Supreme Court dismisses appeal on eminent domain compensation, ruling lower court properly considered all evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed appeals challenging a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding compensation for land expropriation. Plaintiffs argued the appellate court ignored their expert reports and specific valuation claims for property sections outside the expropriation zone. The court found the lower court's explicit statement that it considered all legally submitted documents conclusive, rendering the appeals inadmissible and baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 340 and 349 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 11, item 3 of the Code of Civil Procedure: An appellate court's decision is valid if it explicitly states it has considered all evidence lawfully submitted, and the appellant cannot prove the lower court ignored such evidence in its final assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 565 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 565/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Π. του Μ., 2 Σ. Π. του Σ., 3 Ζ. συζύγου Ι. Κ. το γένος Ζ., 4 Ε. Μ. του Ι. και 5 Μ. Π. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοχάρη Μέγα και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Στρούζα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Z. έως και 130 Ι. Α. κατοίκων ... οδός … Οι υπό στοιχείο 20, 28, 55, 78, 85, 86, 96, 105, 109 αναιρεσείοντες, δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Όλοι οι λοιποί από τους ανωτέρω αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Νικολαΐδου-Σουμαγιάννη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ" που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Στρούζα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ' αριθμ. 2821/2-7-2008, 3033/17-7-2008, 1614/17-4-2008, 3545/21-9-2009, 3043/21-7-2008, 3038/17-7-2008, 2031/28-5-2009, 3125/25-7-2008, 4911/23-12-2008, 4984/31-12-2008 και 1785/23-4-2008, αιτήσεις των ανωτέρω διαδίκων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, καθώς και τις παρεμβάσεις-ανταιτήσεις τους, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης σε απαλλοτριούμενες εκτάσεις. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1059/2010 μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 400/2012 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι Α. αναιρεσείοντες με την από 19-2-2013 αίτησή τους και οι Β. αναιρεσείοντες με την από 14/2/2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 26-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των συνεκδικαζόμενων από 19-2-2013 και 14-2-2013 αιτήσεων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 400/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος της που απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα τμήματα των ακινήτων των αναιρεσειόντων που παρέμειναν εκτός της απαλλοτρίωσης.
Οι πληρεξούσιοι των Α. και Β. αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι από 14-2-2013 και 19-2-2013 συναφείς αιτήσεις για αναίρεση της υπ'αριθμ.400/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος της που απέρριψε τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εκτός απαλλοτρίωσης απομένοντα τμήματα των ακινήτων τους, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους, για την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, και οικονομία χρόνου και δικαστικών δαπανημάτων (άρθρ. 31 και 246 ΚΠολΔ) που εφαρμόζονται και στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παραστεί στο δικαστήριο εκείνου που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν αποδεικνύεται ο διάδικος θεωρείται δικονομικά απών με την προϋπόθεση ότι προκύπτει νομότυπη κλήτευσή του διαφορετικά η συζήτηση ως προς αυτόν κηρύσσεται απαράδεκτη.
Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρόντες οι αναιρεσείοντες της από 14-2-2013 αιτήσεως 1) Β. Σ., 2) Α. Γ. Κ., 3) Θ. Α., 4) Μ. Π., 5) Ε. Α. με αυξ.αριθ. της αιτήσεως 20, 28, 55, 78 και 96 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 400/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης που δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου (6-12-2013), αν και νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθέντων από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση της υποθέσεως λοιπούς αναιρεσείοντες (βλ.
τις υπ' αριθμ. .../30-9-2013, .../30-9-2013, .../30-9-2013, .../30-9-2013 και .../30-9-2013 εκθέσεις επιδόσεως, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ….
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 62 εδ.α' Κ.Πολ.Δ. ικανός να είναι διάδικος θεωρείται ο έχων την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, η οποία παύει προκειμένου περί φυσικού προσώπου κατ' άρθρ. 35 Α.Κ. δια του θανάτου του. Κατά δε το άρθρο 313 παρ.1 στοιχ. δ Κ.πολ.Δ. η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη που διεξήχθη κατ' ανυπάρκτου φυσικού προσώπου χαρακτηρίζεται ρητά ως ανυπόστατη (ανύπαρκτη) ώστε η αγωγή με την οποία αρχίζει η εκκρεμοδικία ή το ένδικο μέσο απορρίπτονται ως απαράδεκτα εάν ο ενάγων ή ο ασκών το ένδικο μέσο ήδη κατά της άσκησής τους, είχαν προαποβιώσει.
