεψιά - αντίκλητο του εναγομένου Χ. Μ., τηλεφωνική επικοινωνία με τον εντολέα της στη Ν.Υόρκη των Η.ΠΑ. - ενημέρωση και παροχή συμβουλών σ' αυτόν, για αποστολές fax, μελέτη των φακέλων των ανωτέρω υποθέσεων, εύρεση και μελέτη σχετικής νομοθεσίας και νομολογίας, για μετάβαση από την οικία της στο Χαλάνδρι προς το 14° Τ.Ε.Κ. (Ανω Γλυφάδα) προκειμένου να καταθέσει τις ανωτέρω προσφυγές και επιστροφή της, για συνεννόηση με την ως άνω Υπηρεσία για την υπόθεση, συλλογή πληροφοριών και εγγράφων από τον φάκελο της υποθέσεως, την υποβολή ερωτημάτων και την ενημέρωση της ως άνω αντικλήτου και του εντολέα της, β) κατά το χρονικό διάστημα από 2/2/2004, που έλαβε την υπό ιδία ημερομηνία προφορική εντολή, έως 18/10/2004 (οπότε κατέθεσε υπομνήματα και παρέστη κατά τη συζήτηση των από 5/9/2001 προσφυγών ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κατά πράξεων του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Ηλιούπολης έκλεισε το φάκελο και προσκόμισε την υπ' αρ. ΠΟΛ 101/1103/12-10-2004 του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία εκδόθηκε επί ερωτήματος της σχετικά με την ευθύνη των διοικούντων τα νομικά πρόσωπα) απασχολήθηκε επί 246 ώρες συνολικά για την παροχή συμβουλών, μελέτη των φακέλων των ανωτέρω υποθέσεων, εύρεση και μελέτη σχετικής νομοθεσίας και νομολογίας, για τη λήψη πιστοποιητικών, εγγράφων, δικογραφίας από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, για επισκέψεις, επικοινωνίες με Δ.Ο.Υ.
Γλυφάδας, Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών για τη συγκέντρωση σχετικών εγγράφων, υποβολή ερωτημάτων και την προσκομιδή εγγράφων που της ζητήθηκαν από τις άνω υπηρεσίες, για επισκέψεις, επικοινωνίες με το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών για ενημέρωση και υποβολή ερωτημάτων σχετικά με την υπόθεση του εναγομένου τα οποία οδήγησαν στην έκδοση της υπ'αρ.
ΠΟΛ 101/1103/12-10-2004, για αποστολές fax, για ραντεβού και τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον εναγόμενο, την αντίκλητο αυτού και την αδελφή του Υ. Σ., για τη μετάβαση της από το γραφείο της επί της οδού ... στην Αθήνα στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών προκειμένου να καταθέσει τους φακέλους των ανωτέρω υποθέσεων και επιστροφή της, για συγκέντρωση σχετικών εγγράφων και προσκομιδή της ΠΟΛ 101/1103/12-10-2004 στη θυρίδα της εισηγήτριας και την ενημέρωση του εντολέως της και της αντικλήτου αυτού και γ) κατά το χρονικό διάστημα από 3-1-2005, που έλαβε την υπό ιδία ημερομηνία προφορική εντολή, έως 23-11-2005 απασχολήθηκε επί 30 ώρες συνολικά για μελέτη του φακέλου της ποινικής δικογραφίας, αφορώσης την ποινική δίωξη εις βάρος του εναγομένου για παράβαση των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 παρ. 2 ΠΚ, άρθρο 25 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 Ν. 2523/1997, 19 παρ. 2 Ν. 2948/2001 και άρθρο 34 παρ. 1γ Ν. 3220/2004, κατά την εκδίκαση της οποίας παρέστη ενώπιον του Ζ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών προς υπεράσπιση του, εύρεση και μελέτη σχετικής νομοθεσίας και νομολογίας, για τη λήψη πιστοποιητικών, εγγράφων δικογραφίας, αποφάσεως από την Εισαγγελία Αθηνών, τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον εντολέα της, ραντεβού και τηλεφωνικές επικοινωνίες με την αντίκλητο αυτού και την αδελφή του και για έλεγχο της πορείας των υποθέσεων του εντολέως της και συνάντηση με αυτόν.
