Legislator Case Law & Legislation
747/2022 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal, recognizing State ownership of disputed land area in Athens.

Case Number 747/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially accepted the appeal filed by the State against a first-instance decision. The State argued for ownership of a 242.25-acre plot in Psychiko, while the developer contested the title. The court ruled in favor of the State, confirming its ownership based on the specific topographic survey and rejecting the developer's claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code and 535 of the Code of Civil Procedure; The court recognizes State ownership of land when the topographic survey and legal documentation clearly establish the boundary and extent of the public domain, overriding conflicting private claims.

Keywords

AI generated
State ownership land dispute topographic survey public domain partial appeal success property title civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 535 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 747 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 747/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Της εναγομένης-εφεσίβλητης-καλούσας:

Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Ξενοδοχειακαί - Τουριστικαί και Οικοδομικαί Επιχειρήσεις - Ο ... ΑΕ», που εδρεύει στο Π. Ψυχικό Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Χρυσόστομο Βελάκη και Στυλιανό Σταματόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Του ενάγοντος-εκκαλούντος-καθ’ ού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Φωτεινή Δεδούση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ της εναγομένης-εφεσίβλητης-καλούσας, κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου:

1) Εταιρείας με την επωνυμία «... INK (MERKAT INK)», που εδρεύει στη Μονρόβια της Δημοκρατίας της Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από τον Τ. Α. του Χ., κάτοικο Αγίας Παρασκευής, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο,

2) Ά., χήρας Β. Σ., το γένος Ο., κατοίκου …, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο,

3) Χ. Σ. του Β., κατοίκου … , η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο,

4) Α. Σ. του Β., κατοίκου … , η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο,

5) Μ. σύζ. Ν. Σ., το γένος Α. Φ., κατοίκου … , η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο,

6) Ι. Α., κατοίκου ... Σαουδικής Αραβίας και ήδη διαμένοντος στη ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κεραμέα και κατέθεσε προτάσεις,

7) Ν. Σ. του Ι., κατοίκου ... Σαουδικής Αραβίας και ήδη διαμένοντος στο … Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ της εφεσίβλητης -καλούσας κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου:

1) Φ. Σ. του Κ., κατοίκου … Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο,

2) Κ. Λ. του Δ., κατοίκου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο,

3) Π. Κ. του Δ., κατοίκου …, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο,

4) Χ. Α. του Ι., κατοίκου … Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο,

5) Α. Π. του Γ., κατοίκου … Αττικής, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο,

6) Ε. σύζ. Ι. Γ., το γένος Μ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μικρουλέα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις,

7) Μ. Π., κατοίκου … Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις,

8) Α. σύζ. Α. Π., κατοίκου … Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ της εναγομένης – εφεσίβλητης - καλούσας, στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 447/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, καθώς και στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 589/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου:

1) Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία «Κ. Μ. … ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της Λεωφόρου ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ρούλα Λιώση με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΤΙΡΙΩΝ Κ. Μ. … - ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της Λεωφόρου ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ρούλα Λιώση με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

3) Ετερόρρυθμης Εταιρεία με την επωνυμία «Σ. Γ. Μ. … ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ», που εδρεύει στην Αθήνα, επί οδού Λουκιανού αρ. 26 και εκπροσωπείται νόμιμα από τον διαχειριστή της Σ. Μ., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Σπανού και κατέθεσε προτάσεις.

4) Σ. Μ. του Γ.,

5) Χ. Μ. του Γ., κατοίκων … Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Σπανού και κατέθεσαν προτάσεις.

Β) Την από 14.09.2021 πρόσθετη παρέμβαση, κατά τη συζήτηση της έφεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης Δήμου Φιλοθέης - Ψυχικού Αττικής που εδρεύει στο Δήμο Φιλοθέης - Ψυχικού, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Πλάτωνα Νιάδη και Μιχάλη Δημητρακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

ΥΠΕΡ Του Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Φωτεινή Δεδούση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Γ) Την από 08.09.2021 πρόσθετη παρέμβαση κατά τη συζήτηση της εφέσεως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, των Δ. Κ. του Γ. και Μ. Κ. του Β., συζ. Δ. Κ., κατοίκων … Αττικής, ο οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

ΥΠΕΡ Της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - Ο ... Α.Ε.», που εδρεύει στο … Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Χρυσόστομο Βελάκη και Στυλιανό Σταματόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 01.12.1988 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με πρόσθετες, υπέρ της εναγομένης αναιρεσιβλήτου εταιρείας, παρεμβάσεις.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3139/1989 που διέταξε αποδείξεις και 5722/1997 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου.

Το ήδη καθ’ ού η κλήση Ελληνικό Δημόσιο προσέβαλε την τελευταία απόφαση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3866/1998 αναβλητική, 637/1999 που διέταξε συμπληρωματικές αποδείξεις και συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη, 3835/2000 για αντικατάσταση του πραγματογνώμονα, 2887/2012 αναβλητική που διέταξε και 2η συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη, 3401/2014 Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη καλούσα με την από 18.11.2014 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 447/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης.

Με την από 21.06.2017 κλήση της η ήδη καλούσα επανέφερε την από 18.11.2014 αίτησή της προς συζήτηση.

Εκδόθηκε η 589/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 3039/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το ήδη καθού η κλήση με την από 04.12.2019 αίτησή του. Οι προσθέτως παρεμβαίνοντες με τις από 19.06.2020, 22.07.2020 και 15.09.2020 πρόσθετες παρεμβάσεις τους αντίστοιχα προς το δικαστήριο τούτο, ζήτησαν όσα αναφέρονται σε αυτές.

Εκδόθηκε η 502/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τις πρόσθετες παρεμβάσεις, αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Στο Δικαστήριο έχουν κατατεθεί για συνεκδίκαση οι από 14.09.2021 και 08.09.2021 πρόσθετες παρεμβάσεις όπου οι προσθέτως παρεμβαίνοντες ζητούν τα όσα αναφέρονται σε αυτές καθώς και οι από 30.07.2021 πρόσθετοι λόγοι έφεσης με την από 22.09.2021 δήλωση διόρθωσης του Ελληνικού Δημοσίου.

Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 28.06.2021 κλήση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Ξενοδοχειακαί - Τουριστικαί και Οικοδομικαί Επιχειρήσεις - Ο ... ΑΕ», η συζήτηση της οποίας αρχικά προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο 22.09.2021 και κατόπιν αναβολής ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων που παραστάθηκαν ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 28.06.2021 κλήση της εναγομένης- εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Ξενοδοχειακαί Τουριστικαί Οικοδομικαί και Λατομικαί Επιχειρήσεις- Ο ... Α.Ε.» νόμιμα φέρεται προς συζήτηση, ενώπιον του Τμήματος τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η από 19.11.1997 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, που άσκησε κατά της αριθμ. 5722/1997 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της αριθμ. 502/2021 (δεύτερης) αναιρετικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία, αναιρέθηκε, για τις πλημμέλειες των αριθμών 1α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η 3039/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 520 παρ.2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης πρέπει να αναφέρονται στα εκκληθέντα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης ή στα αναγκαία με αυτά συνεχόμενα, άλλως απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 532 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και επί των πρόσθετων λόγων εφέσεως για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Ως αναγκαία συνεχόμενα κεφάλαια είναι οι διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης, που έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες διατάξεις, είτε διότι αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα είτε γιατί πηγάζουν από την ίδια ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσιδιάζουν το αντικείμενο εκείνων, ώστε τυχόν διαφορετική κρίση του Εφετείου σχετικά με την πρωτόδικη απόφαση να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων. Αντιθέτως, οι ενστάσεις, οι οποίες δεν αποτελούν κεφάλαια της δίκης (με εξαίρεση την ένσταση συμψηφισμού) φέρονται χωρίς περιορισμούς στο εφετείο με πρόσθετο λόγο έφεσης (ΑΠ 76/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση οι ασκηθέντες, το πρώτον, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από 30.07.2021 πρόσθετοι λόγοι της έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίοι αναφέρονται στην προταθείσα, επικουρικά, από την εναγομένη - εφεσίβλητη με τις κατατεθείσες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από 29.05.1989 έγγραφες προτάσεις της, ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, με την επίκληση ότι υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά είναι μη νόμιμη, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει συνεκδικασθούν με την έφεση (άρθρο 246 ΚΠολΔ)

[1] Από το συνδυασμό των άρθρων 570 παρ.2, 579 παρ. 1, 580 παρ.3 (όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ.4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ.1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01.01.2016, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.4 του ν. 4335/2015) και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ (όπως η παρ.2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και άρχισε να ισχύει από την 01.01.2016, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.4 του ν.4335/2015), προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) που προσβλήθηκαν με την αναίρεση, όχι δε ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, οπότε συναναιρούνται.

