Legislator Case Law & Legislation
55/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding standing and burden of proof in civil litigation.

Case Number 55/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision, ruling that the procedural requirement of standing is a substantive condition for legal protection. The appellant argued that the lower court erred by not declaring the case inadmissible due to lack of standing, whereas the court held that the respondent's denial of the appellant's claims constituted a denial of the case's basis rather than a lack of standing. Consequently, the court determined that the appellant failed to prove the necessary legal relationship required for standing, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 68 KPolD; Art. 559(1) KPolD: The requirement of standing is a substantive condition for legal protection; an opponent's denial of the claimant's alleged facts constitutes a denial of the claim's basis, not a lack of standing, placing the burden of proof on the claimant.

Keywords

AI generated
standing in civil litigation procedural prerequisites burden of proof legal protection inadmissibility of claim appellate review scope civil procedure law

Cited Legislation

AI generated
Art. 68 KPolD
Art. 559(1) KPolD
Art. 561(1) KPolD
Art. 495(3) KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 55 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 55/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρίας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μ. Δ.. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τρύφωνα Αλυκάτορα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 389/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 380/2015 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι οι προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ25/2008). Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση.

Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ` αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη, άλλωστε, νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης.

Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος αποδείξεως, με συνέπεια, και σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον περί νομιμοποιήσεως του ισχυρισμό, την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποιήσεως (ΑΠ 915/2021, AΠ 46/2020, ΑΠ 59/2017, (ΑΠ 649/2017).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 6 ΚΙΝΔ, που ορίζει ότι "Προς μεταβίβασιν της κυριότητος πλοίου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και του αποκτώντος ότι διά νόμιμόν τινα αιτίαν μετατίθεται εις αυτόν η κυριότης. Η συμφωνία γίνεται εγγράφως και υποβάλλεται εις καταχώρισιν εν τω νηολογίω. Άνευ της κατά το προηγούμενον εδάφιον εγγραφής δεν επέρχεται η μεταβίβασις της κυριότητος πλοίου", προκύπτει ότι η μεταβίβαση της κυριότητας πλοίου είναι αιτιώδης, χωρίς δε την εγγραφή στο νηολόγιο της μεταβιβαστικής συμφωνίας δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητας του πλοίου ακόμη και μεταξύ των ίδιων των συμβαλλομένων (ΑΠ 298/2016, ΑΠ 708/1985).

Επίσης, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ, η σύμβαση εκχώρησης έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαίτησης από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, ο οποίος μετά την αναγγελία καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής. Επομένως, αν η απαίτηση έχει εκχωρηθεί, νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη ο εκδοχέας και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει ήδη αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 376/2020, ΑΠ 1616/2018, ΑΠ 1028/2018, AΠ 224/2018, ΑΠ 1093/2017).

Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρου 457 παρ. 2και 3 του ΚΠολΔ, εκείνος κατά του οποίου προσάγεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του με την επιφύλαξή της προσβολής του ως πλαστού.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται τα εξής: α) Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθρο 455 ΚΠολΔ), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, του ιδιωτικού εγγράφου εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου για τη γνησιότητά του.

Ο αντίδικός αυτού έχει το βάρος της δηλώσεως για άρνηση της γνησιότητας, ο δε διάδικος της αποδείξεως αυτής, αν αμφισβητηθεί, με κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ ΑΠ85/2018, AΠ 20/2017, ΑΠ 1088/2014, ΑΠ 1254/2010). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ917/2020, ΑΠ3/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.16 περ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ύστερα από αυτεπάγγελτη ή κατά πρόταση διαδίκου έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων αυτού. Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 591/2017, ΑΠ 542/2017).

Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν ποιείται μνεία για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., τότε μόνον, αν ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει απ' αυτή προς απόδειξη της βάσεως της αγωγής ή την απόκρουση αυτής και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη, επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1089/2017, ΑΠ 1345/2011, Α.Π. 1442/2009).

Το δεδικασμένο, αν και σύμφωνα με το άρθρο 322 ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο ισχυρισμός ότι δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο η ύπαρξη δεδικασμένου, για να θεμελιώσει τον από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να έχει προβληθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και όχι, απλώς, να έγινε επίκληση κάποιας τελεσίδικης απόφασης, να αναφέρεται δε ρητώς στο αναιρετήριο ότι έγινε τέτοια προβολή (ΑΠ 1131/2015, ΑΠ 541/2014, 294/2014).

