Legislator Case Law & Legislation
549/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on commercial lease rent adjustment, citing good faith and evidence sufficiency.

Case Number 549/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the tenant's appeal against the First Instance Court's decision to reject a rent reduction request. The tenant argued the lower court ignored specific documents proving a sharp decline in property values, but the court found the appeal baseless because the lower court explicitly stated it considered all submitted evidence. Consequently, the court ruled that the tenant's claims were merely subjective re-evaluations of the evidence already weighed by the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Article 288 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court holds that the principle of good faith applies to all liabilities regardless of contract type, and an appeal based on alleged non-consideration of evidence is inadmissible if the lower court explicitly confirmed it reviewed all submitted documents.

Keywords

AI generated
commercial lease rent adjustment good faith principle evidence sufficiency appeal dismissal tenant liability property value decline

Cited Legislation

AI generated
Article 288 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 276 of Law 3463/2006
Article 281 of Law 3463/2006
Article 285 of Law 3852/2010
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 549 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 549/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από το διαχειριστή αυτής Α. Σ. του Γ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοχάρη Κεφάλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Αθηναίων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ανδρικόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 269/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4139/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-12-2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, άσχετα του αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.

Η διάταξη αυτή, που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 44 του π. δ/τος 34/1995, και στις εμπορικές μισθώσεις, παρέχει στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης.

Έτσι, ο μισθωτής δεν αποκλείεται να ζητήσει, κατά το άρθρο 288 ΑΚ, αναπροσαρμογή του οφειλόμενου, αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή, συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική), μισθώματος, εφόσον, εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων, επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του εκμισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη - παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται - η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί (ΑΠ Ολομ. 3/2014, ΑΠ Ολομ. 9/1997).

Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (288 ΑΚ), ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου μισθώματος, το οποίο οφείλεται από την επίδοση της αγωγής. Ειδικότερα, το έργο του δικαστηρίου, προκειμένου να αποφασίσει την αναπροσαρμογή, συνίσταται στη σύγκριση δύο ποσών, δηλαδή του καταβαλλόμενου μισθώματος και του "ελεύθερου" - για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας - το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσης του μισθίου και το οποίο, ευρισκόμενο με βάση τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία, πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση.

Αν μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχει διαφορά, αυτή δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει περαιτέρω το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε, κατά τις αρχές της καλής πίστης, να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Ανάγκη αναπροσαρμογής, κατά τις αρχές της καλής πίστης, υπάρχει όταν, λόγω ουσιώδους μείωσης της μισθωτικής αξίας του μισθίου, επέρχεται ζημία στον μισθωτή, η οποία υπερβαίνει, κατά τα συναλλακτικά ήθη, τον κίνδυνο που αναλαμβάνει αυτός, καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημία του με τη μείωση του μισθώματος, όπως επίσης και στην αντίστροφη περίπτωση ζημίας στον εκμισθωτή, η οποία περιορίζεται με την ανάλογη αύξηση του μισθώματος.

Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτιθέμενη έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η διαφορά που έχει προκύψει, αλλά θα αναπροσαρμοστεί το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί (ΑΠ Ολομ. 3/2014).

Μεταβολή των συνθηκών με την έννοια του άρθρου 288 ΑΚ, μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση ή ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, η σημαντική αύξηση ή μείωση του τιμαρίθμου, η υποτίμηση του νομίσματος, η από διαφόρους λόγους αυξομείωση της ζήτησης των ακινήτων και άλλοι λόγοι, με δεδομένο ότι οι περιπτώσεις, στις οποίες χωρεί αναπροσαρμογή μισθώματος κατά τη διάταξη αυτή, δεν είναι δυνατό, όπως είναι φυσικό, να προβλεφθούν λεπτομερώς, αφού η σχετική κρίση εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες που συντρέχουν κάθε φορά.

Τη συνδρομή, πάντως, των ειδικών συνθηκών που επιβάλλουν την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης οφείλει, για την πληρότητα της σχετικής αγωγής, να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει ο ενάγων, όπως θα εκτεθεί και παρακάτω στη σκέψη

ΙΙΙ της παρούσας. Το δικαίωμα αναπροσαρμογής του μισθώματος είναι διαπλαστικής φύσης, παρέχει δηλαδή τη δυνατότητα να επιδιωχθεί με αγωγή η διάπλαση για το μέλλον της έννομης σχέσης της μίσθωσης, η οποία μεταβάλλεται ως προς το ύψος του μισθώματος από την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 155/2018, ΑΠ 1954/2017, ΑΠ 763/2016). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/2015, ΑΠ 266/2015, ΑΠ 1591/2014).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 704/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη 4139/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών (άρθρ. 614 αριθμ.1 ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [...