Συνεπώς κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και η έφεση επανεξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται από το άρθρο 237 ΚΠολΔ και, αφού παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η κατάληξη της υπόθεσης στο παρόν στάδιο είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 01.12.1988 διεκδικητική ακινήτου αγωγή εναντίον της εφεσίβλητης ΑΕ με την επωνυμία «Ξενοδοχειακαί Τουριστικαί Οικοδομικαί και Λατομικαί Επιχειρήσεις ... Α.Ε.», στην οποία επικαλούμενο ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα εδαφικής έκτασης 300 στρεμμάτων, που περιγράφει, η οποία βρίσκεται στο δήμο Παλαιού Ψυχικού, κυριότητα που απέκτησε με τους επικαλούμενους (κυρίως και επικουρικώς) πρωτότυπους τρόπους κτήσεως κυριότητας, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στην εν λόγω έκταση και να υποχρεωθεί η εναγομένη, που την κατέλαβε αυθαίρετα, να του την αποδώσει.

Εκδόθηκε η 3139/1989 πράξη που διέταξε αποδείξεις (1) με μάρτυρες προκειμένου το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο ν’ αποδείξει την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής και η εναγομένη τις ενστάσεις της περί ιδίας κυριότητας και (επικουρικά) καταχρηστικής άσκησης της αγωγής και (2) με πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να διακριβωθεί αν η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στους τίτλους των διαδίκων.

Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε η 5722/1997 οριστική απόφαση, που απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, επειδή το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε την ιστορική της βάση και, σε κάθε περίπτωση, κατά παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας, που η εναγομένη είχε προβάλει. Κατά της απόφασης αυτής το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 19.11.1997 έφεση, επικαλούμενο με τους σχετικούς λόγους αυτής εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τους επικαλούμενους τρόπους κτήσεως κυριότητας του ενάγοντος και την προταθείσα από την εναγομένη ένσταση ιδίας κυριότητας.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκαν από το πιο πάνω Δικαστήριο: η 3866/1998 απόφαση που ανέβαλε τη συζήτηση της έφεσης, προκειμένου να συνεκδικασθεί με πρόσθετη παρέμβαση, η 637/1999 αναβλητική απόφαση που διέταξε συμπληρωματικές αποδείξεις και συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη, η 3835/2000 απόφαση για αντικατάσταση του πραγματογνώμονα, η 2887/2012 αναβλητική απόφαση που διέταξε και δεύτερη συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη και η 3401/2014 οριστική απόφαση, η οποία, αφού ανακάλεσε την προαναφερόμενη 3139/1989 πράξη του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το μέρος που είχε κρίνει νόμιμη την, εκ του άρθρου 281 ΑΚ, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής της εναγόμενης εταιρείας, την απέρριψε ως νόμω αβάσιμη, ακολούθως δε δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την ένδικη έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και δέχθηκε κατ’ ουσίαν την ένδικη αγωγή, απορρίπτοντας την ένσταση ιδίας κυριότητας, που η εναγομένη είχε προβάλει, ως ουσία αβάσιμη.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Αρείου Πάγου με την από 18.11.2014 αίτηση αναίρεσης η εναγομένη- εφεσίβλητη εταιρεία, επί της οποίας εκδόθηκε η 447/2017 απόφαση, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση και, ακολούθως, η 589/2018 απόφαση, που αναίρεσε την προσβαλλόμενη ως άνω 3401/2014 απόφαση, μόνο κατά το κεφάλαιο που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1α'του ΚΠολΔ, και, συγκεκριμένα, διότι, για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, αξίωσε την επίκληση και συνδρομή περισσότερων στοιχείων (επέλευση αφόρητων ή δυσβάστακτων συνεπειών) από εκείνα που η πιο πάνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου απαιτεί και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, για περαιτέρω εκδίκαση.

Το τελευταίο με την 3039/2019 απόφασή του δέχθηκε κατ’ ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη 5722/1997 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε την υπόθεση μόνο κατά το κεφάλαιο της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασης και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της άνω περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος ένστασης, με την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσής του, την οποία η εναγομένη - εφεσίβλητη είχε προβάλλει πρωτοδίκως και είχε επαναφέρει με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Την αναίρεση της εφετειακής αυτής απόφασης (3039/2019) ζήτησε το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο με την από 04/12/2019 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 502/2021 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Με την απόφαση αυτή, κατά παραδοχή του πρώτου και δεύτερου αναιρετικού λόγου, εκ του άρθρου 559 αριθμοί 1α'και 19 ΚΠολΔ, αναιρέθηκε, όπως προεκτέθηκε, η προσβαλλόμενη 3039/2019 απόφαση, η οποία αναφερόταν μόνο στο κεφάλαιο της ένστασης περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής.

Ενόψει δε του ότι επρόκειτο για δεύτερη αναίρεση, η υπόθεση κρατήθηκε από το Δικαστήριο αυτό, κατ' εφαρμογή της διάταξης του αρθρ. 580§3 εδ. γ' ΚΠολΔ, (όπως ισχύει) προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάμβανε χώρα μετά από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, ο δε Άρειος Πάγος δικάζει πλέον την ουσία της υπόθεσης, κατά το ρηθέν μέρος, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Συνεπώς, η ανωτέρω έφεση, η οποία έχει κριθεί τυπικά δεκτή, κατά το ως άνω κεφάλαιο της ένστασης περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής αποτελεί αντικείμενο ουσιαστικής έρευνας από το αναιρετικό αυτό Τμήμα του Αρείου Πάγου, στο οποίο παραδεκτά εισήχθη με την προαναφερθείσα από 28/06/2021 κλήση της αναιρεσίβλητης και ήδη εφεσίβλητης-εναγομένης (άρθρο 580§3 εδ.δ' ΚΠολΔ).

[2] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80 και 81 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει, προκειμένου να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν, πρόσθετη παρέμβαση, η οποία ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.

Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 14/2008, ΟλΑΠ 13/2006, ΟλΑΠ 25/2004). Εξάλλου, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 εδ.

β ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 5/2003, ΟλΑΠ 8/1998, ΟλΑΠ 38/1997). Έννομο συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρέωσης. Πρέπει, όμως, αυτά είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, δηλαδή κριτήριο του εννόμου συμφέροντος είναι οι δυσμενείς εις βάρος του παρεμβαίνοντος συνέπειες της απόφασης, όπως, του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας.

