Legislator Case Law & Legislation
557/2022 AI generated

Supreme Court dismisses labor dispute appeal, upholding lower court's finding of employer's fault regarding dismissal.

Case Number 557/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor dispute judgment, ruling that the appellate court correctly evaluated the evidence. The appellant argued the employer failed to prove the termination was due to the employee's refusal to return to work, citing an unconsidered invitation to re-employ. The court held that the lower court had properly weighed all submitted evidence, including witness testimony and documents, without requiring separate analysis for each item.

Legislator headnote

AI generated

Articles 349, 350, 648, 656 of the Civil Code; Article 577 of the Code of Civil Procedure: An employer who invalidly terminates an employment contract commits fault and must pay arrears until the fault is removed, while the appellate court must consider all evidence presented without mandating separate evaluation of each item.

Keywords

AI generated
labor dispute invalid termination employer fault arrears payment appeal dismissal evidence evaluation civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 349, 350, 648 and 656 of the Civil Code
Article 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 557 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 557/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευστράτιου Μαυραγάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." , όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Καναβάρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 8440/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2089/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-2-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 19-2-2020 (υπ'αριθμ. καταθ. 54/2020) αίτηση επιδιώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 2089/2029 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση έγινε δεκτή η υπ'αριθμ. καταθ. 2920/20-7-2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας κατά της εκδοθείσας ερήμην αυτής υπ' αριθμ. 8440/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της η υπ'αριθμ.

καταθ. 10717/22-5-2014 αγωγή του αναιρεσείοντος και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και κρατήθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση από το Εφετείο, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων αναιρέσεως (άρθ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης, αν καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και υποχρεούται μέχρις ότου αρθεί η υπερημερία του να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση της βούλησής του να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος (ΑΠ 868/2018, 954/2018, 606/2017).

Ο εργοδότης, που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας και έτσι περιήλθε σε υπερημερία, μπορεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648, 656, 669 παρ.2 Α.Κ., 1, 2, 5 Ν. 3198/1955, 1, 3 Ν. 2112/1920, να άρει την υπερημερία με την επαναπρόσληψη του μισθωτού ή με δήλωση, ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως, η οποία, λόγω της ακυρότητας της πρώτης καταγγελίας, διατηρήθηκε ενεργός (ΑΠ 1451/2019, 1848/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάσθηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως θεωρούνται οι έχοντες αυτοτελή υπόσταση ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2004), καθώς και οι επί μέρους λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 410/2019, 248/2019, 781/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. κατάθ. 10717/22-5-2014 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι είναι επαγγελματίας δημοσιογράφος και ότι στις 13-3-2005, προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει την εργασία του ως δημοσιογράφος στο ανταποκριτικό της γραφείο και ότι προσέφερε έκτοτε σ' αυτή τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του μέχρι τις 31-3-2011, που η τελευταία κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας του, όπως τούτο έχει κριθεί τελεσιδίκως με την 235/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία επιπροσθέτως του επιδικάστηκαν και οι αιτηθέντες μισθοί υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την επομένη της απόλυσης (1-4-2011) και μέχρι τις 31-12-2011.

Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενος συνεχιζόμενη άρνηση της εναγομένης σε αποδοχή των υπηρεσιών του, ζήτησε, α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, με βάση τη σύμβαση εργασίας του, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2012 μέχρι 28-2-2013 το ποσό των 19.336,80 ευρώ και β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτής σε καταβολή του επί πλέον ποσού των 38.932,53 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-3-2013 μέχρι 31-12-2014, περιλαμβανομένων και των επιδομάτων (δώρων) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και των επιδομάτων αδείας των ετών 2012, 2013 και 2014, όλα δε τα ποσά αυτά με τους νόμιμους τόκους από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε ερήμην της αναιρεσιβλήτου-εναγομένης η υπ'αριθμ. 8440/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της αναιρεσιβλήτου να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 38.932,53 ευρώ και επιπλέον υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητος να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 19.336,80 ευρώ.

Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσίβλητος-εναγομένη άσκησε την από 17-7-2017 έφεση, με την οποία προέβαλε παραδεκτώς, συμφώνως προς τα ανωτέρω, το πρώτον ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου, αφού δεν είχε παρασταθεί πρωτοδίκως, ως λόγο εφέσεως, κατά το σκέλος που ενδιαφέρει το παρόν Δικαστήριο, την καταλυτική της αγωγής ένσταση περί άρσεως της υπερημερίας της (ΑΠ 1848/2013), ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι έπαυσε η υπερημερία της στις 10-3-2014, ημερομηνία κατά την οποία ο αναιρεσείων-ενάγων αρνήθηκε την προσφερθείσα από μέρους της εργασία σύμφωνα με τους πριν από την καταγγελία όρους.

Το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, ως εκδοθείσα ερήμην της εκκαλούσας, δικάζον επί της αγωγής, απέρριψε το αίτημα αυτής για την καταβολή στον ενάγοντα μισθών υπερημερίας για το από την 1-4-2014 και εντεύθεν χρονικό διάστημα ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, με την αιτιολογία, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την καταβολή τους, και δη η υπερημερία της εναγομένης εργοδότριας, καθόσον ο ενάγων, παρόλο που η εναγομένη τον κάλεσε σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία του μηνός Μαρτίου 2014 δια του τότε εκτελεστικού διευθυντή της εφημερίδας, να αναλάβει εργασία με τους ίδιους όρους, αρνήθηκε να παράσχει την εργασία του.

Δηλαδή, το Εφετείο κατέληξε στην εν λόγω κρίση του, λαμβάνοντας υπόψη και κάνοντας δεκτό τον κατά τα ανωτέρω ουσιώδη και παραδεκτά προβληθέντα με λόγο εφέσεως λόγω της ερημοδικίας της εκκαλούσας στον πρώτο βαθμό ισχυρισμό της (ένσταση) περί άρσεως της υπερημερίας της.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι έπαυσε η υπερημερία της αναιρεσίβλητης στις 10-3-2014, ημερομηνία κατά την οποία ο αναιρεσείων-ενάγων αρνήθηκε την προσφερθείσα από μέρους της εργασία με σχετική δήλωσή της, έλαβε υπόψη του μη προταθέντα παραδεκτά ισχυρισμό, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, με καταχώρησή του στα πρακτικά, αλλά ούτε και με τις προτάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος " πράγματα" εδώ, είναι ταυτόσημος με εκείνον του αριθμ. 8, δηλαδή ως "πράγματα", νοούνται οι ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ.

Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 237/2016, 360/2016, 1935/2014, 87/2013, 1700/2009, 2031/2007). Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 817/2024, 295/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους από τους αριθμούς 10 και 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμο τον ισχυρισμό της εναγομένης περί άρσης της υπερημερίας της τον μήνα Μάρτιο του έτους 2014, λόγω της άρνησής του να δεχθεί την πρότασή της να εργασθεί και πάλι ως δημοσιογράφος στο ίδιο γραφείο της εφημερίδας στη Θεσσαλονίκη, χωρίς αποδείξεις και επιπλέον χωρίς να λάβει υπόψη του την επικληθείσα και προσκομισθείσα νομίμως από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) από 19-5-2014 εξώδικη πρόσκληση και δήλωση προς την αναιρεσίβλητη, από την οποία προκύπτει ότι αυτός της ζητούσε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, την οποία αν λάμβανε υπόψη θα έπρεπε να απορρίψει τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης.

Οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με τον αναφερόμενο ισχυρισμό, έλαβε υπόψη του τα αναγραφόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικά μέσα (την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού, τη χωρίς όρκο εξέταση του ενάγοντος και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης στο ακροατήριο του Εφετείου, που περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού, τα νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα ...σε συνδυασμό με την υπ'αριθμ. 561/17-5-2016 ένορκη βεβαίωση του Μ.

Β. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που δόθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος) και κατά συνέπεια δεν δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, ενώ περαιτέρω, δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για την απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού, ενώ από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται απόλυτα βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.

Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ.176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-2-2020 (υπ'αριθμ. καταθ. 54/2020) αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 2089/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