Δυνάμει του από 6-8-2010... συμφωνητικού μίσθωσης το αναιρεσίβλητο εκμίσθωσε στον Α. Σ. του Γ. ένα κατάστημα - ιδιοκτησίας του, αποτελούμενο από στεγασμένο και περιβάλλοντα χώρο, που περιλαμβάνει ωφέλιμη επιφάνεια κύριου χώρου 137,11 τ.μ. και βοηθητικούς χώρους 69,30 τ.μ., ήτοι συνολικού εμβαδού 206,41 τ.μ. και εξωτερικό χώρο ανάπτυξης τραπεζοκαθισμάτων 171,35 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην … επί της Πλατείας …, εφαπτόμενο από την πλευρά της πλατείας στην οδό ……προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφετέρια) για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

Η εν λόγω μίσθωση καταρτίστηκε σύμφωνα με την διαδικασία για την εκμίσθωση ακινήτων ιδιοκτησίας δήμων και κοινοτήτων σε εκτέλεση της 261/2010 πράξης της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου Αθηναίων, μετά από πλειοδοτική δημοπρασία που έγινε την 28.7.2010, στην οποία ο Α. Σ. του Γ. αναδείχτηκε πλειοδότης. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε πενταετής, αρχόμενη την 30.7.2010 και λήγουσα την 29.7.2015, ενώ το ύψος του μισθώματος καθορίσθηκε στο ποσό των 39.700 ευρώ για το πρώτο έτος της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσοστό 3% επί του εκάστοτε διαμορφωμένου μισθώματος.

Σε εκτέλεση της σύμβασης μίσθωσης, ο εναγόμενος-εκμισθωτής παρέδωσε προσηκόντως το μίσθιο στον ως άνω πλειοδότη - μισθωτή, ο οποίος, κατ' εφαρμογή του όρου 4 της σύμβασης, προέβη με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Γκουρίτσα - Εβρένογλου στη σύσταση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, στην οποία ο ίδιος μετέχει, κατά ποσοστό 51% και είναι νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της και η οποία υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση.

Κατόπιν της συμφωνηθείσας ως άνω αναπροσαρμογής το μίσθωμα κατά το χρονικό διάστημα από την 30.7.2011 μέχρι και την 29.7.2012 διαμορφώθηκε στο ποσό των 40.891 ευρώ. Με την 494/11.6.2012 ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγόμενου Δήμου το μίσθωμα μειώθηκε πλέον από 11.6.2012 στο ποσό των 33.694,20 ευρώ, για χρονικό διάστημα τριών ετών, για το οποίο δεν θα αναπροσαρμοζόταν.

Με την 4449/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι το ως άνω μίσθωμα, λόγω της πτώσης της μισθωτικής αξίας του μισθίου που οφείλεται στην οικονομική κρίση που έπληξε την χώρα από το έτος 2010, αλλά και στα ειδικότερα προβλήματα της περιοχής της πλατείας ….., (πορείες, βίαιες διαδηλώσεις κλπ), έχει καταστεί σημαντικά δυσανάλογο συγκρινόμενο με το μίσθωμα που θα μπορούσε να επιτευχθεί σε καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης κατά το χρόνο από την επίδοση της αγωγής και για ένα έτος.

Ως εκ τούτου διαμόρφωσε αυτό δικαστικά στο ποσό των 28.000 ευρώ. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα, βάσει της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας του Δημάρχου Αθηναίων που είχε εκδοθεί για τη λειτουργία του καταστήματος, να αναπτύσσει στο εξωτερικό κοινόχρηστο χώρο μεγάλο αριθμό τραπεζοκαθισμάτων.