Έτσι, για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, δεν αρκεί η επίκληση από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, γενικότερων ηθικών ή κοινωνικών συμφερόντων, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του. Η έλλειψη του εννόμου συμφέροντος, συνεπάγεται την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης ως απαράδεκτης (ΟλΑΠ 5/2003, ΑΠ 457/2020, ΑΠ 711/2015, ΑΠ 1343/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση και οι ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις:

I. υπέρ της εναγομένης ήδη εφεσίβλητης:

Α. (στον πρώτο βαθμό) των: 1) εταιρείας με την επωνυμία «... ΙΝΚ»,

2) Ά. Σ., Χ. Σ., Α. Σ.,

3) Μ. Σ.,

4) Ι. Α. και

5) Ν. Σ.,

Β. (στο δεύτερο βαθμό) των Φ. Σ., Κ. Λ., Π. Κ., Χ. Α., Α. Π., Μ. Π., Α. Π. και Ε. Γ.,

Γ. (ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της από 18.11.2014 [πρώτης] αίτησης αναίρεσης της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία «Ξενοδοχειακαί Τουριστικαί Οικοδομικαί και Λατομικαί Επιχειρήσεις- Ο ... ΑΕ»),

1) των εταιρειών με την επωνυμία, α) «Κ.Μ. … ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ», β) «ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΤΙΡΙΩΝ Κ.Μ. … ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», γ) «Σ. Γ. Μ. … ΚΑΙ ΣΙΑ»,

2) Σ. Μ. και

3) Χ. Μ. και

Δ. (ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της από 04.12.2019 [δεύτερης] αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου) των 1) Δ. Κ., Μ. Κ. (από 19.06.2020) και 2) Μ. Π., Α. Π. (από 22.07.2020),

II. υπέρ της εναγομένης ήδη εφεσίβλητης (ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της ένδικης έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου) των Δ. Κ. και Μ. Κ. (από 08.09.2021),

III. υπέρ του ενάγοντος ήδη εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου (ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της ένδικης έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου), του Δήμου Φιλοθέης - Ψυχικού (από 14.09.2021).

Οι ασκηθείσες με αυτοτελές δικόγραφο, κατά τη συζήτηση της ένδικης έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως άνω πρόσθετες παρεμβάσεις πρέπει να συνεκδικασθούν με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως (άρθρο 246 ΚΠολΔ).

Η υπέρ της εφεσίβλητης από 08.09.2021 πρόσθετη παρέμβαση των Δ. Κ. και Μ. Κ., ασκήθηκε παραδεκτά και είναι νόμιμη (άρθρα 80, 81 παρ.1, 325 αριθμ. 2, 573 ΚΠολΔ), διότι, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, οι προσθέτως παρεμβαίνοντες έχουν έννομο συμφέρον να παρέμβουν στην εκκρεμή κύρια δίκη, το οποίο συνίσταται στο γεγονός ότι, με τον αναφερόμενο από αυτούς παράγωγο τρόπο, ήτοι δυνάμει του .../17-12-1999 πωλητηρίου συμβολαίου, έχουν αποκτήσει, κατά τη διάρκεια της επιδικίας, από την αναιρεσίβλητη την κυριότητα της περιγραφόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος), του πρώτου ορόφου της κειμένης επί της οδού ... πολυώροφης οικοδομής, με στοιχεία Δ-3, 203,50 τ.μ., με αποθήκη και θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, που βρίσκεται στο Δήμο Φιλοθέης - Ψυχικού, στο ΟΤ…, εντός της διεκδικούμενης από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επίδικης εδαφικής εκτάσεως.

Η από 14.09.2021 πρόσθετη, υπέρ του αναιρεσείοντος, παρέμβαση του Δήμου Φιλοθέης - Ψυχικού, ο οποίος για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός του επικαλέσθηκε ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στα διοικητικά του όρια, ότι ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ότι έχει δασική μορφή και ότι «ενδεχόμενη περιέλευση της επίδικης εδαφικής έκτασης στην εναγομένη εταιρεία – καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την αναφυόμενη σε αυτό χλωρίδα, αλλά και για το φυσικό περιβάλλον εν γένει, θα άρει τον κοινόχρηστο και κοινωφελή χαρακτήρα της και θα στερήσει τους δημότες του από τη χρήση αυτής» είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Τούτο δε διότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συγκροτούν την έννοια του εννόμου συμφέροντος αυτού προς άσκηση της πρόσθετης παρέμβασής του, όπως αυτή αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αλλά ανάγονται στο γενικότερο κοινωνικό συμφέρον. Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων αυτών, επειδή η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

3. Κατά το άρθρο 81 παρ.3 εδαφ. α' ΚΠολΔ, ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη και κατά το άρθρο 82 εδαφ.γ' του ιδίου Κώδικα, αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προσθέτως παρεμβαίνων πρέπει να καλείται, προκειμένου να ενημερώνεται και αυτός για την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως ή αναιρέσεως, και να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματα του, αφού και αυτός είναι διάδικος, και χωρίς την κλήτευση του παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως (ΑΠ 14/2020, ΑΠ 1193/2019, ΑΠ 1665/2005, ΑΠ 870/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις με επίκληση προσκομιζόμενες από την εναγομένη ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, που επισπεύδει τη συζήτηση της ένδικης έφεσης, με αριθμούς .../12-07-2021, .../13-07-2021, .../13-07-2021, .../13-07-2021, .../12-07-2921, .../13-07-2021, .../13-07-2021, .../13-07-2021, .../13-07-2021, .../13-07-2021, .../13-07-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Μάρκου Ιωσηφίδη, οι απολιπόμενοι προσθέτως παρεμβαίνοντες, σε άλλα στάδια της δίκης, εταιρεία με την επωνυμία «... ΙΝΚ», Ά. Σ., Χ. Σ., Α. Σ., Μ. Σ., Ν. Σ.,Φ. Σ., Κ. Λ., Π. Κ., Χ. Α. και Α. Π. κλητεύθηκαν, αντίστοιχα, νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστούν για τη συζήτηση της έφεσης, κατά την αρχική δικάσιμο της 22.09.2021, οπότε η συζήτηση της έφεσης, με σχετική επισημείωση στο πινάκιο, αναβλήθηκε με αίτημα της εφεσίβλητης - εναγομένης ΑΕ, ερήμην των ανωτέρω προσθέτως παρεμβαινόντων. Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο στις 03.11.2021 και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από πινάκιο, οι ανωτέρω προσθέτως παρεμβαίνοντες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασής τους σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, οι προσθέτως, υπέρ της εφεσίβλητης, παρεμβαίνοντες Δ. Κ. και Μ. Κ. κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από πινάκιο, κατά την αρχική δικάσιμο της 22.09.2021, οπότε η συζήτηση της έφεσης, με σχετική επισημείωση στο πινάκιο, αναβλήθηκε, παραστάθηκαν με δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ωστόσο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης νέα μετ' αναβολή δικάσιμο στις 03.11.2021 και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από πινάκιο, οι ανωτέρω προσθέτως παρεμβαίνοντες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασής τους σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν και κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (σχετικές οι .../30-09-2021 και .../30-09-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Μάρκου Ιωσηφίδη). Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των ανωτέρω προσθέτως παρεμβαινόντων (ΑΠ 67/2015, ΑΠ 469/2010).

[4] Με την προαναφερόμενη εν μέρει αναιρεθείσα υπ’ αριθμ. 3401/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν αμετακλήτως δεκτά, κατά τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια αυτής, αναφορικά με την ένδικη από 01.12.1988 διεκδικητική ακινήτου αγωγή του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου εναντίον της εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Ξενοδοχειακαί Τουριστικαί Οικοδομικαί και Λατομικαί Επιχειρήσεις- Ο ... ΑΕ», που αφορούν στην κατάφαση της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί της επίδικης εδαφικής έκτασης και στην απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας της εναγομένης, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Ότι η επίδικη εδαφική έκταση, εμβαδού, κατά την αγωγή 300 στρεμμάτων και κατά νεότερη καταμέτρηση 292 στρεμμάτων, βρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά της πόλης των Αθηνών, στη θέση «Τουρκοβούνια» και συγκεκριμένα στους πρόποδες του βουνού με την ίδια ονομασία προς την πλευρά του Δήμου Παλαιού Ψυχικού και εντός της κτηματικής περιφερείας αυτού.

