Legislator Case Law & Legislation
59/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of jurisdiction and insufficient reasoning regarding abuse of right.

Case Number 59/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Regional Unit of Chalkidiki against the First Instance Court of Thessaloniki. The appellant argued the lower court lacked jurisdiction and failed to provide sufficient reasoning for rejecting the abuse of right defense. The court ruled that the appeal was inadmissible because the First Instance Court had already addressed the issue by declaring the defense vague and insufficient, thereby precluding a separate jurisdictional challenge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495 and 564 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court has already ruled on the substantive issue of the defense's vagueness, as a separate jurisdictional objection is not required when the court has examined the merits.

Keywords

AI generated
abuse of right defense insufficient reasoning jurisdictional objection vague defense appeal inadmissibility civil procedure code abuse of process

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 and 564 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 99 of the Municipal Administration Code
Articles 283 and 285 of Law 3852/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 59 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 59/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής - Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που διαδέχθηκε σε δικαιώματα και υποχρεώσεις τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Χαλκιδικής, που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σαμαρά με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Χατζηαθανασίου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 11/1/2010 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/10/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 10/10/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 39/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκρινε επί εφέσεων που είχαν ασκήσει η αναιρεσείουσα, ο αναιρεσίβλητος και τρίτη μη διάδικος στην παρούσα δίκη, κατά της 85/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ’ ουσία η 344/11.11.2009 αγωγή του αναιρεσιβλήτου για καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, και όταν τα πολιτικά δικαστήρια δέχονται ότι έχουν δικαιοδοσία και επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών (ΑΠ 210/2016).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 20/2008). Εξάλλου, το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, στη δε παράγραφο 2 ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας.

Το άρθρο 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) Οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόμος έχει υπαγάγει σ` αυτά και γ) οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σ` αυτά.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε προς εφαρμογή της παραπάνω συνταγματικής διάταξης, υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ’ αυτή. Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφέρονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ (περ.

η’ ) καθώς και τις διοικητικές συμβάσεις (περ. ι’ ). Ειδικότερα, στο μεν άρθρον 104 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι: "Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου, που ανάγονται σε έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα" ενώ στο άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι: "Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος.

Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών". Τέλος δε, στο άρθρο 106 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που η εκδίκαση τους υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, είναι κατά κύριο λόγο, εκείνες που πηγάζουν από πράξεις των οργάνων του δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ενέχουν άσκηση δημόσιας εξουσίας, με προέχον δηλαδή στοιχείο την επιβολή της υπέρτερης μονομερούς βούλησης αυτών, χωρίς να αποκλείονται και εκείνες που προκύπτουν από υλικές ενέργειες των ιδίων οργάνων, όταν αυτές απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών (ΑΠ 542/1996) ή τελέστηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που έχει ενεργήσει εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών καθηκόντων του (ΑΕΔ 5 και 53/1995).

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων η ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ή από παραλείψεις οφειλομένων νομίμων υλικών ενεργειών αυτών, όπως όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ή τελέσθηκαν εξ αιτίας αυτής και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας των πιο πάνω προσώπων, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ακόμη και όταν επιδιώκεται αποζημίωση για παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αλλά η επικαλούμενη ως παράνομη ενέργεια, πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια που εκδηλώθηκε στο πλαίσιο εννόμου σχέσεως του ιδιωτικού δικαίου ή συνδέεται με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου, ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, συντελέσθηκε μέσα στα πλαίσια ή έχει ως υπόβαθρο τέτοια σύμβαση, όπως μια σύμβαση έργου, η ευθύνη για την αποκατάσταση κάθε θετικής ή αποθετικής ζημίας και καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης θεμελιώνεται στα άρθρα 104 και 105 ΕισΝΑΚ και οι εντεύθεν διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 7/2014, ΑΕΔ 3/2004, AΠ 347/2014, ΑΠ 1175/2014, ΑΠ 1607/2012).

Περαιτέρω, υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο 1), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση.

Είναι δε η σύμβαση διοικητική αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, ήτοι σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/2012, ΑΕΔ 29/2009, ΟλΑΠ 7/2001).

Συνεπώς, για τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως ως διοικητικής, δεν αρκούν οι ιδιότητες των συμβαλλομένων ως ν.π.δ.δ. και η δια της μεταξύ τους συμβάσεως επιδίωξη δημόσιου σκοπού, αλλά θα πρέπει να συντρέχει και η υπερέχουσα θέση του ενός εκ των συμβαλλομένων έναντι του άλλου, με την πρόβλεψη υπέρ αυτού εξαιρετικών όρων που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και του εξασφαλίζουν υπεροχή έναντι του άλλου.