Ο χώρος αυτός αναφερόταν και στο μισθωτήριο με τον χαρακτηρισμό ως εξωτερικός χώρος ανάπτυξης τραπεζοκαθισμάτων 171,35 τ.μ. Όπως φαίνεται από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες είναι χώρος επί της Πλατείας ….., άρα κοινόχρηστος χώρος, στον οποίο δεν επιτρέπεται η κατασκευή σταθερών κατασκευών. Η ενάγουσα παρ' όλα αυτά είχε προβεί σε κατασκευή σταθερής κατασκευής (πέργκολας) προκειμένου να προστατατεύονται από τις καιρικές συνθήκες οι πελάτες της που επέλεγαν να χρησιμοποιήσουν τα εξωτερικά καθίσματα του καταστήματος.

Ο εναγόμενος Δήμος την 1.7.2013 ζήτησε από την ενάγουσα να απομακρύνει την αυθαίρετη κατασκευή, αφού στο συγκεκριμένο χώρο μπορούσε να αναπτύσσει μόνο τραπεζοκαθίσματα και ενδεχομένως ομπρέλλες χωρίς σταθερή σύνδεση με το έδαφος. Πράγματι η ενάγουσα συμμορφώθηκε. Ως εκ τούτου, η αποκατάσταση της νομιμότητας στην οποία προέβη ο εναγόμενος Δήμος με την απομάκρυνση της αυθαίρετης κατασκευής, η οποία εξάλλου δεν προκύπτει από το μισθωτήριο ότι είχε εκμισθωθεί στην ενάγουσα ως εξοπλισμός ή ως τμήμα του μισθίου, ακόμα και αν είχε αρνητική επίδραση στον τζίρο της επιχείρησής της, δεν είναι δυνατόν να κριθεί ως μεταβολή συνθήκης που υπήρχε κατά την κατάρτιση της σύμβασης, εξαιτίας της οποίας το καταβαλλόμενο μίσθωμα κατέστη δυσανάλογο και καταχρηστικό.

Και τούτο, διότι η εν λόγω κατασκευή ήταν παράνομη, είχε δε δημιουργηθεί από τον διαχειριστή της ίδιας της ενάγουσας, όταν, ως νόμιμος εκπρόσωπος άλλης εταιρείας, εκμίσθωνε το ίδιο μίσθιο σε παλαιότερο χρόνο. Ομοίως δεν αποδείχθηκε ότι στην Πλατεία …… και δη από την πλευρά που βρίσκεται το μίσθιο διενεργούνταν εκτεταμένες οικοδομικές εργασίες που να διήρκεσαν τουλάχιστον επί εξάμηνο και να είχαν σοβαρή επίπτωση στον τζίρο της επιχείρησης της ενάγουσας.

Τέλος, η ενάγουσα δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό μέσο από το οποίο να προκύπτει ότι και μετά τη λήξη της ισχύος της (27.6.2013) κατά τα ως άνω δικαστικής διαμόρφωσης του μισθώματος μέχρι σήμερα συνέχισαν να ισχύουν οι ίδιες ή και ακόμα δυσμενέστερες οικονομικές συνθήκες στην περιοχή με επίπτωση στην μισθωτική αξία του ακινήτου στο βαθμό που διαπιστώθηκε με την προαναφερθείσα δικαστική απόφαση.

Ούτε προσκομίζεται κάποιο οικονομικό στοιχείο της επιχείρησης της ενάγουσας, πέραν των καταστάσεων ΦΠΑ που αφορούν όμως το έτος 2012. Η δε επικαλούμενη από την ενάγουσα ως συγκριτικό στοιχείο περίληψη διακήρυξης με ελάχιστη προσφορά μισθώματος 9.500 ευρώ, αφορά κατάστημα της ... με πολύ μικρότερη επιφάνεια (86 τ.μ.

περίπου έναντι 206 του επιδίκου) και που δεν διαθέτει εξωτερικό χώρο ανάπτυξης τραπεζοκαθισμάτων, όπως το επίδικο...]. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την από 11-5-2016 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 3441/3-8-2016) έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης 269/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ένδικη, από 5-11-2013 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 3361/19-11-2013, αγωγή της.

Ήδη, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις που συνίστανται στο ότι, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο: "...το δευτεροβάθμιο δικαστήριο... παραλείπει να αναφέρει στο αιτιολογικό... με σαφήνεια τα αναγκαία περιστατικά σχετικά με την κρίση του, ως προς τη μη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης (δηλαδή της ΑΚ 288) και τον προσδιορισμό ακολούθως του καταβλητέου μισθώματος (εκπληρωτέας παροχής) βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, σε ποσό κατώτερο των 42.000 ευρώ (που, όπως συνομολογήθηκε από το αντίδικο, ζητήθηκε να καταβληθεί μετά τη λήξη του χρόνου της προηγηθείσας δικαστικής αναπροσαρμογής), περιορισθέν μόνο στο να αναφέρει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως για να μειωθεί το μηνιαίο μίσθωμα από το ποσό των 28.000 ευρώ.

