Legislator Case Law & Legislation
651/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of tort claim due to insufficient reasoning on bank funds issue.

Case Number 651/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision dismissing a tort claim for damages. The appellant argued the lower court violated substantive law by failing to address whether the defendant knew the plaintiff's bank account was empty when issuing a payment order, a fact crucial to establishing the tort. The court held that the lower court's judgment lacked necessary reasoning on this specific issue, which had a decisive impact on the case outcome, thereby constituting a procedural violation under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the lower court failed to provide reasoning on a fact that had a decisive impact on the case outcome, or if it applied substantive law incorrectly without addressing essential conditions.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility insufficient reasoning tort liability bank payment order substantive law violation decisive impact

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Articles 914, 297, 298, and 71(b) of the Civil Code
Law 5960/1933, Article 79

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 7/2006
Supreme Court Case 4/2005
Supreme Court Case 1512/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 651 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 651/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Παπανικολάου), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη , Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νικολόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15812/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3034/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του και των από 3 Μαρτίου 2009 προσθέτων αυτής λόγων.. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 6 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο έβδομος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το πρώτο μέρος του, όπως συμπληρώνεται με την παρούσα έκθεση καθώς και ο προτεινόμενος επίσης με την παρούσα έκθεση λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ν' απορριφθούν οι λοιποί λόγοι (του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων).

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Kατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξ ετέρου για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση α) ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) και β) έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Αρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia , η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.

Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του ν.5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής.

Από τη ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίσθηκε για την προστασία όχι μόνο του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.

Η αξίωση προς αποζημίωση από το άρθρο 914 επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του ν. 5960/1933 και απόκειται στον δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει (Ολ.ΑΠ 23/2007, 30/2003). Για την θεμελίωση αυτή της αγωγής από αδικοπραξία απαιτείται ο ενάγων να επικαλεσθεί ότι ο εκδότης - εναγόμενος εξέδωσε την επιταγή αυτή δόλια, δηλαδή ενώ εγνώριζε ότι δεν είχε αντίστοιχα με την αξία της διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά τον χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής και ότι η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε εμπροθέσμως εντός προθεσμίας οκτώ ημερών.

Εξάλλου επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από νομικό πρόσωπο ποινικώς υπεύθυνος υπό τους όρους του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 και, άρα, αυτοτελώς υπόχρεος σε αποζημίωση κατά τα άρθρα 71 εδ. β`, 914, 297 και 298 ΑΚ είναι το φυσικό πρόσωπο το οποίο την εξέδωσε είτε υπό την ιδιότητα του καταστατικού οργάνου του νομικού προσώπου, είτε έχοντας τη σχετική εξουσία αντιπροσωπεύσεώς του, είτε εμφανιζόμενο ότι έχει την ανωτέρω ιδιότητα ή εξουσία.

Εξετέρου όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3 και 13 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", η εγκυρότητα της επιταγής δεν εξαρτάται από την σύμβαση επιταγής που καταρτίζεται μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη της και σύμφωνα με την οποία ο πελάτης (εκδότης επιταγής) έχει δικαίωμα διάθεσης των προς τούτο διαθέσιμων κεφαλαίων του στην Τράπεζα και η τελευταία υποχρεούται να πληρώσει την επιταγή, κατά τους όρους της σύμβασης και τις τραπεζικές συνήθειες.

Η ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της σύμβασης επιταγής, όπως και η ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων, δεν επιδρούν στο κύρος της επιταγής και δεν επηρεάζουν το δικαίωμα του κομιστή να στραφεί κατά του εκδότη και των υπόλοιπων υποχρέων. Επίσης, χωρίς σημασία είναι η σημείωση στην επιταγή του αριθμού του λογαριασμού του εκδότη και δεν επιδρά στο κύρος της επιταγής η αναγραφή αριθμού λογαριασμού τρίτου προσώπου.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το έτος 1981 ιδρύθηκε η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Χ1 ΕΠΕ", η οποία είχε ως αντικείμενο τη βιοτεχνική παραγωγή ή μεταποίηση κάθε είδους βιομηχανικών ειδών και μεταλλικών κατασκευών και την πώληση αυτών.