Ζήτησε δε, βάσει τούτων, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει ως αμοιβή το ποσό των 23.374 ευρώ (101 + 246 + 30 = 377 ώρες Χ 62 ευρώ/ώρα). Όμως, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, δεν οφείλεται ιδιαίτερη αμοιβή για μελέτη δικογραφίας μη ποινικής, εφ' όσον επακολουθήσει ενέργεια του δικηγόρου, στην προκειμένη δε περίπτωση κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή επακολούθησαν ενέργειες της ενάγουσας, για τις οποίες ζητεί ιδιαίτερη αμοιβή, ενώ καθ'όσον αφορά την ποινική δικογραφία, κατ' άρθρο 144 παρ. 4 Κωδικός περί Δικηγόρων, δεν οφείλεται αμοιβή για τη μελέτη ποινικής δικογραφίας, εφ'όσον επακολουθήσει παράσταση στο ακροατήριο, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση που η ενάγουσα ιστορεί ότι παρέστη προς υπεράσπιση του εναγομένου ενώπιον του Ζ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και ζητεί ιδιαίτερη γι' αυτήν αμοιβή".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους προαναφερόμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και των ΚΥΑ 1314/200 και 120867/05, ορθά δε έκρινε ότι στην κρινόμενη υπόθεση έχουν εφαρμογή οι εν λόγω διατάξεις των άρθρων 91, 98, 100 επ. και 173, 135, 144, 159, του Δικηγορικού Κώδικα, αφού η συμφωνία για χρονοχρέωση, αφορά τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής για τις νόμιμες δικαστικές και εξωδικαστικές ενέργειες της αναιρεσείουσας και δεν αποκλείει την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.
Με βάση δε τις διατάξεις αυτές, δεν οφείλεται ιδιαίτερη αμοιβή για τις προεκτεθείσες αιτίες, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή επακολούθησαν οι αναφερθείσες ενέργειες της ενάγουσας, με βάση τις οποίες ολοκληρώθηκαν οι πρώτες για τις οποίες ζητεί ιδιαίτερη αμοιβή, καθόσον δε αφορά τη μελέτη της ποινικής δικογραφίας επακολούθησε παράσταση της ενάγουσας στο ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου, για την οποία επίσης ζητεί ιδιαίτερη αμοιβή, σύμφωνα με όσα λεπτομερώς εκτέθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.,με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.
V. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ ' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 630/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αίτησης, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και τις υπ' αριθμ. 3931 και 3932 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών της, είναι αβάσιμος.
Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη (και) "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και οι οποίες (καταθέσεις) περιέχονται στα ταυτάριθμα της εκκαλουμένης αποφάσεως πρακτικά ... τις 3930, 3931 και 3932/19-3-2007 ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας ... " σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό.
Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους αναιρετικούς αυτούς λόγους, εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα, ενώ, με τις λοιπές διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις και υπό την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας πλήττονται απαραδέκτως οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου.
VI. Από τους ορισμούς του άρθρου 400 του ΚΠολΔ κατά τους οποίους είναι εξαιρετέοι μάρτυρες πλην άλλων και πρόσωπα έχοντα καθήκον εχεμύθειας, μεταξύ των οποίων και οι δικηγόροι για τα πραγματικά γεγονότα για τα οποία έχουν το ανωτέρω καθήκον, εκτός αν το επιτρέψει εκείνος που τους τα εμπιστεύθηκε ή εκείνος τον οποίο αφορά το απόρρητο, συνάγεται ότι ως άνω λόγος εξαιρέσεως καθιερώνεται μόνον υπέρ του πελάτου όχι όμως και υπέρ του αντιδίκου του (ΑΠ 11/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... από τις 5841 και 5842/19-3-2007 ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν με επιμέλεια του εναγομένου ... και εκ των οποίων η δεύτερη (ένορκη βεβαίωση) δόθηκε από το δικηγόρο Ιωάννη Παριανό (ο οποίος είχε αναμιχθεί υπό την ως άνω ιδιότητα του σε δύο (2) υποθέσεις, ήτοι είχε συντάξει και καταθέσει τις προαναφερόμενες προσφυγές ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, παραδεκτώς (σημ.
