Supreme Court dismisses appeal on maritime arrest grounds, ruling specific law prevails over general civil procedure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the First Instance Court's decision regarding the arrest of a ship. The bank argued that general civil procedure rules on property seizure should apply to maritime vessels, but the court found this interpretation incorrect. The court ruled that the specific provisions of the Maritime Code regarding ship arrest take precedence over the general rules in the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 53(2) and 57(1) & (4) of Law 177/1923; Article 992(1) last paragraph of the Code of Civil Procedure; Article 211 of the Maritime Code: Specific statutory provisions governing the arrest of ships prevail over general civil procedure rules regarding the seizure of property, establishing that the Maritime Code's explicit timeline for the effectiveness of ship arrest overrides the general rule applicable to real estate.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 55 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 55/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ» και το δ.τ. «EUROBANK ERGASIAS», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Λάλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Νηολόγου και Ναυτικού Υποθηκοφύλακα του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς, που εδρεύει στον Πειραιά, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Χουρμούζη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στο: Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.12.2011 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την από 12.01.2012 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσιβλήτου και του Ελληνικού Δημοσίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2276/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 196/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 02.03.2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Η κρινόμενη από 02.03.2017 (αρ.κατ. 21/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αρ. 196/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ σε συνδυασμό 791 παρ. 2 ΚΠολΔ) και απευθύνεται παραδεκτά κατά του αναιρεσιβλήτου Νηολόγου και Ναυτικού Υποθυκοφύλακα του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά, που είχε καταστεί διάδικος, κατόπιν της σχετικής διάταξης του Δικαστή για την επίδοση προς αυτόν της βασικής από 20.12.2011 αίτησης για την εκδίκαση αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 748 ΚΠολΔ), ενώ αντιθέτως, η αίτηση αναίρεσης παραδεκτά δεν απευθύνεται και κατά του κυρίως παρεμβάντος, Ελληνικού Δημοσίου, προς το οποίο, όμως, έχει κοινοποιηθεί παραδεκτά η αναίρεση (βλ.την υπ’ αρ. …/17-1-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κωνσταντίνας Ψαρομηνά), εφόσον ο κυρίως παρεμβαίνων δεν καθίσταται ομόδικος (απλός ή αναγκαίος) και συνεπώς, η αναίρεση κάποιου κύριου διαδίκου δεν απαιτείται να απευθύνεται και κατ’ αυτού (ΑΠ 1417/2010, ΑΠ 975/2008, ΑΠ 807/2005). Επομένως,κατόπιν τούτου η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθεί κατά την νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).
[II] Περαιτέρω, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία άσκησε την (βασική) από 20.12.2011 (αρ.κατ. 26/2012) αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, με την οποία ισχυρίστηκε ότι με βάση την υπ’ αρ. …/16-7-2007 σύμβαση δανείου χορήγησε στην ναυτιλιακή εταιρεία, με την επωνυμία ΚΑΠΠΑ ΤΣΑΡΤΕΡ ΝΕΠΑ, δάνειο ύψους 1.330.000 δραχμών, όπως ίσχυε τότε το εθνικό μας νόμισμα•
