Legislator Case Law & Legislation
56/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against dismissal of set-off claim due to contradictory reasoning on validity of debt.

Case Number 56/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a set-off claim. The appellant argued the lower court erred by rejecting the set-off, while the respondent contended the debt was invalid. The Court found the lower court's reasoning contradictory regarding the existence of the debt, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment if it contains contradictory reasoning regarding the legal characterization of facts essential to the decision, requiring the case to be remanded for retrial.

Keywords

AI generated
set-off claim contradictory reasoning legal characterization remand for retrial appellate procedure validity of debt judicial error

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 442 of the Civil Code
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 56 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 56/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας (ΙΚΕ) με την επωνυμία "Λ..Μ. Ι." και το διακριτικό τίτλο "Μ. Ι.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Νίκα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Σ. Π. του Κ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Πολύζου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν η 209/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 13/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-9-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη υπόθεση η έλλειψη νόμιμης βάσης απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες ευθέως και εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 357/2018, 651/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται για αντιφατική αιτιολογία και ειδικότερα για την παραδοχή της ότι "...λόγω της οικονομικής κρίσης που είχε επηρεάσει και την πορεία της εναγομένης η τελευταία, αποβλέποντας στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της με την μείωση των εξόδων μισθοδοσίας, πρότεινε στους εργαζομένους της, μεταξύ άλλων εναλλακτικών (μεταφορά της έδρας στο εξωτερικό, απόλυση μέρους του προσωπικού), και τη μείωση των μηνιαίων τακτικών αποδοχών τους, ώστε να υποχρεούται αυτή σε καταβολή μικρότερων ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ, οι εργαζόμενοι όμως θα μπορούσαν να λαμβάνουν πρόσθετη αμοιβή πραγματοποιώντας δύο ώρες επιπλέον εργασίας ημερησίως, πέραν του οκτάωρου για την οποία θα αμείβονταν κανονικά με τις νόμιμες προσαυξήσεις, ώστε να μην υποστούν πραγματική μείωση των μηνιαίων εισοδημάτων τους.

Η πρόταση αυτή έγινε αποδεκτή από τους εργαζόμενους. Στο πλαίσιο δε αυτό συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, με την υπογραφή νέας σύμβασης, ότι από 1.4.2013 ο ενάγων θα αμείβεται με ημερομίσθιο 34,30 ευρώ. Επισημαίνεται ότι στην επιθεώρηση εργασίας ως ωράριο εργασίας του ενάγοντος δηλωνόταν από 1 Απριλίου 2013 εξαήμερη εργασία από 06:00 έως 12:40 πλην όμως συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι ο ενάγων θα εργαζόταν επί πέντε ημέρες με ωράριο από 06:00 έως 14:00, συμπεριλαμβανομένων των δύο πρόσθετων (πέραν του οκτάωρου) ωρών εργασίας για τις οποίες ο εργαζόμενος θα λάμβανε πρόσθετη αμοιβή, εφόσον τις πραγματοποιούσε".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτόν οι διατάξεις που φέρεται να παραβίασε η αναιρεσιβαλλομένη με αντιφατική αιτιολογία. Πλέον τούτου όμως, από τη διατύπωση του σκεπτικού της, καθίσταται σαφές ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε πως συμφωνήθηκε μεταξύ των αντιδίκων η παροχή εργασίας επί δίωρο πέραν του οκταώρου, δηλαδή επί μια ώρα υπερεργασίας και μία ώρα υπερωρίας ημερησίως, για εργασία παρεχόμενη σε καθεστώς πενθημέρου, η δε παραδοχή της ότι "...

συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι ο ενάγων θα εργαζόταν επί πέντε ημέρες με ωράριο από 06:00 έως 14:00, συμπεριλαμβανομένων των δύο πρόσθετων (πέραν του οκτάωρου) ωρών εργασίας για τις οποίες ο εργαζόμενος θα λάμβανε πρόσθετη αμοιβή, εφόσον τις πραγματοποιούσε", αφορά στο συνολικό περιεχόμενο της συμφωνίας για την παροχή οκτάωρης εργασίας και εν συνεχεία υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας και δεν έχει την έννοια ότι ο ενάγων θα αμειβόταν για την εκτέλεση υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας, η οποία θα πραγματοποιούνταν εντός του οκταώρου, όπως αβασίμως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα.