λαμβάνεται υπόψη) εφόσον προσκομίζεται με επιμέλεια του εναγομένου, ο οποίος δεν είναι εξαιρετέος μάρτυς εφόσον η ένορκη βεβαίωση αυτού προσκομίζεται με επιμέλεια του εντολέως του ... η τυχόν δε παράλειψη του, ενώ υποχρεούτο να λάβει προηγουμένως άδεια του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΣΑ αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα αυτού και μόνο" Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 α' ΚΠολΔ, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, εφόσον ο μάρτυρας αυτός, που βεβαίωσε με επιμέλεια του εντολέως του, δεν εμπίπτει στους εξαιρετέους μάρτυρες, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, είναι δε διαφορετικό το ζήτημα του όποιου πειθαρχικού παραπτώματος.
Συνακόλουθα, ο ρηθείς αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε περαιτέρω τα ακόλουθα: "Με διαδοχικές συμβάσεις εντολής, οι οποίες καταρτίσθηκαν προφορικώς, ο εναγόμενος, είτε ατομικά, είτε με την ιδιότητα του ως διαχειριστή της εταιρείας "ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΠΕ" κατά τις κατωτέρω διακρίσεις, ανέθεσε στην ενάγουσα τη διεκπεραίωση των κατωτέρω υποθέσεων, για τις οποίες δεν συμφωνήθηκε ειδικώς αμοιβή, και, επομένως οφείλεται το ελάχιστο ποσό αμοιβής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 επόμ.
του Κωδικός περί Δικηγόρων. Ο ανταποδεικτικός ισχυρισμός του εναγομένου ότι για τη διεκπεραίωση των ανατεθεισών στην ενάγουσα δικηγορικών εργασιών συμφωνήθηκε αμοιβή, κατ'αποκοπή"ποσού 6.000 ευρώ, δεν αποδείχθηκε, ενόψει μάλιστα του ότι οι μάρτυρες του εναγομένου δεν έχουν άμεση προσωπική αντίληψη περί τούτου.
Συνεπώς κατ' ορθή εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν υπήρξε συμφωνία για κατ' αποκοπή αμοιβή της ενάγουσας, ώστε οι περί του αντίθετου ισχυρισμοί του εναγομένου που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της εφέσεως του είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Περαιτέρω, βάσει της από 2/2/2004 προφορικής εντολής η ενάγουσα ανέλαβε να διεκπεραιώσει δύο (2) υποθέσεις, ήτοι να προβεί στις περαιτέρω δικαστηριακές ενέργειες επί δύο (2) προσφυγών που είχαν ασκηθεί ατομικά στο όνομα του εναγομένου ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπουμένου στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ.
Ηλιούπολης, κατά των 135 και 136/2001 αποφάσεων του τελευταίου επιβολής προστίμου συνολικού ποσού 90.596.626 δραχμών ή ευρώ 265.874,18 και 300.000 δραχμών ή ευρώ 880,41 αντιστοίχως, που είχαν εκδοθεί και σε βάρος του εναγομένου ως συνυποχρέου με την ανωτέρω εταιρεία. Ειδικότερον, η ενάγουσα την 27/5/2004 παρέστη για αναβολή της συζητήσεως των ως άνω προσφυγών και, ακολούθως, κατέθεσε τα από 21/9/2004 υπομνήματα και παρέστη κατά τη συζήτηση αυτών την 23/9/2004 (δυνάμει και του 708/19-7-2004 και του από 17-9-2004 δικαστικών πληρεξουσίων των δημοσίων συμβολαιογράφων της Πολιτείας Ν.Υόρκης Η.Π.Α.