Ότι με νεότερη σύμβαση, στις 15.07.2009, τροποποιήθηκαν ορισμένοι όροι της αρχικής σύμβασης, σύμφωνα με την οποία κάθε τρίμηνο θα καταβαλλόταν η οφειλόμενη δόση του δανείου, κατά τα αναλυτικά συμφωνημένα και ότι προς τούτο συντάχθηκε το υπ’ αρ. …/15-7-2009 συμβόλαιο τροποποίησης•
Ότι στις 02.06.2010, επειδή η οφειλέτης ναυτιλιακή εταιρεία αδρανούσε να εξοφλήσει τις οφειλές της, η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη δανειακή σύμβαση και το οφειλόμενο μέχρι τότε ποσό του δανείου, ύψους 1.243.940,57 ευρώ, κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ενώ συγχρόνως η από 02.06.2010 εξώδικη καταγγελία της σύμβασης δανείου κοινοποιήθηκε νόμιμα στην οφειλέτιδα ναυτιλιακή εταιρεία•
Ότι για την εξασφάλιση της ανωτέρω απαίτησής της συστήθηκε απλή ναυτική υποθήκη, μέχρι του ποσού των 1.729.000 ευρώ, με βάση το υπ’ αρ. …/10-12-2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά, Μαρίας Μαυροδέα- Βενιέρη, επί του υπό ελληνική σημαία τουριστικού πλοίου με το όνομα …, το οποίο ήταν εγγεγραμμένο στα νηολόγια του λιμένα Πειραιά, που είχε περιέλθει στην κυριότητα της οφειλέτιδας ναυτιλιακής εταιρείας λόγω πώλησής του σ’ αυτήν από την προηγούμενη κυρία του πλοίου εταιρεία, με την επωνυμία ΚΑΠΠΑ ΜΑΡΙΝ ΑΕ, με βάση το από 31.07.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό•
Ότι στη συνέχεια κατόπιν σχετικής αίτησης της αναιρεσείουσας τράπεζας η προαναφερόμενη συμβολαιογράφος Πειραιά, εξέδωσε εκτελεστά απόγραφα του υπ’ αρ. …/2007 συμβολαίου ναυτικής υποθήκης και του υπ’ αρ. …/2009 τροποποιητικού συμβολαίου αυτής•
Ότι ακολούθως η ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα επί των αντιγράφων εξ απογράφου των ανωτέρω εκτελεστών τίτλων συνέταξε την από 15.07.2011 επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΝΔ/τος 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», με την οποία επέτασσε την οφειλέτιδά της ναυτιλιακή εταιρεία να της καταβάλει το ποσό των 1.243.940,57 ευρώ πλέον των συμβατικών τόκων υπερημερίας από την καταγγελία (02.06.2010) γνωστοποιώντας συγχρόνως σ’ αυτήν ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης θα προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση της επιταγής αυτής για την ικανοποίηση της απαίτησής της, με την εκπλειστηρίαση του ενυπόθηκου πλοίου και ότι αν και η από 15.07.2011 επιταγή προς συμμόρφωση, που έχει ισχύ αναγκαστικής κατάσχεσης, επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο – αρμόδιο Νηολόγο – Υποθηκοφύλακα προκειμένου αυτός να την καταχωρήσει στα Υποθηκολόγια και Βιβλία Κατασχέσεων στη μερίδα του ενυπόθηκου πλοίου …•
Ο αναιρεσίβλητος αρνήθηκε τούτο συντάσσοντας την υπ’ αρ. …/18-7-2011 απορριπτική του έκθεση, στην οποία υποστήριζε, εσφαλμένα κατά την άποψη της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας, ότι δήθεν οι διατάξεις του ανωτέρω ΝΔ/τος επί των οποίων στηριζόταν η έκδοση της από 15.07.2011 επιταγής προς εκουσία συμμόρφωση, εφαρμόζονται δήθεν μόνον επί αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων και ότι δήθεν δεν μπορούν αναλογικά να εφαρμοστούν και επί αναγκαστικής κατάσχεσης πλοίων,όπως αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
Με το ιστορικό αυτό η αναιρεσείουσα τράπεζα ζητούσε με την ένδικη ως άνω από 20.12.2011 (βασική) αίτησή της να διαταχθεί ο ήδη αναιρεσίβλητος Νηολόγος, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 791 παρ.2 ΚΠολΔ, να εγγράψει την από 15.07.2011 επιταγή προς εκουσία συμμόρφωση στα Βιβλία Κατασχέσεων του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά, στη μερίδα του ενυπόθηκου πλοίου.
