Legislator Case Law & Legislation
975/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative court decision regarding forest land ownership and burden of proof.

Case Number 975/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding forest land ownership. The Municipality argued that the lower court incorrectly assigned the burden of proof to the State and failed to consider a forester's report, but the Court found these grounds inadmissible due to lack of legal interest. The Court held that the State's claim of ownership based on pre-1833 forest status was a denial of the Municipality's claim, not a matter of proof weight, and that the lower court had indeed considered all submitted evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 73, 76, 558, 559(8), 559(10), 559(13) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest, and arguments regarding the weight of evidence are only admissible if the appellant is the party bearing the burden of proof.

Keywords

AI generated
legal interest requirement burden of proof allocation forest land ownership admissibility of appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 68, 73, 76 and 558 of the Code of Civil Procedure
Article 79 of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) and 559(10)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Article 338(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 975 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 975/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοικήσεως με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ..... ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στο ........ Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχο Γαλατσίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξία Αποστολοπούλου.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ξυνογιαννακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2. Ελληνικού Δημοσίου, κατοικοεδρεύοντος στην Αθήνα και εκπροσωπουμένου νομίμως από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Δημήτριο Κάμαρη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με α) την από 5-7-1990 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και της αποβιωσάσης Ψ, β) την από 15-11-1990 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως του Δήμου ....... και γ) την από 28-12-1990 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1855/1991 προδικαστική, 4801/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1363/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-7-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 5-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 76 και 558 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων που ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, οπότε πρέπει η αναίρεση ν' απευθύνεται κατά πάντων των αναγκαίων ομοδίκων.

Εξάλλου, με την άσκησή της, κατά το άρθρο 79 του ΚΠολΔ, κυρίας παρέμβασης, με την οποία ο παρεμβαίνων αντιποιείται εν όλω ή εν μέρει το αντικείμενο της μεταξύ άλλων εκκρεμούς δίκης, ναι μεν ο παρεμβαίνων καθίσταται αντίδικος των αρχικών διαδίκων, πλην όμως δε δημιουργείται και σχέση ομοδικίας μεταξύ αυτού και των αρχικών διαδίκων.

Στην προκειμένη υπόθεση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η πρώτη αναιρεσίβλητη Ψ1 και η μητέρα αυτής Ψ, που αποβίωσε κατά τη διάρκεια της δίκης στον πρώτο βαθμό, στις 7-6-2000, και στη θέση της οποίας αυτή υπεισήλθε, άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του αναιρεσείοντος Δήμου ......

την από 5-7-1990 αγωγή περί αναγνωρίσεως νομής επί των επιδίκων ακινήτων. Ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου το δεύτερο αναιρεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 28-12-1990 κύρια παρέμβαση, που απηύθυνε κατά των αρχικών διαδίκων, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στα επίδικα ακίνητα. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την 4801/2003 οριστική απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη και απέρριψε την κύρια παρέμβαση.

Εναντίον της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο εναγόμενος Δήμος και το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο άσκησαν τις με αριθμούς εκθ. καταθ. 279/2005 και 329/2005 αυτοτελείς εφέσεις. Το Εφετείο Αθηνών , αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις, τις απέρριψε κατ' ουσίαν, με την υπ' αριθμ. 1363/2006 απόφασή του. Εναντίον της εφετειακής αυτής απόφασης ο εναγόμενος και καθ' ού η κύρια παρέμβαση Δήμος ....

άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, την οποία απευθύνει τόσο εναντίον της αρχικά ενάγουσας Ψ1, η οποία νίκησε στη δίκη, όσο και εναντίον του κυρίως παρεμβάντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ηττήθηκε στη δίκη. Με βάση αυτά και όσα στην αρχή της παρούσας σκέψης εκτέθηκαν, και αφού ληφθεί υπόψη ότι στο αναιρετήριο δεν περιέχεται λόγος αναίρεσης που να αφορά το κυρίως παρεμβαίνον και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του αναιρεσιβλήτου τούτου, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, για έλλειψη έννομου συμφέροντος του αναιρεσείοντος.

-ΕΠΕΙΔΗ, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17-11/1-12-1836 " Περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας τους.

Μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής, όλα τα δάση, για τα οποία δεν υποβλήθηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας, θεωρούνται δημόσια δάση. Έτσι με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β.Δ/τος θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες.

Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του παραπάνω διατάγματος. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14 ), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ.( 23.3) του προϊσχύσαντος Β.Ρ.

Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση της κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί μία συνεχή τριακονταετία, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Οι διατάξεις αυτές του Β.Ρ. δικαίου δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1837 " περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι " ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν.

ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων " περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/26-5-1926 " περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν.1539/1938 " περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26-5-1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σ' αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915 ( Ολ.

ΑΠ 75/1987). Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11-9-1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε, η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 παρ.1 του 998/1979 " Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι " σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π.

το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματός του", και πολύ περισσότερο η εκδιδόμενη, με βάση το άρθρο 191 του ν.δ. 86/1969, απόφαση του Νομάρχη, με την οποία κηρύσσεται η επίδικη έκταση δασωτέα ή αναδασωτέα, αφού ο ιδιοκτήτης της αναδασωτέας έκτασης εξακολουθεί να παραμένει κύριος αυτής και μετά την κήρυξή της ως αναδασωτέας ( Ολ.

ΑΠ 21/2005 ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση , στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του ...... διανεμητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Ρουμανιά -Σταμπουλοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθαν, κατά συγκυριότητα, στις αρχικά ενάγουσες Ψ1 και Ψ, (που αποβίωσε ήδη στις 7-6-2000 και στη θέση της υπεισήλθε η πρώτη ενάγουσα), κατά ποσοστά 90 0/0 και 10 0/0 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, πλήν άλλων, και τα επίδικα ακίνητα (γήπεδα), ευρισκόμενα στη θέση "...." ή "...." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ....

Αττικής, εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, ήτοι τα με αριθμούς ., .. και ... αγροτεμάχια του .. Οικοδ. Τετραγώνου και το με αριθμό .. του ....Οικοδ. Τετραγώνου, εμβαδού 805 τ.μ. καθένα από τα δύο πρώτα, 715 τ.μ. το τρίτο και 747 τ.μ. το τέταρτο. Έκτοτε οι αρχικά ενάγουσες κατείχαν τα ακίνητα αυτά με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να τα εξουσιάζουν ως κυρίες, επιβλέποντας αυτά με αυτοπρόσωπες επισκέψεις τους και προβαίνοντας στη φύλαξή τους με τον προσληφθέντα για το σκοπό αυτό φύλακα ......., καθώς επίσης και στην οριοθέτησή τους με τοπογραφική αποτύπωση.

Τις διακατοχικές αυτές πράξεις ασκούσαν στα επίδικα χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από τον εναγόμενο Δήμο ..... μέχρι τον Οκτώβριο του 1989, οπότε αυτός, αμφισβητώντας την επ' αυτών νομή τους και ισχυριζόμενος ότι ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, προέβη, δια των προστηθέντων υπ' αυτού εργατών, σε διαταρακτικές της νομής τους πράξεις και ειδικότερα στη διάνοιξη, δια μέσου των ακινήτων αυτών, οδού μήκους 116 μέτρων και πλάτους 9 μέτρων.

Εξάλλου, το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο άρχισε να αμφισβητεί τη νομή των εναγουσών και να προβάλει δική του κυριότητα και συνακόλουθα νομή στα επίδικα για πρώτη φορά το έτος 1987, όταν με την υπ'αριθμ.πρωτ.3954/756/20-7-1987 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών έγινε δεκτή η υπ' αριθμ. ..... γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, με την οποία αυτό γνωμοδότησε ότι η περιλαμβάνουσα και τα επίδικα μείζων εδαφική έκταση, εμβαδού 4.500 στρεμμάτων, που είναι γνωστή ως κτήμα "....." ή " .....", έχει περιέλθει κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους, σύμφωνα με τα πρωτόκολλα περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως.

Αντίστοιχος προς τη γνωμοδότηση αυτή είναι και ο προβληθείς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμός του Δημοσίου περί ιδίας αυτού κυριότητας στις επίδικες εκτάσεις, η οποία αποκτήθηκε με τον πιο πάνω τρόπο, άλλως με την κατάληψη αυτών ως αδεσπότων κατά το χρόνο υπογραφής των σχετικών με την ανεξαρτησία της Ελλάδος συνθηκών και πρωτοκόλλων, άλλως γιατί πριν την έναρξη ισχύος του Β.Δ.

