Supreme Court dismisses appeal for vagueness and failure to cite specific legal errors in the lower court's reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of First Instance's decision regarding tax and social security obligations. The appellant argued the lower court erred in law by failing to cite specific provisions and misapplying rules on working hours and wage deductions. The court rejected these claims as inadmissible because the appeal grounds were too vague, lacking specific citations of the legal error and details on why the lower court's reasoning was insufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) and 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must reject an appeal if the grounds are vague and fail to specify the exact legal error or the nature of the deficiency in the lower court's reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 559 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 559/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Aνώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τρίμη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μελισσάρη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2023/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 7034/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-5-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 27-12-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 562, 569, 571, 574 και 575 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτές ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το ν. 4335/2015 και έχουν εφαρμογή στις αιτήσεις αναίρεσης που κατατέθηκαν πριν από την 1-1-2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 ν. 4335/2015) όπως η προκειμένη, προκύπτει ότι η έγγραφη έκθεση του εισηγητή αρεοπαγίτη αναφορικά με το παραδεκτό της αναίρεσης, όπως επίσης και το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, αποτελεί αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για την πρόοδο της αναιρετικής δίκης.
Επομένως, σε περίπτωση που δεν έχει συνταχθεί από τον εισηγητή η εν λόγω έκθεση ή αν ο εισηγητής αρεοπαγίτης με την έγγραφη εισήγησή του δεν εισηγήθηκε μεταξύ άλλων και περί του παραδεκτού και βασίμου όλων των λόγων της αναίρεσης, παραλείποντας έτσι να εισηγηθεί έστω και για ένα λόγο, πρέπει να χωρήσει αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης προς σύνταξη και κατάθεση της έκθεσης (Α.Π. 600/2015).
Όμως από τις πιο πάνω διατάξεις δεν προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί αναβολή για το λόγο ότι η εισήγηση είναι κατά την κρίση του αιτούντος διαδίκου εσφαλμένη. Στην προκειμένη περίπτωση με το κατατεθέν μετά τη συζήτηση από 21-12-2016 σημείωμά της η αναιρεσείουσα ζητεί να αναβληθεί η συζήτηση για να συνταχθεί έκθεση του εισηγητή, άλλως να συμπληρωθεί αυτή, προβάλλοντας αιτιάσεις κατά της ορθότητας της συνταχθείσης από 27-12-2015 έκθεσης του ορισθέντος εισηγητή.
Το αίτημα αυτό, πέρα από το ότι προβάλλεται για πρώτη φορά με το σημείωμα που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο προεχόντως διότι κατά τα προεκτεθέντα δεν συνιστούν λόγο αναβολής αιτιάσεις κατά της ορθότητας της έκθεσης του εισηγητή, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμο διότι στην ανωτέρω έκθεση, η οποία κατατέθηκε εμπροθέσμως στις 27-12-2015, περιέχεται εισήγηση για το παραδεκτό και βάσιμο όλων των λόγων της αναίρεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.
Α.Π. 20/2005). Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.
Α.Π. 25/2003) και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή τα επιχειρήματα των διαδίκων που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου ή πηγάζουν από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 511/2016). Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
Α.Π. 25/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση στο ιστορικό της υπό κρίση αίτησης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι η ίδια δραστηριοποιείται στον τομέα του τουρισμού και ότι ο αναιρεσίβλητος είναι οδηγός τουριστικού λεωφορείου και αναφέρεται στις διατάξεις της 51266/2955/1975 απόφασης του Υπουργού Απασχόλησης (αναγραφόμενης ως Υ.Α. 51266/75), του Κανονισμού (ΕΚ) 561/2006 του Ευρωπαϊκου Κοινοβουλίου και του π.δ. 167/2006.
Στη συνέχεια: α) Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση - πρώτον - αποστασιοποιημένη από την ενάσκηση και λειτουργία της θεσμικής εξουσίας Της, επιληφθείσα της βιοτικής σχέσεως που κατήχθη στη δίκη και κατ' απόκλιση εκ των ισχυρισμών των διαδίκων, ως υποχρεούταν κατ' εφαρμογή της θεμελιώδους Συζητητικής Αρχής...