Κατά τη συζήτηση της ως άνω βασικής αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο ήδη αναιρεσίβλητος και το Ελληνικό Δημόσιο (προς το οποίο κοινοποιήθηκε κατά τα ανωτέρω η αίτηση αναίρεσης) άσκησαν την από 12.01.2012 (αρ.κατ. 274/2012) κυρία παρέμβαση, με την οποία υποστήριζαν, ότι οι διατάξεις του ανωτέρω ΝΔ/τος δεν εφαρμόζονται επί των πλοίων, αλλά μόνον επί αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων. Επί της βασικής αίτησης και της κύριας παρέμβασης, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ’ αρ. 2276/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία απέρριψε την κυρία παρέμβαση ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι ο Νηολόγος δεν είναι τρίτος στη δίκη (άρ. 748 παρ.3 ΚΠολΔ)• το δε Ελληνικό Δημόσιο, ότι αορίστως επικαλείται έννομο συμφέρον. Το κεφάλαιο αυτό, σημειωτέον, δεν αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη.
Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήρο απέρριψε ως μη νόμιμη την αίτηση της αναιρεσείουσας τράπεζας με την αιτιολογία ότι ο Νηολόγος νόμιμα αρνήθηκε να καταχωρήσει την επιταγή προς συμμόρφωση στα Βιβλία Κατασχέσεων του Λιμεναρχείου Πειραιά, στη μερίδα του ενυπόθηκου πλοίου, διότι οι διατάξεις του ΝΔ/τος 17.7/13.8.1923 και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 57 παρ.3 και 4 αυτού (που αναλυτικά θα παρατεθούν παρακάτω) δεν εφαρμόζονται επί των πλοίων, αλλά αποκλειστικά μόνο σε ακίνητα.
Η αναιρεσείουσα κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου άσκησε την από 23.07.2013 (αρ. κατ. 715/2013) έφεση, που απηύθυνε κατά του αναιρεσιβλήτου Νηολόγου, κοινοποιούμενη προς το Ελληνικό Δημόσιο, με την οποία επανέφερε τους ισχυρισμούς της περί ανάλογης εφαρμογής του ΝΔ/τος 17.7/13.8.1923 και επί αναγκαστικής κατάσχεσης πλοίου. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία υιοθετώντας την άποψη του αναιρεσιβλήτου Νηολόγου απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
[III] Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ΟλΑΠ 27/1998 και ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1681/2018). Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Ακόμα η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά, εκτός άλλων, αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου που εφάρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 150/2015). Επίσης, για να ιδρυθεί ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρέπει η αποδιδόμενη παράβαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις και όχι κανόνες δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 95/2020, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 362/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα Τραπεζική εταιρεία, με τον 1ο και τον 2ο συναφή αναιρετικό λόγο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ.α ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των διατάξεων των άρθρων 53 αρ.2 και 57 παρ.1 και 4 του ΝΔ/τος 17-7/13-8-1923 και του άρθρου 992 παρ.1 εδ.