Διαχειριστές της κατά το χρονικό διάστημα από την 11 Οκτωβρίου 1988 ως την 22 Ιουλίου 1994 ήταν ο Χ1 εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων και ο Ψ, ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος . Αυτοί εκπροσωπούσαν από κοινού την εταιρία μέχρι την 7 Σεπτεμβρίου 1990 και έκτοτε είτε μαζί είτε χωριστά ο καθένας μέχρι την 22 Ιουλίου 1994. Λόγω της οικονομικής δυσχέρειας στην οποία βρισκόταν η ανωτέρω εταιρία από το 1985, ο διαχειριστής της Ψ (ενάγων), προκειμένου να διευκολύνει τη λειτουργία της, συμφώνησε με τους εκπροσώπους της και παραχωρούσε προς αυτήν χρηματικά ποσά με επαναλαμβανόμενες συμβάσεις έντοκου δανείου, χωρίς να ορίζεται χρόνος απόδοσης.

Προς εξασφάλιση ότι θα αποδοθεί το εκάστοτε παραχωρούμενο χρηματικό ποσό λόγω δανείου, συμφωνήθηκε μεταξύ του δανειστή Ψ(ενάγοντος) και όλων των λοιπών εταίρων της οφειλέτριας εταιρίας μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο διαχειριστής και εκπρόσωπός της Χ1, να εκδίδει η εταιρία σε διαταγή του δανειστή λευκή τραπεζική επιταγή, στην οποία θα συμπλήρωνε ο λήπτης την ημερομηνία έκδοσης και το ποσό.

Το εκάστοτε αναγραφόμενο ποσό συμφωνήθηκε ότι θα αποτελείται από το άθροισμα του ποσού του παραχωρηθέντος δανείου και των τόκων επί του ποσού αυτού μέχρι την ημέρα εμφάνισης της επιταγής στην πληρώτρια τράπεζα. Την κάθε μία παραδιδόμενη επιταγή δικαιούταν να εμφανίσει ο λήπτης οποτεδήποτε για την είσπραξή της, σε χρόνο που ο ίδιος καλόπιστα έκρινε ότι το επέτρεπαν οι οικονομικές δυνατότητες της εταιρίας, τις οποίες, άλλωστε, γνώριζε, αφού ήταν συνδιαχειριστής της.

Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, από μη διακριβωθείσα ημερομηνία του έτους 1987 μέχρι και την 25 Μαϊου 1991 ο ενάγων Ψ [ήδη εφεσίβλητος] δάνειζε στην ανωτέρω εταιρία και τα χρηματικά ποσά των δανείων αποδίδονταν με τον παραπάνω τρόπο των λευκών τραπεζικών επιταγών. Την 25 Μαϊου 1991, το ύψος των χρημάτων που είχε μεταβιβάσει στο παρελθόν ο Ψ λόγω δανείου προς την ως άνω εταιρία και δεν είχε αποδοθεί ανήλθε στο συνολικό ποσό των 45.000.000 δραχμών.

Μετά το λογιστικό υπολογισμό του αποδοτέου αυτού χρηματικού ποσού, που έγινε από το δικαιούχο Ψ (εφεσίβλητο) και τον Χ1, ως εκπρόσωπο της οφειλέτριας εταιρίας ο Χ1, προς εξασφάλιση του δανειστή ότι θα αποδοθεί το ποσό αυτό, εξέδωσε στις 25 Μαίου 1991 για λογαριασμό της οφειλέτριας εταιρίας την με αριθμό ...ένδικη τραπεζική επιταγή, η οποία ήταν πληρωτέα από την Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης ΑΕ.

Στην επιταγή αυτή, από αιτία που δε διακριβώθηκε, τέθηκε ο αριθμός λογαριασμού όψεως 60100062, που διατηρούσε στην πληρώτρια τράπεζα η εταιρία με την επωνυμία "Ελληνικές Γραμμές Ανώνυμη Εμπορική Βιοτεχνική Εταιρία Μεταλλουργίας ΑΕ", η οποία ήταν θυγατρική της εκδότριας εταιρίας. H ... παραδόθηκε λευκή προς τον Ψ [εφεσίβλητο] ως προς τα στοιχεία του ποσού και της ημερομηνίας έκδοσης και με τη συμφωνία ότι δικαιούται ο λήπτης να την εμφανίσει σε χρόνο που εκείνος θα κρίνει προς πληρωμή, αφού αναγράψει ο ίδιος το ποσό και την ημερομηνία έκδοσης, όπως γινόταν επανειλημμένα και στο παρελθόν στις προηγούμενες επιταγές.

