Legislator Case Law & Legislation
558/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appeal court decision on will invalidity due to lack of evidence regarding testator's mental capacity.

Case Number 558/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against the appeal court's decision rejecting their claim to invalidate a public will. The heirs argued the testator lacked capacity at the time of signing, but the court found the lower court properly evaluated witness testimonies and documents without requiring specific proof for each fact. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10), 17(2) of the Code of Civil Procedure; The appeal ground alleging a decision based on facts without proof is inadmissible if the lower court explicitly relied on submitted evidence and did not need to evaluate every individual piece of evidence separately.

Keywords

AI generated
appeal admissibility will invalidity testator capacity burden of proof civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 17(2) of Law 2915/2001
Article 270 of the Code of Civil Procedure
Article 14(1) of Law 2915/2001
Article 591(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 558 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 558/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ν. (Θ.) Κ. του Λ., δικηγόρου …, 2) Ο. χήρας Δ. Ε., το γένος Λ. Κ., κατοίκων ..., αμφοτέρων παρισταμένων ως καθολικών διαδόχων και μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικώς ενάγουσας μητέρας τους Ά. Κ. του Λ., το γένος Α. Σ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πρώτη αναιρεσείουσα Ν. (Θ.) Κ. του Λ., ως αυτοπροσώπως ενεργούσα λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και ως πληρεξουσία δικηγόρος της δεύτερης αναιρεσείουσας, που ανακάλεσε την από 12-1-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Σ. του Χ., 2) Α. Σ. του Χ., κατοίκων Δημοτικής Κοινότητας …, του Δήμου ... του Νομού ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Κανέτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2015 αγωγή της αρχικώς εναγούσης και ήδη αποβιωσάσης Ά. Κ., μητέρας των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2019 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 14-6-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1). Με την από 14-6-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 2/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας(τακτικής διαδικασίας ), με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε ουσιαστικά έφεση των αναιρεσειουσών ,εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικής ενάγουσας που αποβίωσε μετά τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, κατά της 54/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ,με την οποία είχε απορριφθεί η από 30-3-2015 με αριθμ. κατάθ. 470/ΤΠ/22/2015 αγωγή για αναγνώριση της ακυρότητας δημόσιας διαθήκης του διαθέτη Γ. Σ., (αδελφού της) και αναγνώρισης κληρονομικού δικαιώματος της ενάγουσας σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στο σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 9/2019 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ,Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 ΚΠολΔ).

2.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, διαθήκη, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 αρ. 3 του ίδιου κώδικα, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δεν έχουν συνείδηση των πράξεων τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης τους.

Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή: α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κλπ.) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη της λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη.

Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη νοείται, ειδικότερα, κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων.

Η ανικανότητα κρίνεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευσή της ή η ύπαρξή της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί καμμιά έννομη επιρροή. Κατάσταση που είναι δυνατόν στη συγκεκριμένη περίπτωση να έχει ως συνέπεια την ανικανότητα για σύνταξη διαθήκης, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη είναι και η γεροντική άνοια, όταν από αυτήν προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που να αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης.

Η απλή νοητική μείωση, που συχνά συνοδεύει τη γήρανση είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό και η επίκληση και απόδειξή της δεν δικαιολογεί, από μόνη της, ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης( ΑΠ 1337/2015).

3.Από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναιρέσεως θα απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στις 17-7-2014 απεβίωσε από καρδιακή ανακοπή στην ..., σε ηλικία 89 ετών ο Γ. Σ. του Α., αδελφός της αρχικώς ενάγουσας και αδελφός του προαποβιώσαντος αυτού, πατέρα των εναγομένων, Χ.

Σ.. Ο αποβιώσας μέχρι τον θάνατο του .κατοικούσε στην … ,όπως και οι εναγόμενοι ,οι οποίοι λόγω του στενού συγγενικού δεσμού ,που τους συνέδεε τον είχαν υπό την φροντίδα τους, αφού η σύζυγος του αποβιώσαντος είχε προαποβιώσει αυτού, ενώ δεν είχε αποκτήσει τέκνα, από τον γάμο του με την τελευταία. Η αρχικώς ενάγουσα αδελφή του αποβιώσαντα, κατοικούσε στην ….

και τον επισκέπτονταν δύο με τρείς φορές το χρόνο διατηρώντας επίσης τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του. Ένα μήνα πριν το θάνατο του και συγκεκριμένα στις 19-6-2014 ο αποβιώσας μετέβη στο Κέντρο Υγείας Αμφίκλειας, από όπου παραπέμφθηκε, λόγω αναιμίας και υψηλών καρκινικών δεικτών, στο Νοσοκομείο Λαμίας, όπου διαπιστώθηκε ότι πάσχει από κακόηθες νεόπλασμα του στομάχου, ανεπίδεκτο χειρουργικής επέμβασης και εισήχθη στην παθολογική κλινική για συντηρητική αντιμετώπιση και για περαιτέρω έλεγχο.

Από το εν λόγω Νοσοκομείο εξήλθε στις 25-6-2014 λόγω βελτίωσης της κατάστασής του με σύσταση για εργαστηριακό έλεγχο (γενική αίματος) κάθε μήνα και χωρίς να γίνεται κάποια αναφορά στα έγγραφα του Νοσοκομείου Λαμίας, για κάποια μορφή γεροντικής άνοιας του αποβιώσαντος, που αν υπήρχε τέτοια περίπτωση θα είχε ως αποτέλεσμα την δυσκολία συνεργασίας με τον ασθενή και έτσι οπωσδήποτε θα γίνονταν μνεία στα ως άνω έγγραφα, η τυχόν υπάρχουσα γεροντική άνοια.