της 17-11-1836 αποτελούσαν δάση ή, διαφορετικά, λιβάδι ή βοσκότοπο, ή, άλλως, διότι, μη κατεχόμενα από κανέναν μέχρι τον Ιούλιο του έτους 1832, περιήλθαν κατά κυριότητα σ' αυτό δυνάμει του νόμου της 21-6/10-7-1837, μετά τον οποίο συνέχισε την άσκηση επ' αυτών διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου. Αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτό του Δημοσίου αποδείχθηκαν τα ακόλουθα :

Τα επίδικα ακίνητα αποτελούν τμήμα του μείζονος κτήματος ...., το οποίο νέμονταν με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμους τίτλους από το έτος 1833 και μέχρι την άσκηση της αγωγής ο Ψα και οι αναφερόμενοι σ' αυτήν καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί του, από τους οποίους τελευταίοι σε σχέση με τα επίδικα ακίνητα είναι οι αρχικά ενάγουσες.

Ειδικότερα ο απώτατος δικαιοπάροχος αυτών Ψα απέκτησε το κτήμα " .......", το οποίο από το έτος 1829 ανήκε στην κυριότητα της οικογένειας ....., με διαδοχικές αγορές από Έλληνες ιδιοκτήτες που έγιναν από το έτος 1833 και εφεξής με ιδιωτικά και συμβολαιογραφικά έγγραφα και συγκεκριμένα α) με αγορά από το ........ που έγινε με το από ...συμφωνητικό του μνήμονος πωλήσεων ......., β) με αγορά από τους Γ1, Γ2 και Γ3, που έγινε με το από ....

συμφωνητικό (ομόλογο) του Δημογέροντα Αθηνών ....., γ)με αγορά από τον ......, που καταρτίσθηκε με το υπ' αριθμ. .... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Πιτάρη, που μεταγράφηκε νόμιμα δ) με αγορά από τον ......., που καταρτίσθηκε με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ε) Με αγορές από τους ......, ......, ......, ........, .......

και ....., οι οποίες καταρτίσθηκαν με τα υπ' αριθμ. ...., ...., .... και .... συμβόλαια του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα και στ) με αγορά από τους ........, Γ2 και ......, που καταρτίσθηκε με το υπ' αριθμ. .... συμβόλαιο του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου. Ο ανωτέρω Ψα, που αποβίωσε στις 10-10-1864, με την από .....μυστική διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με το 8/11-11-1864 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του σε ολόκληρη την παραπάνω έκταση την Δ1, σύζυγο του πρώτου εξαδέλφου του.

Αυτή υπεισήλθε και αναμίχθηκε στην κληρονομία εκείνου, η παράδοση της οποίας σ' αυτήν από τους εκτελεστές της ρηθείσης διαθήκης πιστοποιείται με την υπ' αριθμ. ...... πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Στεφάνου Ταβανάκη. Η Δ1, αποβιώσασα στις 21-1-1899, κατέλειπε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της το γιό της ........, ο οποίος υπεισήλθε και αναμίχθηκε στην κληρονομία εκείνης, στην οποία περιλαμβανόταν και ολόκληρο το ως άνω μείζον κτήμα, εκτάσεως 4.500 περίπου στρεμμάτων, και επομένως και τα επίδικα ακίνητα.

Αυτός, αποβιώσας χωρίς να αφήσει διαθήκη στις 15-2-1911, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ε1 και τα τέσσερα τέκνα του Ε2 , Ε3, Ε4 και ....... Η τελευταία αποποιήθηκε την κληρονομία και έτσι η μερίδα της προσαύξησε ισομερώς τις κληρονομικές μερίδες των άλλων. Από τους υπόλοιπους κληρονόμους, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομία και αναμίχθηκαν σ' αυτήν, Ο Ε3, ενώ ήταν εκκρεμής στο Πρωτοδικείο Αθηνών η δίκη διανομής, που είχε ανοιγεί με την από 31-8-1911 αγωγή του, αγόρασε τα εξ αδιαιρέτου μερίδια της μητέρας του Ε1 και της αδελφής του Ε4, δυνάμει του υπ' αριθμ. .....

συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, και έτσι έγινε κύριος του παραπάνω ακινήτου κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου. Στη συνέχεια οι Ε3 και Ε2, ως μόνοι πλέον συγκύριοι του ακινήτου " .....", με το .... συνυποσχετικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ρούσσου, συμφώνησαν την κατάργηση των μεταξύ τους δικών και την εξώδικη διανομή του κτήματος, η οποία και πραγματοποιήθηκε βάσει της από 4-6-1927 απόφασης των διορισθέντων πραγματογνωμόνων, διαιτητών και επιδιαιτητών, καθώς και των υπ' αριθμ. 1-16 πρακτικών διαιτησίας, που κηρύχθηκαν εκτελεστά (απόφαση και πρακτικά ) με τις 7008/1927 και 8855/1927 αποφάσεις του Προέδρου Πρωτοδικών, αντίστοιχα, ενώ όλα τα παραπάνω έγγραφα, μεταγράφηκαν νόμιμα ως τίτλοι ιδιοκτησίας.

Με τη διανομή αυτή, ο μεν Ε3 έλαβε το βόρειο τμήμα του κτήματος, γνωστό πλέον ως κτήμα "....", μέσα στα όρια του οποίου περιλαμβάνονται και τα επίδικα ακίνητα, η δε Ε2 έλαβε το νότιο τμήμα του κτήματος τούτου. Ο Ε3, που αποβίωσε στην Αθήνα στις 14-2-1934, με την από ...., ...., ...., 29-6-1933 και ...... ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κυρία, εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους του σε όλη την περιουσία του τις τρείς θετές θυγατέρες του Εα, Εβ και ........, πλην όμως, λόγω αποβιώσεως της τελευταίας πριν από το διαθέτη, η κληρονομία εκείνου περιήλθε κατ' ίσα μέρη στις δύο πρώτες, Εα και Εβ ( δεύτερη αρχική ενάγουσα), οι οποίες υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν στην κληρονομία αυτή.

Τέλος, μετά τη μεταβίβαση από την Εβ , αφενός στους .... και ......, λόγω πωλήσεως, ποσοστού 0, 50 0/0 εξ αδιαιρέτου στον καθένα του ανωτέρω κτήματος, και αφετέρου ποσοστού 30 0/0 εξ αδιαιρέτου αυτού, λόγω προίκας, προς τον ....., σύζυγο της θυγατέρας της και ενάγουσας Ψ1, η οποία συστήθηκε με τα υπ' αριθμ..... και .... συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Ρουμανιά- Σταμπουλοπούλου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, έλαβε χώρα μεταξύ των συγκυρίων τούτων και της άλλης συγκυρίας Εα η, δυνάμει του προαναφερθέντος .....

διανεμητηρίου συμβολαίου, γενόμενη εξώδικη διανομή του κτήματος ".....", βάσει της οποίας περιήλθαν στη συγκυριότητα και συννομή των αρχικά εναγουσών, Ψ1 και Ψ, τα επίδικα τέσσερα ακίνητα. Τόσο ο αρχικός ιδιοκτήτης του μείζονος κτήματος Ψα, όσο και όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοδόχοι του, κατείχαν και νέμονταν αυτό ως ενιαίο ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνονταν και οι επίδικες εκτάσεις, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και με βάση τους τίτλους τους, συνεχώς από το έτος 1833 και πάντως ολόκληρο πριν από το έτος 1855 μέχρι το έτος 1981, έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση μέχρι μεν την εισαγωγή του Α.Κ. ( 23-2-1946) ότι, νεμόμενοι τούτο, δεν προσέβαλαν το δικαίωμα άλλων και δη του Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την εισαγωγή του ΑΚ έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαρειά αμέλεια, ότι είχαν αποκτήσει κυριότητα στο ακίνητο αυτό.