τελευταίο του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την νομική εκτίμηση της από 20.12.2011 βασικής αίτησης αυτής, με το να δεχθεί εσφαλμένα κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ότι αυτή δεν ήταν νόμιμη και ότι αντιθέτως ήταν δήθεν νόμιμη η άρνηση του αναιρεσιβλήτου Νηολόγου και Ναυτικού Υποθηκοφύλακα Πειραιά κατά το άρθρο 791 ΚΠολΔ να καταχωρήσει στα τηρούμενα από αυτόν βιβλία αναγκαστικής κατάσχεσης του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά και στη μερίδα του ενυπόθηκου πλοίου … την από 15.07.2011 επιταγή της αναιρεσείουσας ενυπόθηκης δανείστριας προς εκουσία συμμόρφωση σύμφωνα με το ανωτέρω ΝΔ/μα, εκδίδοντας προς τούτο την υπ’ αρ. 873/18-7-2011 απορριπτική του έκθεση, διότι δήθεν το εύρος της ισχύος και ο σκοπός του νομοθέτη του ανωτέρω ΝΔ/τος περιοριζόταν μόνον στα ακίνητα και όχι και επί της αναγκαστικής κατάσχεσης των πλοίων, εσφαλμένα ερμήνευσε τους ανωτέρω κανόνες δικαίου, που, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, κατ’ αναλογία εφαρμόζονται και επί της αναγκαστικής κατάσχεσης των πλοίων, τις οποίες διατάξεις, συνεπώς, η προσβαλλόμενη παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή τους, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της ιστορικής βάσης της αίτησης της αναιρεσείουσας στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 53 του ν.δ/τος 17-7/13- 8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών» στην περίπτωση, κατά την οποία το δάνειο κατέστη απαιτητό για κάθε λόγο, η δανείστρια ανώνυμη εταιρεία δικαιούται να προβεί σε μεσεγγύηση ή αναγκαστική εκτέλεση του ενυποθήκου ακινήτου ή και στα δύο προαναφερθέντα, ενώ η μεσεγγύηση και η αναγκαστική εκτέλεση διέπονται από τις διατάξεις του κοινού δικαίου, όπως τροποποιούνται από τις ρυθμίσεις του προαναφερθέντος νομοθέτηματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του άνω ν.δ/τος η αναγκαστική εκτέλεση αρχίζει με επίδοση επιταγής προς πληρωμή και η προαναφερθείσα επιταγή πρέπει να περιέχει περίληψη του κατά το άρθρο 50 συμβολαιογραφικού εγγράφου με περιγραφή του ενυποθήκου ακινήτου και επιδίδεται τόσο στον οφειλέτη όσο και στον τυχόν τρίτο διακάτοχο. Επιπρόσθετα κατά την παρ.3 της διάταξης του άρθρου 57 του άνω ν.δ/τος, η επιταγή με την επίδοση της εγγράφεται κατόπιν αιτήσεως της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση ανώνυμης εταιρείας στο βιβλίο κατασχέσεων, ενώ κατατίθεται και αντίγραφο αυτής στον Υποθηκοφύλακα, ενώ μία τέτοια εγγραφή ισχύει ως αναγκαστική κατάσχεση (παρ.4).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 948 ΑΚ, ακίνητα πράγματα είναι το έδαφος και τα συστατικά του μέρη, ενώ κινητά είναι όσα δεν είναι ακίνητα. Από την προαναφερθείσα διάταξη σε συνδυασμό ιδίως με αυτήν του άρθρου 1 παρ.1 ΚΙΝΔ, σύμφωνα με την οποία ένα εκ των στοιχείων της έννοιας του πλοίου τυγχάνει η ικανότητα αυτοδυνάμου προώσεως στη θάλασσα, συνάγεται ότι το πλοίο είναι κινητό πράγμα, κάτι το οποίο σημαίνει ότι στην περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται διάταξη νόμου, η οποία να επιτάσσει επί πλοίων εφαρμογή των κανόνων δικαίου περί ακινήτων, το πλοίο θα πρέπει να θεωρείται υποχρεωτικώς ως κινητό.
Στις προαναφερθείσες διατάξεις του ν.δ/τος 17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών» γίνεται λόγος για επιβολή κατάσχεσης επί ακινήτου, κατά τις ειδικά αναφερόμενες στο ως άνω νομοθέτημα διατάξεις και κατά παρέκκλιση των αντιστοίχων διατάξεων του ΚΠολΔ, ενώ με το άρθρο 52 παρ.3 του ΕισΝΚΠολΔ διατηρήθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις του ως άνω ν.δ/τος, που αφορούν στην αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων ασφαλιζομένων με ενέχυρο ή υποθήκη.