Ότι αυτή αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης δημόσιας δασικής έκτασης 7.400 στρεμμάτων, χωρίς ωστόσο να εμπίπτει στο μερικότερο τμήμα αυτής, εμβαδού 1.300 στρεμμάτων, που κηρύχθηκε αναδασωτέα έκταση με την 41650/29.10.1938 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας.

Ότι από την ως άνω επίδικη έκταση των 292,00 στρεμμάτων, ένα τμήμα αυτής, εμβαδού 49,75 στρεμμάτων, κείται εντός της επέκτασης του αρχικού εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του συνοικισμού και ήδη Δήμου Παλαιού Ψυχικού, που επήλθε (η επέκταση) με το από 26- 8-1936 β.δ/γμα (ΦΕΚ 392/8-9-1936), όπως αυτό συμπληρώθηκε με το από 12-1- 1937 Β. Δ/γμα (ΦΕΚ 12/18-1-1937), το δε υπόλοιπο μεγαλύτερο τμήμα αυτής, εμβαδού 242,25 στρεμμάτων (Λατομείο), κείται εκτός ρυμοτομικού σχεδίου του τότε συνοικισμού και ήδη Δήμου Παλαιού Ψυχικού, ενώ μερικότερο τμήμα του τελευταίου, εμβαδού 185 στρεμμάτων, κηρύχθηκε αναδασωτέα έκταση με την 678/9-3-1998 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής (ΦΕΚ Δ/183/ 24- 3-1998).

Ότι η μορφολογία του εδάφους όλης της επίδικης έκτασης των 292 στρεμμάτων, που αποτελεί την κορυφογραμμή (βραχώδη έξαρση) των «Τουρκοβουνίων» από την ανατολική πλευρά, με υψόμετρο μεταξύ 200 και 338 μέτρων και με ισχυρή έως κατακόρυφη σε ορισμένα σημεία και οπωσδήποτε απότομη κλίση του εδάφους άνω του 40%, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, δηλαδή από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους από τους Οθωμανούς και ειδικότερα από την παραχώρηση της Αττικής στις 31.03.1833 στο Ελληνικό Κράτος με την από 09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τη θέση σε ισχύ του β.δ. 17/29 Νοεμβρίου 1836, ήταν αμιγώς δασική, ως αποτελούσα συμπαγές δάσος κωνοφόρων (χαλέπιος πεύκη - δενδρώδης βλάστηση) με υπόροφο αείφυλλων ή φυλλοβόλων πλατύφυλλων δασικών φυτών, που εμφανίζονται σε θαμνώδη μορφή.

Ότι η δασική αυτή άγρια ξυλώδης βλάστηση των κωνοφόρων (πεύκων) με υπόροφο αείφυλλων ή φυλλοβόλων πλατύφυλλων δασικών φυτών, μεταξύ των ανατολικών κλιτύων των Τουρκοβουνίων, διατηρείτο συμπαγής από το 1833 μέχρι το έτος 1878, σταδιακά δε καταστράφηκε και υποβαθμίστηκε από το έτος 1878 και μεταγενέστερα, εξ αιτίας πυρκαγιών και διαβρώσεων του επικλινούς εδάφους.

Ότι οι εκτάσεις αυτές, από το έτος 1878 και μεταγενέστερα, παρέμεναν αγεώργητες, καλυπτόμενες από αυτοφυή δασική άγρια ξυλώδη χορτολιβαδική βλάστηση από θαμνώδη δασοπονικά είδη αείφυλλα - φυλλοβόλα πλατύφυλλα ισχνής ανάπτυξης, με επικρατούντα είδη τον πρίνο και τον σχίνο, η οποία (βλάστηση) προοδευτικά με την πάροδο του χρόνου και ειδικότερα μετά το 1900, αλλοιώθηκε σε χορτολιβαδική βλάστηση από ποώδη και φρυγανώδη είδη, όπως φάλαρη (αγκάθια) και αγριοβρώμη, εξ αιτίας της πενιχρότητας του εδάφους (λίαν αβαθές έως άγονο έδαφος επί ασβεστολιθικού πετρώματος, εκπλυμένο λόγω της απομάκρυνσης περιοδικά της βλάστησης και των υφισταμένων ισχυρών κλίσεων), ενώ η συμπαγής δασική (δενδρώδης) βλάστηση από κωνοφόρα (πεύκα) με υπόροφο αείφυλλων - πλατύφυλλων δασικών φυτών περιορίστηκε σταδιακά στις πλαγιές (κλιτύες) των «Τουρκοβουνίων» και γενικότερα στον ορεινό όγκο αυτών.

Ότι με βάση τη μορφολογία αυτή του εδάφους της επίδικης έκτασης, ως συμπαγούς δάσους κωνοφόρων (πεύκων) με υπόροφο αείφυλλων - φυλλοβόλων πλατύφυλλων δασικών φυτών η επίδικη έκταση περιήλθε, κατά κυριαρχικό δικαίωμα, στην κυριότητα του Ελληνικού Κράτους, ως δημόσια γαία (δάσος), η οποία προ της Επανάστασης του 1821 ανήκε στο οθωμανικό δημόσιο, και δεν ανήκε σε ιδιώτες, δηλαδή σε Οθωμανούς υπηκόους, που μετά την παραχώρηση της Αττικής στο Ελληνικό Κράτος στις 31.03.1833 την πώλησαν.

Ότι την επίδικη έκταση, κατά την παραχώρηση της Αττικής στο Ελληνικό Κράτος το έτος 1833, δεν την κατείχαν Έλληνες, και δη οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της εναγομένης, έστω και με άκυρο κατά το οθωμανικό δίκαιο τίτλο, ούτε τηρήθηκε από αυτούς η προβλεπόμενη διαδικασία του από 17/29 Νοεμβρίου Β.Δ/τος 1836, εντός της ενιαύσιας προθεσμίας, για την ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου.

Ότι η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί της επίδικης δασικής εδαφικής έκτασης και με την εκδοχή ότι εμπίπτει στους τίτλους κυριότητας α) των άμεσων δικαιοπαρόχων της εναγομένης Α.Ε., Γ. Η. και της εταιρείας με την επωνυμία «Αθηναϊκή Εταιρεία» οι οποίοι, κατ’ έτος 1923, την σύστησαν και β) των απώτερων και απώτατων (τίτλοι σειράς Π. και τίτλοι σειράς Ν.), δεν καταλύθηκε από τους δικαιοπαρόχους της εναγομένης με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ, που συμπληρώθηκε έως τις 11.09.1915 (ένσταση ιδίας κυριότητας).

Ότι στην επίδικη έκταση, η οποία λόγω της μορφολογίας του εδάφους της ήταν ανεπίδεκτη καλλιέργειας και από το έτος 1833 που περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο έως τις αρχές του έτους 1900 καμιά ανθρώπινη δραστηριότητα δεν υπήρξε σ' αυτήν, το πρώτον δε κατά τα έτη 1900-1903 άρχισε η λατομική δραστηριότητα επ' αυτής, με την εξόρυξη πέτρας και αδρανών υλικών, η οριοθέτηση και καταμέτρησή της.

Επίσης, με την έκδοση της προαναφερόμενης υπ’ αριθμ. 589/2018 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου κρίθηκε αμετάκλητα το νόμιμο της προβληθείσας από την εναγομένη εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, και συνεπώς οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως με τους οποίους αποδίδεται σφάλμα στην εκκαλούμενη απόφαση που την έκρινε νόμιμη, πρέπει απορριφθούν.