Στη μείζονα αυτή έκταση, η οποία περιλάμβανε αγρούς, όπως είναι και τα επίδικα ακίνητα, οπωροφόρα δέντρα, βοσκήσιμες εκτάσεις, ασβεστοκάμινα, λατομεία άμμου, λίθων και μαρμάρων, οι προαναφερόμενοι νομείς ασκούσαν τις προσιδιάζουσες στο χαρακτήρα και τη μορφολογία της διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα εκμίσθωναν την έκταση αυτή σε τρίτους για βοσκή, καλλιέργεια, εξόρυξη λίθων και συλλογή ρητίνης, την επέβλεπαν, μεριμνούσαν για τη φύλαξή της με το διορισμό από τους ίδιους δασοφυλάκων και αγροφυλάκων, την οριοθετούσαν, απέκρουαν τις διαταρακτικές της νομής τους πράξεις τρίτων, ενώ για σαράντα και πλέον έτη υπέβαλαν στο Δήμο Αθηναίων δηλώσεις βοσκής και πλήρωναν γι' αυτήν φόρους.

Αντιθέτως δεν αποδεικνύεται ότι το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη στις επίμαχες εδαφικές εκτάσεις και συνεπώς είναι αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός του περί κτήσεως δικαιώματος κυριότητας επ' αυτών με καλόπιστη εκ μέρους του άσκηση νομής από την απελευθέρωση της Αττικής ( 31-3-1833) μέχρι και την άσκηση της αγωγής.

Όπως εκτέθηκε, το Ελληνικό Δημόσιο άρχισε να αμφισβητεί τη νομή των εναγουσών, αλλά και των δικαιοπαρόχων τους και να προβάλει δική του κυριότητα στα επίδικα από το έτος 1987, ενώ μέχρι τότε αναγνώριζε, σιωπηρώς αλλά και ρητώς, τα επ' αυτών δικαιώματα της κυριότητας και νομής εκείνων. Έτσι, το Ελληνικό Δημόσιο κατ' επανάληψη έχει προβεί σε αναγκαστική απαλλοτρίωση, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, διαφόρων τμημάτων του ως άνω μείζονος ακινήτου, αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό την κυριότητα ιδιωτών στις απαλλοτριούμενες εκτάσεις, ενώ στις σχετικές δίκες, με αντιδίκους το Δημόσιο ή τους Δήμους Αθηναίων και ......., οι κληρονόμοι ....

και οι διάδοχοι αυτών έχουν αναγνωρισθεί ως δικαιούχοι της αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων τμημάτων. Ακόμη για διάφορα άλλα τμήματα της όλης έκτασης έχουν εκδοθεί τελεσίδικες, αλλά και αμετάκλητες, αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες αναγνωρίσθηκε η κυριότητα ιδιωτών έναντι του κυρίως παρεμβαίνοντος Δημοσίου.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι τα επίδικα ακίνητα ουδέποτε είχαν το χαρακτήρα λιβαδίου ή δάσους κατά την έννοια των Β. Δ/των της 3/15-12-1833 και 17/29-11-1836, αλλά ότι αυτά περιλαμβάνονται στη δεκτική καλλιέργειας εδαφική έκταση του όλου κτήματος ".....", η οποία καταλάμβανε τα 3/4 περίπου αυτού και καλλιεργούνταν με τα πιο πάνω αναφερόμενα είδη, όπως κατηγορηματικά κατέθεσαν οι μάρτυρες των εναγουσών ......, πολιτικός μηχανικός και ......, ιδίως δε ο πρώτος τούτων, η κατάθεση του οποίου ενισχύεται και από τους προαναφερόμενους τίτλους κτήσης του απώτατου δικαιοπαρόχου των εναγουσών Ψα, στους οποίους οι επί μέρους εδαφικές εκτάσεις που αποτέλεσαν το ενιαίο τούτο κτήμα χαρακτηρίζονται κυρίως ως "χωράφια" ή "αγροί, ήμεροι και άγριοι".

Ανεξάρτητα, όμως από τη μορφή που είχαν τα επίδικα τμήματα, οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγουσών από το έτος 1833 και πάντως το αργότερο από το έτος 1853 και μέχρι την 11-9-1915, δηλαδή για χρονικό διάστημα πλέον της τριακονταετίας, νεμήθηκαν τη μείζονα έκταση του όλου αυτού κτήματος, στην οποία περιλαμβάνονται και τα επίδικα, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και έτσι έγιναν κύριοι αυτής.