Παρά ταύτα, η μη ρητή πρόβλεψη εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων και επί πλοίων και μόνη η εφαρμογή τους επί ακινήτων δεν καθιστούν αυτοδίκαιη την ανάλογη εφαρμογή τους και επί πλοίων. Και είναι γεγονός, ότι λόγω της μεγάλης οικονομικής αξίας του πλοίου, μολονότι τυγχάνει κινητό πράγμα, επ’ αυτού εφαρμόζονται αναλόγως ορισμένες διατάξεις της περί των ακινήτων νομοθεσίας, πλην όμως, δεν τυγχάνει αδιακρίτως εφαρμογής κάθε σχετική με ακίνητο διάταξη, εάν δεν υπάρχει ρητή περί τούτου πρόβλεψη στην κείμενη νομοθεσία.
Ως εκ τούτου η διάταξη του άρθρου 992 παρ.1 εδ.γ του ΚΠολΔ, κατά την οποία προβλέπεται ότι οι διατάξεις για την κατάσχεση ακινήτων τυγχάνουν εφαρμογής και για την κατάσχεση πλοίων, αφορά τις διατάξεις, οι οποίες εμπεριέχονται στο σχετικό κεφάλαιο του ΚΠολΔ, χωρίς να μπορεί να τύχουν ανάλογης εφαρμογής και επί των διατάξεων του ν.δ/τος της 17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών».
Σημειώνεται ότι η διάταξη του άρθρου 211 παρ.1 ΚΙΝΔ, η οποία τυγχάνει μεταγενέστερη και ειδικότερη των διατάξεων του ν.δ/τος της 17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ομωνύμων εταιρειών» προβλέπει επί αναγκαστικής κατάσχεσης πλοίου ότι αυτή δεν επιβάλλεται προ της παρόδου 24 ώρών από της επιδόσεως της επιταγής προς πληρωμή και κατά συνέπεια δεν μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 57 του άνω ν.δ τος κατά το οποίο η αναγκαστική εκτέλεση αρχίζει με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή.
Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να σημειωθεί ότι μεταξύ ακινήτων και πλοίων αναφορικά με τις έννομες συνέπειες της αναγκαστικής εκτέλεσης υφίσταται μία ουσιώδης διαφορά και δη στα μεν ακίνητα η βασική έννομη συνέπεια σχετίζεται με την απαγόρευση διάθεσης, ενώ στα πλοία, πλην της εν λόγω απαγόρευσης, ως έννομη συνέπεια τυγχάνει και η απαγόρευση απόπλου του πλοίου.
Η απαγόρευση απόπλου του πλοίου επί αναγκαστικής κατάσχεσης προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 1011 παρ.2 ΚΠολΔ και η αναγκαστική κατάσχεση προϋποθέτει δύο επιδόσεις: μία στον τηρούντα το νηολόγιο όπου τυγχάνει εγγεγραμμένο το πλοίο (κατ’ άρθρο 995 παρ.2 ΚΠολΔ) όσον αφορά τη νομική δέσμευση του πλοίου (ήτοι την απαγόρευση διάθεσης) και μία προς το Λιμενάρχη του λιμένος ναυλοχίας του πλοίου κατ’ άρθρο 1011 παρ.2 ΚΠολΔ όσον αφορά την υλική δέσμευση του (ήτοι την εμπόδιση απόπλου).
Με βάση αυτή την ουσιώδη διαφοροποίηση ως προς τις έννομες συνέπειες της επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης μεταξύ ακινήτων και πλοίων είναι εμφανής η αδυναμία ανάλογης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 57 τρυ ν.δ/τος του 1923 αναφορικά με την κατάσχεση επί πλοίων, καθόσον η διάταξη του άρθρου 1011 παρ.2 ΚΠολΔ, η οποία τυγχάνει όλως ειδική έναντι των περί ακινήτων διατάξεων, απαιτεί την επίδοση στο Λιμενάρχη του λιμένος ναυλοχίας του πλοίου αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης, η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει τα στοιχεία της παρ.1 του ίδιου άρθρου.