Παράλληλα, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι συγκεκριμένα περιστατικά που συνδέονται με τη μισθωτική αξία των ακινήτων της περιοχής και με τις ειδικές συνθήκες αυτής, που επηρεάζουν το ύψος της παροχής και που μπορούσαν να αντληθούν από την εμπειρική πραγματικότητα και την επαγγελματική ενασχόληση, κατά την έρευνα της καλής πίστης, ήτοι κατά πόσον είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές η συνέχιση εκπλήρωσης της παροχής στο ποσό των 42.000 ευρώ, ώστε να καταλήξει σε διαφορετική κρίση, μειώνοντας το ποσό αυτό...".

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος εξαιτίας της αοριστίας του, διότι η αναιρεσείουσα δεν διευκρινίζει ποία επιπλέον συγκεκριμένα περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση του Εφετείου, σχετικά με την κρίση του αυτή, στην οποία μάλιστα δεν υπάρχει παραδοχή ότι το μηνιαίο μίσθωμα ανέρχεται πλέον σε 42.000 ευρώ, όπως θα εκτεθεί και σε επόμενη (υπό στοιχείο IV) σκέψη της παρούσας.

Στην πραγματικότητα οι αιτιάσεις αυτές, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στην παραπάνω διάταξη, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και πλήττεται έτσι η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας με επαναξιολόγηση, ύστερα από διαφορετική προσέγγιση, των αποδείξεων αυτών από την αναιρεσείουσα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναίρεσης που, κατ' εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του, επιχειρείται να θεμελιωθεί και στον αριθμό 1 εδάφ.β' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, κατά το μέρος που προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι με την προπαρατιθέμενη κρίση του το Εφετείο παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων.

ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 9 εδάφ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 1004/2015).

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό, ενώ ο παρών λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που, κατά συνέπεια, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης ή σε νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 360/2010, ΑΠ 850/2009).

Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (ΑΠ 365/2018, ΑΠ 209/2017, ΑΠ 850/2009). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδάφ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της που προέβαλε παραδεκτά για το ότι το μηνιαίο μίσθωμα του μίσθιου καταστήματος ανερχόταν πλέον σε 42.000 ευρώ και δεν ανταποκρινόταν στις μισθωτικές συνθήκες των ακινήτων της περιοχής, αφήνοντας, συνάμα, την αίτησή της αυτή αδίκαστη, κατ' άρθρ. 559 αριθμ. 9 εδάφ.

γ' ΚΠολΔ (από προφανή παραδρομή στο αναιρετήριο αναγράφεται "559 παρ.1 εδ.10 ΚΠολΔικ"). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως προς τα δύο σκέλη του, διότι το Εφετείο, α) σε κάθε περίπτωση, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και, εκ του πράγματος, τον απέρριψε, αφού η απόφασή του περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό, όπως αυτές έχουν παρατεθεί στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας και β) ούτε άφησε αδίκαστη τη σχετική αίτηση.

ΙΙΙ. Όπως έχει αναπτυχθεί στην πρώτη (υπό στοιχ. Ι) σκέψη της παρούσας, τη συνδρομή των ειδικών συνθηκών που επιβάλλουν την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ οφείλει, για την πληρότητα της σχετικής αγωγής, να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει ο ενάγων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Τέτοια εσφαλμένη εφαρμογή νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 του ίδιου Κώδικα κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας για διεξαγωγή αποδείξεων απόφασης. Μετά την κατάργηση, όμως, του άρθρου 341 ΚΠολΔ, με το άρθρο 14 παρ.1 του ν.2195/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και, επομένως, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει τον διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων περιστατικών για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του (ΑΠ 435/2016, ΑΠ 148/2016, ΑΠ 1124/2015).