Το γεγονός ότι, με την υπ' αριθμ. 1433/1998 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι ισχύει η 108424/1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία κηρύχθηκε ως αναδασωτέα έκταση 935, 483 στρεμμάτων στη θέση " ...." του Δήμου ....., στην οποία περιλαμβάνονται και τα επίδικα τμήματα, δεν διαφοροποιεί την εκτεθείσα κρίση του δικαστηρίου, ενόψει μάλιστα και του ότι σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της έκτασης αυτής έχει οικοδομηθεί.

Εξάλλου, δεν αποδεικνύονται ούτε και οι λοιποί επικαλούμενοι από το Ελληνικό Δημόσιο τρόποι κτήσης απ' αυτό κυριότητας στα επίδικα ακίνητα και τη μείζονα έκταση, ήτοι ότι περιήλθαν σ' αυτό ως καθολικό διάδοχο του Τουρκικού Κράτους ή ότι τα απέκτησε δικαιώματι πολέμου ή, τέλος, ότι ανήκαν σε Τούρκους ιδιώτες, οι οποίοι μετά την απομάκρυνσή τους από την Αττική τα εγκατέλειψαν, αλλά, με βάση τα προεκτεθέντα, αποδεικνύεται συνεχής νομή επ' αυτών των αρχικά εναγουσών και των δικαιοπαρόχων τους μέχρι την άσκηση της αγωγής.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι ρηθέντες απώτεροι δικαιοπάροχοι των αρχικά εναγουσών Ψ1, ήδη αναιρεσίβλητης, και Ψ, στη δικονομική θέση της οποίας αυτή υπεισήλθε, απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, που είχε συμπληρωθεί στις 11-9-1915, ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων με τους αναφερόμενους στην κύρια παρέμβασή του τρόπους και ότι οι αρχικά ενάγουσες ήταν νομείς των επιδίκων ακινήτων κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής τους, και ότι, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου και δεχθεί, ως ουσιαστικά βάσιμη, την αγωγή των εναγουσών για αναγνώριση, έναντι του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, του δικαιώματος νομής τους στα επίδικα ακίνητα, δεν έσφαλε.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα, τόσο της ύπαρξης νομής της αναιρεσίβλητης ενάγουσας και της αρχικής ενάγουσας μητέρας της επί των επιδίκων ακινήτων κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής τους, όσο και της μη περιέλευσης της κυριότητας και νομής τούτων, ως μη αποτελούντων δάσος, στο Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει του Β.Δ.

της 17-11/1-12-1836 " Περί ιδιωτικών δασών". Εξάλλου, αντίφαση προς την παραδοχή ότι τα επίδικα ακίνητα δεν είχαν το χαρακτήρα δάσους πριν την έναρξη ισχύος του από 17-11-1836 Β.Δ/τος και συνεπώς δεν περιήλθαν, βάσει αυτού, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, δεν υπάρχει από τις περαιτέρω παραδοχές του Εφετείου, ότι, ανεξάρτητα από τη μορφή που είχαν τα επίδικα ακίνητα, οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγουσών έγιναν κύριοι τούτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ως νεμηθέντες τη μείζονα έκταση του όλου κτήματος, στην οποία αυτά περιλαμβάνονταν, για χρονικό διάστημα πλέον της τριακονταετίας πριν από τις 11-9-1915, και ότι το συμπέρασμα αυτό δε διαφοροποιείται από το ότι, με την υπ' αριθμ. 108424/1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας κηρύχθηκε ως αναδασωτέα έκταση 935, 483 στρεμμάτων στη θέση "....." του Δήμου ....., στην οποία περιλαμβάνονται και τα επίδικα τμήματα, αφού, η μεν δεύτερη παραδοχή τέθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση επικουρικώς προς την πρώτη, η δε τρίτη παραδοχή που αναφέρεται στην απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία κηρύχθηκε αναδασωτέα η ως άνω μείζων έκταση, στην οποία περιλαμβάνονται και τα επίδικα, δεν αντιφάσκει προς τις άλλες δύο παραδοχές, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, στο δικαίωμα κυριότητας που αποκτήθηκε από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγουσών με έκτακτη χρησικτησία, συμπληρωθείσα μέχρι τις 11-9-1915, δεν ασκούν καμιά έννομη επιρροή, τόσο η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 παρ.1 του 998/1979 " Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", που ορίζει, ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π.