Από τις διατάξεις δε των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων προσώπων που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει επίσης ότι το δεδικασμένο καλύπτει και την ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσης που κρίθηκε παρεμπιπτόντως, εφόσον η έρευνα αυτού ήταν νομικώς αναγκαία γιατί αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος και έπρεπε να προηγηθεί της ορισμένης κρίσης του αντικειμένου της διαφοράς και αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για το παρεμπίπτον αυτό ζήτημα (ΑΠ 135/2016, ΑΠ 644/2015).

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, δεδομένου ότι η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει μόνο από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι της αγωγής (ΑΠ 156/2013, ΑΠ 1135/2012), όσο και η κρίση της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, μεταξύ των οποίων και εκείνη της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής αιτίας, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 257/2016, ΑΠ 449/2015).

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα ανελέγκτως γίνονται δεκτά, αν επομένως αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 877/2018, ΑΠ 713/2011, ΑΠ 1164/2010).

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτήν αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο. ( ΑΠ122/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Εξαίρεση δικαιολογείται μόνο αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Εξάλλου, η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (ΟλομΑΠ 15/2000, ΑΠ 476/2019, ΑΠ 40/2018, ΑΠ 157/2018).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα άσκησε κατά του αναιρεσίβλητου αγωγή με την οποία ζήτησε, επικαλούμενη ότι νομιμοποιείται ως εκδοχέας, την επιδίκαση απαιτήσεως που είχε ο κύριος του πλοίου "..." σε βάρος του αναιρεσίβλητου, για αποζημίωση λόγω βλάβης του σκάφους του από εσφαλμένους χειρισμούς του τελευταίου ως πλοιάρχου του ζημιογόνου σκάφους ..., και την οποία αυτός του εκχώρησε δυνάμει της από 27-7-2011 μεταξύ τους συμβάσεως.

Η αγωγή έγινε δεκτή κατά ένα μέρος με την 389/2014 απόφαση του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ερήμην του εναγομένου. Μετά από έφεση αυτού, το Εφετείο εξέδωσε την προσβαλλόμενη 380/2015 απόφασή του, με την οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση στο πλαίσιο του άρθρου 528 ΚΠολΔ και αφού ερεύνησε εκ νέου την αγωγή, απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι με το από 6-8-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης (bil of sale), που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) και του Α. Α. συμφωνήθηκε η πρώτη να αγοράσει από τον δεύτερο ένα ξύλινο αλιευτικό σκάφος ιδιοκτησίας του με το όνομα "...", υπό ελληνική σημαία, νηολογίου Πειραιά αρ.10166, κοχ47,28 και ότι το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό δεν καταχωρήθηκε στα νηολόγια Πειραιά και ιδιοκτήτης του σκάφους παραμένει ο Α.

Α.. Ότι στις 9-9-2010 ο πλοίαρχος του δεξαμενοπλοίου ... υπό σημαία ... ιδιοκτησίας της αλλοδαπής εταιρείας "... S. S.A." με καταστατική έδρα στα νησιά ..., (ήδη αναιρεσίβλητος), από έλλειψη προσοχής που ώφειλε να καταβάλει και δεν κατέβαλε (κατά τις ειδικότερα παρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης που δεν πλήττονται με αναιρετικό λόγο), προκάλεσε υλικές ζημίες στο ανωτέρω σκάφος και ότι ο πλοιοκτήτης αυτού με το από 16-9-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης απαίτησης, που κατάρτισε με την ενάγουσα εταιρεία, της εκχώρησε την απαίτησή του κατά της εταιρείας "... ..." και του εναγομένου για τις υλικές ζημιές που υπέστη το σκάφος του.

Ότι με επίσπευση του εναγομένου πλοιάρχου, ο οποίος είχε ασκήσει αγωγή στις 28-4-2011 κατά της πλοιοκτήτριας εταιρείας για απαίτηση από δεδουλευμένες αποδοχές που έγινε εν μέρει δεκτή με την 5234/2011 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το (ζημιογόνο) πλοίο "..." εκπλειστηριάστηκε στις 8-6-2011 και κατακυρώθηκε στην υπερθεματίστρια εταιρεία "... ...".

Ότι στον πλειστηριασμό είχε αναγγελθεί ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητος), που ζητούσε να καταταχθεί προνομιακώς για το συνολικό ποσό των 25.603,97 ευρώ για την παροχή ναυτικής εργασίας στο εκπλειστηριασθέν πλοίο, και η ενάγουσα ως εκδοχέας ζητώντας την προνομιακή της κατάταξη για το ποσό των 118.805 ευρώ, με βάση το από 16-9-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης απαίτησης, του Α.