Συνεπώς, και εφόσον από τα έγγραφα που προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες της από 14-2-2013 αίτησης, και όσα εκθέτουν με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες της ίδιας αίτησης 1) Α. Χ., 2) Α.-Τ. Χ., 3) Κ. Χ. και 4) Ε. Π.-Π. με αυξ. αριθ. 85, 86, 105 και 109 είχαν προαποβιώσει κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αίτησης αναίρεσης (14-2-2013), πρέπει ως προς αυτούς η ένδικη αίτησης αναίρεσης ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη (βλ. την υπ' αριθμ. 46/6/16/8/ 1996 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου Επανωμής Θεσσαλονίκης για τον Α. Χ., 45/2/14/9/2006 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Επανωμής Θεσσαλονίκης για την Α.-Τ. Χ., υπ' αριθ. 56/Τ8/12/8/2003 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Κ. Μ. για τον Κ. Χ. και υπ' αριθ. 225/Β/ 28-5-2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δράμας για την Ε. Π.-Π.).
ΙV. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά την διάταξη παρ. 2 του αρθρ. 17 του ισχύοντος Συντάγματος "κανένας δεν στερείται της ιδιοκτησίας αυτού, παρά μόνον για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, πάντοτε αφού προηγηθεί "πλήρης" αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία που είχε το απαλλοτριωθέν κατά τον χρόνο της συζητήσεως στο Δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης εκτός αν παρέλθει έτος από την συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ενώ κατά το άρθρο 13 παρ.4 του Ν.2882/2001 όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τον Νόμο 4070/2012 προβλέπει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου ως εκ της οποίας το απομένον εις τον ιδιοκτήτη τμήμα υφίσταται σημαντικήν υποτίμησιν της αξίας αυτού ή καθίσταται άχρηστο δια την δι' ην προορίζεται χρήσιν, δια της αυτής περί καθορισμού της αποζημιώσεως αποφάσεως προσδιορίζεται και παρέχεται ιδιαιτέρα αποζημίωσις εις τον ιδιοκτήτη.
Η ιδιαιτέρα αυτή αποζημίωση καταβάλλεται εις τον ιδιοκτήτη ομού μετά της καταβαλλομένης δια το απαλλοτριούμενον τμήμα. Η μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει, σύμφωνα με το παραπάνω είναι η ανέφικτη κατά προορισμό εκμετάλλευσή του ανεξάρτητα από την έκταση του, αφού ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση και είναι δυνατό να οφείλεται ότι αυτό κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο ή κατέστη παράγωγο ή ως υπόλοιπο αγρού απέμεινε λωρίδα εδάφους μη εκμεταλλεύσιμη ή η εκμετάλλευσή του λόγω της εκτάσεώς του ή και του σχήματός του θα είναι πια αντιοικονομική, γιατί θα απαιτεί αυξημένες δαπάνες ή θα είναι ασύμφορη.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 400/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Περαιτέρω αναφορικά με το αίτημα των συνεκδικαζομένων αιτήσεων - ανταιτήσεων περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομεινάντων εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων των επιδίκων ιδιοκτησιών λόγω μειώσεως της αξίας των από την απότμηση των ως άνω απαλλοτριωθέντων τμημάτων και από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η επίδικη απαλλοτρίωση, αποδείχθηκαν από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η απαλλοτριωθείσα έκταση, όπως απεικονίζεται στο κτηματολογικό διάγραμμα αποτελείται από επιμήκεις εδαφικές λωρίδες που βρίσκονται στην έχουσα πρόσοψη επί της οδού …(από αρ. 75 έως 98) πλευρά των προπεριγραφέντων με αριθμούς … … και … οικοδομικών τετραγώνων. Ειδικότερα το τμήμα αυτής που βρίσκεται το … Ο.Τ.
έχει σχεδόν παραλληλόγραμμο σχήμα και εμβαδόν 314,23 τ. μ. Εκτείνεται σε μεγάλου μήκους πλευρά, επί της προσόψεως του οικοδομικού αυτού τετραγώνου στην οδό ... καταλαμβάνον τους εμπρόσθιους ακάλυπτους χώρους, εμβαδού (14,61), (89,29), (72,37), (80,53) και (57,43) τ.μ. αντιστοίχως των πολυωρόφων οικοδομών των επιδίκων ιδιοκτησιών Κ.Π. 01, 02, 03, 07 και 09 που έχουν πρόσοψη επί τους οδού ...
