Supreme Court partially allows appeal against negligence conviction, remitting case for new trial on specific charges.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a conviction for negligent bodily injury and remitted the case for retrial. The defendant argued procedural flaws, but the court found the lower court's reasoning on negligence and intent sufficient based on the evidence. Consequently, the conviction for negligence was set aside, while the case was sent back to a new panel of judges for a fresh examination of that specific charge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 314(1a), 28, 510(1)(D), (E) of the Criminal Code; Article 43(2a), (2b), 4(1) of the Road Traffic Code; Article 519 of the Code of Criminal Procedure: When an appeal reveals that the lower court failed to clearly distinguish between types of negligence or that the evidence supports a finding of intent, the conviction for negligence is set aside, and the case is remitted for retrial by a different panel of judges.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 963 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 963/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσειόντος-κατηγορουμένου Γ. Α. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κλάππα, περί αναιρέσεως της 779/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον N. M. του J., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κλέαρχο Κανελλόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14-10-2005 αίτηση του αναιρέσεως η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1900/2005.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 314 παρ. 1α’ του ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 28 Π.Κ., προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη πράξη του.
Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 28 Π.Κ. η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποίαν προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε.
Ενόψει της διάκρισης αυτής το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποίο από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει αυτό με σαφήνεια ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της σχετικής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε’ ΚΠΔ.
2. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 779/2005 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις πράξεις της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο και για παράβαση του άρθρου 43 παρ. 1 α, β και 4 εδ. α’ του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999) και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης ένδεκα μηνών.
Όπως προκύπτει από την παραπάνω απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτή πρακτικά, το Δικαστήριο, αναφορικά με την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, και ειδικότερα για την αμέλεια του αναιρεσείοντος οδηγού μηχανήματος φορτοεκφόρτωσης που ανήκε στον ΟΛΠ, δέχθηκε στο σκεπτικό ότι στις 20-12-1998 και περί ώρα 21.10 - 21.15 οι Άγγλοι υπήκοοι L.
M. και M. N., πλοίαρχος και Α’ μηχανικός, αντίστοιχα, του υπό σημαία Λιβερίας Μ/Υ πλοίου "...", εισήλθαν πεζοί από την είσοδο - έξοδο των μηχανημάτων φορτοεκφόρτωσης του ΟΛΠ, στο χερσαίο χώρο του λιμένα Ικονίου Πειραιώς, προκειμένου να μεταβούν στο εκεί ελλιμενισμένο πλοίο στο οποίο υπηρετούσαν. Η πύλη αυτή είναι μόνο για την είσοδο - έξοδο των μηχανημάτων του ΟΛΠ και απαγορεύεται η διέλευση πεζών, πράγμα το οποίο είναι γραμμένο και με αγγλικά στη δεξιά πλευρά της (της πύλης).
Οι πεζοί διακινούνται στο χώρο με λεωφορεία που διαθέτει ο ΟΛΠ. Ενώ οι προαναφερθέντες είχαν απομακρυνθεί περί τα 15 μέτρα από την πύλη εισόδου - εξόδου και σε ώρα που συνέπεσε με την είσοδο στο χώρο αυτό των μηχανημάτων φορτοεκφόρτωσης (ΟΣΜΕ, ΤΡΑΚΤΟΡΕΣ, ΚΛΑΡΚ), ο Α’ μηχανικός του πλοίου, πολιτικώς ενάγων M.
N., τραυματίστηκε βαριά στα πόδια του, παρασυρθείς από εισερχόμενο όχημα που ανήκει στη δύναμη του ΟΛΠ με την ονομασία "Όχημα Μεταφοράς Στοίβασης Εμπορευμάτων" (ΟΣΜΕ). Ο τραυματισθείς αμέσως μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΟΛΠ στο Νοσοκομείο "Ασκληπιείο Βούλας" και από εκεί στο Νοσοκομείο "Ερυθρός Σταυρός", όταν διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί συντριπτική κάκωση αριστερού κάτω άκρου με ανοικτό κάταγμα κνήμης και σύνθλιψη άκρου ποδός, το οποίο (κάταγμα) είχε σαν αποτέλεσμα τον ακρωτηριασμό του αριστερού κάτω άκρου στο ύψος του γόνατος, πρόσθιο εξάρτημα ισχίου δεξιού κάτω άκρου ανοικτό 2ου βαθμού, συντριπτικό κάταγμα δεξιάς κνήμης και θλαστικό τραύμα.