Κατά το άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Περαιτέρω κατά το άρθρο 262 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, διαφορετικά είναι αόριστη, η αοριστία δε αυτή εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης.

Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρ. 416 ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής.

Επομένως, για να είναι ορισμένη η υποβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από την σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικής έγγραφης απόδειξης του μισθωτού περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την παρεχόμενη εργασία του, εκτός εάν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθρ. 3,174,679 ΑΚ, 8 ν.2112/1920, 8 παρ. 4 ν. 4020/1959).

Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, με το άρθρο 18 παρ. 1 ν. 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας που θ' απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ' αυτών κρατήσεις (ΑΠ 123/2020, 178/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι με την από 28.6.2018 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου … ο ενάγων, επικαλούμενος ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία τον προσέλαβε την 5.8.1983 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως ηλεκτρομονταδόρο, ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, για το χρονικό διάστημα από 29.3.2013 έως 27.7.2016, το ποσό των 19.186,50 ευρώ ως αμοιβή για υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση.

Με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η αγωγή έγινε κατά το κεφάλαιο αυτό μερικώς δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και απορρίφθηκε η ένσταση εξόφλησης που πρόβαλε η εναγομένη, στην οποία εξέθετε ότι για τις παραπάνω αιτίες κατέβαλε συνολικώς στον ενάγοντα 26.228,46 ευρώ, παραθέτοντας τους χρόνους καταβολής (ανά μήνα) των επιμέρους ποσών που συναποτελούσαν το ως άνω συνολικό ποσό, χωρίς διάκριση της αμοιβής για την υπερεργασία και την παράνομη υπερωριακή εργασία.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο Λαμίας, ενώπιον του οποίου η ένσταση αυτή της εναγομένης διατυπώθηκε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, απέρριψε το σχετικό λόγο αυτής και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι, έχοντας το περιεχόμενο αυτό η ένσταση είναι αόριστη και ορθώς απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι δεν εξειδικεύονται τα καταβληθέντα επί μέρους ανά μήνα ποσά για κάθε μία από τις αξιώσεις (υπερεργασία, υπερωρία), εν όψει και του ότι τα ποσά που φέρονται ότι καταβλήθηκαν για τις ως άνω αιτίες υπερβαίνουν κατά πολύ τα αιτούμενα με την αγωγή και είναι πιθανόν να καταβλήθηκαν για διαφορετική αιτία.

Με την κρίση της αυτή η αναιρεσιβαλλομένη παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αφού η αναιρεσείουσα εξέθετε όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την θεμελίωση της ενστάσεώς της εξοφλήσεως, δεδομένου ότι η υπερεργασία και η παράνομη υπερωρία συνέχονται μεταξύ τους ως πρόσθετη πέραν του οκταώρου εργασία και ερευνώνται από το δικαστήριο από κοινού, στην προκείμενη δε περίπτωση, από τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, ικανοποιούνταν τόσο η ανάγκη του δικαστηρίου να διατυπώσει την ελάσσονα πρότασή του μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, όσο και η δυνατότητα του ενάγοντος να αρνηθεί τα διαλαμβανόμενα σε αυτήν (ΑΠ 593/2021).

Επομένως ο σχετικός τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, παρέλκει δε η έρευνα των δεύτερου και τρίτου λόγων της αναίρεσης που πλήττουν την ως άνω παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης για παράβαση από του αριθμούς 19 και 1, αντίστοιχα, του ιδίου άρθρου, καθώς καλύπτονται από την αναιρετική του εμβέλεια.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του με το π.δ. της 8/13-12-1928 κωδικοποιηθέντος ν. 2514/1928, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν. 4558/1930 και τελικά αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2655/1953, "ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπον κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ' αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικώς ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν.

Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι οι υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και παν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας".

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ, όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε, και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι' αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων.

Έτσι, για το χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξιδιασμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης και κατά την εκτέλεση της εργασίας γιατί μόνον όταν συντρέχουν αυτά κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού.