οι με Κ.Π. 02 και 03, επί της οδού ... και ... η με Κ.Π. 01 και επί της οδού ... και 25ης Μαρτίου οι με αρ. Κ.Π. 07 και 09. Το τμήμα αυτής που βρίσκεται στο Ο.Τ…. (έναντι του προαναφερθέντος) έχει ακανόνιστο σχήμα και εμβαδόν 166,17 τ.μ. Εκτείνεται επί. όλης σχεδόν της πρόσοψης του οικοδομικού αυτού τετραγώνου στην οδό ... και καταλαμβάνει τους εμπρόσθιους ακάλυπτους χώρους, εμβαδού 19,7 τ.μ., 67,29 τ.μ., 76,28 τ.μ.
και 2,9 τ. μ. αντιστοίχως των πολυώροφων οικοδομών των επιδίκων ιδιοκτησιών Κ.Π. 04, 05, 06 και 10 που έχουν πρόσοψη επί τους οδού ... οι με Κ.Π. 05 και 06, επί της οδού ... και ... η με Κ.Π. 04 και επί της οδού ... και 25ης Μαρτίου η με Κ.Π. 10. Τέλος το τμήμα της απαλλοτριώσεως που βρίσκεται στο Ο.Τ. … (επί της ιδίας πλευράς με το Ο.Τ. 14), έχει σχήμα τραπεζίου και εμβαδόν 50,29 τ.μ.
Εκτείνεται επί του ημίσεως σχεδόν της πρόσοψης του οικοδομικού αυτού τετραγώνου επί της οδού ... και κατά ένα μέρος επί της οδού 25ης Μαρτίου, καταλαμβάνον τον εμπρόσθιο ακάλυπτο χώρο της πολυωρόφου οικοδομής της επίδικης ιδιοκτησίας με Κ.Π. 08 που έχει πρόσοψη επί της οδού ... και …. Μετά την απότμηση των ως άνω εδαφικών τμημάτων από τις επίδικες ιδιοκτησίες, απομένουν, όπως λεπτομερώς αναφέρθηκε παραπάνω εκτός της απαλλοτριώσεως:
α) έκταση εμβαδού 578,03 τ.μ., από την ιδιοκτησία ΚΠ.01 που είχε αρχικά εμβαδό 592,64 τ.μ. β) έκταση εμβαδού 304,85 τ.μ., από την ιδιοκτησία Κ.Π.02 που είχε αρχικό εμβαδόν 394,14 τ.μ., γ) έκταση εμβαδού 415,59 τ.μ. από ιδιοκτησία Κ.Π. 03 που είχε αρχικό εμβαδόν 487,96 τ.μ., δ) έκταση εμβαδού 214,39 τ.μ. από την ιδιοκτησία 04 που είχε αρχικό εμβαδόν 234, 09 τ.μ.
ε)έκταση εμβαδού 181,88 τ.μ. από την ιδιοκτησία 05 που είχε αρχικό εμβαδόν 249,17 τ.μ. στ) έκταση εμβαδού 351,31 τ.μ. από την ιδιοκτησία 06 που είχε αρχικό εμβαδόν 427,59 τ.μ. ζ) έκταση εμβαδού 121,68 τ.μ. από την ιδιοκτησία 07 που είχε αρχικό εμβαδόν 202,21 τ.μ. η) έκταση εμβαδού 388,17 τ.μ. από την ιδιοκτησία 08 που είχε αρχικό εμβαδόν 438,46 τ.μ.
θ) έκταση εμβαδού 230,89 τ.μ. από την ιδιοκτησία 09 που είχε αρχικό εμβαδόν 288,32 τ.μ. και ι) έκταση 315,37 τ.μ. από την ιδιοκτησία 10 που είχε αρχικό εμβαδόν 318,27 τ.μ. Πριν την απαλλοτρίωση οι ιδιοκτησίες αυτές (με Κ.Π. 01 έως 09) ήταν άρτιες και οικοδομήσιμες και επ' αυτών, σύμφωνα με την κατά προορισμό χρήση των, ήταν κτισμένες από τα προαναφερθέντα έτη οι προπεριγραφείσες πολυώροφες οικοδομές με τις αντίστοιχες ως άνω υπ' αριθμ. 4911/1977, 1277/1973, 258/1971, 1056/1975, 258/1972, 504/1967, 3578/1977, 2502/1974 και 4887/1972 οικοδομικές άδειες του οικείου πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, με την ανέγερση δε αυτών καλύφθηκε κατά τα προαναφερόμενα ο συντελεστής δόμησης, με συνέπεια να αποκλείεται η επέκταση των καθ' ύψος ή προς οποιαδήποτε πλευρά.