Είναι, επομένως, ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική η σύμβαση με την οποία τα συμβαλλόμενα ν.π.δ.δ. διαχειρίζονται την ιδιωτική περιουσία τους, καθώς και εκείνη με την οποία υπάγουν οικειοθελώς τις μεταξύ τους συμβατικές σχέσεις στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, προβλέποντας ρήτρες επαρκώς σαφείς και υποχρεωτικές (ΑΕΔ 18/2009).

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914 και 922 του ΑΚ προκύπτει ότι, αν από παράνομη και υπαίτια πράξη ζημιώθηκε κάποιος, ευθύνεται σε αποζημίωσή του όχι μόνο εκείνος που με την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προκάλεσε την ζημία, αλλά και εκείνος που είχε στην υπηρεσία του ή γενικότερα υπό την εποπτεία του, εις τρόπον ώστε να είναι υποχρεωμένος να ενεργεί κατά τις οδηγίες και υποδείξεις του (είχε δηλαδή προστήσει υπό την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ) αυτόν που με την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προξένησε την ζημία, ενεργώντας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του είχε αναθέσει.

Από δε τα άρθρα 681, 688 - 691 και 698 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος, που με την εργολαβική σύμβαση συνδέεται ενοχικώς με τον εργοδότη, δεν θεωρείται κατ’ αρχήν, ως προστηθείς από τον εργοδότη, αφού δεν ευρίσκεται σε σχέση υπηρεσιακής εξαρτήσεως και, επομένως, ο εργοδότης δεν ευθύνεται για τη ζημία σε τρίτο που έγινε από τον εργολάβο ή από τα χρησιμοποιούμενα από αυτόν πρόσωπα.

Εξαίρεση υπάρχει αν ο εργοδότης, με την εργολαβική σύμβαση, διαφύλαξε για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου με παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών οπότε ο τελευταίος (εργολάβος) θεωρείται προστηθείς από τον εργοδότη (Α.Π. 1328/2010), είναι δε αδιάφορος ο τρόπος παροχής των οδηγιών και εντολών του προστήσαντος (ΑΠ 876/2012), αρκεί ο προστηθείς να υποχρεούται στην εκτέλεσή τους (ΑΠ 1876/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτά επισκοπούμενο δικόγραφο της από 10.11.2009 αγωγής του, ο αναιρεσίβλητος, ισχυρίστηκε ότι η μη διάδικος κοινοπραξία με την επωνυμία "..." είχε καταρτίσει με την αρχικά πρώτη εναγόμενη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Χαλκιδικής, την οποία διαδέχθηκε, ως καθολικός διάδοχός της, η Περιφερειακή Ενότητα Χαλκιδικής - Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας (ήδη αναιρεσείουσα), σύμβαση έργου με αντικείμενο τη "βελτίωση γεωμετρικών χαρακτηριστικών επαρχιακής οδού ...", μέρος του οποίου ήταν και η κατασκευή γέφυρας για την υπέρβαση οδικά του Ολύνθιου ποταμού, ότι η ανωτέρω ανάδοχος ανέθεσε υπεργολαβικά την κατασκευή της ως άνω γέφυρας στην αρχικά δεύτερη εναγομένη ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "...", ότι κατά την κατασκευή της γέφυρας, από αμέλεια των οργάνων της κατασκευάστριας τεχνικής εταιρείας, υπερχείλυσαν λόγω της έντονης βροχόπτωσης τα νερά του ποταμού και εισήλθαν στον παρακείμενο ελαιώνα του, προκαλώντας κατά τη διέλευσή τους τις αναφερόμενες ζημίες.

Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες ευθυνόμενες εις ολόκληρο, να του καταβάλουν αποζημίωση για την αποκατάσταση της συνδεόμενης αιτιωδώς με τη ζημιογόνα συμπεριφορά ζημίας του και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, και μάλιστα η εναγόμενη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Χαλκιδικής, ως εργοδότης που είχε προστήσει στην κατασκευή του έργου τη δεύτερη εναγομένη, υπεργολάβο, έχοντας διαφυλάξει με τη σύμβαση για τον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου, αλλά και λόγω του συνεχούς και αδιάλειπτου ελέγχου και παροχής οδηγιών των μηχανικών της διεύθυνσης τεχνικών έργων αυτής.