Α. κατά της καθής η εκτέλεση. Ότι με τον υπ'αριθμ.... πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβ/φου Πειραιώς Αμαλίας Παναγοπούλου αφαιρέθηκαν από τον πλειστηριασμό των 30.250 ευρώ, το ποσό των 9612,40 ευρώ ως έξοδα εκτέλεσης και απέμεινε υπόλοιπο προς διανομή το ποσό των 20.637,60 ευρώ, στο οποίο κατετάγη προνομιακά ο εναγόμενος, όχι όμως και η ενάγουσα, η οποία άσκησε κατά του άνω πίνακα κατάξης και του εναγομένου την από 4-10-2011 ανακοπή, που απορρίφθηκε με την 379/2013 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Πειραιώς καθώς και η κατ' αυτής έφεσή της που απορρίφθηκε με την 739/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Όσον αφορά ειδικότερα τη νομιμοποίηση της ενάγουσας ως εκδοχέως της ένδικης απαιτήσεως δυνάμει της επικαλούμενης με την ένδικη αγωγή από 27-7-2011 συμβάσεως εκχωρήσεως που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: " ... πριν συνταχθεί ο ανωτέρω πίνακας κατάταξης με νέο από 27-7-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης απαίτησης που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και του Α.

Α., ο τελευταίος εκχώρησε και μεταβίβασε στην ενάγουσα τις αξιώσεις του κατά του εναγόμενου για τις υλικές ζημιές που προξενήθηκαν στο σκάφος του από την αμελή συμπεριφορά του ως πλοιάρχου του πλοίου '..." από έλλειψη προσοχής που ώφειλε να καταβάλει και δεν κατέβαλε και έτσι με βάση το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό, ασκήθηκε η ένδικη αγωγή.

Ο εναγόμενος με το δεύτερο λόγο έφεσής του προτείνει ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας ως εκδοχέως, καθόσον αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής του εκχωρητή Α. Α. στο από 27-7-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό ισχυριζόμενος ότι η υπογραφή αυτή διαφέρει ουσιωδώς από τη γνήσια υπογραφή του Α.

Α. που προκύπτει από το δελτίο ταυτότητάς του, το προσύμφωνο πώλησης του πλοίου, το ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης του πλοίου και το προγενέστερο από 16-9-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης. Αντίθετα η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η επίδικη υπογραφή στο από 27-7-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό ανήκει στον εκχωρητή Α. Α., ο οποίος στο προγενέστερο ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης έχει θέσει ως υπογραφή το αρχικό γράμμα του ονόματός του και το επώνυμό του, ενώ στο επίδικο ιδιωτικό συμφωνητικό έχει θέσει την κανονική υπογραφή του, επιπλέον δε ισχυρίζεται ότι ο λόγος της δεύτερης σύμβασης εκχώρησης είναι αφενός το λάθος που έγινε στο προγενέστερο ιδιωτικό συμφωνητικό για την έδρα του του πλοίου (ορθό έδρα της εταιρείας τα νησιά ...

αντί της εσφαλμένης έδρας ...), αφετέρου ότι στο από 27-7-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό προσδιορίζονται αναλυτικά τα κονδύλια των ζημιών του σκάφους "...". Επομένως μετά την αμφισβήτηση του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού η ενάγουσα που το προσκομίζει και το επικαλείται φέρει το βάρος αποδείξεως της γνησιότητάς του.

Η ενάγουσα επικαλείται τις καταθέσεις τριών μαρτύρων, ήτοι των Π. Κ., Ανδρέα Γιαγιά και Αθανάσιου Αθανασίου. Οι δύο τελευταίοι μάρτυρες δεν καταθέτουν τίποτε για τη γνησιότητα της υπογραφής του Α. Α., αλλά μόνο για τις συνθήκες που έλαβε χώρα η σύγκρουση των πλοίων. Ο μάρτυρας Π. Κ. ο οποίος ως δικηγόρος ασχολήθηκε με τη σύνταξη του bill of sale για το οποίο κατέθεσε ότι δεν έχει καταχωρηθεί στα νηολόγια λόγω έλλειψης πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας από τον Α.

Α., επί πλέον κατέθεσε ότι την πορεία της υπόθεσης την έχει πληροφορηθεί από το συνάδελφό του Μ. Δ. και τέλος ότι καταρτίστηκε το επίδικο συμφωνητικό εκχώρησης χωρίς όμως να διευκρινίζει τίποτε σχετικά με την υπογραφή του Α. Α. στο εν λόγω συμφωνητικό. Αντίθετα αποδεικνύεται ότι ο Α. Α. έχει θέσει τις μεταξύ τους όμοιες αδιαμφισβήτητες υπογραφές του Α) στο από 16-9-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης απαίτησης β) στο δελτίο ταυτότητάς του, γ) στο από 6-4-2010 προσύμφωνο πώλησης πλοίου (δύο υπογραφές μία σε κάθε σελίδα), των οποίων η γνησιότητα προκύπτει από τη βεβαίωση του ΑΤ ...

και δ) στο ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης πλοίου (bill of sale), όπου βεβαιώνεται επίσης η γνησιότητα της υπογραφής από το κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά. Οι υπογραφές αυτές φέρουν το γράμμα Α και στη συνέχεια το επίθετο Α. με κεφαλαία γράμματα. Όμως στο επίδικο ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης η υπογραφή στη θέση ο εκχωρητής δεν ομοιάζει καθόλου με τη γνήσια υπογραφή του Α.

Α. στα ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα που έχει μάλιστα βεβαιωθεί η γνησιότητά της από δημόσια αρχή. Άλλωστε η ενάγουσα, ενώ θα μπορούσε ευχερώς να προσκομίσει ένορκη βεβαίωση του Α. Α. για να βεβαιώσει ότι η υπογραφή του στο επίδικο συμφωνητικό εκχώρησης είναι γνήσια δεν το έπραξε. Επομένως δεν αποδεικνύεται ότι υπάρχει νόμιμη σύμβαση εκχώρησης λόγω της μη απόδειξης υπογραφής της σύμβασης από τον φερόμενο ως εκχωρητή και η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά ως εκδοχεύς στην επιδίκαση της απαίτησης από την ένδικη αιτία, δεκτού γενομένου στο σημείο αυτό του ισχυρισμού περί ελλλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας και παρέλκει η έρευνα των λοιπών ισχυρισμών του εναγόμενου για άρνηση της κρινόμενης αγωγής...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε, όπως αναφέρθηκε, την πρωτόδικη απόφαση κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ και ερεύνησε εκ νέου την αγωγή, απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο , δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά και ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή περί του εάν η απαίτηση αποζημίωσης, για τις ζημίες που υπέστη το πλοίο "..." από αμέλεια του αναιρεσιβλήτου πλοιάρχου του ζημιογόνου πλοίου ..., έχει εκχωρηθεί με το επικαλούμενο με την αγωγή από 27-7-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό από τον ιδιοκτήτη του ως άνω ζημιωθέντος πλοίου Α.

Α. στην αναιρεσείουσα εταιρεία, ώστε αποξενούμενου του ιδιοκτήτη εκχωρητή από την απαίτηση αυτή να νομιμοποιείται πλέον η τελευταία ως εκδοχέας να ασκήσει την ένδικη αγωγή κατά του οφειλέτη αναιρεσιβλήτου, οι οποίες (παραδοχές) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την έλλειψη ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 68 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ, αφού στην ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού διαλαμβάνει όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες την κρίση του αυτή ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι, ενόψει της αμφισβήτησης από τον αναιρεσίβλητο της γνησιότητας της υπογραφής του φερόμενου ως εκχωρητή Α.

Α., η αναιρεσείουσα (που έφερε και το σχετικό βάρος απόδειξης κατά τα αναφερόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη) δεν απέδειξε ότι ο ανωτέρω κύριος του ζημιωθέντος πλοίου υπέγραψε ως εκχωρητής το από 22-7-2011 συμφωνητικό και ότι καταρτίστηκε νόμιμη σύμβαση εκχώρησης προς την αναιρεσείουσα της απαίτησης αυτού κατά του αναιρεσιβλήτου, πλοιάρχου του ζημιογόνου πλοίου "...", με αποτέλεσμα να μην νομιμοποιείται αυτή, ως εκδοχέας της ένδικης απαίτησης, προς άσκηση της υπό κρίση αγωγής.

Είναι δε αβάσιμες οι προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι "ταυτόχρονα με τις προμνημονευθείσες παραδοχές δέχεται ότι με το από 16-10-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης μεταξύ του Α. Α. και της αναιρεσείουσας εκχωρήθηκε από τον πρώτο στη δεύτερη η απαίτησή του κατά της εταιρείας του ζημιογόνου σκάφους "... ..." και του εναγόμενου για τις υλικές ζημίες που υπέστη το σκάφος του", καθόσον οι συγκεκριμένες παραδοχές δεν συγκρούονται ούτε αλληλοαναιρούνται μεταξύ τους ώστε να αποδυναμώνεται η κρίση της απόφασης για τη μη υπαγωγή της εν λόγω ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, επί πλέον δε, οι παραπάνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας συνιστούν επιχειρήματα αυτής από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι διέλαβε τις προμνημονευθείσες αντιφατικές άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες είναι αβάσιμος, πέραν της αοριστίας του ενόψει του ότι δεν προσδιορίζει ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ως στοιχεία αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών της ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο (κατά τη νοηματική του εκτίμηση) επιχειρείται θεμελίωση της πλημμέλειας του αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε το δεδικασμένο το απορρέον από την 739/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η έφεσή του αναιρεσιβλήτου κατά της 379/2013 απόφασης του Μον/λούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε απορίψει την ανακοπή του κατά του συνταγέντος επί του πλειστηριασμού του ζημιογόνου πλοίου ...

πίνακος κατάταξης, παρά την κρίση της άνω αποφάσεως περί του παραδεκτού και νομίμου της άσκησης της εν λόγω ανακοπής εκ μέρους της ενάγουσας ως εκδοχέως της επίμαχης απαίτησης αποζημίωσης δυνάμει του από 16-9-2010 συμφωνητικού εκχώρησης μεταξύ της ιδίας και του ιδιοκτήτη του ζημιωθέντος πλοίου, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται με το δικόγραφο της υπό κρίση αναίρεσης ότι προέβαλε τον συγκεκριμένο περί δεδικασμένου ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, ο οποίος, κατά τη μείζονα σκέψη, παρά το γεγονός ότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 332 ΚΠολΔ) δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς πρέπει να προτείνεται κατ'εφαρμογήν του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, εφόσον δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του, επί πλέον δε, και το Εφετείο δεν διέλαβε σκέψη και δεν αποφάνθηκε περί ύπαρξης ή μη δεδικασμένου (βλ.

ΑΠ 743/3017, ΑΠ 1346/2012). Σημειωτέον δε ότι, εφόσον η ουσιαστική νομιμοποίηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας θεμελίωση είχε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σύμβαση εκχώρησης που καταρτίστηκε με το από 22-7-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, δεν μπορούσε το Εφετείο να ερευνήσει και επιδικάσει αποζημίωση στην αναιρεσείουσα με βάση την τυχόν προκύψασα από τις αποδείξεις ιδιότητα αυτής ως εκδοχέως με βάση προγενέστερη σύμβαση εκχώρησης που καταρτίστηκε με το από 16-9-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, διότι η τελευταία αυτή ιδιότητα στηρίζεται σε διαφορετικά περιστατικά ενεργητικής νομιμοποίησης (πρβλ ΑΠ 1398/2010).

Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις αυτές δεν ιδρύουν υπό τα ως άνω εκτιθέμενα την πλημμέλεια του αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν μέμφεται το Εφετείο η αναιρεσείουσα για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα ανελέγκτως έγιναν δεκτά, αν δηλαδή αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, αλλά αναφέρεται στην κρίση περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και δη στη συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου σύμφωνα με όσα στην οικεία μείζονα σκέψη εκτίθενται.

Απαράδεκτος τέλος είναι και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση (κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση) ότι "παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο αφού η αδυναμία απόδειξης νομιμοποίησης του διαδίκου συνιστά έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης που έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης και όχι ως αβάσιμης κατ' ουσίαν", καθόσον η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας, με συνέπεια η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι της προϋπόθεσης αυτής να ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αρ. 14.

Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα επικαλέσθηκε ότι κατέστη δικαιούχος της επίδικης απαίτησης αποζημίωσης ως εκδοχέας αυτής λόγω εκχωρήσεως από τον εκχωρητή (κύριο του ζημιωθέντος πλοίου) δυνάμει της από 27-7-2011 μεταξύ τους συμβάσεως εκχωρήσεως, την οποίαν ανήγγειλε στον οφειλέτη εναγόμενο με την ένδικη αγωγή, περιστατικά που αρκούν για τη θεμελίωση της νομιμοποίησης της ενάγουσας ως δικονομικής προϋπόθεσης για την παροχή έννομης προστασίας, ανεξαρτήτως της αληθείας ή μη του σχετικού ισχυρισμού.

Η αμφισβήτηση εντεύθεν από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από την ενάγουσα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής της, με συνέπεια, την απόρριψη αυτής για έλλειψη (ενεργητικής) νομιμοποιήσεως κατ' ουσίαν, εφόσον η τελευταία δεν απέδειξε τον σχετικό περί νομιμοποιήσεως της ισχυρισμό.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-7-2017 αίτηση της εταιρείας "..." για αναίρεση της με αριθμό 380/2015 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