[5] Κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, «η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 7/2002).

Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν, προσθέτως, περιστατικά τα οποία ανάγονται στο ίδιο χρονικό διάστημα (ΟλΑΠ 62/1990, ΑΠ 384/2014, ΑΠ 1374/2014), και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού όσο και του αποκρούοντος το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η, με τη μεταγενέστερη άσκηση, επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις (ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 383/2019, ΑΠ 764/2016).

Οι δε πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτήν τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 460/2019, ΑΠ 1058/2018, ΑΠ 143/2016).

Εξάλλου, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δε θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί οπότε δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται στον υπόχρεο αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις (ΑΠ 826/2018, AΠ 200/2018, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 496/2014, ΑΠ 831/2013, ΑΠ 1724/2014, ΑΠ 1199/2012).

Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 8/2001). Ενόψει τούτων, για να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς ορθή ή μη υπάγωγή των πραγματικών γεγονότων στο άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο της ουσίας απαιτείται να παρατίθενται στην απόφαση του σαφώς και ορισμένως ότι συνέτρεξαν στη δικαζόμενη υπόθεση όλες οι ως άνω περιστάσεις και συνθήκες (ΑΠ 1875/1999).

Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης μπορεί να αντιταχθεί και κατά διεκδικητικής ή αναγνωριστικής δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου, έχει δε εφαρμογή και επί ασκήσεως δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνες δημόσιας τάξεως (ΑΠ 191/2013, ΑΠ 1998/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με επιμέλεια των διαδίκων και περιέχονται στις αριθμ. 1974/1990 και 146/1999 εισηγητικές εκθέσεις, τις αριθμ. 261/1995 και 80/2004 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των δικαστικών πραγματογνωμόνων Σ. Κ. και Ι. Α., αντίστοιχα, την αριθμ. 46/2012 έκθεση συμπληρωματικής δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του Ι. Α., την έκθεση της Α. Γ., τοπογράφου μηχανικού, τεχνικής συμβούλου του ενάγοντος και από όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, αναφορικά με την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής της εναγομένης ήδη εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που, όπως προεκτέθηκε, αυτή, μόνο, αποτελεί αντικείμενο έρευνας του παρόντος Δικαστηρίου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει του από 20.11.1923 Β.Δ./τος (ΦΕΚ 342/24-11-1923) εγκρίθηκε το αρχικό ρυμοτομικό σχέδιο του συνοικισμού Ψυχικού. Στη συνέχεια, μετά από αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του αρχικού ρυμοτομικού σχεδίου, με το από 26.08.1936 Β.Δ./μα (ΦΕΚ 392/08-09-1936), όπως συμπληρώθηκε με το από 12.01.1937 Β.Δ/μα (ΦΕΚ 12/18-01-1937), από τη μείζονα επίδικη εδαφική έκταση των 292 στρεμμάτων, στην οποία, όπως προεκτέθηκε, έχει, αμετακλήτως, αναγνωρισθεί, η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, όπως κρίθηκε με την αριθμ. 3401/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, τμήμα αυτής 49,75 στρεμμάτων εντάχθηκε εντός της επεκτάσεως του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του συνοικισμού Παλαιού Ψυχικού, κατόπιν ενεργειών της εναγομένης εταιρείας, που συστάθηκε το έτος 1923 με συνεισφορά των εταίρων της Γ.

Η. και της εταιρείας με την επωνυμία «Αθηναϊκή Εταιρεία προς ενίσχυση του εμπορίου και της βιομηχανία», δύο όμορων γηπέδων 1000 και 3000 στρεμμάτων, αντίστοιχα, κειμένων στη θέση Ψυχικό. Η ως άνω εντός σχεδίου εδαφική έκταση των 49,75 στρεμμάτων, στο πλαίσιο υλοποίησης σχεδίου ιδιωτικής πολεοδόμησης, με επιμέλεια και ενέργειες του υπαλληλικού και εργατοτεχνικού προσωπικού της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, αντικείμενο της εμπορικής δραστηριότητας της οποίας ήταν, μεταξύ άλλων, η αγορά, πώληση οικοπέδων και ανέγερση οικοδομών με σκοπό την πώλησή τους, διαχωρίσθηκε σε οικοδομικά τετράγωνα (131,132 133) και τα τελευταία σε οικόπεδα, με σκοπό είτε την πώλησή τους ως οικοπέδων είτε την ανοικοδόμησή τους και ακολούθως την πώλησή τους.

Μεταξύ δε εκείνων που προέβησαν στην αγορά ακινήτων από την άνω επίδικη έκταση των 49,75 στρεμμάτων, πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, είναι και οι ανωτέρω ασκήσαντες πρόσθετες, υπέρ της εναγομένης πωλητρίας εταιρείας, παρεμβάσεις: Α) ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου: α) εταιρεία με την επωνυμία «...

ΙΝΚ», δυνάμει του αριθμ. …/29-06-1988 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ρουσσάκη, β) Ά. Σ., Χ. Σ., Α. Σ., δυνάμει των αριθμ. .../1980 και .../1980 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Φραγκογιάννη, γ) Μ. Σ., δυνάμει του αριθμ. .../29-01-1982 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Πάτροκλου Καββάθη, δ) Ν.

Σ., δυνάμει του αριθμ..../18-01-1980 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Σταματοπούλου - Στεφάνου (ΟΤ…) και ε) Ι. Α. δυνάμει του αριθμ. .../18-01-1980 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Κόντου και Β) ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου οι Μ. Π., Α. Π. και Ε. Γ., δυνάμει των αριθμ. ..., ..., ... από 05.11.1979 πωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Σπυρίδωνος Ζαβιτσιάνου (ΟΤ…), απάντων των ως άνω συμβολαίων νομίμως μεταγραφέντων.

Εξάλλου, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας που διήρκεσε επί μακρό χρονικό διάστημα (34 έτη), η εναγομένη - εφεσίβλητη συνέχισε την επιχειρηματική της δραστηριότητα, πωλώντας οικόπεδα και ανεγείροντας οικοδομές στην εντός σχεδίου επίδικη ως άνω έκταση και μάλιστα ανήγειρε 30 πολυτελείς κατοικίες στο αριθμ.

… ΟΤ, στην αγορά κάποιων εκ των οποίων προέβησαν οι ασκήσαντες, κατά τα προαναφερόμενα, σε άλλα διαδικαστικά στάδια, πρόσθετες, υπέρ της εναγομένης πωλητρίας εταιρείας, παρεμβάσεις, περιστατικά που, ωστόσο, δεν επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου για την ουσιαστική βασιμότητα της προταθείσας από την εναγομένη, προς απόκρουση της ένδικης από 01.12.1988 διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, καθόσον ανάγονται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου της ασκήσεως της αγωγής, μη συνδεόμενα αιτιωδώς με την προηγούμενη της ασκήσεως της αγωγής συμπεριφορά του ενάγοντος - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου.

Αποδείχθηκε ακόμη, ότι η εναγομένη, η οποία εφέρετο να έχει την κυριότητα της εντός σχεδίου επίδικης εδαφικής έκτασης των 49,75 στρεμμάτων, με τα προαναφερόμενα ΒΔ/τα ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει άνευ ανταλλάγματος στην Κοινότητα Ψυχικού όλους τους προβλεπόμενους, κατά το πολεοδομικό σχέδιο, κοινόχρηστους χώρους (άλση, πλατείες, οδούς, πρασιές), [βλ. το από 12.01.1937 Β. Δ/γμα (ΦΕΚ 12/18-1-1937) σχετ. 56γ)].