Ειδικότερα, για το χαρακτηρισμό ως ιδιωτικών υπαλλήλων των απασχολουμένων στη βιομηχανική παραγωγή, δεν αρκεί η άσκηση στο χειρισμό και στη ρύθμιση των μηχανικών μέσων με τα οποία, λόγω της αλματώδους τεχνολογικής προόδου, αναπληρώνεται η καταβολή μυϊκής δυνάμεως, αλλ' απαιτείται πλην της εξιδιασμένης εμπειρίας και η ανάπτυξη πρωτοβουλίας ή η ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, γιατί μόνον όταν συντρέχουν αυτά κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού (ΟλΑΠ 295/1969, ΑΠ 355/2021, 661/2019).

Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για την παραδοχή της ότι ο αναιρεσίβλητος είχε, κατά το χρόνο λύσης της σύμβασης εργασίας του λόγω συνταξιοδοτήσεως, την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργάτη, παραδοχή εξ αιτίας της οποίας δέχθηκε ότι τού οφείλεται αποζημίωση μεγαλύτερη της καταβληθείσας.

Σχετικά με το λόγο αυτό η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση της, ότι ο αναιρεσίβλητος, απόφοιτος τεχνικού λυκείου της …, όπου έλαβε την ιδιότητα του ηλεκτρομονταδόρου, προσλήφθηκε την 5.8.1983 από την εναγομένη για να εργαστεί στην βιομηχανική της επιχείρηση που είχε αντικείμενο την κατασκευή ειδών από σύρμα, αλυσίδων και ελατηρίων και εργάστηκε σε αυτήν μέχρι την 25.9.2017, οπότε και αποχώρησε υποβάλλοντας αίτηση για συνταξιοδότηση.

Ότι μετά την παρέλευση των πρώτων ετών που εργαζόταν υπό την καθοδήγηση του νόμιμου εκπροσώπου της επιχείρησης Λ.. Μ., ανέλαβε ολοκληρωτικά την ευθύνη της λειτουργίας του τμήματος κατασκευής σιτών περίφραξης, επιβλέποντας τη λειτουργία των μηχανών, την πορεία της παραγωγικής διαδικασίας και την ποιότητα των τελικών προϊόντων, δίνοντας οδηγίες και συντονίζοντας τους εργάτες που εργάζονταν στο τμήμα αυτό.

Ότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα ο ενάγων ενεργούσε πλέον αυτόβουλα, ήτοι χωρίς να δέχεται οδηγίες για το αντικείμενο της εργασίας, αφού ο εκπρόσωπος της εναγομένης τού είχε αναθέσει καθ' ολοκληρία την επίβλεψη του συγκεκριμένου τμήματος, παραπέμποντας και τους λοιπούς εργαζόμενους του τμήματος, που στερούνταν αντίστοιχων γνώσεων και εμπειρίας, να απευθύνονται σε εκείνον για οποιοδήποτε πρόβλημα, έφερε δε ο ενάγων και την ευθύνη για το παραγόμενο προϊόν.

Δέχθηκε δε στη συνέχεια ότι, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, ο ενάγων προσέφερε στην εναγομένη εργασία με υπέρτερο το πνευματικό στοιχείο, την οποία εκτελούσε χωρίς να καθοδηγείται από άλλον, αναπτύσσοντας πρωτοβουλία και αναλαμβάνοντας ευθύνη σχετικά με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, που ήταν η παραγωγή σιτών, διαθέτοντας την απαιτούμενη κατάρτιση και ιδίως εξειδικευμένη εμπειρία, την οποία είχε αποκτήσει από τη μακροχρόνια απασχόλησή του στην εναγομένη και συνεπώς στην εργασία που παρείχε υπερείχε το πνευματικό στοιχείο γι' αυτό και είχε χαρακτήρα εργασίας ιδιωτικού υπαλλήλου κατά το άρθρο 10 ν. 3514/1928.

Ότι το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από το γεγονός πως ο ενάγων, σε αντίθεση με τους λοιπούς εργαζομένους της επιχείρησης, δεν εργαζόταν σε κυλιόμενες βάρδιες και λάμβανε μισθό μεγαλύτερο από τους λοιπούς εργαζομένους του τμήματος. Με τις παραδοχές αυτές η αναιρεσιβαλλομένη ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 10 Ν. 3514/1928, κρίνοντας ότι για το χαρακτηρισμό του ενάγοντος ως ιδιωτικού υπαλλήλου συνετέλεσε η εξειδικευμένη εμπειρία, η θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας.