Μετά δε την επίμαχη απαλλοτρίωση και την απότμηση των προαναφερόμενων εδαφικών τμημάτων από την κάθε μία ιδιοκτησία, οι ιδιοκτησίες αυτές εξακολουθούν να έχουν σχεδόν ομαλό σχήμα η δε μικρή αλλοίωση του συνολικού των σχήματος δεν αλλάζει τη γενική γεωμετρική όψη της επιφάνειας των. Εξ αυτών οι με Κ.Π. 01, 04, 08 και 09 παραμένουν κατά κανόνα άρτιες και οικοδομήσιμες, η ιδιοκτησία 07 καθίσταται άρτια και οικοδομήσιμη κατά παρέκκλιση καθώς διατηρεί πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο μεγαλύτερο των 7,5 μ και το εμβαδόν της είναι μεγαλύτερο των 110 τ.μ.
ενώ οι ιδιοκτησίες 02, 03, 05 και 06 καθίστανται κατά κανόνα, κατά παρέκκλιση και κατ' εξαίρεση μη άρτιες και μη οικοδομήσιμες καθώς παύουν να διατηρούν πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο κατά τα προαναφερθέντα. Ακόμη μετά την απαλλοτρίωση μειώνεται, όπως είναι φυσικό, η συνολική δόμηση των εναπομεινάντων οικοπέδων κατά το αντίστοιχο ποσοστό μείωσης της επιφανείας καθενός και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 2,5 % για την 01 ιδιοκτησία 22,7% για την 02 ιδιοκτησία, 14,8% για την 03 ιδιοκτησία, 8,4% για την 04 ιδιοκτησία, 27% για την 05 ιδιοκτησία, 17,8% για την 06 ιδιοκτησία, 50% για την 07 ιδιοκτησία, 11,5% για την 08 ιδιοκτησία και 19,9% για την 09 ιδιοκτησία.
Λαμβάνοντας υπόψη κυρίως τα στοιχεία αυτά (αρτιότητα, μείωση οικοδομησιμότητας) αλλά και την επίδραση του έργου της απαλλοτριώσεως που επέρχεται στη λειτουργικότητα των ως άνω οικοδομών και τη χρήση των σ' αυτή διηρημένων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων - καταστημάτων), οι διορισθέντες πραγματογνώμονες, με την παραπάνω έκθεση των, χωρίς συνεκτίμηση και του γεγονότος ότι έχει εξαντληθεί ο συντελεστής δόμησης, προσδιόρισαν το ποσοστό αποζημίωσης των εναπομεινάντων τμημάτων σε 10% για την 01 ιδιοκτησία, 80% για την 02 ιδιοκτησία, 80% για την 03, 05 και 06, 20% για την 04, 60% για την 07, 20% για την 08 και 40% για την 09 ιδιοκτησία.
Ακόμη οι προαναφερθέντες τεχνικοί σύμβουλοι των δικαιούχων της αποζημίωσης διαδίκων, με τις παραπάνω τεχνικές των εκθέσεις και με βάση τα ίδια στοιχεία, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη την εξάντληση του συντελεστή δόμησης, προσδιορίζουν το ποσοστό απομείωσης του Κ.Π. 01 σε 40%, του με Κ.Π. 02, 03, 05, 07 σε 100% του με Κ.Π. 04 σε 48%, του με Κ.Π. 06 από 75% έως 100%, του με Κ.Π. 08 και 09 σε 90% ενώ οι τεχνικοί σύμβουλοι της υποχρέου προς αποζημίωση διαδίκου εταιρείας με την παραπάνω έκθεση τους αναφέρουν ότι τα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των επιδίκων όχι μόνο δεν υπέστησαν μείωση της αξίας των αλλά αντιθέτως ωφελήθηκαν από την κατασκευή του έργου.