Και σε κάθε περίπτωση ο Λιμενάρχης ελέγχει την επιβαλλόμενη επί πλοίου κατάσχεση ως προς τον τύπο της, χωρίς να υπάρχει ουδεμία πρόβλεψη στην κείμενη νομοθεσία, δυνάμει της οποίας να δύναται να απαγορεύσει τον απόπλου επί τη βάσει της κοινοποίησης σε αυτόν επιταγής προς πληρωμή κατ' άρθρο 57 του ν.δ/τος της 17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών».
Επομένως το εύρος της ισχύος και ο σκοπός του νομοθέτη του ν.δ/τος του 1923 περιοριζόταν αποκλειστικά και μόνο στα ακίνητα, χωρίς να μπορεί να επεκταθεί αναλόγως, δεδομένης της βαρύτητας των εννόμων συνεπειών της επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης επί πλοίων, και στα τελευταία.
[IV] Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο αφού παρέθεσε τις ίδιες ως άνω νομικές σκέψεις και το προαναφερόμενο περιεχόμενο της ένδικης αίτησης δέχτηκε σε σχέση με τη νομική βασιμότητα αυτής τα ακόλουθα:
«| […] Η υπό κρίση αίτηση, με το ως άνω περιεχόμενο, με το οποίο ζητεί αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 57 του ν.δ/τος 17-7/13-8-1923 επί πλοίων (έναρξη αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή και εγγραφή της στο βιβλίο κατασχέσεων) είναι μη νόμιμη, καθόσον η άνω διάταξη εφαρμόζεται μόνο επί ακινήτων και όχι επί πλοίων, αφού δεν υπάρχει ρητή διάταξη που να αναφέρεται στα πλοία. Επιπλέον το ίδιο ανωτέρω άρθρο 57 (παρ.3) του ν.δ/τος 17-7/13-8-1923 προβλέπει διαφορετική ρύθμιση ως προς την προθεσμία έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, σε αντίθεση με το άρθρο 211 παρ. 1 ΚΙΝΔ, η οποία είναι μεταγενέστερη και ειδικότερη, καθόσον αφορά μόνο τα πλοία. Ειδικότερα το άρθρο 211 παρ.1 ΚΙΝΔ προβλέπει ότι αναγκαστική κατάσχεση πλοίου δεν επιβάλλεται προ της παρόδου είκοσι τεσσάρων ωρών από της επιδόσεως της επιταγής προς πληρωμή, ενώ αντίθετα το άρθρο 57 παρ.3 του άνω ν.δ/τος προβλέπει ότι η αναγκαστική εκτέλεση αρχίζει με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή.
Εξάλλου διαφορά μεταξύ της διάταξης του ΚΙΝΔ που αφορά τα πλοία και του ν.δ/τος 17-7/13-8-1923 παρατηρείται και σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 214 παρ.2 εδ.3 ΚΙΝΔ και της διάταξης του άρθρου 58 παρ.4 του άνω ν.δ/τος. Πιο συγκεκριμένα η διάταξη του άρθρου 214 παρ.2 εδ.3 ΚΙΝΔ ορίζει ότι εάν συμπέσουν πλείονες πλειστηριασμοί την αυτήν ημέρα, ενεργείται ο δυνάμει της παλαιοτέρας κατασχέσεως επισπευδόμενος, ενώ αντίθετα η διάταξη του άρθρου 58 παρ.4 του άνω ν.δ/τος ορίζει ότι σε μια τέτοια περίπτωση η προτεραιότητα καθορίζεται από το δικαστήριο. Έτσι σε περίπτωση ανάλογης εφαρμογής του ν.δ/τος 17-7/13-8-1923 και σε πλοία θα επερχόταν σύγχυση και δυσαρμονία μεταξύ αυτού και των διατάξεων του ΚΙΝΔ ως προς τις ανωτέρα) διαφορές που επισημάνθηκαν.
