Supreme Court dismisses appeal for non-appearance and procedural errors regarding document production requests.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a Court of First Instance decision, noting their total absence from the hearing. The appellants argued the lower court erred in rejecting their request for document production, but the court found no substantive review occurred. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible due to lack of presence and unfounded procedural complaints.
Legislator headnote
AI generatedArticles 143, 226, 575, 576, 559, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear, and claims of leaving a request undecided require a substantive examination of the case which did not occur here.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 687 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 687/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Σ. Γ. του Χ., κατοίκου ... και 2) Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίες δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.) Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1579/2009 του ίδιου δικαστηρίου και 3985/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 7-2-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 26-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσειουσών στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ...16-6-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Β., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της 3985/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 12-1-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για τη δικάσιμο της 24-5-2016 και από εκείνη για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (24-1-2017), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στη δικηγόρο Αθηνών Κ.
Σ., ως υπογράψασα το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (άρθρο 143 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία αυτή νόμιμη δικάσιμο της υπόθεσης (24-1-2017), οι αναιρεσείουσες δεν παρέστησαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Εφόσον δε η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο κατά τη μετ’ αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ίδιου κώδικα), πρέπει οι αναιρεσείουσες να δικασθούν ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.Α.Π. 16/2006, 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι: "Κατά προφανή παράβαση του νόμου δεν θεώρησε το Εφετείο Αθηνών επαρκή τα εκτιθέμενα για την εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα...
Έτσι που έκρινε η προσβαλλομένη δεινότατα έσφαλε, αφού, παραλείψαν το Εφετείο Αθηνών να υπαγάγει στους ορθούς κανόνες... και δη... 937 Α.Κ., 938 Α.Κ., 904 Α.Κ., 911 Α.Κ., των άρθρων 3, 174, 680, 679 Α.Κ., με εκείνες των άρθρων 8 του ν. 2112/1920, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με το άρθρο 11 του α.ν. 537/1936, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 25 παρ. 2 του ν. 3239/1955, τις διατάξεις των άρθρων 349, 655 και 656 Α.Κ., 664 έως 676 Κ.Πολ.Δ... 340, 341, 345, 346 Α.Κ... 648, 649, 653 Α.Κ... 904 παρ. 1 και 2 περ.
α, 907, 908, 910 περ. 4 και 176 Κ.Πολ.Δ... α.ν. 539/1945, όπως τροποποιηθείς ισχύει, 1 παρ. 4 και 5 ν. 1346/1983, 52/36 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, κυρωθείσας με τον ν. 1081/1952, 3 ν.δ. 3755/1957 και 3 παρ. 16 ν. 4504/1966... 1 ν. 1082/1980 σε συνδυασμό με την 19040/1981 ΚΥΑ... 216 Κ.Πολ.Δ... τις διατάξεις των άρθρων 2 και 42 του ΚΚΠ/ΔΕΗ που κυρώθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 210/1974...
και τα άρθρα 288, 281 Α.Κ. καθώς επίσης και... άρθρο 20 παρ. 1... 2 παρ. 1... 4 παρ. 1... 5 παρ. 1... 17 αρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος... της παρ. 1 του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου... παρ. 1 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, της παρ. 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος...
και τα άρθρα 648 επ. Α.Κ.". Ο λόγος αυτός, ο οποίος με όμοιο περιεχόμενο ευρίσκεται διάσπαρτος και στους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έκτο αναιρετικούς λόγους, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού σ’ αυτόν αναφέρονται μεν οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, όχι όμως και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και συνακόλουθα αβάσιμος, αφού η από 29-6-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών (με την οποία αυτές ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 15-9-1993 έως και 8-5-1997, καθώς και το ποσό των 3.000 ευρώ στην κάθε μία ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας, επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και πιο επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού) δεν απορρίφθηκε ως αόριστη αλλά το μεν πρωτοβάθμιο δικαστήριο την απέρριψε κατά την κύρια βάση της ως απαράδεκτη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955 και κατά τις επικουρικές βάσεις της ως μη νόμιμη, το δε εφετείο απέρριψε την ασκηθείσα κατ’ αυτής έφεση των εναγουσών ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.
και συγκεκριμένα, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο: "Επειδή ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης ένεκα κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας για δήθεν αοριστία της αγωγής μας, ποσοτική ή ποιοτική... Επομένως, το Εφετείο Αθηνών, με την πιο πάνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του την κατέστησε αναιρετέα, λόγω της εκπτώσεως από το δικαίωμά μας και κηρύξεως της αγωγής μας ως δήθεν αόριστης, άλλως, ένεκα κηρύξεως της αγωγής μας ως δήθεν αόριστης και ως εκ τούτου ως δήθεν απαράδεκτη ένεκα της δήθεν αοριστίας της, σύφωνα με όλα όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ...".