Ο μετέπειτα αποβιώσας με την υπ' αριθμ. …/…-7-2015 δημόσια διαθήκη του, η οποία συνετάγη στην οικία του, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αμφίκλειας, Αναστασίας Καλπύρη-Κολιούκου και δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθμ. 380/17-9-2014 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Λαμίας, κατέλειπε το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας του κατ' ισομοιρία στους εναγομένους ανιψιούς του.

Στην ανωτέρω διάταξη τελευταίας βούλησης, ο διαθέτης ανέφερε ότι αφήνει μοναδικούς κληρονόμους του τους εναγομένους ανιψιούς του, επειδή φρόντισαν την σύζυγο του μέχρι το θάνατο της και φρόντιζαν και περιποιούνταν και αυτόν συνεχώς. Στην ως άνω διαθήκη γίνεται ειδική μνεία : α) ότι ο διαθέτης δεν στερείται από καμία αίσθηση, ότι σοβαρά θέλει να κάνει διαθήκη και δεν υπάγεται σε καμία περίπτωση ανικανότητας από όσες αναφέρονται στο άρθρο 1179 Α.Κ., γεγονός ως προς το οποίο επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς την ανάγκη προσβολής του εγγράφου της διαθήκης, ως πλαστού και β) ότι τα συμπράττοντα πρόσωπα στη διαθήκη ήταν παρόντα σε όλη τη διάρκεια της σύνταξης της και ότι εκτός από την συμβολαιογράφο και τους μάρτυρες κανένα άλλο πρόσωπο δεν ήταν παρόν, γεγονότα για τα οποία η δημόσια διαθήκη, ως δημόσιο έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη.

Η συμβολαιογράφος που συνέταξε την επίδικη διαθήκη και η οποία εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατέθεσε ρητά, κατηγορηματικά και με πειστικότητα, για την ικανότητα του διαθέτη προς σύνταξη διαθήκης και το Δικαστήριο δεν έχει κανένα λόγο να αμφιβάλλει για το ειλικρινές των όσων αυτή κατέθεσε.

Επίσης από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων που συνέπραξαν για την κατάρτιση της επίδικης διαθήκης, Λ. Π. και Α. Ν., οι οποίοι κατέθεσαν αφενός ότι ο διαθέτης λίγο πριν την σύνταξη της διαθήκης του συζήτησε μαζί τους, για πράγματα της καθημερινότητας, αφετέρου ότι και οι δύο γνώριζαν ότι ο διαθέτης είχε εκφράσει την επιθυμία του να αφήσει την περιουσία του.

στους εναγόμενου ανεψιούς του, λόγω του ότι αυτοί φρόντιζαν τόσο την σύζυγο του έως το θάνατο της, το έτος 2005, όσο και τον ίδιο, επιβεβαιώνονται τα ανωτέρω. Για το ότι ο διαθέτης είχε και στο παρελθόν εκφράσει τη βούλησή του να περιέλθει η περιουσία του στους εναγομένους ανεψιούς του κατέθεσε ένορκα και η Ε.

Ζ., συνταξιούχος συμβολαιογράφος Αθηνών, η οποία κατάγεται από την …, στην οποία κατά το παρελθόν ο διαθέτης είχε εκφράσει, πολλές φορές, την ανωτέρω επιθυμία του, η οποία άλλωστε προκύπτει και από το ότι κατά το παρελθόν ο διαθέτης είχε προβεί σε δωρεές εν ζωή προς τους εναγομένους, κάποιων ακινήτων ιδιοκτησίας του, αλλά και σε αγορά από κοινού με τους εναγομένους αγροτικού ακινήτου, γεγονός που καταδεικνύει την εμπιστοσύνη που έτρεφε για τους εναγομένους.

Η αρχικώς ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι οι πνευματικές λειτουργίες του διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, είχαν εξασθενήσει, με αποτέλεσμα αυτός να μην έχει συνείδηση των πραττομένων του, λόγω της αναιμίας και της βιοχημικής αναστάτωσης που είχε εξαιτίας του καρκίνου του στομάχου, που είχε διαγνωσθεί ότι έπασχε, αλλά ιδίως λόγω της σοβαρής ανοϊκής συνδρομής από την οποία έπασχε, με αποτέλεσμα αυτός να είναι ανίκανος να συντάξει διαθήκη.

Αναφορικά με τον εν λόγω ισχυρισμό της αρχικώς ενάγουσας, αποδείχθηκε ότι ο Θ. Λ., ιατρός επιμελητής Α γενικής ιατρικής του Κ.Υ. Αμφίκλειας, επισκέφθηκε τον διαθέτη, στις 16-6-2014, στην οικία του, προκειμένου να τον εξετάσει, λόγω του ότι αυτός (διαθέτης) παραπονούνταν για πόνους στα πόδια και αστάθεια. Κατά την διάρκεια της εξέτασης ο μετέπειτα αποβιώσας ήταν προσανατολισμένος σε τόπο και χρόνο, διατηρώντας συνεχή οπτική επαφή με τον ιατρό του, υπήρχαν όμως ενδείξεις νευρικότητας και ενόχλησης του διαθέτη, συμπτώματα που μπορεί να εμφανισθούν κατά το πρώιμο στάδιο της άνοιας.