Επίσης η επιτροπή του άρθρου 15 του ν. 2882/2001 με προσδιοριστικούς παράγοντες τη μείωση της επιφανείας των απαλλοτριουμένων εδαφικών τμημάτων και τη συνεπαγόμενη μειωμένη δόμηση αυτών κατά το αντίστοιχο ποσοστό με τις από 19-12-2008, 19-11-2008, 11-12-2008, 11-12-2008 και 11-12-2008 εκθέσεις της, προσδιόρισε το ποσοστό απομείωσης σε 25% για την 07 ιδιοκτησία, 5% για την 04,20% για την 06, 5% για την 08 και 15% για την 05 ιδιοκτησία.
Όμως, όπως προαναφέρθηκε επί των οικοπεδικών αυτών τμημάτων έχουν ανεγερθεί νομίμως σύμφωνα με την κατά προορισμό τους χρήση, οι προπεριγραφείσες πολυώροφες οικοδομές αποτελούμενες από οριζόντιες ιδιοκτησίες ήτοι καταστήματα (στο ισόγειο αυτών), διαμερίσματα (στους υπέρ αυτού ορόφους) και υπόγεια με εξάντληση του συντελεστή δόμησης, με συνέπεια να μην υφίσταται δυνατότητα ανέγερσης άλλου κτίσματος ή επέκταση των υπαρχόντων σ' αυτά καθ' ύψος, βάθος ή προς οποιαδήποτε πλευρά.
Η νομιμότητα δε των υφιστάμενων αυτών οικοδομών δεν θίγεται μετά την ως άνω απαλλοτρίωση σύμφωνα με τις υφιστάμενες πολεοδομικές διατάξεις. Ο ισχυρισμός των αιτούντων - ανταιτούντων δικαιούχων της αποζημίωσης ότι σε περίπτωση κατεδάφισης αυτών, αφενός δεν θα δύνανται να ανεγερθούν νέες επί των Κ.Π. 02, 03, 05 και 06 ιδιοκτησιών γιατί τα εκτός απαλλοτριώσεως οικοπεδικά τμήματα των καθίστανται μη άρτια και μη οικοδομήσιμα και αφετέρου θα είναι υποχρεωμένοι να κατασκευάσουν στις εν λόγω ιδιοκτησίες αλλά και στις υπόλοιπες με Κ.Π. 01, 04, 07, 08 και 09 λιγότερα τ.μ., αποτελεί γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο που δεν δύναται να στηρίξει αξίωση περί ιδιαίτερης αποζημίωσης και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος.
Άλλωστε από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε, ούτε οι ως άνω διάδικοι ισχυρίζονται, ότι υπάρχει κίνδυνος κατάρρευσης των εν λόγω οικοδομών από οποιαδήποτε αιτία η υφίσταται συμφωνία των συνιδιοκτητών των διαιρετών αυτών χώρων προς κατεδάφιση των και ανέγερση νέων. Περαιτέρω εξ αιτίας της απότμησης της πρόσοψης των εναπομεινάντων ακινήτων επί της οδού ...
και 25ης Μαρτίου, δεν εμποδίζεται και δεν περιορίζεται η κατά προορισμό χρήση των υπαρχόντων οικοδομών και των διαιρετών χώρων αυτών (διαμερισμάτων καταστημάτων - υπογείων) και ούτε δυσχεραίνεται η εκμετάλλευση τούτων πλην του καταστήματος που βρίσκεται στο ισόγειο της ευρισκομένης στο Κ.Π. 06 ακίνητο οικοδομής, στο οποίο λειτουργούσε πρατήριο πωλήσεως υγρών καυσίμων και πλυντήριο αυτοκινήτων, και στο οποίο πλέον, μετά την απαλλοτρίωση του έμπροσθεν αυτού τμήματος, που χρησιμοποιείτο ως χώρος εισόδου και εξόδου του πρατηρίου για τον ανεφοδιασμό και πλύσιμο αυτοκινήτων, δεν θα μπορεί να λειτουργήσει σχετική επιχείρηση, αφού δεν θα τηρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την λειτουργία αυτής, σύμφωνα με το Π.Δ. 1224/1981 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το Π.Δ. 118/2006.