Ομοίως με τον έκτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια αναιρετική πλημμέλεια με τις ίδιες ακριβώς αιτιάσεις. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως θεμελιούμενοι και συνακόλουθα αβάσιμοι, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή δεν απορρίφθηκε ως αόριστη ως προς καμία από τις βάσεις της, το απαράδεκτο δε αυτής ως προς την κύρια βάση της δεν θεμελιώθηκε σε αοριστία της αλλά σε εντελώς διαφορετικό λόγο, ήτοι εξαιτίας παρόδου της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955 όπως ισχύει, για την οποία (απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής για τον προαναφερθέντα λόγο) δεν υποβάλλεται με το αναιρετήριο συγκεκριμένο και σαφές παράπονο.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Επομένως πράγμα υπό την έννοια αυτή είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και έκτο λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της έφεσής τους αντίστοιχα.
Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη τους προαναφερθέντες λόγους έφεσης και τους απέρριψε ρητώς και ειδικότερα το μεν δεύτερο ως αόριστο (βλ. τη δεύτερη σελίδα του τέταρτου φύλλου και την πρώτη σελίδα του πέμπτου φύλλου της προσβαλλομένης), το δε τέταρτο ως απαράδεκτο διότι προϋπέθετε κρίση επί της ουσίας ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης (βλ.
τη δεύτερη σελίδα του έβδομου φύλλου της προσβαλλομένης).
Συνεπώς οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων αλλά απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ. Α.Π. 3/1997).
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο (παρά την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο "...δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας (η οποία έγκειται στο ότι δεν προσδιορίζονται τα κατά τις αναιρεσείουσες μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα), σε κάθε δε περίπτωση διότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, γεγονός που δεν συνέβη εν προκειμένω κατά τα προεκτεθέντα.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.
Α.Π. 3/1997, 44/1990). Στην προκειμένη περίπτωση οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος τους με το οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο κατά την απόρριψη της αγωγής τους διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού όπως ήδη έχει εκτεθεί, για το παραδεκτό του προαναφερθέντος λόγου αναίρεσης απαιτείται ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία η αγωγή απορρίφθηκε κατά την κύρια βάση της ως απαράδεκτη κατά κατά τις επικουρικές ως μη νόμιμη.
Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.
Α.Π. 10/2005). Περαιτέρω για τη θεμελίωση του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 115/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα, όπως κατά λέξη αναγράφεται σ’ αυτόν: "Το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο... είναι αυταπόδεικτο, αφού παρά το αυταπόδεικτο γεγονός, του απολύτως ορισμένου της αγωγής μας και των λόγων της εφέσεώς μας...
το Εφετείο Αθηνών - επειδή προφανώς δεν μπορούσε να βρει βάσιμο λόγο για να απορρίψει την αυταποδείκτως βάσιμη έφεσή μας και αγωγή μας - εφηύρε τον καινοφανή νομικό ισχυρισμό της δήθεν αοριστίας της εφέσεώς μας... Το δικάσαν δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αφού με την απόφασή του παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού δεν αξιολόγησε ορθά τις παραπάνω νομικές διατάξεις που με κάθε λεπτομέρεια αναφέραμε στο δεύτερο λόγο της εφέσώς μας, οι οποίες νομικές διατάξεις έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης...
με την απόφασή του παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας αφού δεν αξιολόγησε ορθά το αποδεικτικό υλικό και τα προσκομισθέντα έγγραφα... Το δικάσαν δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αφού με την απόφασή του παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού δεν αξιολόγησε ορθά τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, οι οποίες έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης...".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση με αυτόν αιτιάσεις δεν συνιστούν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το εφετείο ερεύνησε την υπόθεση κατ’ ουσίαν και κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα.
Εξ άλλου ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο επιγραμματικά και χωρίς παράθεση άλλων περιστατικών αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω πλήρους αοριστίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Τέτοια αίτηση είναι επίσης αυτή με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η αίτηση επίδειξης εγγράφου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 123/2016), η οποία όμως προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, αφού κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις η επίδειξη μπορεί να ζητηθεί για έγγραφα που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, απορρίπτοντας σιωπηρά το νομίμως υποβληθέν με την προσθήκη των προτάσεών τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αίτημά τους για επίδειξη εγγράφων, άφησε αδίκαστο το αίτημα αυτό.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι η έρευνα του αιτήματος επίδειξης εγγράφων προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, η οποία κατά τα προεκτεθέντα δεν έλαβε χώρα εν προκειμένω. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι με βάση τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο το αίτημα επίδειξης εγγράφων δεν προτάθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με τις έγγραφες προτάσεις των αναιρεσειουσών αλλά με την προσθήκη αυτών και του ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το αίτημα αυτό επαναφέρθηκε νόμιμα ενώπιον του εφετείου (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-2-2015 αίτηση για αναίρεση της 3985/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