Με το παραπάνω ιστορικό και αίτημα η αγωγή, με την οποία αξιώνεται αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με βάση τις διατάξεις των άρθρων 681, 914, 922 και 932 του ΑΚ, ως προς δε την αναιρεσείουσα και εκείνες των άρθρων 104, 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, εισήγαγε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαφορά, ιδιωτικού δικαίου από αδικοπραξία της προστηθείσας από την αναιρεσείουσα κατασκευαστικής εταιρείας, που συντελέστηκε στα πλαίσια της συνδέουσας αυτές σύμβασης έργου, ήτοι εννόμου σχέσεως του ιδιωτικού δικαίου, που συνδέεται με τη διαχείριση ιδιωτικής περιουσίας της αναιρεσείουσας και χωρίς να γίνεται επίκληση στην αγωγή ότι συντρέχει το στοιχείο της υπερέχουσας θέσης στη σύμβαση της εργοδότριας αναιρεσείουσας έναντι της εργολάβου εταιρείας.

Κατ’ ακολουθία, για την εκδίκαση της διαφοράς αυτής δικαιοδοσία, βάσει του άρθρου 94 παρ. 2 του Συντάγματος, έχουν τα πολιτικά δικαστήρια. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η διαφορά που εισάγεται με την ένδικη αγωγή προς κρίση, δεν απορρέει από διοικητική σύμβαση, αλλά πρόκειται για διαφορά ιδιωτικού δικαίου η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και δίκασε αυτή την αγωγή, δεν υπέπεσε στην κατ’ άρθρ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της υπέρβασης της δικαιοδοσίας των πολιτικών Δικαστηρίων, και γι’ αυτό ο σχετικός περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι η υπόθεση υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).

Πράγμα, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης ή αντέφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 845/2011). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/96, ΑΠ 1434/2010, ΑΠ 1255/2004), όπως συντρέχει και όταν το δικαστήριο δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον έχει αντιμετωπίσει και απορρίψει εκ των πραγμάτων (ΑΠ 1876/2013).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει ο έχων έννομο συμφέρον. Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση.

Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ’ αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη, άλλωστε, νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης.

Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος αποδείξεως, με συνέπεια και σε περίπτωση όπου δεν αποδείξει τον περί νομιμοποιήσεως του ισχυρισμό την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποιήσεως (ΑΠ 1718/2012).

Με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της που νόμιμα είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και είχε επαναφέρει ενώπιον του εκδώσαντος αυτήν Εφετείου με λόγο εφέσεως, περί ελλείψεως παθητικής της νομιμοποίησης, διότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις ευθύνης για αποζημίωση, δεδομένου ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε παράνομη και υπαίτια πράξη, δεν την ενώνει κανένας απολύτως αιτιώδης σύνδεσμος με την επικαλούμενη ζημία και αν επήλθε το ζημιογόνο αποτέλεσμα τούτο οφείλεται σε προφανή αμέλεια της κατασκευάστριας του έργου εταιρίας και όχι σε δική της ανάμειξη.

Ο λόγος αυτός κατά το παραπάνω μέρος του, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο διότι τα επικαλούμενα προς στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προαναφερθείσα έννοια, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής του αναιρεσίβλητου, την οποία σε κάθε περίπτωση έλαβε υπόψη, το δικαστήριο της ουσίας, και την απέρριψε "εκ των πραγμάτων", με την παραδοχή, ως κατ’ ουσίαν βασίμων, των θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών γεγονότων.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.

Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν (αγωγή) των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια και κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου (ΑΠ 387/2015, ΑΠ 308/2015).

Τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου. Έτσι από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 εδάφ. β’ ΑΚ σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος ήτοι περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης, και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 93/2016, ΑΠ 1513/2014).

Επίσης, όταν ζητείται αποζημίωση λόγω διαφυγόντος κέρδους, είναι αναγκαία η παράθεση στην αγωγή συγκεκριμένων πραγματικών γεγονότων από τα οποία, σε περίπτωση απόδειξής τους, να είναι δυνατόν να διακριβωθεί αντικειμενικά η επέλευση της εκ του διαφυγόντος κέρδους ζημίας, αρκούσης της απλής πιθανολόγησης ότι κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί καθίσταται πιθανό το κέρδος (ΑΠ 175/2010, ΑΠ 560/2010).