Ο ιατρός τον υπέβαλε σε τέστ ερωτήσεων για τη μνήμη, χωρίς περαιτέρω ένδειξη νοητικής ανεπάρκειας. Ωστόσο λόγω της νευρικότητας και της ενόχλησης που παρουσίασε ο διαθέτης κατά την εξέταση του, συνέστησε σ' αυτόν αγωγή για αρχομένη ήπιας μορφής άνοια (πρώιμο στάδιο), συνταγογραφώντας του το φάρμακο ebixa, ήτοι του συνέστησε να λαμβάνει μισό χάπι την ημέρα των 10 mg.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι το φάρμακο ebixa, χορηγείται για την θεραπεία ασθενών με μέτρια ως σοβαρή μορφή της νόσου Altzheimer, που η νόσος αυτή είναι μία μορφή άνοιας "εγκεφαλική διαταραχή", που επηρεάζει σταδιακά την μνήμη, τη νοητική ικανότητα και τη συμπεριφορά. To ebixa είναι ένα φάρμακο που χορηγείται μόνο με ιατρική συνταγή.

Η έναρξη και η επίβλεψη της αγωγής πρέπει να πραγματοποιούνται από ιατρό με πείρα στην διάγνωση και τη θεραπεία της νόσου Alzxeimer. To ebixa πρέπει να χορηγείται μία φορά την ημέρα, την ίδια ώρα κάθε ημέρα. Για την αποφυγή ανεπιθύμητων ενεργειών η δόση του ebixa αυξάνεται βαθμιαία κατά τις τρείς πρώτες εβδομάδες της θεραπείας, την πρώτη εβδομάδα χορηγείται δόση των 5 mg, την δεύτερη των 10 mg και την τρίτη εβδομάδα των 15 mg.

Από την τέταρτη εβδομάδα και μετά η συνιστώμενη δόση συντήρησης είναι 20 mg, χορηγούμενη μία φορά την ημέρα (βλ. σχετ. στην ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια Wikipedia, ενημερωτικό σημείωμα Λ της EUROPEAN MEDICINES AGENCY). Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση και εφόσον από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω διαθέτης έπασχε από διαπιστωθείσα με εργαστηριακές εξετάσεις νόσο Alzxeimer και επίσης εφόσον από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι μετά την 1η εβδομάδα αυξήθηκε η ημερήσια δόση του ebixa σε 10 mg, ο ως άνω θεράπων ιατρός, λόγω του ότι δεν υπήρχε αξονική τομογραφία εγκεφάλου, σχετικά με την διανοητική κατάσταση του ως άνω διαθέτη, που να βεβαιώνει γεροντική άνοια, τελείως προληπτικά και συντηρητικά συνταγογράφησε το ως άνω φάρμακο προκειμένου να το λαμβάνει ο διαθέτης, χωρίς όμως και να επιβεβαιώνεται εκ του λόγου αυτού, δηλαδή από την χορήγηση και μόνο του ως άνω φαρμάκου γεροντική άνοια και μάλιστα σε τέτοιο στάδιο, που να αποκλείει την ικανότητα αυτού να συντάσσει διαθήκη.

Περαιτέρω ο ως άνω ιατρός συνέστησε στον διαθέτη, να κάνει εργαστηριακό έλεγχο, ώστε να έχει πλήρη εικόνα για την κατάστασή του, μετά τον οποίο του συνέστησε νοσοκομειακή περίθαλψη λόγω αυξημένων καρκινικών δεικτών και της αναιμίας. Μετά την έξοδο του διαθέτη από το νοσοκομείο, ο ανωτέρω ιατρός του τον επισκέφθηκε εκ νέου στο σπίτι του και αφού τον εξέτασε και πάλι και συνομίλησε μαζί του για αρκετή ώρα, διαπίστωσε ότι όσον αφορά τις πνευματικές του λειτουργίες ήταν απολύτως καλά και δεν του συνέστησε τίποτα περισσότερο πέραν από την αγωγή του νοσοκομείου, το οποίο στην αγωγή εξόδου του διαθέτη είχε συμπεριλάβει το ανωτέρω φάρμακο, χωρίς ωστόσο να έχει διαγνώσει ότι ο διαθέτης έπασχε από άνοια.

Συνεπώς το ότι συμπεριλήφθηκε το φάρμακο αυτό από το νοσοκομείο, στην αγωγή εξόδου του διαθέτη οφείλεται στο γεγονός ότι τούτο βρίσκονταν συνταγογραφημένο στο βιβλιάριο του από τον θεράποντα ιατρό του, ο οποίος μετά την έξοδο του από το νοσοκομείο έκρινε ότι αναφορικά με τις πνευματικές λειτουργίες του ο διαθέτης ήταν απολύτως καλά.

Άλλωστε, ούτε από τα έγγραφα του νοσοκομείου προκύπτει ότι ο διαθέτης είχε διαγνωστεί με άνοια, ενώ από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει με σαφήνεια ότι η ίδια η αρχικώς ενάγουσα και το στενό οικογενειακό της περιβάλλον, κατά τις τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχαν με τον αποβιώσαντα, είχαν αντιληφθεί κάποια έκπτωση των διανοητικών του λειτουργιών.

Ωστόσο η αρχικώς ενάγουσα, ισχυρίσθηκε με την αγωγή της ότι ο ως αν διαθέτης εμφάνιζε έκπτωση των διανοητικών του λειτουργιών εξαιτίας της συνταγογράφησης στον αποβιώσαντα του φαρμάκου ebixa. Προς απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού της η αρχικώς ενάγουσα προσκόμισε και ήδη προσκομίζουν και οι εκκαλούσες, την από 6-2-2015 γνωμάτευση του νευρολόγου - ψυχίατρου Ε.