Πριν την παράδοση, ο Χ1 είχε συμπληρώσει ιδιοχείρως στο σώμα της επιταγής όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της, εκτός από το ποσό και την ημερομηνία έκδοσης και έθεσε τη σφραγίδα της εκδότριας εταιρίας. Αυτό το έπραξε νομίμως, διότι κατά το χρόνο έκδοσης της ένδικης λευκής επιταγής [25.5.1991] μπορούσε μόνος του να εκπροσωπεί και να υποχρεώνει την οφειλέτρια εταιρία, χωρίς τη σύμπραξη άλλου προσώπου. 0 λήπτης της επιταγής Ψ [εφεσίβλητος], ο οποίος είχε το δικαίωμα από την παραπάνω συμφωνία του με την ανωτέρω εταιρία, επέλεξε να μην την εμφανίσει προς πληρωμή μέχρι την 22 Ιουλίου 1004, οπότε παραιτήθηκε από τη θέση του διαχειριστή της οφειλέτριας εταιρίας.

Το ίδιο έπραξε και κατά το Χρονικό διάστημα που επακολούθησε μέχρι την 17 Δεκεμβρίου 2001. Ακόμη, κατά το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την έκδοση της επιταγής [ 2 5 . 5 . 1991] μέχρι 17 Δεκεμβρίου 2001, δεν όχλησε την οφειλέτρια εταιρία προς απόδοση του ποσού του δανείου [45.000.000 δραχμές] και των τόκων κατ' άλλο τρόπο, με αυτούσια καταβολή χρημάτων.

Αυτό το έπραξε διότι γνώριζε τις οικονομικές δυσκολίες στις οποίες τελούσε η οφειλέτρια, η ομαλή οικονομική λειτουργία της οποίας τον ενδιέφερε και δεν ήθελε να τη διαταράξει, για το λόγο ότι συνέχιζε να είναι δικός της εταίρος με ποσοστό 29%. Ουδέποτε όμως εξέφρασε την άποψη ή εκδήλωσε συμπεριφορά από την οποία μπορούσε να συναχθεί ότι δεν θα επιδιώξει την είσπραξη του ποσού της επιταγής, την οποία άλλωστε κατείχε με πρόθεση χρησιμοποίησής της κατά τα συμφωνηθέντα.

Άλλωστε η θέση του ως δανειστή για το επίδικο χρηματικό ποσό δεν ήταν επισφαλής και του παρείχε ευχέρεια χρόνου, αφού η κατοχή του αξιογράφου της λευκής επιταγής διασφάλιζε τη σχετική αξίωσή του και τον καθιστούσε δικαιούχο ίδιου και αυτοτελούς δικαιώματος. Ενώ, αντίθετα, για άλλη όμοια αξίωση, την οποία φέρεται ότι είχε ως δανειστής εναντίον της οφειλέτριας ανακόπτουσας εταιρίας, προερχόμενη από νεότερη [Μάιος 1994] όμοια σύμβαση δανείου, δεν αδράνησε, αλλά άσκησε εναντίον της οφειλέτριας την 14372/1999 αγωγή απόδοσης δανείου, διότι δεν κατείχε αξιόγραφο για τη σύνδεσή του με το δικαίωμα και την εξασφάλιση της απόδοσης του νεότερου δανείου.