Αλεξάνδρας Αλιπράντη και Μιχαήλ Ζαπίτη αντιστοίχως). Για τις εν λόγω ενέργειες της η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των 110 ευρώ (220 ευρώ Χ Υζ) για παράσταση για αναβολή ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, το ποσό των 47,50 ευρώ για παράσταση για αναβολή ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, το ποσό των 220 ευρώ για παράσταση ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών" το ποσό των 95 ευρώ για παράσταση ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (ΥΑ 108/2003 (ΥΑ 1085081/1473/Α0012/ΠΟΛ. 1108 ΦΕΚ Β' 1960 2003), το ποσό των 2.658,74 ευρώ για την κατάθεση υπομνήματος ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών επί της από 5/9/2001 προσφυγής κατά της 135/2001 αποφάσεως επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Ηλιούπολης (265.874,18 ευρώ Χ 1%) και το ποσό των 8,80 ευρώ για την κατάθεση υπομνήματος ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών επί της από 5/9/2001 προσφυγής κατά της 136/2001 αποφάσεως επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ηλιούπολης (880,41 ευρώ Χ 1%). Δηλαδή, για τις ενέργειες της, που αφορούν τις ως άνω 135 και 136/2001 αποφάσεις επιβολής προστίμου, η ενάγουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των 3.140,04 ευρώ (110 + 47,50 + 220 + 95 + 2.658,74 + 8,80/ευρώ θα ληφθεί όμως, υπόψη το ποσό των 3.600, ... (19 114+394+2..+2658,74..8,80 ευρώ, αντιστοίχως) που δέχθηκε το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν προσβάλλεται με λόγο εφέσεως από τον εκκαλούντα - εναγόμενο η εκκαλουμένη.
Καθ' όσον αφορά τις επικαλούμενες από την ενάγουσα από 17/3/2003 προσφυγές, ήτοι τέσσερις (4) ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά των 1 και 2/23-12-2002 πράξεων προσδιορισμού αποτελεσμάτων του Προϊσταμένου του 14ου Τ.Ε.Κ. κατά της 1/23-12-200^ πράξεως προσδιορισμού ΦΠΑ και της 12/23-12-2002 πράξεως επιβολής προστίμου του άρθρου 47 παρ. 6 Ν. 1642/1986 (ΦΠΑ) και κατά της 2/23-12-2002 πράξεως προσδιορισμού ΦΠΑ και της 13/23-12-2002 πράξεως επιβολής προστίμου του άρθρου 47 παρ. 6 Ν. 1642/1986 (ΦΠΑ) του ιδίου ως άνω Προϊσταμένου και τέσσερις (4) ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά των 38, 39 και 40/20-12-2002 αποφάσεων επιβολής προστίμου ΠΔ 186/1992 (ΚΒΣ) και της 14/20-12-2002 πράξεως επιβολής προστίμου του άρθρου 48 Ν. 1642/1986 (ΦΠΑ) του εν λόγω Προϊσταμένου, για τη σύνταξη των οποίων η ενάγουσα ζητεί τη νόμιμη αμοιβή της, τα σχετικά κονδύλια είναι ουσιαστικά αβάσιμα, καθ' όσον εντολέας της ενάγουσας ήταν η εταιρεία περιωρισμένης ευθύνης με επωνυμία "ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΠΕ" στο όνομα της οποίας ασκήθηκαν οι προαναφερόμενες προσφυγές και όχι ο εναγόμενος - εκκαλών ο οποίος είχε μόνον την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου - διαχειριστή αυτής.
Συνεπώς, βάσιμα παραπονείται ο εκκαλών - εναγόμενος για την εις βάρος του επιδίκαση για την εν λόγω αιτία ποσού 2.671,06 ευρώ με δεύτερο λόγο της εφέσεως του. Περαιτέρω, εις βάρος του εναγομένου ασκήθηκε ποινική δίωξη λόγω της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι για παράβαση των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 παρ. 2 ΠΚ, άρθρο 25 παρ. 1, 2,3 Ν. 1882/1990, όπως αντικ.
με το άρθρο 23 Ν. 2523/1997, 19 παρ. Ν. 2948/2001 και άρθρο 34 παρ. 1γ του Ν. 3220/2004. Βάσει της από 3/1/2005 προφορικής εντολής του εναγομένου η ενάγουσα παραστάθηκε στις 14/1/2005 για αναβολή ενώπιον του Ζ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δικαιούμενη αμοιβής 55 ευρώ (110 ευρώ Χ 34) και, επίσης, παραστάθηκε στις 12/5/2005 ενώπιον του ιδίου ποινικού δικαστηρίου προς υπεράσπιση του κατηγορουμένου (βάσει και του από 17/3/2005 δικαστικού πληρεξουσίου του δημοσίου συμβολαιογράφου της Πολιτείας Ν.