Μ., ο οποίος, χωρίς να έχει άμεση και προσωπική αντίληψη της κατάστασης του διαθέτη, αφού έλαβε υπόψη του όσα του ανέφερε η ίδια η αρχικώς ενάγουσα για την κατάσταση της υγείας του τελευταίου, αλλά και τα ιατρικά έγγραφα του Νοσοκομείου Λαμίας, αποφαίνεται ότι η στάθμη των πνευματικών λειτουργιών του διαθέτη ήταν χαμηλή εξαιτίας της προϋπάρχουσας άνοιας προχωρημένου σταδίου της αναιμίας και της βιοχημικής αναστάτωσης, κατά τρόπο που να αποκλείεται η περίπτωση ο διαθέτης να διέθετε επίπεδο συνείδησης σε βαθμό, που να του επιτρέπει να έχει, έστω και στοιχειώδη συμμετοχή σε διαδικασία υπαγόρευσης διαθήκης, όσο και η περίπτωση να αντιλαμβάνεται τις έννοιες του κειμένου της συνταχθείσας διαθήκης και τον σκοπό για τον οποίο προοριζόταν.

Πλην όμως τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω ιατρική γνωμάτευση δεν κρίνονται πειστικά, αφού ο συντάξας αυτή, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε άμεση και προσωπική αντίληψη της κατάστασης του διαθέτη. Άλλωστε, τέτοια κατάσταση άνοιας και μάλιστα σε προχωρημένο στάδιο δεν είχε προηγουμένως διαπιστώσει η αρχικώς ενάγουσα, η οποία είχε τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον αποβιώσαντα και επομένως αν υπήρχε τέτοια περίπτωση προχωρημένου σταδίου άνοιας οπωσδήποτε θα το είχε διαπιστώσει η ίδια προσωπικά και θα είχε ενδιαφερθεί για την ιατρική παρακολούθηση του αποβιώσαντος με την εξέταση αυτού από ιατρούς της αντίστοιχης και ανάλογης ειδικότητας και την διενέργεια εργαστηριακών ελέγχων, προς διαπίστωση της ασθένειας αυτής.

Επίσης ο αποβιώσας υπέγραψε την ένδικη διαθήκη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα κατωτέρω, ενώ εάν βρίσκονταν στην κατάσταση που αναφέρει ο ανωτέρω ιατρός, δεν θα μπορούσε να υπογράψει. Περαιτέρω η αρχικώς ενάγουσα προσκόμισε και ήδη προσκομίζουν και οι εκκαλούσες προς απόδειξη του ισχυρισμού, περί έκπτωσης των διανοητικών λειτουργιών του ως άνω διαθέτη, την από Μαρτίου 2015 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Μ.-Μ.

Κ., η οποία αφού εξέτασε την υπογραφή του διαθέτη στο πρωτότυπο της διαθήκης σε συνδυασμό με δείγματα υπογραφής του διαθέτη παλαιοτέρων ετών, αποφάνθηκε ότι ναι μεν αυτές (υπογραφές) έχουν τεθεί στην ένδικη διαθήκη με το χέρι του διαθέτη, πλην όμως αυτές (υπογραφές) με βάση τα ευρήματα της (γραφικές διαταραχές, όπως διατάραξη του γραφικού ρυθμού, σύγχυση γραφικών κινήσεων, γραφική δυσχέρεια και λανθασμένη δομική σύνθεση κατά τη διαμόρφωση των γραμμάτων) αποκαλύπτουν την αδυναμία της συνεργασίας του νευρομυϊκού του συστήματος με τις λειτουργίες του εγκέφαλου του.

κατόπιν τούτων, η ανωτέρω δικαστική γραφολόγος, αφού έλαβε υπόψη την προαναφερομένη ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου-ψυχίατρου Ε. Μ. και τα ιατρικά πιστοποιητικά του Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα ανωτέρω ευρήματα αποδεικνύουν ότι οι τεθείσες στην ένδικη διαθήκη υπογραφές του διαθέτη αποδίδονται με στοιχεία γραφικής παθολογίας, που αφορούν κυρίως στην κίνηση της χάραξης και είναι ενδεικτικό της δυσλειτουργίας της γνωσιακής συνιστώσας της γραφής, αυτά δε τα ευρήματα προκαλούν εύλογα ερωτήματα για το βαθμό της συνειδησιακής κατάστασης του διαθέτη στην κατάρτιση της ένδικης δημόσιας διαθήκης (βλ.

σελ. 30 της ως άνω γραφολογικής γνωμοδότησης). Το πόρισμα όμως, της ως άνω δικαστικής γραφολόγου δεν κρίνεται πειστικό και δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στο σχηματισμό διαφορετικής δικανικής πεποίθησης και δη ότι ο διαθέτης κατά την σύνταξη τη ένδικης διαθήκης εμφάνιζε έκπτωση των διανοητικών του λειτουργιών, δεδομένου ότι αυτό δεν διατυπώνεται με απόλυτη βεβαιότητα, όπως τούτο προκύπτει από την χρήση της φράσεως "εύλογα ερωτήματα", ούτε ενισχύεται πειστικά από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο.

Πέραν τούτων, το εν λόγω πόρισμα δεν κρίνεται πειστικό και εκ του λόγου ότι, οι αλλοιώσεις των τεθέντων επί της ένδικης διαθήκης υπογραφών του διαθέτη δικαιολογούνται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας αυτού κα της συναισθηματικής φόρτισης που υφίσταται κάποιος όταν συντάσσει τη διαθήκη του, γεγονότα άλλωστε στα οποία αναφέρεται και η ίδια η ως άνω δικαστική γραφολόγος.

Εξάλλου οι νομικοί ή εξειδικευμένοι όροι που αναφέρονται στη διαθήκη, όπως ο όρος "κατ' ισομοιρίαν" δεν δημιουργούν αμφιβολία στο Δικαστήριο για το πραγματικό γεγονός, ότι ο διαθέτης δήλωσε προφορικά την αληθινή βούλησή του κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης αφού στην πράξη είναι πάγια η τακτική των συμβολαιογράφων να χρησιμοποιούν νομικούς όρους κατά την απόδοση της βούλησης των διαθετών, ακόμα και όταν αυτή δεν εκφράζεται με αυτούς, αλλά με λέξεις της καθημερινότητας, όπως κατ' ισομοιρία, αντί για μισά - μισά.