Επίσης, αποδείχθηκε ότι στην εναγομένη, οι δικαιοπάροχοι της οποίας από το έτος 1903 λειτουργούσαν στην εκτός σχεδίου εδαφική έκταση των 242,25 στρεμμάτων λατομείο εξόρυξης πέτρας και αδρανών υλικών, η ίδια δε, μετά τη σύστασή της, συνέχισε την ίδια δραστηριότητα από το έτος 1923, χορηγήθηκε, κατόπιν σχετικής από 31/10/1947 αιτήσεώς της, με την από 31/12/1947 απόφαση του Επιθεωρητή Α’ Περιφέρειας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας άδεια επανεγκατάστασης των καταστραφέντων σιλό και τριβείου, ενώ της χορηγήθηκαν από τη Διοίκηση με τις αριθμ. 5719/26-01-1963 και 8032/26-03-1969 αποφάσεις άδειες παράτασης λειτουργίας του λατομείου, χωρίς ποτέ το εναγόμενο, δια των αρμοδίων οργάνων του, να αμφισβητήσει την κυριότητά της στην έκταση αυτή, αφού η τελευταία δεν επικαλείτο ότι ασκεί την εν λόγω δραστηριότητά της δυνάμει κάποιας έννομης σχέσης, αλλά ως έχουσα την κυριότητά της.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη θεωρώντας εαυτόν κυρία της άνω εκτός σχεδίου επίδικης εδαφικής έκτασης υπέβαλε την από 06/07/1972 και με αριθμ. πρωτ. 369 αίτηση στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων για την ένταξη αυτής στο σχέδιο πόλεως και ακολούθως, κατόπιν υπόδειξης του αρμοδίου Υφυπουργού, υπέβαλε σχετική με την αξιοποίηση της περιοχής μελέτη (σχετικά τα με επίκληση προσκομιζόμενα από 10.01.1979 και 07.06.1973 έγγραφα του Υφυπουργού Δημοσίων Έργων Σ. Μ. και του Υπουργού Δημοσίων Έργων Κ. Π., αντίστοιχα, που αναφέρονται στο αίτημα της εναγομένης για την ένταξη στο σχέδιο πόλης της εν λόγω επίδικης έκτασης και την υποβληθείσα από την ίδια μελέτη για την αξιοποίησή της).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι εντός της επίδικης έκτασης απαλλοτριώθηκε υπέρ της εταιρείας ύδρευσης τμήμα 2.760 τ.μ., δικαιούχος δε της αποζημίωσης αναγνωρίσθηκε η εναγομένη με την αριθμ. 157/1959 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο της κατέβαλε κατόπιν συμβιβασμού που συνήφθη μεταξύ τους, με την αριθμ. …/31-03-1959 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγέλου Γρηγορίου, καθώς επίσης με την αριθμ. Δ3934/1974 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημοσίων Έργων και στο όριο μεταξύ των εντός και εκτός σχεδίου ως άνω εδαφικών εκτάσεων απαλλοτριώθηκε εδαφικό τμήμα 468 τ.μ. για την κατασκευή υδατοδεξαμενής της Ελληνικής Εταιρείας Ύδρευσης.

Εξάλλου, με τις αριθμ. 671/1976 και 479/1974 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθορίσθηκε η οριστική αποζημίωση υπέρ της εναγομένης και σε βάρος του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου για την απαλλοτρίωση εδαφικού τμήματος 7920,38 τμ, εκτός της επίδικης έκτασης, αλλά εντός της ευρύτερης έκτασης των Τουρκοβουνίων, το οποίο απαλλοτριώθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο υπέρ του Ειδικού Ταμείου Ανεγέρσεως Ιερού Ναού Σωτήρος.

Στις περιπτώσεις δε των άνω απαλλοτριώσεων, αν και η εναγομένη στις σχετικές αποφάσεις κήρυξης της απαλλοτρίωσης και στα αντίστοιχα κτηματολογικά στοιχεία (πίνακες και διαγράμματα) που τις συνοδεύουν, εφέρετο ως κυρία των απαλλοτριωθέντων εδαφικών τμημάτων και συνεπώς δικαιούχος των σχετικών αποζημιώσεων, όπως στον από 23.07.1957 κτηματολογικό πίνακα της 110ης απαλλοτρίωσης, το εναγόμενο δεν προέβαλε δικαίωμα κυριότητας επί αυτών, αντίθετα συμβιβάστηκε, όπως συνέβη στην περίπτωση που αναφέρθηκε αμέσως πιο πάνω, με το 558/31-03-1959 συμβόλαιο.

Επίσης, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας με το αριθμ. πρωτ. 26016/183/27-03-1973 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Δασών πληροφορεί το Υπουργείο Δημοσίων Εργων, σχετικά με το θέμα «της τουριστικής αξιοποίησης της περιοχής Λατομείου», δηλαδή της εκτός σχεδίου επίδικης έκτασης ότι αυτή «ουδέποτε διαχειρίζετο υπό του Δημοσίου ουδέ διεκδικεί τούτο δικαιώματα εφ’ ολοκλήρου υπό της ως άνω ΑΕ (εναγομένης) κατεχομένης εις περιοχήν Ψυχικού εκτάσεως», ενώ στην πρώτη παράγραφο του ίδιου εγγράφου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, «Εις απάντησιν ...

γνωρίζουμε υμίν ότι δια την Τουριστικήν αξιοποίησιν υπό της ΑΕ «...» της, εις την περιοχήν Λατομείο Ψυχικού, εκτάσεως ιδιοκτησίας της, ουδεμία αντίρρησης υφίσταται από δασικής πλευράς, καθ’ όσον αύτη δεν άπτεται του χαρακτηρισμού των εκτάσεων ως αύται καθορίζονται υπό των διατάξεων του άρθρου 1 του ΝΔ/τος 96/1963 «Περί Δασικού Κώδικος», ουδέ έχει κηρυχθεί αναδασωτέα» (σχετ.

με αριθμό 54).

Έτι περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την αριθμ. 92 από 16.11.1973 γνωμοδότηση το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων του άρθρου 10 Α.Ν. 1539/1938 αποφάνθηκε, ομόφωνα, ότι δεν υπάρχουν δικαιώματα του Δημοσίου επί της επίδικης εδαφικής έκτασης και έκρινε ότι «δέον να θεωρηθεί αποδεδειγμένον το υπό της Α.Ε. «...» επικαλούμενον δικαίωμα κυριότητος» (σχετ. με αριθμό 52), ενώ είχε προηγηθεί της εν λόγω γνωμοδότησης η από 09.02.1973 έκθεση εφαρμογής του Γραφείου Τεχνικών της Διεύθυνσης Δημοσίων Κτημάτων, με την οποία χώρησε εφαρμογή των τίτλων της εναγομένης, με τη διαπίστωση ότι αυτή κατέχει πολύ μικρότερη έκταση από εκείνη που της περιήλθε με βάση τους τίτλους (2.950,50 στρέμματα αντί των 4000 στρεμμάτων) (σχετ. με αριθμό 50).

Την ως άνω δε με αριθμό 92 από 16.11.1973 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων αποδέχθηκε ο Υπουργός Οικονομικών με την αριθμ. πρωτ. Δ.25/5/12-03-1974 απόφαση (σχετ.με αριθμό 49). Μετά δε την πιο πάνω υπουργική απόφαση εκδόθηκε από τη Νομαρχία Αττικής, Οικονομική Εφορία Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών, το με αριθμ. πρωτ.2461/15-03-1974 έγγραφο που απευθύνεται στην εναγομένη, στο οποίο αναφέρεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο «δεν διεκδικεί δικαιώματα επί της υφ' υμών κατεχομένης εκτάσεως και εις σύνολον ταύτης εις την περιοχή της κοινότητας Ψυχικού» (σχετ. με αριθμό 53).