Έτσι το γεγονός αυτό επιφέρει μείωση της αξίας του εν λόγω ισογείου καταστήματος, όπως θα αναφερθεί ειδικότερα κατωτέρω, όχι δε και ολοκλήρου του εναπομείναντος εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος του Κ.Π. 06 ακινήτου ή της οικοδομής που βρίσκεται σ' αυτό. Ειδικότερα οι διαιρετοί χώροι που υπάρχουν στις προπεριγραφείσες οικοδομές εξακολουθούν να έχουν την ίδια κατά προορισμό χρήση και συγκεκριμένα τα διαμερίσματα να χρησιμοποιούνται για κατοικίες, τα καταστήματα για την άσκηση σ' αυτά επιχειρήσεων εμπορικού κέντρου, όπως και προηγουμένως και τα υπόγεια ως αποθηκευτικοί χώροι.
Η άμεση πρόσβαση στην οδό ... των οικοδομών αυτών των διαιρετών τους χώρων δεν εμποδίζεται, αφού όπως προαναφέρθηκε η μόνη υπέργεια κατασκευή επί των απαλλοτριωθέντων θα είναι η είσοδος εμβαδού 40 τ.μ. περίπου και ύψους 1 μ. περίπου στον υπόγειο σταθμό, ενώ όλη η λοιπή απαλλοτριωθείσα έκταση μετά την κρασπέδωση της θα διατεθεί ελεύθερη στη χρήση των πολιτών.
Σημειώνεται εδώ ότι η επίμαχη έκταση και πριν την απαλλοτρίωση ήταν ελεύθερη στη χρήση των πολιτών διαμορφωμένη, πλην του τμήματος αυτής για την ως άνω είσοδο - έξοδο στο πρατήριο υγρών καυσίμων, σε πεζοδρόμιο. Περαιτέρω ως προς την επίδραση που ασκεί το έργο, για το οποίο κηρύχθηκε η επίμαχη απαλλοτρίωση και των επιδίκων ιδιοκτησιών που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Οι σήραγγες για την κατασκευή του ΜΕΤΡΟ θα κατασκευασθούν σε μεγάλο βάθος κάτω από το έδαφος σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης και δεν θα προκληθούν περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τη λειτουργία του, όπως θόρυβοι και κραδασμοί, έτσι ώστε να γίνει εν προκειμένω λόγος περί υπάρξεως δυσμενών συνεπειών που θα επηρεάσουν την αξία των ανωτέρω υφισταμένων πολυώροφων οικοδομών στα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των επιδίκων ιδιοκτησιών.
Η κατασκευή του έργου της απαλλοτριώσεως σε κάθε περίπτωση δεν επιφέρει περιορισμούς στη δόμηση των εναπομεινάντων αυτών ακινήτων ούτε η επ' αυτών δόμηση απαιτεί ειδικές μελέτες θεμελίωσης με ιδιαίτερα οπλισμένο σκυρόδεμα που θα επιβαρύνει το κατασκευαστικό κόστος. Το γεγονός ότι η Δ/νση πολεοδομίας Θεσσαλονίκης θα πρέπει να υποβάλλει στην υπόχρεω εταιρεία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε." το σχετικό φάκελο ώστε η τελευταία να διατυπώσει τη γνώμη της προς την πολεοδομία, ότι δεν επηρεάζεται αρνητικά το έργο του ΜΕΤΡΟ, δεν σημαίνει ότι τίθεται περιορισμός στη δόμηση, ή ότι η τελευταία εξαρτάται από τη συναίνεση και έγκριση της αιτούσας υπόχρεου προς αποζημίωση, αλλά απλά σκοπό έχει τη μη επέκταση της δόμησης και στο ήδη απαλλοτριωθέν ή στο υπέδαφος αυτού και της μη επίδρασης της ανοικοδόμησης στην ασφάλεια του μετρό.
Έτσι ο ισχυρισμός των αιτούντων - ανταιτούντων δικαιούχων της αποζημίωσης περί του ότι, αυτή καθ' εαυτή η ύπαρξη του σταθμού του μετρό στην επίδικη περιοχή θα επηρεάσει αρνητικά τις αξίες των επιδίκων εναπομεινάντων ακινήτων, λόγω α) στέρησης της δυνατότητος άμεσης πρόσβασης των ενοίκων των άνω οικοδομών στην οδό ..., β) της δημιουργίας ηχορύπανσης και εν γένει ρύπανσης από τη διέλευση μεγάλου αριθμού των ατόμων που θα χρησιμοποιούν το σταθμό του μετρό, γ) των κραδασμών, του θορύβου και των λοιπών παρενεργειών από την υπόγεια διέλευση των συρμών των αμαξοστοιχιών δεν αποδείχθηκε.