Τέλος η ένορκη κατάθεση της δικαστικής γραφολόγου στην οποία αναφέρει ότι οι συμπράττοντες μάρτυρες της είπαν ότι ο ενοικιαστής του επάνω ορόφου της οικίας του διαθέτη, κάποιος κύριος Κ. , τους είχε ενημερώσει ότι ο διαθέτης ήταν από μήνες ανήμπορος και κατάκοιτος στο κρεβάτι του, ότι την ημέρα της σύνταξης της διαθήκης πήγαν στο σπίτι του διαθέτη οι εναγόμενοι και ζήτησαν από τον ανωτέρω ενοικιαστή, ο οποίος μαζί με τη γυναίκα του και την κόρη του φρόντιζε τον διαθέτη να βγει έξω από την κρεβατοκάμαρα, που βρίσκονταν κατάκοιτος ο διαθέτης, ότι οι εναγόμενοι απαγόρευσαν σε αυτόν να ενημερώσει την αρχικώς ενάγουσα για την κατάσταση της υγείας του διαθέτη, ότι οι εναγόμενοι ήταν παρόντες κατά την σύνταξη της διαθήκης, καθώς και ότι οι μάρτυρες δεν είδαν τον διαθέτη να υπαγορεύει και να υπογράφει τη διαθήκη του, κρίνεται ως μη πειστική εκ του λόγου ότι, πέραν του ότι τα ανωτέρου αναιρούνται από τις ένορκες βεβαιώσεις των δύο μαρτύρων, που συνέπραξαν στην κατάρτιση της διαθήκης, αναφέρεται αορίστως στον ενοικιαστή του διαθέτη, χωρίς να κατονομάζει αυτόν (ενοικιαστή).

Δηλαδή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αν ο ανωτέρω ενοικιαστής είχε αναφέρει τα ανωτέρω πράγματα στην ως άνω γραφολόγο και η μαρτυρία του οποίου θα ήταν κρίσιμη και καταλυτική για την κατάσταση της υγείας του διαθέτη, αφού αυτός και πέραν από κάθε άλλο καθημερινά έβλεπε τον διαθέτη, η αρχικώς ενάγουσα, το πρώτο που θα έκανε θα ήταν να μάθει και να αναφέρει το ονοματεπώνυμο του ενοικιαστή του διαθέτη, ώστε η επώνυμη μαρτυρία αυτού να ενισχύσει την αξιοπιστία των όσων καταθέτει η ως άνω δικαστική γραφολόγος.

Εφόσον λοιπόν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης του, αφενός είχε συνείδηση των πραττομένων του, αφετέρου ότι τούτος δεν έπασχε από κάποια ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά της λειτουργία της βούλησής του, χωρίς τέτοια να μπορεί να θεωρηθεί η αναιμία και η βιοχημική αναστάτωση λόγω καρκίνου, καταστάσεις οι οποίες κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν αρκούν για να καταστήσουν κάποιον ανίκανο για σύνταξη διαθήκης και η οποία πραγματική βούληση του διαθέτη, από την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, προέκυψε ότι ήταν αυτή που αποτυπώθηκε στη διαθήκη, έπρεπε η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ήταν απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η περί αναγνώρισης της ακυρότητας της υπ' αριθμ. …/…-7-2014 δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος Γ. Σ.., που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αμφίκλειας, Αναστασίας Καλπύρη -Κολιούκου και δημοσιεύτηκε νόμιμα, αγωγή της αρχικώς ενάγουσας, της οποίας εξ αδιαθέτου μοναδικοί κληρονόμοι είναι οι αναιρεσείουσες , στηριζόμενη στην, κατά το άνω άρθρο 1719 αριθ. 3 Α.Κ., ανικανότητα του διαθέτη προς σύνταξη της άνω διαθήκης, λόγω έλλειψης συνείδησης των πραττομένων και στέρησης της χρήσης του λογικού του, εξαιτίας ψυχικής και διανοητικής διαταραχής, κατόπιν δε τούτου, απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια.

Ειδικότερα, δέχθηκε, αφενός ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης είχε συνείδηση των πραττομένων, αφετέρου ότι αυτός δεν έπασχε από κάποια ψυχική ή διανοητική διαταραχή (γεροντική άνοια) που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, χωρίς τέτοια να μπορεί να θεωρηθεί η αναιμία και η βιοχημική αναστάτωση του οργανισμού του λόγω καρκίνου και ότι η χορήγηση του φαρμάκου ebixa στον διαθέτη έγινε τελείως προληπτικά και συντηρητικά, χωρίς όμως να επιβεβαιώνεται εκ του λόγου αυτού, δηλαδή από τη χορήγηση και μόνο του ως άνω φαρμάκου, γεροντική άνοια και, μάλιστα, σε τέτοιο στάδιο που να αποκλείει την ικανότητα αυτού να συντάσσει διαθήκη, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για ορθή εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1719 αριθ.3ΑΚ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1719 περ 3 ΑΚ την οποία ορθώς εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοιά της αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της παραπάνω ουσιαστικής διάταξης από τον αρ. 1α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με εσφαλμένη εφαρμογή με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος λόγο, καθώς και την από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών (με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο) ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ανικανότητας του διαθέτη προς σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ' όσον με αυτές πλήττεται τόσον η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και επειδή αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων από το ίδιο δικαστήριο, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, καθώς και σε απλά επιχειρήματα των αναιρεσειουσών, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

4.Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ανεύρεση, με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως, όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή, για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 1622/2010, σχετ.