Υόρκης Η.Π.Α. Μιχαήλ Ζαπίτη), δικαιούμενη αμοιβής 110 ευρώ (ΥΑ 108/2003 (ΥΑ 1085081/1473/Α 0012/ΠΟΛ. 1108 ΦΕΚ Β' 1960, 2003), δηλαδή για τις ανωτέρω αιτίες δικαιούται 165 ευρώ συνολικά, θα ληφθεί, όμως, υπόψη το ποσό των 171 ευρώ, που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και δεν προσβάλλεται με λόγο εφέσεως από τον εκκαλούντα - εναγόμενο η εκκαλουμένη.
Περαιτέρω, η ενάγουσα, βάσει προφορικής εντολής του εναγομένου στις 8, 12, 14, 20 και 21/9/2005 προέβη σε εξωδικαστικές εργασίες, συναφείς με την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος της, και δη στον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας του αλιευτικού σκάφους "Κ… Κ…" με ΑΜΑΣ ... στο νηολόγιο Ηρακλείου Κρήτης, το οποίο ενδιαφερόταν να αγοράσει ο εναγόμενος.
Ειδικότερα, προέβη σε επικοινωνία με νηολόγιο και Λιμεναρχείο Ηρακλείου Κρήτης και με τον ιδιοκτήτη αυτού και ενημέρωση του εναγομένου. Κατά τον εν λόγω έλεγχο η ενάγουσα διεπίστωσε ότι επί του ως άνω σκάφους είχε επιβληθεί συντηρητική κατάσχεση, λόγο για τον οποίο ο εναγόμενος δεν προέβη στην αγορά του, οφείλει όμως τη νόμιμη αμοιβή της (ενάγουσας) για την επί δέκα (10) ώρες απασχόληση της, συνολικού ποσού 600 ευρώ {10 ώρες Χ 60 ευρώ (ανά ώρα)} -ΥΑ 108/2003 (ΥΑ 1085081 (1473/Α0012/ΠΟΛ 1108 ΦΕΚ Β 1960, 2003).
Εξ άλλου η ενάγουσα κατέβαλε εξ ιδίων για τις παραστάσεις αναβολής και συζητήσεως, ήτοι τέσσερις (4) ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών για ένσημα, Τ.Ν. 4,60 ευρώ και Τ.Π.Δ.Α. 2,30 ευρώ και μεγαρόσημο 1,00 ευρώ = 7,90 ευρώ Χ 4 = 31,60 ευρώ και δύο (2) ενώπιον του Σ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών Τ.Ν. 2,30 ευρώ και Τ.Π.Δ.Α. 1,15 ευρώ και μεγαρόσημο 0,50 ευρώ = 3,95 ευρώ Χ 2 = 7,90 ευρώ, ήτοι, συνολικά, το ποσό των 39,50 ευρώ και όχι το ποσό των 59,50 ευρώ που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και βάσιμα μερικώς παραπονείται ο εκκαλών - εναγόμενος με τον πέμπτο λόγο της εφέσεως του ως προς τις δαπάνες για ένσημα για τις παραστάσεις αναβολής και συζητήσεως ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Όμως, δεν αποδεικνύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι η ενάγουσα προέβη σε δαπάνες εξ ιδίων για φωτοτυπίες, μετακινήσεις με ΔΧΕ ταξί αυτοκίνητα και τηλεφωνικές επικοινωνίες και αποστολές fax και συνεπώς, τα σχετικά κονδύλια ποσών 250, 278 και 300 ευρώ αντιστοίχως και συνολικά 828 ευρώ είναι ουσιαστικά αβάσιμα, ώστε βάσιμα παραπονείται περί τούτων ο εκκαλών - εναγόμενος με τους έκτο, έβδομο και όγδοο -τελευταίο- λόγο της εφέσεως του.
