Supreme Court dismisses State's appeal against land ownership ruling due to lack of good faith in claiming ownership.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court ruling that rejected its claim to public forest land. The State argued for ownership correction, but the Court found its claim violated the principle of good faith under Article 281 of the Civil Code. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the association's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; The exercise of a substantive right is prohibited if it clearly exceeds the limits imposed by good faith, social or economic purpose, regardless of whether the right stems from public law or mandatory law provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 550 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 550/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Σωματείου με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Δράκου Κατσουλάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 288/2013 (όπως διορθώθηκε με την 62/2017) του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-1-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμαρίδης, ανέγνωσε την από 1-12-2021 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 08-01-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 288/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 62/2017 απόφαση του ίδιου Εφετείου, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου σωματείου, εξαφανίστηκε η 57/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και το Εφετείο, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την από 22-10-2009 αγωγή του αναιρεσείοντος-ενάγοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με την ως άνω 57/2011 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία το τελευταίο είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί κύριο δημόσιας δασικής έκτασης εμβαδού 10.082,84 τ.μ., όπως η έκταση αυτή περιγράφεται ειδικότερα κατά θέση και όρια στην αγωγή, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του αποδώσει την έκταση αυτή και να διαταχθεί η διόρθωση της αρχικής εγγραφής του ακινήτου στο Κτηματολογικό Γραφείο Καβάλας με τον αναφερόμενο ΚΑΕΚ, ώστε κύριος του ακινήτου να φαίνεται το ενάγον και όχι το εναγόμενο σωματείο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 28/1998). Εξ άλλου, ο προβλεπόμενος με την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης αφορά την ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση, δηλαδή, ή αλλοίωση ή κατάργηση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους (ΑΠ 887/2019, ΑΠ 562/2019).
Δεν ιδρύεται δε ο ως άνω λόγος αναίρεσης στην περίπτωση που η παράβαση αφορά την εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή δικονομικών κανόνων, ήτοι εκείνων που καθορίζουν τον τρόπο (τη διαδικασία), τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο (ΑΠ 562/2019, ΑΠ 1658/2009).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 Ν. 2664/1998 ?Εθνικό Κτηματολόγιο?, "1. Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρίζονται ως αρχικές εγγραφές στο Κτηματολογικό βιβλίο κατά τη μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με την παράγραφο 2 περίπτωση β' του άρθρου 3. Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, υπόκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος κεφαλαίου. 2.
α) Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί με αγωγή ενώπιον του αρμόδιου καθ' ύλην και κατά τόπον Πρωτοδικείου η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών, εκτός αν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο και για μόνιμους κατοίκους εξωτερικού ή εργαζόμενους μόνιμα στο εξωτερικό κατά τη λήξη της πενταετούς αυτής προθεσμίας, για τους οποίους η προθεσμία άσκησης της αγωγής είναι επτά (7) έτη...".
Με τις ανωτέρω διατάξεις καθιερώνονται κανόνες δικονομικού δικαίου, καθώς καθορίζεται με αυτές η διαδικασία, τα όργανα και η μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση του δικαιώματος του ουσιαστικού δικαίου, μεταξύ των οποίων είναι και η κυριότητα. Συγκεκριμένα, ορίζεται με τις διατάξεις αυτές η διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον προκειμένου να πετύχει τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογίου, ασκώντας αγωγή ενώπιον του αρμοδίου Πρωτοδικείου για την αναγνώριση του δικαιώματός του, που προσβάλλεται με την ανακριβή πρώτη εγγραφή και για τη διόρθωση της εγγραφής αυτής.
Λόγω δε του χαρακτήρα των ανωτέρω διατάξεων ως δικονομικών, δεν παρέχεται ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αιτούντος τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, καθώς το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται επί δικαιωμάτων που απορρέουν από δικονομικές διατάξεις (ΑΠ 728/2010, ΑΠ 1556/2001).
Εν προκειμένω, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς, όπως διατείνεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ στην κρινόμενη υπόθεση, καθόσον δέχθηκε την ένσταση αυτή που πρότεινε το αναιρεσίβλητο κατά της αγωγής του, της οποίας αντικείμενο, όπως ισχυρίζεται, ήταν η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία.
Επί του λόγου αυτού πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής, το αναιρεσείον άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου σωματείου την από 22-10-2009 αγωγή του, με την οποία, αφού ισχυρίστηκε ότι είναι κύριο της επίδικης δασικής έκτασης, όπως αυτή περιγράφεται ειδικότερα στην αγωγή, ζήτησε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 Ν. 2664/1998, την αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητάς του στην έκταση αυτή και την απόδοσή της σ' αυτό και περαιτέρω, τη διόρθωση της αρχικής εγγραφής στα σχετικά κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου …, ώστε να εμφανίζεται στα βιβλία αυτά ότι κύριος της έκτασης αυτής είναι το ίδιο και όχι το εναγόμενο.
Το εναγόμενο σωματείο, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πρότεινε κατά της αγωγής την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ. Ειδικότερα, υπό την επίκληση των αναφερομένων στις προτάσεις του περιστατικών, ισχυρίστηκε ότι το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά του για την αναγνώριση της κυριότητάς του στην επίδικη έκταση.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας, με την 57/2011 απόφασή του, αφού απέρριψε την ένσταση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε την αγωγή του ενάγοντος-αναιρεσείοντος ως προς όλα τα ανωτέρω αιτήματά της. Μετά από έφεση του εναγομένου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, έκανε δεκτή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση του 281 ΑΚ που πρότεινε πρωτοδίκως το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή.
Ενόψει των ανωτέρω, η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ που πρότεινε το εναγόμενο δεν αφορούσε το δικαίωμα του ενάγοντος να ζητήσει τη διόρθωση της αρχικής εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία, αλλά το δικαίωμα κυριότητας του τελευταίου επί της επίδικης έκτασης, η κρίση επί του οποίου αποτελεί προϋπόθεση της διόρθωσης.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά έκρινε ως νόμιμη την ανωτέρω ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, αφού αυτή απευθυνόταν στην άσκηση δικαιώματος ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα της κυριότητάς του στην επίδικη έκταση και όχι επί δικαιώματος που απέρρεε από τις προαναφερόμενες δικονομικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 Ν. 2664/1998.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Η διάταξη αυτή έχει έντονο χαρακτήρα κανόνα δημόσιας τάξης, αλλά δεν αποκλείεται να εφαρμοστεί και στην άσκηση δικαιώματος που πηγάζει επίσης από διατάξεις δημόσιας τάξης ή από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 7/2002, ΑΠ 747/2022, ΑΠ 1118/2017, ΑΠ 1998/2009).
Τέτοια διάταξη είναι και αυτή του άρθρου 21 του από 22-4/16-5-1926 Ν.Δ/τος ?περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης?, σύμφωνα με την οποία, "Τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου, της αεροπορικής αμύνης και των ιερών μονών εις ουδεμίαν υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφήν, η δε αρξαμένη παραγραφή ουδεμίαν νόμιμον συνέπεια κέκτηται, αν μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντας νόμους".
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε νόμιμη την ένσταση του αναιρεσιβλήτου σωματείου, τη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία αυτό πρότεινε κατά του δικαιώματος κυριότητας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο δικαίωμα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, δεν υπόκειται σε καμία παραγραφή, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη αυτή, ο δε τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σωματείου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία, ωστόσο θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08-01-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 288/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 62/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σωματείου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2024 ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