Ο εργαζόμενος στον ΟΛΠ K. Κ. και ο επόπτης οχημάτων Κ. Λ., οι οποίοι εξετάστηκαν και ως μάρτυρες στο ακροατήριο, μετά από εντολή των υπευθύνων του ΟΛΠ, άρχισαν να ελέγχουν όλα τα μηχανήματα που είχαν εισέλθει στον επίδικο χώρο για εργασία στη βάρδια εκείνη, δηλαδή στις 21:00 η ώρα, τα οποία έφεραν προς έλεγχο οι χειριστές τους, πλην όμως δεν διαπιστώθηκαν σ’ αυτά στοιχεία ύποπτα για τραυματισμό ατόμου.
Ο κατηγορούμενος Γ. Α., μόνιμος υπάλληλος του ΟΛΠ, στη βάρδια των 21.00’ της 20-12-1998 ήταν χειριστής του υπ’ αριθμ. ..., αμφίδρομης κίνησης, ανυψωτικής ικανότητας 40.000 Kg, μήκους 9,35 μ. πλάτους 5 μ. και ύψους 9 μ., το οποίο του είχε χρεωθεί, βάσει των τηρουμένων καταστάσεων, από τον επόπτη οχημάτων Κ. Λ., με το οποίο και είχε εισέλθει στο χώρο εργασίας.
Πλην όμως αυτός προσήλθε προς έλεγχο στους προαναφερθέντες υπαλλήλους του ΟΛΠ με το υπ’ αριθμ. ..., χωρίς να αναφέρει την αλλαγή που αυτοβούλως είχε ο ίδιος πραγματοποιήσει στο μηχάνημα εργασίας του, ελέγχθηκε δε το όχημα αυτό, ήτοι το ..., και δεν βρέθηκε σ’ αυτό κάποιο στοιχείο ύποπτο για τον τραυματισμό.
Ο διενεργών όμως τον έλεγχο επόπτης Κ. Λ., ελέγχοντας το βιβλίο εισόδου των οχημάτων ανακάλυψε ότι ο κατηγορούμενος για την εκτέλεση της συγκεκριμένης βάρδιάς του είχε χρεωθεί το υπ’ αριθμ. ..., το οποίο αμέσως αναζητήθηκε και βρέθηκε σταθμευμένο στο πάρκιγκ, στον δε πίσω δεξιό τροχό του είχε ίχνη που έμοιαζαν με αίμα.
Κατά τις 11.00’ ώρα περίπου της ίδιας βάρδιας ο κατηγορούμενος και ενώ ήδη είχε βρεθεί και ελεγχθεί το ..., δήλωσε ότι αυτό είχε πάθει μηχανική βλάβη στα στροφόμετρα που αντιστοιχούν στους δύο κινητήρες του οχήματος, τα οποία παρουσίαζαν διαφορά στροφών και ότι το είχε οδηγήσει στο συνεργείο επισκευής, ενώ τούτο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, βρέθηκε στο πάρκινγκ του ΟΛΠ.
Στις 21-12-1998 ο Τ. Δ. (ανθ/ρχος Λ.Σ.) και ο Σ. Α. (ανθ/στης Λ.Σ.) ύστερα από προφορική εντολή του Κ.Λ.Π. έκαναν εξερεύνηση του τόπου του ατυχήματος και έλεγχο του υπ’ αριθμ. .... Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκαν τα εξής: στο επίσοτρο του δευτέρου τροχού της δεξιάς πλευράς του οχήματος αυτού εντοπίστηκαν πέντε έντονα αποτυπώματα πέλματος σπορ υποδήματος σε τακτά περίπου διαστήματα.
Επίσης εντοπίστηκε θύλακας απ’ όπου αποσπάστηκε με αιχμηρό αντικείμενο τεμάχιο ελαστικού που είχε καφετιά ίχνη που έμοιαζαν με αίμα και που από την εργαστηριακή εξέταση προέκυψε ότι δεν ήταν (αίμα). Ενόψει των προαναφερθέντων το Δικαστήριο πείθεται ότι το ατύχημα αυτό και ο εκ τούτου βαρύτατος τραυματισμός του πολιτικώς ενάγοντος οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου Γ.
Α., ως χειριστή του υπ’ αριθ. ..., ο οποίος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει, αλλά και λόγω του επαγγέλματός του ήταν υποχρεωμένος να επιδεικνύει κατά την οδήγηση του οχήματός του, ενόψει μάλιστα και των ιδιαίτερα μεγάλων διαστάσεών του, παρά το ότι γνώριζε ότι η απαγόρευση για πεζούς από την πύλη εισόδου - εξόδου μηχανημάτων του ΟΛΠ στο λιμάνι του Ικονίου ίσχυε μεν, πλην όμως δεν μπορούσε να αποκλεισθεί εντελώς το ενδεχόμενο να έχει μπει κάποιος πεζός, δεν φρόντισε να ελέγξει το ενδεχόμενο αυτό, αλλά πιστεύοντας ότι δεν υπάρχει πεζός, κινήθηκε απρόσεκτα με αποτέλεσμα να παρασύρει τον πεζό M.