Αντίθετα, από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων το Δικαστήριο κρίνει ότι, η κατασκευή του επιδίκου έργου στην περιοχή αυτή συνιστά σημαντικό αυξητικό παράγοντα της αξίας των ακινήτων (καταστημάτων - διαμερισμάτων κ.λ.π.) καθόσον θα υπάρχει άμεση και ανέξοδη πρόσβαση στο σταθμό του μετρό και ταχύτατη διακίνηση στον τόπο προορισμού.
Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η κατασκευή, αντίστοιχα, των σταθμών του μετρό στην Αθήνα αναβάθμισε τις περιοχές αυτών και συνετέλεσε στην αύξηση της αξίας των. Μάλιστα στις αγγελίες των εφημερίδων για την πώληση διαμερισμάτων, καταστημάτων και γραφείων, τονίζεται μεταξύ των αναφερομένων χαρακτηριστικών που προσελκύουν το ενδιαφέρον του κοινού, η εγγύτητα αυτών στους σταθμούς του μετρό, γεγονός που υποδηλώνει την πλεονεκτική τους θέση και δικαιολογεί και το αναγραφόμενο αυξημένο τίμημα πώλησης.
Έτσι από την ύπαρξη του σταθμού του μετρό στην περιοχή όπου κείνται και τα επίδικα όχι μόνο δεν μειώνει την αξία αυτών αλλά αντίθετα την αυξάνει και σε κάθε περίπτωση μόνο ωφέλεια απομένει στα εκτός απαλλοτριώσεως ως άνω ακίνητα.
Συνεπώς το αίτημα των διαδίκων δικαιούχων της αποζημίωσης αιτούντων - ανταιτούντων, για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εκτός απαλλοτρίωσης ως άνω τμήματα των επιδίκων ακινήτων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσία και να γίνει δεκτό το αίτημα της υποχρέωσης σε αποζημίωση αιτούσας εταιρείας, περί αναγνωρίσεως ότι, δεν συντρέχει περίπτωση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα ως άνω απομένοντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων".
Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους των αιτήσεων των αναιρεσειόντων για τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως για την απομείωση της αξίας των τμημάτων των ακινήτων τους που παρέμειναν εκτός της απαλλοτρίωσης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 του Συντάγματος, 13 παρ.4 το ΚΑΑΑ και 1 παρ.1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν την έννοια της απομειώσεως της αξίας των τμημάτων των ακινήτων των αναιρεσειόντων που παρέμειναν εκτός της απαλλοτρίωσης συνεπεία της ένδικης απαλλοτρίωσης και δεν δικαιολογούν τον καθορισμό επί πλέον αποζημίωσης για την ίδια αιτία.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες της από 19-2-2013 αίτησης αναίρεσης με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ και οι αναιρεσείοντες της από 14-2-2013 αίτησης με τους πρώτο, έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους κατά το ένα μέρος τους με τους οποίους αποδίδεται στην ίδια προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των ιδίων εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 17 παρ.2 του Συντάγματος 13 παρ.4 του ΚΑΑΑ και 1 παρ.1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον μοναδικό λόγο του από 19-2-2013 κατά το άλλο μέρος του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ και οι αναιρεσείοντες της από 14-2-2013 αίτησης αναίρεσης με τους δεύτερο, τρίτο, έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο κατά το άλλο μέρος τους λόγους του αναιρετηρίου από τον ίδιο αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.