Όταν δε επιδιώκεται η αποζημίωση για μελλοντική ζημία, πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής τα περιστατικά που πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας (ΑΠ 674/2013, ΑΠ 317/2013, ΑΠ 377/2009). Εξάλλου, από το άρθρο 932 ΑΚ, προκύπτει ότι όταν ο αδικηθείς επιδιώκει την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από τον αδικοπραγήσαντα, ενόψει του ότι η χρηματική ικανοποίηση επιδικάζεται με αίτηση του δικαιούχου και με βάση τα υποβαλλόμενα στην κρίση του δικαστηρίου περιστατικά, χωρίς να διατάσσεται απόδειξη για την επέλευση ή μη της ηθικής βλάβης, ούτε για το ποσόν αυτής, οφείλει, για να είναι ορισμένη η αγωγή του, να εκθέτει και τους όρους αναγνωρίσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, όπως, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, το είδος της προσβολής του, την βαρύτητα και την έκταση της βλάβης, τον βαθμό του πταίσματος του υπαιτίου και την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, χωρίς ν` αναφέρεται αναγκαίως και σε τί συνίσταται η κατάσταση αυτή (ΑΠ 1876/2013, ΑΠ 1325/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το οικείο μέρος του προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, έκρινε ορισμένο το ένδικο αγωγικό δικόγραφο, ως προς τα κονδύλια που αναφέρονται στην έκταση και τη δαπάνη αποκατάστασης της προκληθείσας στον αναιρεσίβλητο, εξ αιτίας της αποδιδόμενης στις εναγόμενες αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, θετικής και αποθετικής ζημίας και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε απορρίψει την περί του αντιθέτου ένστασή της.

Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει, ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος προς θεμελίωση της επικαλουμένης ως προκληθείσας σε βάρος του από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων ζημίας και της προς αποκατάσταση αυτής απαιτουμένης δαπάνης εκθέτει σ’ αυτό (δικόγραφο) αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, ότι συνεπεία της εκτιθέμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, καταστράφηκαν 153 ελαιόδενδρα ποικιλίας χονδροελιάς Χαλκιδικής και για την αγορά νέων πλήρωσε με μέση τιμή αγοράς 2,5 ευρώ καθένα, και για την εκσκαφή και τοποθέτηση καθενός πλήρωσε με μέση τιμή 1,5 ευρώ για καθένα, καταστράφηκαν τα λάστιχα του δικτύου άρδευσης και τα μπεκ ποτίσματος, προσδιορίζοντας ότι για την αντικατάστασή του αγόρασε 995 μέτρα σωλήνα και 153 μπεκ ποτίσματος, για την εκσκαφή προς τοποθέτηση του υπόγειου δικτύου ποτίσματος στα έξι στρέμματα του αγροτικού ακινήτου απαιτούνται οκτώ ώρες με δαπάνη 35 ευρώ την ώρα, για τον καθαρισμό των φερτών υλικών και άμμου από τον ελαιώνα των έξι στρεμμάτων με κατάλληλο εκσκαφέα απαιτούνται δώδεκα ώρες με δαπάνη 35 ευρώ την ώρα, ότι απώλεσε το καθοριζόμενο ποσό χρημάτων το οποίο θα κέρδιζε από την παραγωγή ελαιοκάρπου κατά τα έτη 2006 έως 2010, εάν δεν επέρχονταν η καταστροφή των ελαιοδένδρων, εκθέτοντας την ποσότητα που θα παρήγαγε κάθε δένδρο και την τιμή μονάδας της ελιάς κατ’ αυτά τα χρονικά διαστήματα, ζητώντας την καταβολή του χρηματικού ποσού στο οποίο με την εκτέλεση των αριθμητικών πράξεων ανέρχεται η θετική και αποθετική ζημία του, καθώς επίσης και το αναφερόμενο ποσό λόγω της επικαλούμενης ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία ως χρηματική ικανοποίηση.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή κρίνεται πλήρως ορισμένη, ως προς το κεφάλαιο της προκληθείσας θετικής και αποθετικής ζημίας και της απαιτουμένης προς αποκατάσταση της δαπάνης, καθώς και εκείνο της χρηματικής ικανοποίησης διαλαμβάνουσα όλα τα απαιτούμενα στοιχεία και ειδικότερα λεπτομερή περιγραφή τόσο του είδους και της έκτασης της προκληθείσας ζημίας, κατά τις αναφερόμενες σ’ αυτή (αγωγή) διακρίσεις όσο και του ύψους της δαπάνης που απαιτείται για την αποκατάστασή της, με προσδιορισμό τόσο των επί μέρους εργασιών αποκατάστασης όσο και των απαιτουμένων υλικών, με αναφορά της δαπάνης κατ’ είδος και τιμή μονάδας.