Εξάλλου, με την από 15.02.1973 έκθεση ελέγχου της Οικονομικής Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών διαπιστώνεται ότι ουδεμία ένδειξη υφίσταται επί της επίδικης έκτασης που να πιθανολογεί δικαιώματα του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, αναφέρεται δε στο περιεχόμενό της ότι αυτή συντάχθηκε μετά από αυτοψία και εφαρμογή των τίτλων ιδιοκτησίας της εναγομένης και τη διαπίστωση ότι υπάρχει αλληλουχία των τίτλων αυτών (σχετ. με αριθμό 51).

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο με την προπεριγραφείσα, επί μακρό χρονικό διάστημα (60 τουλάχιστον έτη) πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, στάση και συμπεριφορά του, με πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του, δημιούργησε στην εναγομένη ανώνυμη κατασκευαστική εταιρεία την εύλογη πεποίθηση ότι η επίδικη εδαφική έκταση των 292 στρεμμάτων της ανήκει κατά κυριότητα, και ότι ύστερα από τόσα χρόνια, έστω και αν το ενάγον είχε επ’ αυτής εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας, δεν πρόκειται να το ασκήσει και μάλιστα, αφού αυτή (εναγομένη) είχε, κατά τα προαναφερόμενα, προβεί στην υλοποίηση του σχεδίου ιδιωτικής πολεοδόμησης στην εντός σχεδίου επίδικη εδαφική έκταση των 49,75 στρεμμάτων, στην ανέγερση εντός αυτής και στα ΟΤ … και … συγκροτημάτων πολυτελών οικοδομών, στην πώλησή τους σε τρίτους ιδιώτες έναντι ιδιαίτερα υψηλού τιμήματος, μεταξύ των οποίων είναι και οι ανωτέρω ασκήσαντες πρόσθετες, υπέρ της εναγομένης εταιρείας, παρεμβάσεις, εταιρεία «...

ΙΝΚ» και φυσικά πρόσωπα, Ά. Σ., Χ. Σ., Α. Σ., Μ. Σ., Ν. Σ., Ι. Α., Μ. Π.ς, Α. Π. και Ε. Γ., αλλά και στη λειτουργία και εκμετάλλευση του κειμένου, στην εκτός σχεδίου επίδικη έκταση, λατομείου εξόρυξης πέτρας και αδρανών υλικών, ως έχουσας την κυριότητα τούτου και όχι δυνάμει κάποιας εννόμου σχέσεως, την επανειλημμένη λήψη από τις αρμόδιες Αρχές αδειών λειτουργίας αυτού, την ανανέωση του εξοπλισμού του (σιλό και τριβείου), τις διαδοχικές εκμισθώσεις του σε τρίτους, καθώς και σε ενέργειες για την ένταξή της στο σχέδιο πόλεως και τέλος στην είσπραξη αποζημιώσεων για απαλλοτριώσεις εδαφικών τμημάτων εντός της επίδικης έκτασης.

Αποδείχθηκε, όμως, ότι η ικανοποίηση του ασκουμένου από το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, κατ’ έτος 1988, επί της εντός σχεδίου επίδικης εδαφικής έκτασης των 49,75 στρεμμάτων, δικαιώματος κυριότητάς του θα ανέτρεπε την κατάσταση που το ίδιο το ενάγον επέτρεψε να δημιουργηθεί με την ως άνω, επί μακρό χρονικό διάστημα, πριν από την έγερση της ένδικης αγωγής, αδράνειά του, η δε ικανοποίηση πλέον του δικαιώματός του με τις ειδικές συνθήκες και τα περιστατικά που διαμορφώθηκαν και έχουν ήδη αναφερθεί θα επιφέρουν οπωσδήποτε επαχθείς - δυσμενείς στα συμφέροντα της εναγομένης συνέπειες.

Η πιο πάνω δε επίδικη εδαφική έκταση, εμβαδού 49,75 στρεμμάτων, που βρίσκεται στο Δήμο Φιλοθέης - Ψυχικού, θέση ..., εμφανίζεται στο από 19.06.2013 τοπογραφικό διάγραμμα (σε υπόβαθρο ορθοχάτρη της κτηματολόγιο λήψης 2007/9), με αριθμό σχεδίου Δ.3.1/3, του διορισθέντος δικαστικού πραγματογνώμονα Ι. Α., που συνοδεύει την από 19.06.2013 έκθεση συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης του.

Ειδικότερα, η εναγομένη θα απωλέσει το εν λόγω περιουσιακό της στοιχείο, δηλαδή την εντός σχεδίου επίδικη εδαφική έκταση, στην οποία επί μακρόν, κατά το μεσολαβήσαν μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής χρονικό διάστημα, επένδυσε την επιχειρηματική της δραστηριότητα, αλλά και τη φήμη της, ως κατασκευάστριας εταιρείας, για την αγορά της οποίας οι ιδρυτές της και στη συνέχεια η ίδια για την αξιοποίησή της δαπάνησαν ιδιαίτερα μεγάλα χρηματικά ποσά (ενδεικτικά για φόρους, ανέγερση οικοδομών, κατασκευές κοινωφελών εγκαταστάσεων, διάνοιξη δρόμων, αμοιβές εργατοτεχνικού και υπαλληλικού προσωπικού κλπ).

Επιπλέον, η εναγομένη θα υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημιώσεις στους ανωτέρω προσθέτως παρεμβαίνοντες, οι οποίοι προέβησαν στην αγορά από αυτήν, μη κυρία, ακινήτων, πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, καθόσον αυτός ο χρόνος ενδιαφέρει την έρευνα της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασης, με συνέπεια τον σοβαρό οικονομικό κλονισμό και μαρασμό της.

Επομένως, ενόψει και του ότι η αποκατάσταση της ζημίας της εναγομένης είναι πλέον ανέφικτη, αφού τυχόν αξιώσεις της έναντι του ενάγοντος έχουν υποπέσει ήδη σε παραγραφή, καθίσταται επιβεβλημένη η θυσία του ως άνω αξιούμενου δικαιώματος του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου προς αποτροπή των δυσμενών - επαχθών για την εναγομένη συνεπειών, η δε αξίωση του ενάγοντος για αναγνώριση και διεκδίκηση του δικαιώματος της κυριότητάς του, στην εντός σχεδίου επίδικη εδαφική έκταση, κάτω από τα πραγματικά περιστατικά που προαναφέρθηκαν, έρχεται σε προφανή αντίθεση με τους κανόνες της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, κατά το άρθρο 281 ΑΚ και συνεπώς είναι καταχρηστική.

Αποδείχθηκε, αντίθετα, ότι η ικανοποίηση του ασκουμένου από το ενάγον δικαιώματος κυριότητάς του επί της επίδικης εκτός σχεδίου εδαφικής εκτάσεως των 242,25 στρεμμάτων, με την ανατροπή της κατάστασης που το ενάγον επέτρεψε να δημιουργηθεί μέχρι το χρόνο, κατ’ έτος 1988, ασκήσεως της ένδικης αγωγής δεν θα επιφέρει δυσμενείς- επαχθείς για την εναγομένη συνέπειες, καθόσον, ενόψει ότι η εν λόγω έκταση ήταν (αλλά και εξακολουθεί να είναι) εκτός σχεδίου, αυτή σε καμιά ενέργεια αξιοποίησής της δεν είχε προβεί, ούτε άλλωστε θα μπορούσε, περιορίστηκε δε στην προσδοκία ένταξής της στο σχέδιο πόλης με την υποβολή σχετικού αιτήματος προς το Υπουργείο Δημοσίων Έργων, όπως προκύπτει από το με ημεροχρονολογία 10.01.1979 (και όχι από 10.01.1973) έγγραφο του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, Τμήμα Οικισμού, που υπογράφει ο Υφυπουργός Σ.