N., Α’ Μηχανικό του πλοίου "..." και να τον τραυματίσει βαρύτατα, ο οποίος ειδικότερα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, υπέστη συνθλιπτική κάκωση αριστερού άκρου με ανοικτό κάταγμα κνήμης και σύνθλιψη άκρου ποδός, που είχε σαν συνέπεια τον ακρωτηριασμό του αριστερού κάτω άκρου στο ύψος του γόνατος, πρόσθιο εξάρτημα ισχίου δεξιού κάτω άκρου ανοικτό 20υ βαθμού, συντριπτικό κάταγμα κνήμης και θλαστικό τραύμα.
Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, αφού κάνει αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, καταλήγει ως προς την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια στην ενοχή του αναιρεσείοντος με την εξής αναφορά στο διατακτικό της απόφασης: "Στο Κερατσίνι στις 20-12-1998 από αμέλεια, από έλλειψη δηλαδή της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προκάλεσε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας σε άλλον, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παραπάνω πράξη του.
Ειδικότερα με την ιδιότητα του χειριστή ανυψωτικού μηχανήματος του ΟΛΠ και λόγω του επαγγέλματός του υποχρεωμένος να επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή και επιμέλεια κατά την οδήγηση του οχήματός του και μάλιστα του υπ’ αριθμ. … ανυψωτικού μηχανήματος Μεταφοράς Στοίβασης Εμπορευμάτων ΟΣΜΕ (PILOT), κατά την είσοδό του στο λιμάνι του Ικονίου από την πύλη εισόδου-εξόδου των μηχανημάτων του ΟΛΠ δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, αν και ήταν υποχρεωμένος, χρησιμοποιώντας τα φώτα πορείας αυτού καθώς και ηχητικά σήματα (συρήνα), ώστε να προειδοποιεί τους πεζούς, οι οποίοι εκινούντο στον εσωτερικό χώρο του λιμανιού, με αποτέλεσμα να παρασύρει και να τραυματίσει διερχόμενο ναυτικό M.
N., Α’ μηχανικό του πλοίου "...", ο ποίος έπαθε συνθλιπτική κάκωση αριστερού κάτω άκρου με ανοικτό κάταγμα κνήμης και σύνθλιψη άκρου ποδός, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τον ακρωτηριασμό του αριστερού κάτω άκρου στο ύψος του γόνατος, πρόσθιο εξάρθημα ισχύου δεξιού κάτω άκρου, ανοικτό 2ου βαθμού συντριπτικό κάταγμα κνήμης καθ θλαστικό τραύμα δεξιάς χειρός".
3. Με τις παραδοχές αυτές το δικάσαν Δικαστήριο δέχεται, ως προς τα επελθόν αποτέλεσμα από την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, και τα δύο είδη αμέλειας, αφού ειδικότερα στο σκεπτικό δέχεται ότι ο αναιρεσείων ".... από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει, αλλά και λόγω του επαγγέλματός του ήταν υποχρεωμένος να επιδεικνύει κατά την οδήγηση του οχήματός του, ενόψει μάλιστα και των ιδιαίτερα μεγάλων διαστάσεών του, παρά το ότι γνώριζε ότι η απαγόρευση για πεζούς από την πύλη εισόδου - εξόδου μηχανημάτων του ΟΛΠ στο λιμάνι του Ικονίου ίσχυε μεν, πλην όμως δεν μπορούσε να αποκλεισθεί εντελώς το ενδεχόμενο να έχει μπει κάποιος πεζός, δεν φρόντισε να ελέγξει το ενδεχόμενο αυτό, αλλά πιστεύοντας ότι δεν υπάρχει πεζός, κινήθηκε απρόσεκτα με αποτέλεσμα ...".
Δέχεται δηλαδή το Δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων προβλέπει μεν ότι από την συμπεριφορά του είναι δυνατόν να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, δεν απέχει όμως από αυτή γιατί πιστεύει ότι δεν θα επέλθει τέτοιο αποτέλεσμα, δέχεται δηλαδή περιστατικά που προσιδιάζουν στην ενσυνείδητη αμέλεια. Ενώ στο διατακτικό δέχθηκε ότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προκάλεσε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας σε άλλον, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παραπάνω πράξη του, δηλαδή δέχεται ότι συνέτρεξε στο πρόσωπό του άνευ συνειδήσεως αμέλεια.