Ολ.ΑΠ 8/2005) ή ακόμη για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 208/2011). Όμως, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (τα οποία πρέπει να καθορίζονται) ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς (ΑΠ 1652/2009).

Ειδικότερα, η παραβίαση ιδρύεται, κατ' άρθρο 559 αριθμ. 1 β ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι όμως όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (ΑΠ 208/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το τρίτο μέρος του, οι αναιρεσείουσες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας τα οποία συνίστανται στο: 1) ότι η συνταγογράφηση φαρμάκων έπεται της διάγνωσης της ασθένειας, για τη θεραπεία της οποίας χορηγούνται και ουδέποτε χορηγούνται φάρμακα "προληπτικά"2) ότι η νόσος Αlzheimer, από την οποία έπασχε ο διαθέτης και για τη θεραπεία της οποίας ελάμβανε ισχυρή αντιανοϊκή φαρμακευτική αγωγή ,όπως αρχικά δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη, σύμφωνα με τις γενικές αρχές της ιατρικής επιστήμης και με βάση την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας συνεπάγεται την ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του επηρεάζοντας την εν γένει συμπεριφορά και ειδικότερα τη διανοητική του ικανότητα(σελ.23 τέλος) και ότι το Εφετείο εσφαλμένα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει αυτά τα διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα της επίδικης διαφοράς στο κανόνα δικαίου του άρθρου 1719 παρ.3 ΑΚ, με αποτέλεσμα εξ αυτής της παραβίασης να καταλήξει στο εσφαλμένο πόρισμα ότι ο διαθέτης ήταν απολύτως καλά και ότι δεν έπασχε από ασθένεια που περιόριζε αποφασιστικά τη βούλησή του και;

συνεπώς ότι, ως έχων συνείδηση των πραττομένων, εγκύρως συνετάγη η επίδικη δημόσια διαθήκη.3)ότι ένας άνθρωπος σε ηλικία 90 ετών, άκληρος, που πέραν της ασθένειάς του, έπασχε και από "ανεγχείρητο καρκίνο" γενικευμένο και σε τελευταίο στάδιο, δεν προβαίνει σε σύνταξη διαθήκης στα πρόθυρα του θανάτου, αφού εάν πραγματικά ήθελε κάτι τέτοιο είχε τη δυνατότητα να το πράξει προγενέστερα, ώστε να μην διακινδυνεύσει -λόγω της προχωρημένης ηλικίας του που ανά πάσα στιγμή μπορούσε να συμβεί το "μοιραίο να μην προλάβει εκφράσει την τελευταία του βούληση.4)Ότι εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι ο διαθέτης δεν έπασχε από κάποια ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, και ότι τέτοια δεν μπορεί να θεωρηθεί η αναιμία και η βιοχημική αναστάτωση λόγω καρκίνου καθώς και ότι οι καταστάσεις αυτές κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν αρκούν για να καταστήσουν κάποιον ανίκανο για σύνταξη διαθήκης.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω υπό στοιχεία 1.2.3 περιστατικά δεν έχουν χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την προαναφερθείσα έννοια, το δε αναφερόμενο υπό στοιχείο 4 περιστατικό δεν χρησιμοποιήθηκε κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών γεγονότων, αλλά προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους , ούτε το Εφετείο στήριξε την κρίση του στην ανωτέρω διαπίστωση, αλλά κατέληξε σε αυτή από τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, ενώ με την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας επιχειρείται ανεπιτρέπτως ο έλεγχος της αναιρετικά ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του Εφετείου.

5.Με τον δεύτερο από τον αριθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες και, ειδικότερα: 1)Ενώ αρχικά δέχεται ότι ο διαθέτης διαγνώσθηκε με άνοια και δέχεται τις συνέπειες αυτής, κυρίως ως προς τη νοητική ικανότητα, δηλαδή, ενώ δέχεται ότι η χορήγηση του φαρμάκου ebixa ,που χορηγείται για τη θεραπεία ασθενών με μέτρια ως σοβαρή μορφή της νόσου Alzxeimer, η οποία αποτελεί μια σοβαρή μορφή άνοιας, κατόπιν της διάγνωσης από έμπειρο προς τούτο ιατρό, στη συνέχεια, απαιτεί για τη διαπίστωση της άνοιας του διαθέτη εργαστηριακές εξετάσεις, που όμως είχαν διενεργηθεί. 2)δέχεται, αντιφατικά, ότι το φάρμακο αυτό χορηγήθηκε στον διαθέτη "τελείως προληπτικά, χωρίς να έχει διαπιστωθεί γεροντική άνοια" και ότι ο διαθέτης είχε συνείδηση των πραττομένων και δεν έπασχε από κάποια ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. 3) με ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της διαπίστωσης της διανοητικής ικανότητας του διαθέτη με βάση τη φαρμακευτική αγωγή του ebixa 10mg και την αιτιολόγηση της χορήγησης του φαρμάκου αυτού έγινε δεκτό ότι "Συνεπώς το ότι συμπεριλήφθηκε το φάρμακο αυτό από το νοσοκομείο στην αγωγή εξόδου του διαθέτη, οφείλεται στο γεγονός ότι τούτο βρισκόταν συνταγογραφημένο στο βιβλιάριο του από τον θεράποντα ιατρό του, ο οποίος μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο έκρινε ότι αναφορικά με τις πνευματικές του λειτουργίες του ο διαθέτης ήταν απολύτως καλά "χωρίς να αιτιολογεί πλήρως το λόγο της συνεχούς ιατρικής σύστασης και συνταγογράφησης του ανωτέρω ισχυρού αντιανοϊκού φαρμάκου σε ασθενή ο οποίος δεν έπασχε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, από άνοια. 4) δεν διαλαμβάνονται καθόλου αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του σταδίου της γεροντικής άνοιας του διαθέτη από το οποίο συνάγεται ο αποκλεισμός ή όχι της ικανότητας του να συντάξει την επίδικη διαθήκη.