Εξ άλλου, οι ίδιοι λόγοι των δύο αναιρέσεων κατά την σ' αυτές περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή τα απομένοντα εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματα των ακινήτων των αναιρεσειόντων υπέστησαν απομείωση συνέπεια της ένδικης απαλλοτρίωσης και του έργου που κατασκευάσθηκε και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσιβλήτου και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με το ότι α) συνεπεία της απαλλοτρίωσης και της απότμησης τμημάτων των ακινήτων τους ορισμένα τμήματα κατέστησαν μη άρτια και οικοδομήσιμα ανεξάρτητα από το ότι δεν προέκυψε τουλάχιστον προς το παρόν συμφωνία τους για την κατεδάφιση και ανέγερση νέων οικοδομών που δεν αποκλείεται στο μέλλον, β)καλύφθηκε με την απαλλοτρίωση σχεδόν ολοκληρωτικά το διαθέσιμο προκήπιο και πεζοδρόμιο γ)μειώθηκε αισθητά το πρόσωπο των οικοπέδων επί των οδών, δ)μειώθηκε λόγω των κραδασμών από την υπόγεια διέλευση του μετρό η αξία των διαμερισμάτων τους, ε)ενώ το Εφετείο με την προηγηθείσα υπ'αριθ.1059/2010 προδικαστική απόφασή του έκρινε νόμιμο τον ισχυρισμό τους για απομείωση της αξίας της εναπομένουσας ιδιοκτησίας τους, στη συνέχεια με την προσβαλλόμενη κρίθηκε ότι δεν επήλθε καμία απομείωση, στ)δεν σχολιάζονται ειδικότερα τα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία, ζ)το μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός της ανοικοδομήσεως δεν επηρρεάζε την ένδικη αξίωσή τους είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
V. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα του προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997 Ελ.Δ/νη 1992 σελ.72), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996 Ελ.Δνη 1996). Με τον μοναδικό λόγο του από 19-2-2013 αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος του και τους τρίτο, έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους του από 14-2-2013 αναιρετηρίου κατά το άλλος μέρος τους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων που αναλύονται στην προηγηθείσα παράγραφο της παρούσας κατά την έρευνα των λόγων από τον αριθ.19 του αρθ.559 του ΚΠολΔ.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι διότι οι ανωτέρω "ισχυρισμοί" δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκαν από τους αναιρεσείοντες ως επιχειρήματα συναγόμενα από τις αποδείξεις, για την θεμελίωση της ουσιαστικής βασιμότητας των ισχυρισμών τους. Ανεξάρτητα όμως από αυτά, τα ίδια πραγματικά περιστατικά καθό μέρος συγκροτούν τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων από τη διάταξη των άρθρων 17 παρ.2 του Συντάγματος, 13 παρ.4 του ΚΑΑΑ και 1 παρ.1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ τα εκτίμησε προσηκόντως το Εφετείο, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τους ισχυρισμούς αυτούς.
VΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).
Με τον πέμπτο λόγο του από 14-2-2013 αναιρετηρίου και τον δέκατο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την έκθεση πραγμ/νης την οποία ενώ μνημονεύει κατ'ουσίαν δεν λαμβάνει υπόψη, ούτε τις διευκρινίσεις και πληροφορίες των πραγ/νων στην ίδια έκθεση που σιωπηρά και έμμεσα απορρίπτει παρά την επιταγή των άρθρων 340 και 349 ΚΠολΔ, ούτε την άποψη της Επιτροπής του αρθρ.15 του ν.2882/2001 ούτε την άποψη του μηχανικού τους Κουκίδη.
Τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχαν νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προστάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων ότι απομειώθηκε η αξία των τμημάτων των ακινήτων τους που παρέμειναν εκτός της απαλλοτρίωσης και συνεπεία του έργου της απαλλοτρίωσης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα τα οποία μάλιστα ρητά μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη και συνεκτιμάται η αποδεικτική αξία τους για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, οι δε σχετικοί λόγοι αναίρεσης κρίνονται αβάσιμοι.
Επομένως πρέπει οι συνεκδικαζόμενες από 19-2-2013 και 14-2-2013 αιτήσεις αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 400/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος της που απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα τμήματα των ακινήτων αναιρεσειόντων που παρέμειναν εκτός της απαλλοτρίωσης ν'απορριφθούν με τις πιο πάνω αντίστοιχα αιτιολογίες του απαραδέκτου για τους 4 αναιρεσείοντες της από 14-2-2013 αίτησης και του αβασίμου για τους λοιπούς αναιρεσείοντες της ίδιας αίτησης και τους αναιρεσείοντες της συνεκδικαζόμενης από 19-2-2013 αίτησης, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες και των δύο συνεκδικαζομένων ήδη από την εκφώνηση αιτήσεων ενιαία ως ηττώμενοι στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε (άρθρ.183 Κ.Πολ.Δ.) κατά τα εις το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει και απορρίπτει τις από 14-2-2013 και 19-2-2013 αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 400/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους παρισταμένους αναιρεσείοντες και των δύο αιτήσεων ενιαία στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και για τις δύο συνεκδικαζόμενες αιτήσεις από δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) Ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση και των δύο συνεκδικαζομένων αιτήσεων στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