Καθ' όσον αφορά στα επί μέρους κονδύλια (Των αιτουμένων δαπανών) για τις τρεις (3) προεισπράξεις Δ.Σ.Α. ποσού 262,70 ευρώ, ήτοι ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αυτά είναι ουσιαστικά αβάσιμα, αφού, στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα ζητεί την όλη αμοιβή της και, συνεπώς, εμπεριέχονται σ' αυτήν.
Επομένως, βάσιμα παραπονείται περί τούτου ο εκκαλών με τον πέμπτο λόγο της εφέσεως του. Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα η ενάγουσα δικαιούται ως αμοιβή το ποσό των 4.411,04 (3.600,54 + 171 +600 + 39,50) ευρώ. Ο εναγόμενος κατέβαλε για τις ανωτέρω αιτίες στις 19/3/2003 το ποσό των 3.000 ευρώ, στις 21/9/2004 το ποσό των 2000 ευρώ και στις 12/5/2005 το ποσό των 500 ευρώ και, συνολικά, το ποσό των 5.500 ευρώ.
Συνεπώς, η υποβληθείσα παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένσταση του εναγομένου (ΑΚ 6, ΚΠολΔ 262), καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα της εκκαλουμένης αποφάσεως πρακτικά της δίκης, την οποία επαναφέρει με την έφεση του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (ΚΠολΔ 527), είναι ουσιαστικώς βάσιμη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού η ενάγουσα έχει εξοφληθεί ολοσχερώς για τις κρινόμενες με την παρούσα βάσιμες αιτίες, η αγωγή έπρεπε ν' απορριφθεί, κατά το μέρος της που κρίθηκε ωρισμένη και νόμιμη, ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Με τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο, καθόσον αφορά την αβασιμότητα του κονδυλίου της αιτουμένης από την ενάγουσα νόμιμης αμοιβής της για τη σύνταξη των τεσσάρων προσφυγών ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου και τεσσάρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό με τον 4° λόγο της κύριας αίτησης αναίρεσης, πλημμέλεια αληθώς εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ και όχι εκ του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, διότι δεν πρόκειται περί ενστάσεως αλλά περί αρνήσεως της παθητικής του νομιμοποιήσεως του εναγομένου, καθόσον δεν περιέχει αντιφατικές ή ασαφείς αιτιολογίες όσον αφορά την παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου, διότι διευκρινίζει επαρκώς ότι σ' αυτές δεν ήταν εντολέας-υπόχρεος προς καταβολή της αμοιβής της ο εναγόμενος.
Και τούτο διότι εκθέτοντας ότι "Με διαδοχικές συμβάσεις εντολής, οι οποίες καταρτίσθηκαν προφορικώς, ο εναγόμενος, είτε ατομικά, είτε με την ιδιότητα του ως διαχειριστή της εταιρείας "ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΠΕ" κατά τις κατωτέρω διακρίσεις, ανέθεσε στην ενάγουσα τη διεκπεραίωση των κατωτέρω υποθέσεων, για τις οποίες δεν συμφωνήθηκε ειδικώς αμοιβή, και, επομένως οφείλεται το ελάχιστο ποσό αμοιβής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 επόμ.
του Κωδικός περί Δικηγόρων" και ότι στις τελευταίες τέσσερις που αναφέρονται στην προσβαλλομένη "εντολέας της ενάγουσας ήταν η εταιρεία περιωρισμένης ευθύνης με επωνυμία "ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΠΕ" στο όνομα της οποίας ασκήθηκαν οι προαναφερόμενες προσφυγές και όχι ο εναγόμενος - εκκαλών ο οποίος είχε μόνον την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου - διαχειριστή αυτής", διευκρινίζει επαρκώς σε ποιες από αυτές ενεργούσε ως εντολέας για τον εαυτό του ο αναιρεσίβλητος και σε ποιες ενεργούσε ως διαχειριστής της υπ'αυτού εκπροσωπουμένης εταιρίας.
Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις και υπό την επίφαση του εν λόγω αναιρετικού λόγου, πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς και ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
VII. Κατά συνέπεια, αφού όλοι οι λόγοι αναιρέσεως κρίθηκαν αβάσιμοι, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-3-2012 αίτηση της αναιρεσείουσας και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της 2983/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