Μ. [ο οποίος διετέλεσε Υφυπουργός και Υπουργός στις μετά τη μεταπολίτευση (έτος 1974) κυβερνήσεις], το οποίο η εναγομένη επικαλείται και προσκομίζει ως οψιγενές αποδεικτικό μέσο, με στοιχεία ΙΗ' και την υποβολή μελέτης σχετικής με τον τρόπο αξιοποίησής της, την οποία επισημαίνεται ότι η εναγομένη δεν προσκομίζει, το δε επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από 07.06.1973 επίσης οψιγενές αποδεικτικό μέσο (έγγραφο) του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, που υπογράφει ο Υπουργός Κ.

Π., με στοιχεία ΙΖ', ναι μεν αναφέρεται στην έγκριση της σχετικής μελέτης όχι, όμως, και στο περιεχόμενό της (σελ. 94 προτάσεων). Εξάλλου, αρκετά έτη πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής και ειδικότερα τουλάχιστον από το έτος 1972 η εναγομένη είχε διακόψει την εντός αυτής λειτουργία του λατομείου (βλ. φύλ. 9ο από 29.05.1989 προτάσεων εναγομένης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο), ενώ από την, κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, λειτουργία και εκμετάλλευσή του, φερομένη ως έχουσα την κυριότητά του, είχε αποκομίσει σημαντικά κέρδη.

Επομένως, οι ως άνω περιστάσεις δεν είναι τέτοιες που να επιφέρουν επαχθείς - δυσμενείς οικονομικές συνέπειες για την εναγομένη εταιρεία με την ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής, κατ' έτος 1988, και προήλθε από τη συμπεριφορά του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίες να καθιστούν την αναγνώριση της κυριότητάς του επί της άνω εκτός σχεδίου επίδικης εδαφικής έκτασης και τη διεκδίκηση αυτής καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.

Επισημαίνεται ότι οι, μετά την άσκηση της αγωγής (01.12.1988) του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, ενέργειες της εναγομένης εταιρείας, που αφορούν στην άνω εκτός σχεδίου επίδικη έκταση, εξαιτίας του μακρού χρόνου (34 έτη) που διήρκεσε η μεταξύ των διαδίκων δικαστική διαμάχη και οι προβαλλόμενες από αυτήν (εναγομένη), ως περιστάσεις της καταχρήσεως, επαχθείς γι’ αυτήν οικονομικές συνέπειες (θετική και αποθετική ζημία), δεν έχουν προέλθει από τη συμπεριφορά του ενάγοντος ούτε τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την, προ της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, συμπεριφορά του και δεν αποτελούν επαχθή - δυσμενή για την εναγομένη ΑΕ συνέπεια, που να επιβάλλει, μάλιστα, τη ματαίωση του παραπάνω δικαιώματος του ενάγοντος, δεν επηρεάζουν δε την παρούσα δίκη, ούτε, άλλωστε, ανέκυπτε αδήριτη γι' αυτήν ανάγκη, αφενός να συνεχίσει τις ενέργειές της για την ένταξη στο σχέδιο πόλεως και αξιοποίηση της εν λόγω επίδικης έκτασης, με την επεξεργασία, όπως ισχυρίζεται, οκτώ (8) εναλλακτικών σεναρίων ανάπτυξής της, από τη ματαίωση υλοποίησης των οποίων θα απωλέσει διαφυγόντα κέρδη (σχετ. η με επίκληση προσκομιζόμενη από την εναγομένη στο παρόν δικαστήριο από 02.08.2021 έκθεση αξιολόγησης και εκτίμησης οικονομικής ζημίας) και αφετέρου να συνεχίσει, όπως διατείνεται, να διατηρεί υπαλληλικό και εργατοτεχνικό προσωπικό, με την προσδοκία υλοποίησης των επικαλούμενων σχεδίων της (ΑΠ 304/2019).

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που υπέβαλε η εναγομένη εταιρεία προς απόκρουση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, η οποία, έχει ήδη κριθεί ως νόμιμη, είναι και ουσιαστικά βάσιμη, όσον αφορά την εντός σχεδίου εδαφική έκταση των 49,75 στρεμμάτων, και είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς την υπόλοιπη εκτός σχεδίου εδαφική έκταση των 242,25 στρεμμάτων (ΑΠ 1072/2012).

Κατόπιν τούτου, πρέπει η κρινόμενη έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία, όπως προεκτέθηκε έχει κριθεί τυπικά δεκτή, να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο, κατ’ άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατ’ αποδοχή εν μέρει ως κατ’ ουσίαν βάσιμης της κατ’ άρθρο 281 ΑΚ ένστασης της εναγομένης, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή και να αναγνωρισθεί, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, η κυριότητα του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου στην προαναφερόμενη εκτός σχεδίου επίδικη εδαφική έκταση, εμβαδού 242,25 στρεμμάτων, η οποία εμφανίζεται με σκίαση χρώματος κόκκινου στο από 19.06.2013 τοπογραφικό διάγραμμα του διορισθέντος δικαστικού πραγματογνώμονα Ι. Α., που συνοδεύει την έκθεση συμπληρωματικής δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του.

Επίσης, πρέπει τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας να συμψηφιστούν εν όλω μεταξύ των διαδίκων λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας τους (άρθρο 178 § 1 και 183 ΚΠολΔ) .

Τέλος, πρέπει να απορριφθεί η ασκηθείσα κατά του ενάγοντος -εκκαλούντος και υπέρ της εναγομένης - εφεσίβλητης, κατά τη συζήτηση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, πρόσθετη παρέμβαση των Δ. Κ. και Μ. Κ. και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων αυτών, επειδή η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 19.11.1997 έφεση, τους πρόσθετους λόγους εφέσεως και τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της έφεσης, ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις 1) του Δήμου Φιλοθέης - Ψυχικού και 2) των Δ. Κ. και Μ. Κ., ερήμην των προσθέτως παρεμβαινόντων Δ. Κ. και Μ. Κ. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Απορρίπτει τους πρόσθετους λόγους εφέσεως.

Απορρίπτει τις πρόσθετες παρεμβάσεις του Δήμου Φιλοθέης -Ψυχικού και των Δ. Κ. και Μ. Κ..

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων αυτών.

Δέχεται κατ’ ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη 5722/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την από 01.12.1988 (με αριθμ. κατ. 10405/1988) αγωγή.

Δέχεται εν μέρει ως βάσιμη κατ’ ουσίαν την αγωγή.

Αναγνωρίζει το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο κύριο της επίδικης εδαφικής εκτάσεως, εμβαδού 242,25 στρεμμάτων, που βρίσκεται στο Δήμο Ψυχικού- Φιλοθέης, θέση ..., εκτός σχεδίου πόλεως, η οποία εμφανίζεται στο από 19.06.2013 τοπογραφικό διάγραμμα (σε υπόβαθρο ορθοχάρτη της κτηματολόγιο λήψης 2007/09), με αριθμό σχεδίου Δ.3.1/3, του διορισθέντος δικαστικού πραγματογνώμονα Ι. Α., που συνοδεύει την από 19.06.2013 έκθεση συμπληρωματικής δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του, η οποία έχει πρόσωπο επί των οδών …, …, …, … και ως προς το υπόλοιπο μέρος (βορειοδυτικά) ορίζεται με την κορυφογραμμή των Τουρκοβουνίων και έκταση κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου.

Διατάσσει την απόδοση του ως άνω ακινήτου στο ενάγον Ελληνικό Δημόσιο. ΚΑΙ Συμψηφίζει εν όλω τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων αυτών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