Είναι δε αδιάφορο για τον ως άνω χαρακτηρισμό ότι στις σσε για τους εργάτες μετάλλου δεν προβλέπεται η ειδικότητα του ηλεκτρομονταδόρου, αλλά μόνο του μονταδόρου, και ότι η ειδικότητα αυτή εμπίπτει, κατά τους ορισμούς των σσε, στην κατηγορία των τεχνιτών, εφόσον η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι τα καθήκοντα του αναιρεσιβλήτου διαφοροποιούνταν, για τους λόγους που ανέφερε στην ελάσσονα σκέψη της, από αυτά του απλού τεχνίτη και συνιστούσαν καθήκοντα υπαλλήλου.

Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης παρίσταται αβάσιμος.

Κατά μεν την διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", κατά δε την διάταξη του επόμενου άρθρου 441 ΑΚ "ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλείται με δήλωση προς τον άλλο.

Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ο (μονομερής) συμψηφισμός αποτελεί όχι μόνο γνήσια ένσταση, αλλά και άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, το οποίο γεννάται από την στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν.

Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του αυτή απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικώς, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

Οι απαιτήσεις που συμψηφίζονται πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες, γίνεται όμως δεκτό ότι ληξιπρόθεσμη πρέπει να είναι η ανταπαίτηση, όχι και η απαίτηση. Αυτονόητο είναι ότι βασικό στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και η εγκυρότητα των συμψηφιζομένων απαιτήσεων. Έτσι, αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει ή η σχετική σύμβαση από την οποία πηγάζει είναι άκυρη, ο συμψηφισμός δεν επιφέρει απόσβεση της άλλης απαιτήσεως.

Κατά το άρθρο 442 ΑΚ, η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον του δικαστηρίου με την μορφή ενστάσεως, με την οποία και μόνο ενεργεί (ΑΠ 123/2020). Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα και την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, μεταξύ άλλων, είχε προτείνει έναντι της αξίωσης του ενάγοντος για συμπλήρωση της αποζημίωσης λόγω συνταξιοδοτήσεως, ποσού 10.834,60 ευρώ ένσταση συμψηφισμού ανταπαιτήσεως της ιδίας συνολικού ποσού 13.605,96 ευρώ, το οποίο συνιστά το υπόλοιπο από το ποσό των 26.228,46 ευρώ, εάν αφαιρεθούν από αυτό ποσό 5.049 ευρώ που επιδικάστηκε στον ενάγοντα για υπερεργασία και ποσό 7.573,50 ευρώ που τού επιδικάστηκε για παράνομη υπερωριακή εργασία, και το οποίο ο ενάγων έλαβε κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας πέραν του νόμιμου μηνιαίου μισθού.

Ο ανωτέρω περί συμψηφισμού ισχυρισμός, δεν θεμελιώνει αξίωση της αναιρεσείουσας-εργοδότριας κατά του αναιρεσιβλήτου- εργαζομένου, εφόσον με το προεκτιθέμενο περιεχόμενο καταβλήθηκε στον τελευταίο το ποσό των 26.228,46 ευρώ ως αμοιβή από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας και, επομένως, δεν υπάρχει ανταπαίτηση και δη ληξιπρόθεσμη ώστε να προταθεί σε συμψηφισμό έναντι των αξιώσεων του ενάγοντος από την ως άνω σύμβαση.

Η αναιρεσιβαλλομένη που απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού δεν παραβίασε τις διατάξεις που προαναφέρονται με εσφαλμένη υπαγωγή. Επομένως, ο έκτος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί κατά το μέρος που απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί εξοφλήσεως των απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου από την παρασχεθείσα υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή του εργασία ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων και η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση, στο Μονομελές Εφετείο Λαμίας, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που την εξέδωσε. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας του (ΚΠολΔ 176, 183, 191), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 13/2021 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες εξακόσια (2.600) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Δήμητρα Ζώη ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