Έτσι όμως δεν καθίσταται φανερό ποίο από τα δύο είδη αμέλειας δέχθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα από την ασάφεια και την αντίφαση αυτή να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 28 και 314 παρ. 1 ΠΚ και να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε’ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, είναι βάσιμος.
4. Κατά το άρθρο 43 παρ. 2α’ και β’ , 4 εδ. α’ του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2094/1992), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο του ατυχήματος, αν από το οδικό τροχαίο ατύχημα επήλθε θάνατος ή σωματική βλάβη, κάθε οδηγός ή άλλος που χρησιμοποιεί την οδό, ο οποίος ενεπλάκη με οποιονδήποτε τρόπο στο ατύχημα υποχρεούται να: α) δώσει την αναγκαία βοήθεια και συμπαράσταση στους παθόντες, β) ειδοποιήσει την πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή και παραμείνει στον τόπο του ατυχήματος μέχρι την άφιξή της, εκτός αν είναι αναγκαία η απομάκρυνσή του για την ειδοποίηση της Αστυνομίας ή για την περίθαλψη των τραυματιών ή του ίδιου.
Αυτός δε που παραβαίνει τις παραπάνω διατάξεις τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ’ αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για το δόλο δεν υπάρχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτήν. Τέτοια αιτιολογία απαιτείται μόνο στις περιπτώσεις που για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος ή αξιώνεται από το νόμο ειδικός δόλος.
5. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό και την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι από τα αναφερόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με την πράξη της παράβασης του άρθρου 43 του ΚΟΚ από τον αναιρεσείοντα, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων, αν και ως υπαίτιος οδηγός ενεπλάκη σε οδικό ατύχημα, από το οποίο προκλήθηκε σωματική βλάβη, δεν έδωσε την αναγκαία βοήθεια και υποστήριξη στον παθόντα, αν και ήταν υποχρεωμένος, ούτε ειδοποίησε την πλησιέστερη αστυνομική αρχή, παραμένοντας στον τόπο του ατυχήματος μέχρι την άφιξή της, αλλά, χωρίς να είναι απαραίτητο απομακρύνθηκε από τον τόπο του ατυχήματος και μετά από αυτό, επικαλούμενος βλάβη στο μηχάνημα που οδηγούσε, το αντικατέστησε με άλλο, χωρίς να ενημερώσει, όπως όφειλε, τους επόπτες.
Περαιτέρω στο σκεπτικό της απόφασης, όπως αυτό εκτέθηκε πιο πάνω, αναφέρονται οι συνθήκες του ατυχήματος και ο εξ αυτού τραυματισμός του παθόντος και στη συνέχεια τα περιστατικά, από τα οποία οι αρμόδιοι οδηγήθηκαν στον εντοπισμό, μετά το ατύχημα, του αναιρεσείοντος, όπως επίσης και της προσπάθειας του ιδίου να αποφύγει τον εντοπισμό του.
Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με την εδώ εξεταζόμενη αξιόποινη πράξη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, για την οποία, εκτός των άλλων, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2α’ και β’ , 4 εδ.
α’ του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2094/1992). Ειδικότερα, ως προς την ύπαρξη του δόλου του αναιρεσείοντος δεν ήταν αναγκαία η παράθεση ειδικής αιτιολογίας, αφού αυτή προέκυπτε από την έκθεση των περιστατικών που αποδείχθηκαν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης. Ανεξάρτητα όμως από αυτά στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρονται περιστατικά, όπως για την προσπάθεια του αναιρεσείοντος να αποφύγει τον εντοπισμό του με την αλλαγή του οχήματος που οδηγούσε και προξένησε το ατύχημα με άλλο, που μαρτυρούν ειδικώς την ύπαρξη του δόλου του.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ σχετικοί λόγοι αναίρεσης που αναφέρονται στην πράξη της παράβασης του άρθρου 43 του ΚΟΚ είναι αβάσιμοι.
6. Μετά από αυτά πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω κριθέντος ως βασίμου λόγου της αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα κατά την καταδικαστική διάταξή της για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, συνακόλουθα δε και κατά την περί συνολικής ποινής διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, κατά το άρθρο 519 ΚΠΔ, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έχουν εκδώσει την αναιρούμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 779/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σκεπτικό. Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της (κατά τα κεφάλαιά της που αναφέρονται στην πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και στην επιβολή συνολικής ποινής) για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Απριλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