Επιπλέον η διάταξη του άρθρου 1011 παρ.2 ΚΠολΔ προβλέπει επίδοση αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης στο λιμενάρχη του λιμανιού που ναυλογεί το πλοίο, προκειμένου να εμποδιστεί ο απόπλους του, ενώ αντίθετα σε καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται να εμποδιστεί ο απόπλους του πλοίου σε περίπτωση κοινοποίησης μόνο επιταγής προς πληρωμή.
Τέλος η διάταξη του άρθρου 992 παρ.1 εδ.γ’ ΚΠολΔ που αναφέρει ότι οι διατάξεις για την κατάσχεση ακινήτου εφαρμόζονται και για την κατάσχεση πλοίων, εννοεί σαφώς τις διατάξεις του ΚΠολΔ και όχι του ν.δ/τος 17-7/13-8-1923. Επομένως η ισχύς του άνω ν.δ/τος περιορίζεται μόνο στα ακίνητα και δεν τυγχάνει αναλογικής εφαρμογής και επί πλοίων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως την αίτηση ως μη νόμιμη, ορθά εφάρμοσε το νόμο, απορριπτομένου ως αβασίμου του μοναδικού λόγου έφεσης […] |».
[V] Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 53 αρ.2 και 57 παρ.1 και 4 του ν.δ/τος 17-7/13-8-1923 και του άρθρου 992 παρ.1 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ, τις οποίες επομένως δεν παραβίασε ευθέως, εφόσον από την τελευταία ως άνω διάταξη δεν δύναται να αντληθεί περί του αντιθέτου επιχείρημα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα τράπεζα, κατά το οποίο οι διατάξεις για την αναγκαστική κατάσχεση ακινήτου εφαρμόζονται ανάλογα με διασταλτική ερμηνεία και για την αναγκαστική κατάσχεση πλοίων, καθόσον η ανωτέρω διάταξη του ΚΠολΔ, με ρητή και σαφή πρόβλεψη, που δεν επιδέχεται αντίθετη ερμηνεία, αναφέρεται στην κατάσχεση ακινήτων, που εμπεριέχονται στο σχετικό κεφάλαιο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και όχι σε κάθε άλλο συναφές νομοθέτημα, όπως το ν.δ. 17-7/13-8-1923. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από την ειδικότερη διάταξη του άρθρου 211 Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ), η οποία εμπεριέχει ρητή πρόβλεψη για την αναγκαστική κατάσχεση πλοίου και ρυθμίζει ειδικά το ζήτημα της έναρξης ισχύος της αναγκαστικής κατάσχεσης πλοίου μετά την πάροδο 24 ωρών από την επίδοση της επιταγής προς πληρωμή, σε αντίθεση με το άρθρο 57 του ανωτέρω ν.δ/τος, σύμφωνα με το οποίο η αναγκαστική εκτέλεση ακινήτου αρχίζει με την επίδοση της επιταγής προς πληρωμή, όπως ορθά δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1α ΚΠολΔ και όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα τράπεζα, με τους συναφείς 1ο και 2ο αναιρετικούς λόγους, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.
[VI] Κατόπιν τούτου, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, που η αναιρεσείουσα έχει καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης [άρθρο 495 παρ.3 περ. Β (δ) ΚΠολΔ]. Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε (άρθρο 176,183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Νηολόγου Πειραιά, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, μειωμένα όμως, κατ’ αρ. 22 του Ν. 3693/1957, που ενεργεί υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 339/2020, ΑΠ 251/2017), διότι, κατά την παράγραφο 3 της ανωτέρω διάταξης, αυτή εφαρμόζεται και σε δίκες στις οποίες διάδικος είναι πρόσωπο του οποίου η Νομική Υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση για τον αναιρεσίβλητο Νηολόγο – Υποθηκοφύλακα του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά,κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02.03.2017 (αρ. κατ. 21/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 196/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά (ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