το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματός του", όσο και η κατά το έτος 1934 εκδοθείσα απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία, έκταση 935, 483 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνονται και τα επίδικα ακίνητα, κηρύχθηκε δασωτέα ή αναδασωτέα, αφού ο ιδιοκτήτης αναδασωτέας έκτασης εξακολουθεί να παραμένει κύριος και μετά την κήρυξή αυτής ως αναδασωτέας.

Επομένως ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με τα ανωτέρω ζητήματα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

-ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.10 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" έχει την ίδια έννοια που σημειώθηκε και για τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, μέρος πρώτο και δεύτερο, λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' και 10 εδ.β' του ΚΠολΔ πλημμέλειες ότι το Εφετείο α) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα το λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο έψεγε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για το ότι το δικαστήριο εκείνο, ενώ είχε προβληθεί από το Ελληνικό Δημόσιο ο ισχυρισμός περί ιδίας αυτού κυριότητας, στηριζόμενος στο ότι τα επίδικα πριν την ισχύ των Β.

Δ/των της 3/15-12-1833 και 17/29-11-1836 ήταν δάσος, αλλά και στο ότι με την υπ' αριθμ. 108424/1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας είχαν κηρυχθεί ως δασικές- αναδασωτέες εκτάσεις, δεν έταξε σε βάρος των αρχικά εναγουσών απόδειξη σχετικά με το χαρακτήρα ή όχι των επιδίκων ακινήτων ως δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων και β ) δέχθηκε ως αληθινά πράγματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, χωρίς να έχει διαταχθεί γι' αυτά απόδειξη, και ειδικότερα δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα είχε τη νομή των επιδίκων ακινήτων, χωρίς να έχει διαταχθεί απόδειξη σχετικά με το δασικό ή μη χαρακτήρα αυτών πριν την ισχύ των παραπάνω Β.

Δ/των. Τα περιστατικά, όμως, αυτά, περί της μη ύπαρξης ιδιότητας των επιδίκων ακινήτων ως δάσους ή δασικών εκτάσεων πριν από την έναρξη ισχύος των παραπάνω αναφερομένων Β. Διαταγμάτων, συνιστούν άρνηση του ισχυρισμού του Ελληνικού Δημοσίου, στον οποίο θεμελιωνόταν και αντίστοιχη επικουρική βάση της κυρίας παρέμβασής του, περί ιδίας αυτού κυριότητας στα επίδικα ακίνητα, αποκτηθείσης λόγω του χαρακτήρα αυτών ως δάσους πριν από την έναρξη ισχύος των εν λόγω Β.

Δ/των, και συνεπώς δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 559 αριθ.8 και 10 εδ.β'ΚΠολΔ. Επομένως ο υπό εξέταση λόγος αναίρεσης, κατά τα πιο πάνω μέρη του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. -ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.13 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του άρθρου 338 παρ.1 του ΚΠολΔ, επέβαλε το βάρος απόδειξης σε μη υπόχρεο διάδικο ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο υπέρ του διαδίκου αυτού και όχι υπέρ του αντιδίκου του. Ενόψει αυτών, ο πρώτος, μέρος τρίτο, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.13 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, αφού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τη σχετική περί αποδείξεων πράξη του, υποχρέωσε το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο να αποδείξει ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκουν στην κυριότητά του, λόγω του χαρακτήρα αυτών ως δάσους πριν την ισχύ των Β.

Δ/των της 3/15-12-1833 και 17/29-11-1836, ενώ παρέλειψε να διατάξει απόδειξη και για το ότι αυτά αποτελούν από το έτος 1934 δασικές- αναδασωτέες εκτάσεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος εναγομένου να προτείνει την πλημμέλεια αυτή.

-ΕΠΕΙΔΗ, ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ. γ'του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το από .... υπόμνημα του δασολόγου .... προς το Γενικό Γραμματέα Δασών, το οποίο προσκόμισε με επίκληση ο αναιρεσείων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος και το όλο περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το παραπάνω έγγραφο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-7-2006 αίτηση του Δήμου ........ Αττικής για αναίρεση της υπ' αριθμ.1363/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ για την πρώτη αναιρεσίβλητη Ψ1 και τριακόσια (300) ευρώ για το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