συνιστάμενης στη συλλογή στοιχείων και γεγονότων που να τελούν σε αρμονία με τις προσήκουσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, κατ' εφαρμογή του συστήματος της συζήτησης και του κανόνα jura novit curia, έδει να επιλέξει τον κατάλληλο κανόνα που προσήκει στο "πραγματικό" της υπόθεσης και την "ερμηνεία του"...
Απότοκος της παραλείψεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, να υπαγάγει την ένδικη διαφορά στο ανωτέρω νομικό πλαίσιο και εφαρμοστέο δίκαιο και να αξιολογήσει τα πραγματικά περιστατικά που επικαλεστήκαμε και εγγράφως και προαποδεικτικώς προέκυπταν αναφορικά με τις συνθήκες παροχής και τη φύση του έργου του αναιρεσιβλήτου, ήταν να χωρήσει σε εφαρμογή, όχι του άνω εφαρμοστέου δικαίου δυνάμει του οποίου οι διακοπές, τα διαλείμματα και οι περίοδοι αναπαύσεως δεν αποτελούν εργασία οπότε ήταν και είναι αδιανόητος η υπέρβαση του νομίμου ωραρίου, αλλά του γενικού καθεστώτος που διέπει όλους τους εργαζομένους της χώρας, οπότε τα άνω δεδομένα (διακοπές κλπ.) θεώρησε ως εργασία και υπέρβαση του νομίμου ωραρίου.
Έτσι όμως, αφού σκέφτηκε και έκρινε, κατέστη κατάδηλα αναιρετέα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., για παράβαση των άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Επαλλήλως και συναφώς και με τη γενομένη δεκτή κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναφορικά με το δίκαιο που εφάρμοσε, αφού παρέλειψε με βάση τα προαχθέντα εκ της διαδικασίας να υπαγάγει τη ρυθμιστέα βιοτική σχέση ως ανωτέρω περιγράφηκε, στις διατάξεις αυτές, και πάλι, με βάση την ιδιάζουσα σχέση και τις συνθήκες παροχής του έργου του τουριστικού οδηγού, (να υπαγάγει) στα δεδομένα που προαναφέρθηκαν και αφού η οδήγηση δεν υπερβαίνει τις 3,5 ώρες σε πολυήμερη εκδρομή και τις 7 ώρες σε μονοήμερη, παρέπεται ότι ψευδώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τις κείμενες διατάξεις που αφορούν στο ωράριο εργασίας, δεχθείσα ότι ο αντίδικος "δικαιούταν" αποζημίωση για υπερωριακή εργασία και υπερεργασία, ως οριοθετούνται οι παροχές αυτές, με θεμέλιο τις άνω διατάξεις περί ωραρίου και υπερβάσεως αυτού, οπότε η αναιρεσιβαλλομένη, χώρησε σε εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων αυτών, γεγονός που αποτελεί ευθεία παραβίαση του κανόνα δικαίου, η δε εσφαλμένη εφαρμογή του αποτελεί εκ πλαγίου παραβίαση, αφού χώρησε σε εσφαλμένη υπαγωγή σε μη εφαρμοστέο κανόνα...
Εντεύθεν η εξενεχθείσα κρίση αποτελεί ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. Επιπλέον, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αφού δεν έλαβε υπόψη πράγματα ασκούντα συντριπτική επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι το προαναφερθέν και προταθέν γεγονός, με βάση τις συνθήκες παροχής του έργου του τουριστικού οδηγού ότι είναι αδιανόητος η υπέρβαση του νομίμου ωραρίου ακόμα και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ.".
β) Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση - δεύτερον - επιληφθείσα της νομοτύπως υποβληθείσας από μέρους μας ενστάσεως περί εξοφλήσεως της καυχησιολογούμενης απαίτησης, που κατήχθη στη δίκη και αφορούσε διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, διαφορές αμοιβής εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, διαφορές για εκτός έδρας απασχόληση, διαφορές αμοιβής για υπερωριακή εργασία, διαφορές αμοιβής νυκτερινής εργασίας, συμποσούμενες στο ποσό των 57.335,53 ευρώ, απέρριψε την και προαποδεικτικώς προκύπτουσα αυτή ένστασή μας, αφού τα ποσά αυτά αποτελούσαν σαν σύνολο, υποχρέωση του αντιδίκου, προς καταβολή των βαρυνουσών τούτον, επί του ποσού των συνομολογούμενων καταβολών, ασφαλιστικών εισφορών και ΦΜΥ, ως αναλυτικά είχαν καταχωρηθεί οι καταβολές μας για τις αιτίες αυτές, με βάση τις μισθοδοτικές καταστάσεις, τις αντιστοιχούσες στο ποσό που δέχεται και η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και συνομολογούταν ρητά στην αγωγή, ότι κατεβλήθη εξ ευρώ 115.166,57 κατά την κρίσιμο αγωγική περίοδο, με βάση τα παραστατικά της ... .
Η υποχρέωση του αντιδίκου καλύφθηκε από μέρους μας, ως κατά νόμο υποχρεούμαστε με καταβολή όπως προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις". Στη συνέχεια παραθέτει ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 57 παρ. 1 ν. 2238/1994, 26 παρ. 5 α.ν. 1846/1951, 416 Α.Κ. και τις επικαλούμενες καταβολές προς τον ενάγοντα, καθώς και την παρακράτηση του φόρου μισθωτών υπηρεσιών και των ασφαλιστικών εισφορών του, καταλήγει δε κατά λέξη ως εξής: "Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατ' ευθεία παραβίαση των άνω διατάξεων, της τοιαύτης του άρθρου 416 του ΑΚ, των άρθρων 57 επ.
του ν. 2238/94, του άρθρου 28 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/51 δεινώς έσφαλε, υποπεσούσα στην πλημμέλεια παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. για παράβαση κανόνων ουσιαστικού, ευθεία και εκ πλαγίου, των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, καθιστάμενη έτσι αναιρετέα. Επαλλήλως, αφού αντιπαρήλθε τον ουσιώδη ισχυρισμό μας που ασκούσε συντριπτική επιρροή στην έκβαση της δίκης, και ο οποίος αναφερόταν στις έννομες συνέπειες και επαγόταν καταβολή των υποχρεώσεων του αντιδίκου για ΦΜΥ και ασφαλιστικές εισφορές για λογαριασμό του ως κατά νόμο προβλέπεται, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 8 του Κ.Πολ.Δικ., καταστάσα και για τους λόγους αυτούς, ομοίως αναιρετέα".
Και οι δύο ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι: α) κατά το σκέλος τους από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. λόγω αοριστίας διότι σ' αυτούς αναφέρονται μεν οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, όχι όμως και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή τους, επί πλέον δε διότι δεν παρατίθενται οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, β) κατά το σκέλος τους από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. (που δεν μνημονεύεται μεν ρητώς αλλά υπονοείται διότι αποδίδεται στην προσβαλλομένη εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου) λόγω αοριστίας διότι σ' αυτούς δεν παρατίθενται οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης ούτε αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις, γ) κατά το σκέλος τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β Κ.Πολ.Δ. ο μεν πρώτος διότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός (ότι "οι διακοπές, τα διαλείμματα και οι περίοδοι αναπαύσεως δεν αποτελούν εργασία οπότε ήταν και είναι αδιανόητος η υπέρβαση του νομίμου ωραρίου"), συνιστά επιχείρημα που αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα δεν αποτελεί πράγμα κατά την προαναφερθείσα έννοια, ο δε δεύτερος διότι με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτόν ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός (ένσταση εξοφλήσεως) ελήφθη υπόψη από το εφετείο και απορρίφθηκε.
Τέλος οι λοιπές προβαλλόμενες με τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απαράδεκτες διότι αφορούν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με τo σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-5-2015 αίτηση για αναίρεση της 7034/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