Ως εκ τούτου, είναι αβάσιμη η αιτίαση, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που διατυπώνεται με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως, όπως η αιτίαση αυτή εκτιμάται, δηλαδή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα κατένειμε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να αποδείξει ότι εξακολούθησαν να ισχύουν οι ίδιες οικονομικές συνθήκες (που ίσχυαν και κατά τον προηγούμενο χρόνο της δικαστικής αναπροσαρμογής) στην περιοχή που βρίσκεται το μίσθιο κατάστημα ή και ακόμη δυσμενέστερες, ενώ θα έπρεπε, παράλληλα, να υποχρεώσει το αναιρεσίβλητο να αποδείξει τον δικό του ισχυρισμό για βελτίωση αυτών.

Και τούτο, διότι από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της απόφασης αυτής προκύπτει ότι η αγωγική αξίωση δεν έγινε δεκτή, με την ορθή παραδοχή ότι τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν δεν αποδείχθηκαν από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα που έφερε, κατ' επιταγή του άρθρου 338 ΚΠολΔ, το σχετικό βάρος απόδειξης.

Γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης.

IV. Το δικαίωμα αναπροσαρμογής, κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, είναι, όπως έχει προεκτεθεί, διαπλαστικό και, κατά συνέπεια, τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές. Αν, λοιπόν, πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, εφεξής ο συμβατικός όρος για το μίσθωμα (ήτοι η συμφωνία για σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος) καταλύεται και δεν ισχύει για το μέλλον, αφού κρίνεται ότι είναι απρόσφορος πλέον να ρυθμίσει το ζήτημα του ύψους του μισθώματος.

Μετά από αυτά (δικαστική αναπροσαρμογή και, συνάμα, κατάλυση του συμβατικού όρου για το μίσθωμα), το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 παρ. 3 του π.δ/τος 34/1995, η δε απαιτούμενη από το νόμο για την πραγματοποίηση αυτής ετήσια προθεσμία αρχίζει από το χρόνο που συντελείται η αναπροσαρμογή με την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή από την επίδοση της αγωγής.

Εξάλλου, με τη δικαστική απόφαση αναπροσαρμογής μεταβάλλονται τα περιστατικά, πάνω στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη συμφωνία για σταδιακή αναπροσαρμογή και έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος για τήρηση των συμφωνημένων. Αυτή καθ' εαυτήν η προσφυγή στο δικαστήριο, εκ μέρους του ενός των συμβαλλόμενων μερών (ή και των δύο), δηλώνει με σαφήνεια τη θέληση του ενός (ή και των δύο) για μη τήρηση των συμφωνημένων.

Η άποψη, κατά την οποία, μετά τη δικαστική αναπροσαρμογή του μισθώματος, που γίνεται σε ορισμένο στάδιο, δεν καταργείται η συμφωνία σταδιακής αναπροσαρμογής, αφού αυτή ισχύει μόνο για το στάδιο στο οποίο βρίσκεται και, επομένως, διατηρείται για τα επόμενα στάδια, με δυνατότητα αντιμετώπισης με νέα δικαστική παρέμβαση, κατ' εφαρμογή των ίδιων διατάξεων, μελλοντικής νέας διατάραξης της ισορροπίας χρήσης του μισθίου και του μισθώματος, δεν προκρίνεται, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως α) το ότι τα στάδια αναπροσαρμογής βρίσκονται μεταξύ τους σε λογική αλληλουχία και καθένα στηρίζεται στο προηγούμενο, ώστε, αν διασπαστεί η αλληλουχία αυτή, δεν μπορούν τα επόμενα στάδια να διατηρήσουν την αυτοτέλειά τους και να γίνει νέα (στηριζόμενη στη σύμβαση) αναπροσαρμογή, β) είναι δυνατό να ζητείται δικαστική αναπροσαρμογή για κάθε περαιτέρω στάδιο, με αποτέλεσμα, αφενός μεν να είναι δυνατή η εντός ενός και του ίδιου σταδίου διπλή αναπροσαρμογή (συμβατική και δικαστική), αφετέρου δε να δημιουργούνται περισσότερες δίκες που θα βρίσκονται σε εξέλιξη και που καθεμία θα εξαρτάται από την προηγούμενη, ώστε η σύμβαση θα βρίσκεται σε αποσταθεροποίηση και τα συμβαλλόμενα μέρη σε αβεβαιότητα και γ) τίθεται ζήτημα με το τι πρέπει να γίνει, στην περίπτωση κατά την οποία η σταδιακή αναπροσαρμογή έχει συμφωνηθεί σε ποσό (συγκεκριμένο μίσθωμα) και όχι σε ποσοστό, ενώ το κατ' αναπροσαρμογή μίσθωμα που ορίστηκε από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 288 ΑΚ, είναι κατά ποσό υπέρτερο του μισθώματος του επόμενου ή των επόμενων σταδίων, οπότε, εκ του πράγματος, θα επέλθει αδράνεια του σταδίου ή των σταδίων αυτών της σύμβασης, εφόσον η δικαστική αναπροσαρμογή θα υπερκαλύπτει τη συμβατική.