Εν τούτοις, χωρίς αιτιολογία, το Εφετείο κατέληξε στο πόρισμα ότι "τελείως προληπτικά και συντηρητικά (ο θεράπων ιατρός) συνταγογράφησε το ως άνω φάρμακο, προκειμένου να το λαμβάνει ο διαθέτης, χωρίς όμως να επιβεβαιώνεται εκ του λόγου αυτού, δηλαδή, από την χορήγηση και μόνο του ως άνω φαρμάκου γεροντική άνοια και, μάλιστα, σε τέτοιο στάδιο που να αποκλείει την ικανότητα αυτού να συντάσσει διαθήκη".

Ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης που περιέχει πλήρες και σαφές πόρισμα που καθιστά δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο, ανάγεται σε επιχειρήματα του Δικαστηρίου και των διαδίκων που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων.

6. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΑΠ 109/2012) ενώ δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής(ΑΠ 1530/2008).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες που προσκόμισε ο διάδικος, χωρίς να τις επικαλεστεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου Η δε σχετική επίκληση των ισχυρισμών και των αποδεικτικών μέσων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε με αναφορά αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, στις οποίες γίνεται ειδική, σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατά αναλογική εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠλοΔ, που αφορά τον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, όπως γίνεται παγίως δεκτό στη νομολογία για την ταυτότητα του νομικού λόγου.

Επομένως, δεν είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμών και εγγράφων για άμεση ή έμμεση απόδειξη με μόνη τη φωτοτυπική ενσωμάτωση στις προτάσεις της κατ' έφεση δίκης των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των αυτοτελών ισχυρισμών και των εγγράφων (Ολ.ΑΠ 23/2008).

Δεν πρόκειται, όμως, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνο ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την παραδοχή ή απόρριψη της έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αντίστοιχου διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ. 794/2017).

Σε αυτή την περίπτωση είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου ισχυρισμών και εγγράφων, τα οποία αναφέρονται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ'έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, αφού πρόκειται για άμεση και ειδική επίκληση των εγγράφων απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις, και όχι για έμμεση επίκληση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη.

Τέλος, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται και να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι είχε προτείνει και στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο από τη μη νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 α' έως γ' ΚΠολΔ.

Με τον τρίτο ,μέρος πρώτο, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες, επικαλούνται πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν νομότυπα, καθόσον έλαβε υπόψη ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων που προτάθηκαν στο Πρωτοδικείο και δεν επαναφέρθηκαν με νομότυπο τρόπο στο εφετείο με τις υποβληθείσες προτάσεις της νέας συζήτησης, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με σύντομη περίληψη και με αναφορά στις περιέχουσες αυτούς σελίδες των προτάσεων της προηγουμένης συζήτησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 240 ΚΠολΔ., και ότι ειδικότερα, οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους που κατέθεσαν στο εφετείο ως εφεσίβλητοι δεν επανέφεραν νομίμως, κατ" άρθρο 240 ΚΠολΔ τους ισχυρισμούς που είχαν υποβάλλει πρωτοδίκως και, συγκεκριμένα, στις προτάσεις του εφετείου, στις οποίες δεν ενσωματώνονται οι πρωτόδικες προτάσεις τους είτε ως περίληψη είτε ως αυτούσιο κείμενο αναφέρουν γενικά και αόριστα στη σελ.34 αυτών: "κατά τα λοιπά αναφερόμαστε στις προτάσεις της δίκης στον πρώτο βαθμό (σχ.Α-4)και στους ισχυρισμούς που περιλαμβάνομαι σ' αυτές και επανυποβάλλω ενώπιον Σας, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ".

Περαιτέρω οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι τον ισχυρισμό αυτό πρότειναν με την προσθήκη -αντίκρουση των προτάσεών τους στο Εφετείο, το οποίο τον απέρριψε σιωπηρά και έτσι έλαβε παρά το νόμο υπόψη του όλους τους ισχυρισμούς των εναγομένων που είχαν προβάλλει πρωτοδίκως, αλλά απαράδεκτα είχαν επαναφέρει στο εφετείο, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης περί του ότι ο διαθέτης είχε συνείδηση των πραττομένων και δεν έπασχε από κάποια ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του με αποτέλεσμα να απορρίψει, ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την έφεση και την αγωγή.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων-εφεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου, αυτές αποτελούν ενιαίο κείμενο 35 σελίδων, που χαρακτηρίζονται ως προτάσεις (μόνο) ενώπιον του Εφετείου, στο οποίο πράγματι περιλαμβάνονται οι αναλυτικά αναφερόμενοι στον τρίτο , μέρος πρώτο λόγο της αναίρεσης (αρνητικοί) ισχυρισμοί ,στις σελίδες 9 έως 34 και δεν έχει συμπεριληφθεί σ' αυτές αυτούσιο το κείμενο των πρωτόδικων προτάσεων ,ούτε γίνεται αναφορά σε τμήματα αυτών και μόνο στο τέλος της σελίδας 34 αναφέρεται η φράση "12.1 Επειδή κατά τα λοιπά αναφερόμαστε στις προτάσεις μας της δίκης σε πρώτο βαθμό (σχ.Α- 4)και στους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται σ' αυτούς και επανυποβάλλω ενώπιον Σας, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ".

Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι δεν πρόκειται για απλή φωτοτυπική ενσωμάτωση των πρωτόδικων προτάσεων, ως αυτοτελούς και διακριτής διαδικαστικής πράξης, στις εφετειακές προτάσεις, αλλά για συμπερίληψη του περιεχομένου του δικογράφου των προτάσεων της πρωτόδικης δίκης και για ενοποίηση αυτού σε ενιαίο ολικό κείμενο του δικογράφου των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου, στο οποίο επιπλέον ρητά περιέχεται ευθεία και άμεση επίκληση των ισχυρισμών τους κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο.

Εξάλλου, οι αναφερόμενοι στην αίτηση αναίρεσης και στις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων -εφεσιβλήτων στο εφετείο, πραγματικοί ισχυρισμοί δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη αλλά είναι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής και συνεπώς δεν αποτελούν πράγμα κατά την έννοια του αρθ. 559 αριθ. 8ΚΠολΔ, ενώ δεν στοιχειοθετείται αναιρετικό σφάλμα από τη γενική αναφορά με τη φράση "κατά τα λοιπά" που αναφέρεται σαφέστατα σε κάτι άλλο και σε όσα δεν αναφέρονται στο σώμα των εφετειακών προτάσεων.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει η παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού τους ότι χορηγήθηκε στο διαθέτη το αντιανοϊκό φάρμακο ebixa 10 mg που χορηγείται για τη θεραπεία ασθενών με μέτρια ως σοβαρής νόσο Alzheimer, χωρίς να προκύπτει ότι με τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ενώπιον του εφετείου υποβλήθηκε κάποιος, περί τούτου, αρνητικός ισχυρισμός.

Εν τούτοις το εφετείο δέχθηκε ότι "τελείως προληπτικά και συντηρητικά" συνταγογράφησε ο θεράπων ιατρός το εν λόγω φάρμακο, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμ, 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί πράγμα. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται γιατί αφορά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και δεν διαλαμβάνονταν στην ιστορική βάση της αγωγής και στις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων πλην όμως δεν επέφεραν μεταβολή της αγωγικής βάσης.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση των ενιαίων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων στο εφετείο προκύπτει ότι προσκομίσθηκαν με επίκληση νομότυπα στο εφετείο και τα ακόλουθα έγγραφα που έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση:1) Η υπ' αριθμ…./2015 ένορκη βεβαίωση της Ε. Ζ., που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Ζαχαριά-Μπασούκου. 2) Η υπ' αριθμ…./2015 ένορκη βεβαίωση των Λ.

Π. και Α. Ν., που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Λαμίας Θεοδώρας Πολιτοπούλου .Οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση με τις(ενιαίες) προτάσεις του εφετείου και δόθηκαν, σύμφωνα με ειδική παραδοχή της προσβαλλόμενης μετά από προηγούμενη νομότυπη κλήτευση και, επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθμ. 11β, ΚΠολΔ τρίτος, μέρος δεύτερο, αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Ενόψει δε του ότι, κατά τα προεκτεθέντα, παραδεκτά οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους ενώπιον του εφετείου πρόβαλαν τους αναφερόμενους σ' αυτές αρνητικούς ισχυρισμούς της αγωγής και προσκόμισαν με επίκληση αποδεικτικά μέσα, χωρίς να αποκρουσθούν από το εφετείο ως απαράδεκτα κατ' αρθρο 529 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ.14 τρίτος , μέρος τρίτο, αναιρετικός λόγος.

7.Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη κατά τη διατύπωση του πιο πάνω αποδεικτικού του πορίσματος τα ακόλουθα έγγραφα που είχαν προσκομίσει με επίκληση με τις προτάσεις τους στο εφετείο και αποδείκνυαν τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους περί αδυναμίας του διαθέτη να συντάξει δημόσια διαθήκη και εντεύθεν την ακυρότητας της επίδικης διαθήκης:1) Αντίγραφο του ιατρικού φακέλου του διαθέτη, του Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας 2) την … /2015 ένορκη βεβαίωση της Ο.

Ε. Κ. 3) Την από 6-2-2015 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου -ψυχίατρου Μ. Μ. 4)Το από 25-6-2014 ενημερωτικό σημείωμα εξόδου του Νοσοκομείου Λαμίας Από την επισκόπηση όμως του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι μνημονεύοντας, ειδικώς η ως άνω ένορκη βεβαίωση και η από 6-2-2015 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου -ψυχίατρου Μ.

Μ., ενώ από την περιεχόμενη σε αυτή γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ'είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, καθώς και ειδικώς ότι, μεταξύ άλλων, εκτιμήθηκαν και " τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα", δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά και κατέληξε στο συμπέρασμα (την ορθότητα του οποίου αμφισβητούν οι αναιρεσείουσες) ότι ο διαθέτης κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύνταξης της επίδικης δημόσιας διαθήκης ήταν ικανός για τη σύνταξή της.

8. Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 § 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ.

για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δικ. σε όλες τις υποθέσεις (και κατά τις ειδικές διαδικασίες κατ' άρθρο 591 § 1 του Κ.Πολ,Δικ.) με το άρθρο 14 § 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή και μόνο στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή;

όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη (ΑΠ 925/2011). Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2007).

Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη την ύπαρξη πραγματικών περιστατικών που θεμελειώνουν τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι ο διαθέτης δεν έπασχε από άνοια. Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων στην απόφαση αποδείξεων, ήτοι από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του ανωτέρω Δικαστηρίου, και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλέστηκαν μεταξύ των οποίων και οι αναφερόμενες στην απόφαση τέσσερες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον συμβολαιογράφου, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική αξιολόγηση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων.

Κατόπιν τούτων και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 §3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστούν οι τελευταίες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (176,183,191 παρ. 2 Κ.ΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμ. 9/18-6-2019 αίτηση για αναίρεση της 2/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