Στη συνέχεια, την 17 Δεκεμβρίου 2001, λόγω της επικείμενης αλλαγής του νομίσματος από δραχμές σε ευρώ και ενεργώντας στα πλαίσια της συμφωνίας που είχε καταρτίσει με την οφειλέτρια εκδότρια συμπλήρωσε την ένδικη ατελή κατά την έκδοση της επιταγή, επειδή αφορούσε χρηματικά ποσά συμφωνημένα σε δραχμές. Έθεσε ως ημερομηνία έκδοσης την 17.12.2001 και το ποσό των 75.000.000 δραχμών, το οποίο συνιστά το άθροισμα του αρχικού ποσού του δανείου και του ποσού των τόκων της τελευταίας πενταετίας[45.000.000 + 30.000.000), το ύψος των οποίων δεν αμφισβητείται ειδικότερα από τον εναγόμενο και ως εκ τούτου συνάγεται ομολογία από τον τελευταίο κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι στο από 25.5.1991 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνετάγη μεταξύ των διαδίκων μετά το λογιστικό υπολογισμό απόδοσης του χρηματικού ποσού [δανείου] των 45.000.000-δραχμών, ουδεμία αναφορά γίνεται για τόκους, δεν ασκεί επιρροή στην προκείμενη περίπτωση καθότι κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα τα χρηματικά ποσά που ο ενάγων παραχωρούσε στην εταιρία "...

ΕΠΕ" κατά τη συμφωνία που συνήψε με τους εκπροσώπους της ήταν έντοκα. Ακολούθως, ο ενάγων εμφάνισε αυθημερόν την επιταγή προς πληρωμή στην Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ, ως καθολική διάδοχο της πληρώτριας Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης, πλην όμως δεν πληρώθηκε διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα για την εξόφλησή της.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι η βεβαίωση επί του σώματος της επιταγής της πληρώτριας Τράπεζας είναι ψευδείς, καθώς επίσης ότι η επιταγή σφραγίσθηκε χωρίς να γίνει κάποιος έλεγχος, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν και απορριπτέος αφού στην προκείμενη περίπτωση αρκεί για το κύρος της βεβαίωσης αυτής του πληρωτή η μνεία της ημερομηνίας της εμφάνισης και η μη πληρωμή, καθώς και η χρονολόγηση της βεβαίωσης και δεν είναι αναγκαία η μνεία της αιτίας της μη πληρωμής.

Τα ανωτέρω ενισχύονται από την 1512/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε η από 3.11.2003 αίτηση της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Χ1 ΕΠΕ" νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών για την αναίρεση της 1932/2005 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή της ίδιας εταιρίας και επικύρωσε την 34242/2001 διαταγή πληρωμής του δικαστηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η οποία εκδόθηκε με βάση την ανωτέρω επιταγή ύστερα από αίτηση του δικαιούχου Χ1.

Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος την οποία προβάλλει ο εναγόμενος εκκαλών με τις προτάσεις του απαραδέκτως ασκήθηκε καθότι η προβολή της μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων μπορούσε παραδεκτώς να ασκηθεί. Αλλά και σε κάθε άλλη περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι παραδεκτά ασκήθηκε, με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά , η ενέργεια του ενάγοντος δικαιούχου της ένδικης επιταγής να επιδιώξει την είσπραξη της απαίτησής του δεν συνιστά υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που όμοια είχε κρίνει και είχε δεχθεί την αγωγή αναγνωρίζοντας ότι ο εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 220.102,70 ευρώ ως αποζημίωση από αδικοπραξία.

Σύμφωνα με το ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπάρχει σχετική παραδοχή σ' αυτή περί του ότι ο εναγόμενος γνώριζε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στη πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής, στοιχείο που συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάφαση της εκ μέρους του αδικοπραξίας. 'Ετσι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου αλλά και ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις (914, 297, 298, 71 εδ.

β' ΑΚ, 79 Ν. 5960/1933) που εφάρμοσε καθόσον το μεν δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία για το ανωτέρω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το δε αρκέστηκε για την εφαρμογή τους σε λιγότερες από τις απαιτούμενες προϋποθέσεις.

Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο έβδομος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. όπως αυτός παραδεκτά συμπληρώθηκε με την έκθεση του Εισηγητή καθώς και ο από τον αριθ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. που προτείνεται επίσης με την ίδια έκθεση (άρθρο 562 παρ. 4) και ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους βάσιμους αυτούς λόγους, παρελκούσης ύστερα από αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3034/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