Τελικά, με την αναπροσαρμογή του μισθώματος από το δικαστήριο και τη συνακόλουθη κατάργηση της συμφωνίας σταδιακής αναπροσαρμογής, επιτυγχάνεται η σε βάθος χρόνου ομαλοποίηση της συμβατικής σχέσης που έχει διαταραχθεί και ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μελλοντικών δικαστικών διενέξεων από την ίδια συμβατική σχέση και για την ίδια αιτία (ΑΠ Ολομ. 3/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις πιο πάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ και 7 παρ.3 π.δ/τος 34/1995, με το να κρίνει, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, ότι με τη δικαστική αναπροσαρμογή του μισθώματος, λόγω της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 288 ΑΚ (βάσει της 4449/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών), δεν θίγεται η συμφωνία των συμβαλλομένων για σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος σε ποσοστό 3% ανά έτος επί του εκάστοτε διαμορφωμένου μισθώματος, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η περαιτέρω κατ' έτος αναπροσαρμογή έπρεπε πλέον να γίνεται σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 7 παρ.3 π.δ.34/1995, ως αναγκαία συνέπεια του νόμου και, έτσι, έπρεπε να αναπροσαρμόσει το μηνιαίο μίσθωμα σε ποσό μεγαλύτερο των 28.000 ευρώ, μικρότερο, όμως, από το ποσό των 42.000 ευρώ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση δεν περιέχονται τέτοιες παραδοχές, δηλαδή ότι ο δικαστικός καθορισμός του μισθώματος, δυνάμει της 4449/2013 εφετειακής απόφασης, δεν επηρεάζει την ισχύ της συμβατικής ρήτρας που προβλέπει την αναπροσαρμογή του μισθώματος κατά ορισμένο χρονικό διάστημα (ενός έτους) και βάσει προσδιορισμένου ποσοστού (3% ανά έτος) επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου (μηνιαίου) μισθώματος, ούτε ότι τούτο ανερχόταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο της αιτούμενης αναπροσαρμογής, σε 42.000 ευρώ.

Άλλωστε, η ίδια η αναιρεσείουσα, ζητώντας με την ένδικη αγωγή της την αναπροσαρμογή - μείωση του μισθώματος, προσδιόρισε το καταβαλλόμενο τότε μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 28.000 ευρώ. V. Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 845/2018).

Στην υπό κρίση περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, προβάλλει την, κατ' άρθρ. 559 αριθμ.11γ' ΚΠολΔ, αιτίαση που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της κρίσης του για την αναπροσαρμογή - μείωση του μισθώματος, "τα υπό στοιχεία 5 έγγραφα του αναιρεσίβλητου Δήμου Αθηναίων" που και ή ίδια προσκόμισε, για την απόδειξη των ισχυρισμών της, αναφορικά με τη γενικότερη οικονομική κατάσταση και τη ραγδαία πτώση των μισθωτικών αξιών των ακινήτων.

Κατ' αρχάς, μολονότι είναι αναγκαίο για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης, τα επίμαχα έγγραφα δεν προσκομίζονται και, ως εκ τούτου, είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, ώστε να ελεγχθεί και η μη τυχόν λήψη υπόψη από το Εφετείο (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 12/2015) και, συνεπώς, ο παρών λόγος είναι αβάσιμος.

Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και διότι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει ποία ακριβώς έγγραφα δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε το Εφετείο, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (2η σελίδα αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά.

Στην πραγματικότητα, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, για εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών αυτών μέσων, αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους της, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, οι οποίες και απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

VI. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Δήμου Αθηναίων, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατ' άρθρ. 276 παρ.1 και 281 παρ.2 του ν.3463/2006, σε συνδυασμό με άρθρ. 285 ν.3852/2010 και 22 παρ.1 ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Δεκεμβρίου 2017 και με αύξοντα (ειδικό) αριθμό κατάθεσης 905/11-12-2017 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 4139/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Κ.Α.