Επίσης, προκύπτουν από το περιεχόμενο της αγωγής όλα τα κριτήρια που απαιτούνται στο δικαστήριο για τον υπολογισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος εξαιτίας της ζημίας της περιουσίας του. Δεν απαιτείτο δε ειδικότερος προσδιορισμός, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα, αφού αυτός μπορεί να γίνει από τις αποδείξεις.

Ειδικότερα, δεν πάσχει αοριστίας το δικόγραφο, επειδή γίνεται αναφορά σε μέση τιμή αγοράς των νέων ελαιοδένδρων και της δαπάνης εκσκαφής, ούτε επειδή δεν προσδιορίζεται εάν πρόκειται για χειρωνακτική ή μηχανική εκσκαφή, ούτε ποιος θεωρείται κατάλληλος εκσκαφέας για την πραγματοποίηση του καθαρισμού των φερτών υλικών, ούτε απαιτούνταν ο προσδιορισμός του τρόπου υπολογισμού του χρόνου εκτέλεσης των εργασιών, ούτε περισσότερα στοιχεία για τον προσδιορισμό της πιθανολογούμενης μελλοντικής παραγωγής, ούτε, τέλος, απαιτούνταν να διευκρινίζεται ποια ηθική βλάβη υπέστη και με ποιο τρόπο κοστολογείται αυτή.

Συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση η οποία δεχθείσα τα ίδια, απέρριψε το λόγο έφεσης με τον οποίο υποβάλλονταν παράπονο για την απόρριψη από την πρωτόδικη απόφαση της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης αοριστίας των παραπάνω κονδυλίων της αγωγής την οποία, ακολούθως έκανε κατά ένα μέρος δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, δεν παρέλειψε παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης κατά το παραπάνω μέρος του είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόσθηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 28/1997, Ολ. ΑΠ 30/1997). Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Γι’ αυτό προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, και δεν ιδρύεται όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη και η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή, ένσταση ή αντένσταση απορρίφθηκε για τους προεκτεθέντες λόγους (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1889/2014, ΑΠ 1599/2013, ΑΠ 39/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι απέρριψε τον τρίτο λόγο της έφεσής της χωρίς νόμιμη και επαρκή αιτιολογία σχετικά με την απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, αναφέροντας ότι "τα περιστατικά αορίστως προβάλλονται και δεν αρκούν να την καταστήσουν καταχρηστική", χωρίς να προσδιορίζει ποια στοιχεία χρειαζόταν να παρατεθούν για να είναι ορισμένος ο λόγος της έφεσης.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι σχετικά με το λόγο αυτό της έφεσης, διέλαβε τα εξής: "Περαιτέρω, αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο τρίτος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο η εκκαλούσα προβάλλει ότι η αγωγή ασκήθηκε κατά κατάχρηση δικαιώματος, ισχυριζόμενος ότι για το επίδικο συμβάν η σύζυγος του ενάγοντος αποζημιώθηκε από την ίδια (πρώτη εναγομένη) για την καταστροφή των δένδρων του ακινήτου της, επιπλέον δε ο ενάγων για περισσότερο από τρία έτη δεν προέβη σε οποιαδήποτε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια για τη διεκδίκηση των απαιτήσεών του.

Πράγματι, τα ανωτέρω περιστατικά αορίστως προβάλλονται και δεν αρκούν να καταστήσουν καταχρηστική, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, την άσκηση του ως άνω δικαιώματος του ενάγοντος για την αποζημίωσή του ως μισθωτή του επίδικου αγρού". Με βάση την αιτιολογία αυτή της προσβαλλομένης απορρίφθηκε κατ’ ουσία ο λόγος της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος ως αόριστη, κρίνοντας και το Εφετείο ότι η ένσταση αυτή ήταν αόριστη.

Επομένως, αφού το Εφετείο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, αλλά έκρινε ότι αυτή είναι αόριστη και για τον τυπικό αυτό λόγο απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης, ο προκείμενος λόγος αναίρεσης, κατά το παραπάνω μέρος του, είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα απαράδεκτος.

Κατ’ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 4.10.2015 αίτηση για αναίρεση της 39/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα επιβληθούν όμως μειωμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 99 του Κώδικα Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, (ν. 2503/97) 283 και 285 του Ν. 3852/2010 και 22 του Ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.10.2015 αίτηση της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής-Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, για αναίρεση της 39/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